Supreme Court dismisses appeal for failure to examine subsidiary claim basis without appellant's complaint.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Athenian Court of Appeal's decision rejecting the plaintiff's lawsuit. The appellant argued the appellate court erred by rejecting the claim based on unjust enrichment without examining this subsidiary ground. The court ruled that since the appellant did not lodge a specific complaint regarding the rejection of this basis during the appeal, the appellate court lacked authority to investigate it sua sponte.
Legislator headnote
AI generatedArticles 522, 535 para.1 and 536 para.1-2 of the Code of Civil Procedure; The appellate court cannot sua sponte examine subsidiary grounds of a claim rejected at first instance unless the appellant lodged a specific complaint regarding that rejection during the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1022 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1022/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Μαραβέλη, που ανακάλεσε την από 3/11/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Βιομηχανικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην Αυλίδα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Σκούρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6333/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 4913/2013 μη οριστική και 1910/2016 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 28/2/2017 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1088/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1910/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως, εκδόθηκε η 5439/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/8/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 5439/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, στη συνέχεια, απέρριψε την αγωγή του. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 23α του ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών, όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της με το άρθρο 189 του ν. 4548/2018 και ειδικότερα όπως αυτή ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 33 του ν. 3604/8-8-2007, ορίζονταν τα εξής: "1. Δάνεια της εταιρείας προς ιδρυτάς, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, γενικούς διευθυντάς ή διευθυντάς αυτής, συγγενείς αυτών μέχρι και του τρίτου βαθμού εξ αίματος ή αγχιστείας συμπεριλαμβανομένων ή συζύγους των ανωτέρω ως και παροχή πιστώσεων προς αυτούς καθ' οιονδήποτε τρόπον ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών προς τρίτους, απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα. Επίσης δάνεια της εταιρείας σε τρίτους, καθώς και η παροχή πιστώσεων σε αυτούς με οποιονδήποτε τρόπο ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών προς τρίτους, απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα.
2. Οιαδήποτε άλλαι συμβάσεις της εταιρείας μετά των ως άνω προσώπων είναι άκυροι άνευ προηγουμένης ειδικής εγκρίσεως αυτών υπό της γενικής συνελεύσεως των μετόχων. Η έγκρισις δεν παρέχεται αν εις την απόφασιν αντετάχθησαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το 1/3 του εν τη συνελεύσει εκπροσωπουμένου μετοχικού κεφαλαίου.
Η απαγόρευσις αύτη δεν ισχύει προκειμένου περί συμβάσεως μη εξερχομένης των ορίων της τρεχούσης συναλλαγής της εταιρείας μετά των πελατών της [...]". Κατά το άρθρο 33 του Ν. 2190/1920, η γενική συνέλευση των μετόχων είναι το ανώτατο όργανο της ανώνυμης εταιρείας και δικαιούται να αποφασίζει για κάθε εταιρική υπόθεση, οι δε αποφάσεις της δεσμεύουν και υποχρεώνουν και τους απόντες ή διαφωνούντες εταίρους, μπορούν δε οι μέτοχοι να μετάσχουν σ' αυτή και να ασκήσουν τα δικαιώματά τους αυτοπροσώπως ή δι' αντιπροσώπου (άρθρ. 211, 216 ΑΚ), γεγονός που δεν ορίζεται ρητώς στο νόμο, προκύπτει όμως εκ διαφόρων διατάξεων του ν. 2190/20 και δη των άρθρων 27 παρ. 2 και 29 παρ. 1, οι οποίες, σχετικά με τα δικαιώματα των μετόχων πριν τη σύγκληση της ΓΣ και ενόψει συνεδρίασής της (άρθρο 27) και για τα απαιτούμενα ποσοστά απαρτίας (άρθρο 29), κάνουν λόγο περί αντιπροσώπων, χωρίς καμιά διάκριση.
Η γενική συνέλευση έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει για θέματα τα οποία ο νομοθέτης θεωρεί μείζονα για την ύπαρξη και γενικά την λειτουργία της εταιρίας. Για να πραγματοποιηθεί και να λάβει εγκύρως αποφάσεις η ΓΣ των μετόχων, πρέπει να τηρηθούν οι διατυπώσεις που προβλέπει ο νόμος και αφορούν στη σύγκληση και συγκρότηση της.
