Legislator Case Law & Legislation
1023/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against tax office ranking in creditor list due to procedural error.

Case Number 1023/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the State's appeal against a first-instance decision that rejected its request to re-rank creditors in a tax office list. The State argued that the lower court incorrectly dismissed its claim because the request was not explicitly stated in the initial petition, despite being clearly implied in the decision's operative part. The court found this reasoning flawed, noting that the lower court erred in deeming the claim inadmissible when the request was legally present in the decision itself.

Legislator headnote

AI generated

Art. 975 of the Code of Civil Procedure; Art. 31 of Law 1545/1985: When a creditor's request to re-rank in a creditor list is implicitly contained in the operative part of a decision despite being absent from the initial petition, the lower court cannot dismiss it as inadmissible.

Keywords

AI generated
creditor ranking tax office list procedural admissibility implicit request State as creditor Code of Civil Procedure re-ranking priority

Cited Legislation

AI generated
Art. 975 of the Code of Civil Procedure
Art. 31 of Law 1545/1985
Art. 559, para. 14 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1023 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1023/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και του Αρεοπαγίτη Διονυσίου Γιαννακόπουλου ), Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Λαμίας , που εκπροσωπήθηκε από τον Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4, 5. Ψ5, 6. Ψ6, 7. Ψ7, 8. Ψ8, 9. Ψ9, 10. Ψ10, 11. Ψ11, 12. Ψ12, 13. Ψ13, 14. Ψ14, που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και 15. της ανωνύμου Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, υπό της ιδιότητά της ως ειδικής και καθολικής διαδόχου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της τέως ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΕ (Ε.Τ.Β.Α ΑΕ)", όπως νόμιμα εκπροσωπείται (σχετική η υπ' αριθμ. πρωτ. Κ2 - 15289/16.12.2003 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 13322/17.12.2003 τ. Α.Ε και Ε.Π.Ε), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Μαΐου 2000 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκε η απόφαση 140/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου . Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30 Ιουνίου 2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 3 Φεβρουαρίου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Διονυσίου Γιαννακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δεύτερου και τρίτου και απόρριψη του πρώτου εκ των λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της μοναδικής παρούσης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 975 Κ.Πολ.Δ., η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται με την εξής σειρά : "1) ... 2) ... 3) ... οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας καθώς και ..., εφόσον προέκυψαν κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού". Με το άρθρο δε 31 του ν. 1545/1985 ορίσθηκε ότι στην τρίτη τάξη προνομίων του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ., κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας εφόσον προέκυψαν κατά την τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως.

Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας κατατάσσονται, ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή. Η διαίρεση του εκπλειστηριάσματος σε ποσοστά κατά το άρθρο 977 Κ.Πολ.Δ., γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξεως αυτής. Έτσι με τη δεύτερη από τις ανωτέρω διατάξεις διευρύνθηκε σημαντικά ο χρόνος που καλύπτεται από το προνόμιο του άρθρου 975 περ. 3 για απαιτήσεις από παροχή εξαρτημένης εργασίας, σε διετία πριν από την ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως, έγινε υπαγωγή στο προνόμιο αυτό και των αποζημιώσεων λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας, ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν αυτές, και καθιερώθηκε η ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών πριν από την κατάταξη των απαιτήσεων και τη διαίρεση του εκπλειστηριάσματος κατ' άρθρο 977 του Κ.Πολ.Δ.

Από την ευρύτατη διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 31 του Ν. 1545/1985 και τον κοινωνικό σκοπό που υπηρετεί, ο οποίος έγκειται στην ισχυρή αλλά δίκαιη προστασία εκείνων που με την προσωπική τους εργασία βοηθούν στην ανάπτυξη των επιχειρήσεων, προκύπτει ότι στην προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων των εργαζομένων περιλαμβάνονται και οι παρεπόμενες απαιτήσεις τους από τόκους.