Από τις διατάξεις του άρθρου 35 α' παρ.1-2 του ν.2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 42 του. ν. 3604/2007 και εφαρμόζεται σε αποφάσεις γ.σ. που συγκλήθηκαν ή έλαβαν χώρα πριν την 8.10.2007 (άρθρ. 79 παρ. 7 εδ. β και 82 του ν. 3604/2007), "οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης είναι άκυρες και όταν:
α) ελήφθησαν κατά παράβαση των περί συγκροτήσεως των γενικών συνελεύσεων ή των περί απαρτίας ή πλειοψηφίας διατάξεων ή β) δια του περιεχομένου των θίγουν διατάξεις του καταστατικού, τεθειμένας αποκλειστικώς ή κυρίως προς προστασία των δανειστών της εταιρίας". Εξ αυτών συνάγεται ότι οι αποφάσεις της γενικής συνελεύσεως ανώνυμης εταιρίας είναι άκυρες όχι μόνον στις με στοιχεία α' και β' των παραπάνω διατάξεων αναφερόμενες περιπτώσεις, αλλά και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση είναι αντίθετες σε απαγορευτικές διατάξεις του πιο πάνω ν.2190/1920 ή του ΑΚ (άρθρα 174, 180, 281 ΑΚ).
Άκυρη δε απόφαση, αδιαφόρως του λόγου της ακυρότητάς της, λογίζεται ως μη γενομένη (άρθρο 180 ΑΚ) και δεν παράγει το σκοπούμενο αποτέλεσμα, δεν δεσμεύει την εταιρία και, εφόσον θεωρείται μη υπάρχουσα, δεν χρήζει προσβολής. Η ακυρότητα υπάρχει αυτοδικαίως και καθένας που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να προσβάλει την ανυπαρξία της απόφασης με αγωγή ή ένσταση (ΑΠ 155/1985, ΑΠ 484/2010).
Διαφορετική είναι η περίπτωση της ανυπόστατης απόφασης της γενικής συνέλευσης, δηλαδή τέτοιας που δεν έχει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά εκδήλωσης δικαιοπρακτικής βούλησης, κατ' άρθρο 167 ΑΚ (ΑΠ 547/2019). Με το ν. 3604/2007, με τον οποίο αναμορφώθηκε το καθεστώς της ακυρότητας και της ακυρωσίας των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης ανώνυμης εταιρείας, εισήχθη για πρώτη φορά ειδική ρύθμιση για τις ανυπόστατες αποφάσεις, οι οποίες θεωρούνται πλέον ως μια ειδική κατηγορία ελαττωματικών αποφάσεων, διακρινόμενες σε εκείνες που λαμβάνονται στο πλαίσιο συνεδρίασης της γενικής συνέλευσης (άρθρο 35γ) και σε εκείνες που λαμβάνονται χωρίς να προηγηθεί συνεδρίαση (άρθρο 32 παρ. 3), δηλαδή δια περιφοράς πρακτικού, δυνατότητα, που δεν προβλεπόταν μεν στο νόμο υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς, πλην όμως δεν ήταν άγνωστη στην πράξη (ΑΠ 1340/2017).
Ωστόσο, και κατά το προ του ν. 3604/2007 ισχύον δίκαιο αναγνωριζόταν ως μορφή ανισχύρου της απόφασης Γ.Σ. και το ανυπόστατο αυτής, κατά μεταφορά της αντίστοιχης νομικής κατηγορίας από το δίκαιο της δικαιοπραξίας. Ειδικότερα, για να είναι υποστατή εκπεφρασμένη βούληση της ΓΣ, ως ανωτάτου οργάνου της ανώνυμης εταιρείας, πρέπει α) να έχει λάβει χώρα "πραγματική συνάθροιση των μετόχων", δηλαδή η άσκηση του δικαιώματος ψήφου των συμμετασχόντων μετόχων να ασκείται σε πραγματική συγκέντρωση, β) να "συμμετέχουν" σε αυτή μέτοχοι, με την έννοια ότι σε όλους τους μετόχους να παρέχεται, σύμφωνα με τον νόμο, η δυνατότητα συμμετοχής σε αυτήν, γ) η απόφαση να έχει προέλθει από πραγματική άσκηση του δικαιώματος ψήφου των μετόχων, ανεξάρτητα αν είναι θετική ή αρνητική, και δ) οι μέτοχοι να έχουν συνείδηση ότι συγκεντρούμενοι απαρτίζουν το εταιρικό όργανο με σκοπό τη ρύθμιση των εταιρικών υποθέσεων στα πλαίσια της αρμοδιότητας που ο νόμος και η εσωτερική τάξη της εταιρείας παρέχει στο όργανο αυτό.
Η απουσία κάποιας από τις παραπάνω προϋποθέσεις ισοδυναμεί, καταρχήν, με ανυπαρξία γενικής συνέλευσης, και κατ' επέκταση, με ανύπαρκτη απόφαση. Έτσι, ανυπόστατη είναι η απόφαση της Γ.Σ. όταν τα μέλη δεν συνήλθαν ή συνήλθαν και δεν αποφάσισαν προς τούτο τα δικαιούμενα μέλη ή αποφάσισαν επ' ευκαιρία κάποιας εκδήλωσης ή συνάντησης κ.λπ.
Συνεπώς, οι αποφάσεις της ΓΣ που ελήφθησαν χωρίς πραγματική συγκέντρωση των μετόχων θεωρούνται ανυπόστατες (ΑΠ 137/2022). Στην περίπτωση ανυπόστατης απόφασης, με την παραπάνω έννοια, οποιοσδήποτε έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, τέτοιος δε είναι και ο μέτοχος, δικαιούται να ζητήσει την αναγνώριση αυτής ως ανυπόστατης, μετερχόμενος προς τούτο, ιδίως, την αναγνωριστική αγωγή, αλλά και με κάθε άλλο τρόπο, χωρίς να υπόκειται σε αποσβεστικές προθεσμίες.
Ειδική μορφή ΓΣ αποτελεί η καθολική γενική συνέλευση, ήτοι η συνέλευση στην οποία παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται μέτοχοι που εκπροσωπούν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου, με σκοπό να λάβουν αποφάσεις για θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της, έστω και χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις σύγκλησής της (ΑΠ 1979/2008), εφόσον όμως κανένας από τους μετόχους δεν αντιλέγει στην πραγματοποίησή της και στη λήψη αποφάσεων (αρ. 26 παρ. 3, όπως η παρ. 3 προστέθηκε με το αρ. 11 παρ. 3 του ν. 2339/1995).
Στην περίπτωση, δηλαδή, της καθολικής ΓΣ, η σύγκληση υποκαθίσταται από την αυθόρμητη καθολική συμμετοχή όλων των εταίρων και την κοινή βούλησή τους (εκφραζόμενη και σιωπηρά δια της μη προβολής αντιρρήσεων) η συνάθροισή τους να έχει το χαρακτήρα συνέλευσης που θα λάβει δεσμευτικές αποφάσεις. Όταν, όμως, το οικείο πρακτικό εμφανίζει ως καθολική μία γενική συνέλευση, χωρίς στη συνεδρίασή της να παρίστανται όλοι οι μέτοχοι, ήτοι χωρίς πραγματική συγκέντρωση των μετόχων, δεν υπάρχει παράνομη σύνθεση της ("ψευδοσυνέλευσης" ή "ψευδεπίγραφης") καθολικής γενικής συνέλευσης, αλλά ανυπαρξία αυτής, αφού λείπει ένα από τα στοιχεία που συγκροτούν την έννοια της καθολικής γενικής συνελεύσεως και ως εκ τούτου οι αποφάσεις της είναι ανύπαρκτες ή ανυπόστατες, αφού δεν φέρουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα απόφασης της γενικής συνέλευσης.
Στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται νομικά απόφαση και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεραπευθεί και δεν απαιτείται η έκδοση διαπλαστικής δικαστικής απόφασης, όπως συμβαίνει με τις άκυρες και τις ακυρώσιμες αποφάσεις, οι οποίες είναι υποστατές. Η διάταξη του άρθρου 35α § 2, που αφορά στην ίαση της ακυρότητας των αποφάσεων της γενικής συνελεύσεως για οποιονδήποτε λόγο, εφαρμόζεται σε περίπτωση ακυρότητας των αποφάσεων, όχι όμως και όταν πρόκειται για "ανυπόστατη" γενική συνέλευση, οπότε είναι ανυπόστατες και οι "αποφάσεις" που αυτή λαμβάνει, αφού δεν μπορεί να λογίζονται ως πράξεις εταιρικού οργάνου.