Και εφόσον μεν οι παρεπόμενες αυτές απαιτήσεις τόκων προέρχονται από αποζημίωση λόγω καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως, δεν υπόκεινται σε κανένα χρονικό περιορισμό. Εφόσον, όμως, είναι παρεπόμενες άλλων αξιώσεων από την εργασιακή σχέση, κατατάσσονται προνομιακώς μόνο αν προέκυψαν την τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πλειστηριασμού ή εφόσον πρόκειται για πτώχευση την τελευταία διετία πριν από την κήρυξη της πτωχεύσεως.

Τούτο συνάγεται εκ του ότι η διάταξη του άρθρου 975 περ. 3 Κ.Πολ.Δ., είναι σαφής και δεν κάνει καμμία διάκριση μεταξύ απαιτήσεων εκ κεφαλαίου και απαιτήσεων εκ τόκων, τα προνόμια δε αποτελούν εξαίρεση από τον γενικό κανόνα της ίσης ικανοποιήσεως όλων των δανειστών και για το λόγο αυτό δεν πρέπει να επεκτείνονται ερμηνευτικώς.

Αν ήθελε ο νομοθέτης να εξοπλίσει με προνόμιο και τις αξιώσεις τόκων, οι οποίοι γεννήθηκαν μετά την ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως από οποιαδήποτε απαίτηση έχουσα ως βάση της την παροχή εξαρτημένης εργασίας, που όμως προέκυψε κατά την προ του πρώτου πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως διετία, θα όριζε τούτο ρητώς, όπως για τις αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας ρητώς όρισε ότι αυτές κατατάσσονται στην τρίτη τάξη "ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν" (Ολ.

ΑΠ 22/2000). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές,, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι μετά τον διενεργηθέντα, στις 28-4-1999, πλειστηριασμό του ακινήτου της οφειλέτιδας ανώνυμης εταιρίας "... και υιοί ΑΕ", στον πίνακα κατατάξεως ... που συνέταξε ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συμβολαιογράφος Θερμοπυλών Γ. Τσαούσης κατετάγησαν προνομιακά, αλλά τυχαία (υπό τον όρο προσκομιδής τελεσιδίκων αποφάσεων επί των αγωγών που άσκησαν κατά της οφειλέτιδας καθ' ης η εκτέλεση) στην τρίτη τάξη (μετά την αφαίρεση των εξόδων της εκτελέσεως) οι 14 πρώτοι αναιρεσίβλητοι-καθ' ων η ανακοπή στο 1/3 του πλειστηριάσματος, ( 36.224 ευρώ) για απαιτήσεις τους (μισθούς και επιδόματα) από την παροχή εξαρτημένης εργασίας "κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1995 έως 1998, δηλαδή γεννήθηκαν οι απαιτήσεις αυτές στο χρονικό διάστημα των δύο ετών πριν από την ημερομηνία του αρχικά ορισθέντος πλειστηριασμού, δηλαδή την 11-12-1996 και καταλήγουν μέχρι το χρόνο που τελικά ενεργήθηκε ο πλειστηριασμός (28-4-1999)".

Το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε τις αντιρρήσεις που προέβαλε το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο της ανακοπής του ως προς την ανωτέρω κατάταξη των απαιτήσεων των δεκατεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων για το σύνολο των απαιτήσεών τους από παροχές εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες αφορούσαν όχι μόνον την προηγούμενη διετία πριν από τον ορισμό του πρώτου πλειστηριασμού, αλλά και το μεταγενέστερο αυτής της (χρονικής) αφετηρίας χρονικό διάστημα μέχρι τη διενέργεια του πλειστηριασμού, αφού προσέδωσε στη διάταξη του άρθρου 975 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 ν. 1545/1985, ευρύτερο περιεχόμενο από εκείνο που προκύπτει από τη γραμματική διατύπωσή της και τη λογική ερμηνεία της (και ακολούθως προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή αυτών των διατάξεων).