Ενόψει αυτών, στην περίπτωση έγκρισης συμβάσεως της εταιρείας με τα αναφερόμενα στο άρθρο 23α του ν. 2190/1920 πρόσωπα βάσει ανυπόστατης απόφασης, η σύμβαση αυτή είναι άκυρη (ΑΠ 547/2019). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 1340/2022).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 316/2017, ΑΠ 24/2015, ΑΠ 1819/2014).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντιφάσεως των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1340/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 23α παρ. 2 και 35γ του ν. 2190/1920 δεχόμενο εσφαλμένα ότι η επίδικη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης είναι άκυρη, επειδή η από 8.9.1997 Γενική Συνέλευση των μετόχων της αναιρεσίβλητης, με την οποία δόθηκε η έγκριση για την κατάρτιση της πιο πάνω σύμβασης, είναι ανυπόστατη.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ως άνω αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: <<...Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της επίδικης νόμιμα επικαλούμενης και προσκομιζόμενης από 15.9.1997 σύμβασης, η οποία φέρει τον τίτλο "ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΟΥ", και η οποία δεν προσβάλλεται ως πλαστή, προκύπτει ότι αυτή υπογράφεται στις 15.9.1997 από τον ενάγοντα και τον Ι.
Α., ως πλειοψηφούντα μέτοχο, Αντιπρόεδρο του Δ.Σ και Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγόμενης, στην οποία σημειωτέον δεν γίνεται αναφορά ότι καταρτίζεται μετά από ληφθείσα σχετική απόφαση της Γ.Σ. της εναγόμενης. Με τη σύμβαση αυτή συμφωνείται ότι η εναγόμενη αφενός μεν αναθέτει στον ενάγοντα την παροχή των ειδικά αναφερόμενων υπηρεσιών "με τη μορφή διαρκούς, πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης" για αόριστο χρόνο έναντι αμοιβής που ανέρχεται στο καθαρό ποσό (απαλλαγμένο φόρου, ασφαλιστικών εισφορών και λοιπών επιβαρύνσεων) 42.000.000 δρχ ετησίως και αφετέρου αναγνωρίζει, συνομολογεί και αποδέχεται την προσφορά από τον ενάγοντα- "εργαζόμενο" και άλλων αναφερομένων ενδεικτικά και επιγραμματικά "ανάλογων και μείζονος ακόμη σημασίας υπηρεσιών" από το έτος της σύστασής της (1988) και συνεχώς μέχρι την 15.9.1997 και περαιτέρω αναφέρεται ότι "δηλώνει ρητά, αναγνωρίζει, συνομολογεί και αποδέχεται ότι οφείλει και υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο αμοιβή για τις αμέσως παραπάνω υπηρεσίες, το συνολικό ύψος και μόνο, της οποίας θα καθοριστεί, με επιμέρους κοινή των μερών συμφωνία.
Ρητά όμως προβλέπεται και γίνεται δεκτό, από τώρα, ότι η αμοιβή αυτή δεν μπορεί να συμφωνηθεί σε ποσό κατώτερο του ποσού των 25.000.000 δραχμών ετησίως". Σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, επειδή αφενός μεν (όπως ήδη αναφέρθηκε) ο ενάγων ήταν ιδρυτικό μέλος της εναγόμενης όπως και μέτοχος αυτής και μέλος του Δ.Σ.
της από την ίδρυσή της και κατά τον επίμαχο χρόνο, και αφετέρου αποδεικνύεται ότι η εν λόγω σύμβαση εξερχόταν των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρίας μετά των πελατών της, καθώς ξέφευγε του συνήθως συμβαίνοντος για τη συγκεκριμένη περίπτωση μέτρου, που προσδιορίζεται από τη δραστηριότητα της εταιρίας, των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών αυτής, την οικονομική της ευρωστία, τις με τη σύμβαση ικανοποιούμενες ανάγκες της και τα με τις συμβάσεις αυτού του είδους ειθισμένα στις συναλλαγές, επιβαρύνοντας την εταιρεία κατά πολλά εκατομμύρια δραχμές ετησίως από την έναρξη της δραστηριότητάς της, για το γεγονός δε αυτό (ότι δηλ.