Έτσι όμως, όπως έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, παραβίασε με τις παραδοχές του τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 975 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ., και 31 του ν. 1545/1985, με τις οποίες περιορίζεται το προνόμιο κατατάξεως των απαιτήσεων των εργαζομένων στην τρίτη τάξη του άρθρου 975 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., μόνον σ' εκείνες τις απαιτήσεις από μισθούς, επιδόματα και τόκους αυτών, οι οποίες είχαν γεννηθεί στην πριν από την ημεροχρονολογία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού διετία και μόνον ως προς την αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας ισχύει το ανωτέρω προνόμιο κατατάξεως χωρίς χρονικό περιορισμό ως προς τη γέννηση αυτών των απαιτήσεων.

Συνεπώς είναι βάσιμος ο πρώτος (κατά το πρώτο μέρος του) λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω σκέλος της, προκειμένου να αποβληθούν οι αναιρεσίβλητοι για τα μη υπαγόμενα στο ανωτέρω προνόμιο ποσά από τον πίνακα και να καταταγεί στη θέση τους το Ελληνικό Δημόσιο (δια της Δ.Ο.Υ. Λαμίας) υπό την ιδιότητά του ως γενικού προνομιούχου δανειστή (άρθρο 975 παρ. 5 Κ.Πολ.Δ.) για το αιτούμενο ποσό πλέον του ποσού για το οποίο κατετάγη και μέχρι την εξόφλησή του.

Κατά το άρθρου 978 παρ. 1 εδ. α', β' του Κ.Πολ.Δ., "απαιτήσεις που εξαρτώνται από αίρεση ή αμφιβολίες κατατάσσονται τυχαίως. Η ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών μπορεί να γίνει μόνον με εγγυοδοσία". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο νόμος χρησιμοποιεί τον όρο τυχαία κατάταξη τόσο για τις υπό αίρεση όσο και για τις αμφίβολες ή ανεκκαθάριστες απαιτήσεις, μολονότι η έννοια και ο τρόπος κατάταξης κάθε κατηγορίας διαφέρει.

Και οι δύο κατηγορίες τυχαίας κατάταξης έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό την αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη των απαιτήσεων, αλλά στην πρώτη περίπτωση η αβεβαιότητα είναι ουσιαστική (εσωτερική) και αναφέρεται στην απαίτηση, της οποίας η ύπαρξη εξαρτάται από γεγονός μέλλον και αβέβαιο, ρυθμιζόμενη από διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ενώ στην αμφίβολη απαίτηση η αβεβαιότητα είναι δικονομική (εξωτερική), αναφέρεται στην απόδειξη και αποτελεί εκδήλωση του συστήματος της διαδικασίας ενώπιον του συμβολαιογράφου-υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ο οποίος ενεργεί μεν ως δικαστικό όργανο, που δεν δικαιοδοτεί όμως με διαγνωστική δύναμη αλλά ως judex chartularius . (βλ.

και Αιτιολ. Έκθ. Επιτρ. ν.δ. 958/1971). Το βάρος αποδείξεως των ανεκκαθάριστων απαιτήσεων φέρει ο δικαιούχος, οι προϋποθέσεις δε άρσης της αβεβαιότητας αποτελούν ζήτημα ερμηνείας του περιεχομένου της τυχαίας κατάταξης στο σχετικό πίνακα που έχει συνταγεί, χωρίς να επηρεάζεται το κατά το άρθρο 979 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δικαίωμα του δανειστή που βλάπτεται από την τυχαία κατάταξη να ασκήσει ως προς αυτή ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως.

Η ανακοπή αυτή του άρθρου 979 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., μπορεί να θεμελιώνεται σε μόνη την άρνηση της απαιτήσεως του καταταγέντος ή του προνομιακού χαρακτήρα της, οπότε ο καθ' ου η ανακοπή που επέχει θέση ενάγοντος, φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως των γενεσιουργών της απαιτήσεώς του γεγονότων, καθώς και εκείνων που της προσδίνουν προνομιακό χαρακτήρα, είτε σε πραγματικούς ισχυρισμούς που αποτελούν τη βάση ενστάσεων κατά της απαιτήσεως του καθ' ου ή προσδίνουν στη δική του απαίτηση ισχυρότερο προνόμιο, οπότε φέρει ο ίδιος (ο ανακόπτων) το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως αυτών των ισχυρισμών.