η σύμβαση εξερχόταν των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρείας) δεν αντιλέγει ο ενάγων, για την εγκυρότητα της επίδικης σύμβασης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 23α ν. 2190/1920 α) όσον αφορά μεν το πρώτο σκέλος της, ήτοι το αναφερόμενο σε υπηρεσίες του ενάγοντος από 15.9.1997 και εντεύθεν έναντι καθαρής αμοιβής 42.000.000 δρχ ετησίως, απαιτείτο να προηγηθεί απόφαση - ειδική έγκριση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της τελευταίας, β) όσον αφορά το σκέλος της σύμβασης με το οποίο εγκρίνονται εκ των υστέρων και αναγνωρίζονται οι υπηρεσίες που πρόσφερε ο ενάγων από το έτος 1988 μέχρι την 15.9.1997, για τις οποίες του οφείλεται αμοιβή, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη των 25.000.000 δραχμών ετησίως, ανεξάρτητα ότι ουδόλως αναφέρεται σ' αυτήν (επίμαχη σύμβαση) ρητά η κατάρτιση προφορικής ή έγγραφης σύμβασης μεταξύ της εναγόμενης εταιρείας και του ενάγοντας από το έτος 1988 έως την 15.9.1997, και επιπλέον ουδόλως αποδείχθηκε τέτοια προφορική ή έγγραφη σύμβαση, σε κάθε περίπτωση η αναγνώριση ή η εκ των υστέρων έγκριση σύμβασης, δεν θεραπεύει την ακυρότητα της σύμβασης αυτής λόγω της ελλείπουσας άδειας της Γ.Σ, ούτε όμως ισχύει, κατ' άρθρο 183 ΑΚ, ως νέα κατάρτιση αυτής, εφόσον προεχόντως δεν υφίστανται τα ανωτέρω και σε κάθε περίπτωση δεν τηρηθούν οι κατά νόμο απαιτούμενοι όροι για την απ' αρχής κατάρτισή της.
Σχετικά με τα ως άνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά ο ενάγων επικαλείται και προσκομίζει το προαναφερθέν από 8.9.1997 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εναγόμενης, το οποίο κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι δεν είναι πλαστό, κατά τα προαναφερθέντα. Αποδείχθηκε ακολούθως ότι το εν λόγω επίμαχο πρακτικό αφενός δεν έχει καταχωριστεί στο ειδικό βιβλίο που τηρούσε κατ' άρθρο 32 του ν. 2190/1920 η εναγόμενη εταιρεία, αν και στο τέλος του προσκομιζόμενου φωτοαντιγράφου του πρακτικού αναγράφεται ότι είναι "Ακριβές αντίγραφον από το βιβλίο πρακτικών της Γ.Σ.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΣ & Δ/ΝΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ..." με υπογραφή του τελευταίου κάτωθι της σφραγίδας της εταιρείας, και αφετέρου έχει υποβληθεί αντίγραφό του στη δημόσια υπηρεσία όπως απαιτούσε το άρθρο 26Α παρ. 2 του ως άνω νόμου, επιπρόσθετα δεν προσκομίζεται πρωτότυπο του εν λόγω εγγράφου με τις πρωτότυπες υπογραφές επ' αυτού.
Ωστόσο το εν λόγω πρακτικό Γ.Σ., υπό τις δυο διάφορες μορφές φωτοαντιγράφων σε σχέση με τις επ' αυτού σφραγίδες, φέρει α) την από 9.5.2000 θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του αντιπροέδρου του δ.σ. και δ/νοντος συμβούλου Ι. Α.υ, που κατά τα ανωτέρω υπογράφει το ακριβές αντίγραφο, από αρχιφύλακα του Α.Τ. Αργυρούπολης, και β) την υπ' α.α. 250 από 29.12.2000 βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
Ιλίου ότι "κατετέθη όμοιο με το παρόν", και την από 01.07.2003 βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ιλίου ως "Πιστό φωτοαντίγραφο του πρωτοτύπου που βρίσκεται σε μας", σημειώνεται δε ότι όταν αυτό (πρωτότυπο πρακτικό) αναζητήθηκε στην ως άνω Δ.Ο.Υ. Ιλίου, η τελευταία με το υπ' αριθ. πρωτ. 937/6.4.2006 έγγραφό της, που υπογράφεται από τον Προϊστάμενό της, απάντησε ότι από τη σχετική έρευνα που έγινε στο αρχείο της υπηρεσίας τους δεν ανευρέθη το ανωτέρω πρακτικό.