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν ν α διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Με τον πρώτο, από το δεύτερο μέρος του (υπό στοιχείο 1β) λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση των παραβάσεων από τους αρ. 13 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτους (αόριστους) τους ισχυρισμούς των 14 πρώτων αναιρεσιβλήτων για τη θεμελίωση των απαιτήσεών τους που κατετάγησαν στον προσβαλλόμενο πίνακα και εσφαλμένως εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου περί βάρους αποδείξεως , παραλείποντας να απορρίψει ως αναπόδεικτους αυτούς τους ισχυρισμούς.

Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθ' όσον δεν προσδιορίζεται με το αναιρετήριο ποιό ήταν το περιεχόμενο της ανακοπής του αναιρεσείοντος σχετικά με τις καταταγείσες στον προσβαλλόμενο πίνακα απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων, ποιοί ήταν οι ισχυρισμοί τούτων στο Μονομελές Πρωτοδικείο, ποιές ήταν οι παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως και με ποιό τρόπο και υπό ποία έννοια συντελέσθηκαν οι προβαλλόμενες αναιρετικές πλημμέλειες.

Κατά το άρθρο 975 παρ. 5 του Κ.Πολ.Δ., (η οποία αναριθμήθηκε σε παράγραφο 6 με το άρθρο 4 παρ. 17 του ν. 2298/1995) κατατάσσονται στην πέμπτη τάξη (της πρώτης σειράς) "οι απαιτήσεις του δημοσίου και των δήμων και κοινοτήτων από φόρους που ορίστηκαν από την αξία της προσόδου ή από το είδος των πραγμάτων που πλειστηριάσθηκαν και που αφορούν το έτος που έγινε ο πλειστηριασμός και το προηγούμενο".

Κατά τα άρθρα 976, 977 παρ. 1 και 1007 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., επί πλειστηριασμού κινητού ή ακινήτου πράγματος, αν συντρέχουν προνομιακές απαιτήσεις από τις αναφερόμενες στο άρθρο 975, με απαιτήσεις που είναι ασφαλισμένες με ενέχυρο ή υποθήκη και δεν επαρκεί το πλειστηρίασμα, ικανοποιούνται οι προνομιακές απαιτήσεις έως το ένα τρίτο του ποσού του πλειστηριάσματος που πρέπει να διενεμηθεί στους πιστωτές, τα δε δύο τρίτα αυτού διατίθενται για την ικανοποίηση των ενεχυρούχων και ενυποθήκων απαιτήσεων.

Κατά το άρθρο 61 παρ. 1 και 3 του ν.δ. 356/1974 "περί Κώδικος εισπράξεως δημοσίων εσόδων" "το Δημόσιον κατατάσσεται εν αναγκαστική εκτελέσει κινητού ή ακινήτου δια τας ληξιπροθέσμους μέχρι της ημέρας του πλειστηριασμού απαιτήσεις αυτού εκ πάσης αιτίας μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων και εν τη υπ' αρ. 5 σειρά του άρθρου 975 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.

Δια τας μη ληξιπροθέσμους εκ πάσης αιτίας απαιτήσεις του το Δημόσιον κατατάσσεται συμμέτρως μετά των λοιπών δανειστών. Αι μη ληξιπρόθεσμοι απαιτήσεις δι' ας κατετάγη το Δημόσιον θεωρούνται ληξιπρόθεσμοι ως προς την διανομήν του πλειστηριάσματος και μόνον". Η παράγραφος 2 του άρθρου 61 του αυτού ν.δ. που προέβλεπε κατάταξη του Δημοσίου στην 5η σειρά του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ., μόνον για τις απαιτήσεις από ληξιπρόθεσμους φόρους, εάν το πλειστηριαζόμενο ακίνητο ή κινητό βαρυνόταν με υποθήκη ή ενέχυρο καταργήθηκε με το άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 2093/1992.

Κατά το άρθρο 89 του αυτού ν.δ. 356/1974 "αι διατάξεις του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται, εφόσον δεν αντίκεινται εις τας διατάξεις του παρόντος ν.δ.". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι για τις από κάθε αιτία ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του, κατά την έννοια του άρθρου 5 του ΚΕΔΕ, δηλαδή με ταμειακή βεβαίωση και πάροδο των προθεσμιών του άρθρου αυτού μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις και τόκους, το Δημόσιο κατατάσσεται προνομιακά στην πέμπτη σειρά του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ., πριν από κάθε άλλον δανειστή και αν συντρέχουν προνομιούχες απαιτήσεις αυτής της διάταξης με απαιτήσεις εμπραγμάτως ασφαλισμένες ικανοποιούνται οι πρώτες έως το ένα τρίτο του ποσού του πλειστηριάσματος που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές και τα υπόλοιπα δύο τρίτα διατίθενται για την ικανοποίηση των εμπραγμάτως ασφαλισμένων απαιτήσεων.

Οι απαιτήσεις του Δημοσίου (και των ΟΤΑ) από φόρους που ορίσθηκαν από την αξία της προσόδου ή από το είδος των πραγμάτων που πλειστηριάσθηκαν και που αφορούν το έτος που έγινε ο πλειστηριασμός και το προηγούμενο, εάν συντρέχουν με εμπραγμάτως ασφαλισμένες απαιτήσεις, κατατάσσονται συμμέτρως στην πέμπτη τάξη και ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα μέχρι ποσοστού 1/3 του διανεμόμενου - μετά την αφαίρεση του προοριζόμενου για απαιτήσεις προηγουμένων τάξεων - πλειστηριάσματος, οι δε λοιπές ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του Δημοσίου ακολουθούν και ικανοποιούνται, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 975,976,977,1007, αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., 61 και 89 του ν.δ. 356/1974, από το υπόλοιπο 1/3 του πλειστηριάσματος, αλλά και το τυχόν υπόλοιπο των προοριζόμενων για τις ενυπόθηκες απαιτήσεις 2/3 του αυτού πλειστηριάσματος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1289 Α.Κ "αν το κεφάλαιο της απαίτησης που ασφαλίζεται με υποθήκη γράφτηκε ως τοκοφόρο, η υποθήκη, σε οποιουδήποτε την κυριότητα και αν βρίσκεται το ακίνητο, ασφαλίζει κατά την ίδια τάξη εγγραφής και τους καθυστερούμενους τόκους ενός έτους πριν από την κατάσχεση, από οποιονδήποτε και αν ενεργήθηκε αυτή, καθώς και του τόκους μετά την κατάσχεση ως την πληρωμή του χρέους ή ωσότου γίνει αμετάκλητος ο πίνακας κατάταξης".

Κατά το άρθρο 1269 Α.Κ "η εγγραφή της υποθήκης γίνεται για ορισμένη χρηματική ποσότητα. Αν στον τίτλο δεν περιέχεται ορισμένη ποσότητα, αυτός που ζητεί την εγγραφή πρέπει να την ορίσει κατά προσέγγιση. Ο οφειλέτης όμως έχει δικαίωμα να απαιτήσει τη μείωση του ποσού στο μέτρο που αρμόζει". Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1006 παρ. 3, 1007 παρ. 1, 976 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι επί πλειστηριασμού ακινήτου, αν το πλειστηρίασμα δεν αρκεί προς ικανοποίηση του επισπεύδοντος την εκτέλεση και των αναγγελθέντων δανειστών, στον πίνακα κατατάξεως που συντάσσει ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος κατατάσσονται, μετά τις αναφερόμενες στα άρθρα 975 και 976 εδ. 1 του Κ.Πολ.Δ., απαιτήσεις, οι ενυπόθηκες απαιτήσεις.

Σ' αυτές περιλαμβάνονται όχι μόνον το κεφάλαιο, αλλά και οι προσδιοριζόμενοι στο άρθρο 1289 Α.Κ τόκοι, με την προϋπόθεση ότι το ποσό τους περιλαμβάνεται (καλύπτεται) στη χρηματική ποσότητα για την οποία είχε γίνει εγγραφή στο βιβλίο υποθηκών, οπότε ασφαλίζονται κατά την τάξη και τη σειρά της υποθήκης και οι ισόποσοι, με τη διαφορά του κεφαλαίου της απαίτησης μέχρι του ορισμένου στην εγγραφή ποσού, τόκοι.

Πιο συγκεκριμένα ασφαλίζονται και οι τόκοι του άρθρου 1289 Α.Κ, εφόσον αυτοί αθροιζόμενοι μαζί με το κεφάλαιο δεν υπερβαίνουν την ορισμένη χρηματικά ποσότητα που γράφηκε (το κατά το άρθρο 1269 υποθηκικό όριο), τυχόν δε οφειλόμενοι επί πλέον τόκοι κατά το άρθρο 1289 Α.Κ, που δεν περιέχονται στην εγγραφή, δεν εξασφαλίζονται με το προνόμιο της υποθήκης, αλλά θα καταταγούν μαζί με τις απαιτήσεις των εγχειρόγραφων δανειστών.

Αν μέρος της ενυπόθηκης απαίτησης του δανειστή ικανοποιηθεί από το πλειστηρίασμα άλλου ενυπόθηκου ακινήτου του οφειλέτη, το υπόλοιπο της απαίτησης αυτής ικανοποιείται ολόκληρο από το πλειστηρίασμα του ενυπόθηκου ακινήτου που πλειστηριάσθηκε, εφόσον είναι λιγότερο του ορισμένου ποσού για το οποίο έχει γίνει εγγραφή της υποθήκης στο βιβλίο υποθηκών.

Εξάλλου το υποβαλλόμενο αίτημα δικαστικής προστασίας κρίνεται από το όλο περιεχόμενο του εισαγωγικού δικογράφου (αγωγής, ανακοπής κλπ.) και όχι μόνον από το αιτητικό του. Προκειμένου περί ανακοπής κατά πίνακα κατατάξεως (άρθρο 979 παρ. 1, 2 Κ.Πολ.Δ.) το έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος δεν εξαντλείται μόνον στην ακύρωση της κατατάξεως του καθ' ου, αλλά συνδέεται και με τη δυνατότητα κατατάξεως του ανακόπτοντος, η έλλειψη της οποίας καθιστά την ανακοπή απορριπτέα για έλλειψη έννομου συμφέροντος.

Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην υπόψη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής το Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε ως τελευταίο λόγο ανακοπής την εσφαλμένη κατάταξη της δεκάτης πέμπτης αναιρεσίβλητης προνομιακώς για ενυπόθηκη απαίτησή της 14.403.670 δρχ.

κεφάλαιο και με τους τόκους του 23.682.049 δραχμών, αντί της ασφαλιζόμενης απαίτησής της 6.000.000 δραχμών με επικρατέστερο (προγενέστερο) υποθηκικό δικαίωμα έναντι του αναιρεσείοντος, αφού, όπως προέκυπτε από το με ημεροχρονολογία 03.10.1996 πιστοποιητικό βαρών του Υποθηκοφύλακα Θερμοπυλών, αναφερόμενο στην ανακοπή και στον προσβαλλόμενο πίνακα, η πρώτη υποθήκη (τόμος ...

αριθμός ...) που ενεγράφη επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου υπέρ της "ΕΤΒΑ Α.Ε." δια του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Βόλου Γεωργίου Κορώνη αφορά ποσά 6.000.000 δραχμών μόνον και όχι 14.403.679 δραχμών, όπως εσφαλμένως αναφέρεται στον πίνακα κατατάξεως. Το εν λόγω ποσό των 6.000.000 τροποποιήθηκε με τις παρατηρήσεις που καταγράφονται στο περιθώριο της εγγραφής της α' υποθήκης, ανερχόμενο συνολικά στο ποσό των 14.403.679 δραχμών (και με τους τόκους του 23.682.049 δραχ.), πλην όμως αυτές έγιναν τα έτη 1982 και 1985 δια των υπ' αριθμ. ...

και ... πράξεων αναμορφώσεως δανείου του συμβολαιογράφου Βόλου Γ. Καλομέρα, ήτοι μετά την εγγραφή των υφισταμένων δύο υποθηκών υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (τόμος ... αριθμός ..., για ποσό 1.542.750 δρχ. δια της υπ'αριθμ. ... πράξης του συμβολαιογράφου Γεωργίου Τσαούση και τόμος ... αριθμός ..., για ποσό 605.000 δραχμών δια της υπ'αριθμ. ...

πράξεως του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου). Ως εκ τούτου, και δεδομένης της αρχής της χρονικής προτεραιότητας που ισχύει για την ικανοποίηση των ενυπόθηκων δανειστών (1300 Α.Κ.), από το συνολικό ποσό των 14.403.679 δρχ. μόνον ποσό 6.000.000 δρχ. αφορά πρώτη υποθήκη και έπρεπε να ικανοποιηθεί πριν τις ενυπόθηκες απαιτήσεις του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ενώ στο υπόλοιπο ποσό έπρεπε να καταταγεί το Ελληνικό Δημόσιο για τις εμπραγμάτως ασφαλισμένες (με προγενέστερο υποθηκικό δικαίωμα) απαιτήσεις του, συνολικού ποσού 2.147.750 δραχμών ή 6.303,01 Ευρώ.

Το δικάσαν δικαστήριο απέρριψε το λόγο αυτό της ανακοπής ως "αλυσιτελή και απαράδεκτο", δεχόμενο ότι δεν συνδεόταν ο λόγος αυτός με συγκεκριμένο αίτημα, καθότι στο αιτητικό δεν υπήρχε σχετικό αίτημα για ακύρωση της κατάταξης της 15ης εκ των καθών και κατάταξη του Ελληνικού Δημοσίου στο ίδιο ποσό. Όμως στο διατακτικό της ανακοπής αναφέρεται: "να μεταρρυθμισθεί ο ...

πίνακας ... ούτως ώστε η Δ.Ο.Υ. Λαμίας να καταταγεί ... προνομιακά ... για τους αναφερόμενους στο ιστορικό της παρούσας λόγους στο σύνολο των αναγγελθεισών απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, εκ δρχ. 8.563.145". Από τη διατύπωση αυτή σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της ανακοπής (ιδίως σελ. 8 αυτής όπου προσδιορίζεται το σε βάρος του αναιρεσείοντος σφάλμα του πίνακα κατατάξεως) καθίσταται προφανές ότι υπάρχει διαπλαστικό αίτημα για την προνομιακή κατάταξη του αναιρεσείοντος ως προς το σύνολο των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών του, για τις οποίες αναγγέλθηκε στον υπάλληλο του πλειστηριασμού με τα επικαλούμενα προνόμια και το αίτημα αυτό ρητώς περιλαμβάνεται στο αιτητικό, το οποίο συμπληρώνει το διατακτικό της ανακοπής και αντιστρόφως.

Επομένως, εσφαλμένως το δικαστήριο διαπίστωσε απαράδεκτο και απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, ο οποίος είναι κατά τα προαναφερόμενα νόμιμος, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια , του αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., και είναι γι' αυτό βάσιμος ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως. Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως όσον αφορά τους πρώτο και τρίτο λόγους της και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 140/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ως προς τα κεφάλαια αυτής που αφορούν τους τρίτο και τελευταίο λόγους της ανακοπής του αναιρεσείοντος.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε την υπόθεση. Και,

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