Πλην όμως, ανεξάρτητα της μη προσκομίσεως του πρωτοτύπου, κατά τα ανωτέρω βεβαιώνεται από δημόσια υπηρεσία η ταυτότητα του περιεχομένου του πρωτοτύπου και του αντιγράφου, κατά της αλήθειας, όμως των περιεχομένων σ' αυτό δηλώσεων και αναφορών επιτρέπεται ανταπόδειξη, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην οικεία νομική σκέψη.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο επίμαχο από 8.9.1997 πρακτικό γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγόμενης αναφέρονται επί λέξει, εκτός άλλων, τα εξής "Στην Αθήνα και στα επί της οδού ... γραφεία της εταιρείας μας, σήμερα στις 8 Σεπτεμβρίου 1997, ημέρα Δευτέρα και ώρα 12:00 π.μ., οι παρακάτω αναφερόμενοί μέτοχοι, της Α.Ε. "...Ν", εκπροσωπώντας το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της, συνήλθαν αυτόκλητα, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του κ.ν. 2190/1920, χωρίς την τήρηση των προβλεπομένων διατυπώσεων δημοσιότητας, σε Καθολική Γενική Συνέλευση.
ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΧΟΝΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΚΑΙ ΨΗΦΟΥ ΜΕΤΟΧΩΝ 1. Dr. K. G. αριθ. μετοχών 200.124 αριθ. ψήφων 200.124 Δ/νση .... 2. Ι. Α. αριθ. μετοχών 415.641 αριθ. ψήφων 415.641 Δ/νση .... 3. Π. Κ. αριθ. μετοχών 184.729 αριθ. Ψήφων 1847294 Δ/νση .... ΣΥΝΟΛΟ αριθ. μετοχών 800.494 αριθ. ψήφων 800.494. Στην προκειμένη Γενική Συνέλευση ήταν παρόντες αυτοπροσώπως, οι μέτοχοι κ.κ.
Ι. Α., με 415.641 μετοχές και ισάριθμες ψήφους και Π. Κ. με 184.729 μετοχές και ισάριθμες ψήφους. Ο μέτοχος κ. G. μετοχές 200.124 και ισάριθμες ψήφους, αντιπροσωπεύτηκε στη Γ.Σ. από τον κ. I. Α.....Προσωρινά προεδρεύει ο Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος κ. Ι. Α.... Ο προσωρινός Πρόεδρος αφού έλεγξε τις μετοχές των μετόχων, που κατατέθηκαν στη Γενική Συνέλευση και τα έγγραφα νομιμοποίησης των αντιπροσώπων των μετόχων διαπιστώνει ότι στη συνέλευση παρίστανται η αντιπροσωπεύονται νόμιμα όλοι οι μέτοχοι που εκπροσωπούν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου και κανείς από αυτούς δεν αντιλέγει στην πραγματοποίησή της και στη λήψη αποφάσεων.
Συνεπώς ο πίναξ των συμμετεχόντων στη Γενική Συνέλευση μετόχων διαμορφώνεται ως ακολούθως .... Με βάση τον άνω Πίνακα συμμετεχόντων η Γενική Συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα, σύμφωνα με το Νόμο και το καταστατικό της εταιρείας .... ". Στη συνέχεια αναφέρεται ότι μοναδικό θέμα της ημερήσιας διάταξης είναι : "Παροχή προηγούμενης ειδικής έγκρισης (άδειας της Γ.Σ. (κατά το άρθρο 23Α του Κ.Ν. 2190/1920) για τη σύναψη σύμβασης εξηρτημένης εργασίας μεταξύ της εταιρείας και του Μετόχου και μέλους του Δ.Σ.
αυτής κ. Π. Κ., ορισμός εκπροσώπου της εταιρείας για την υπογραφή της Σύμβασης και έγκριση του περιεχομένου αυτής". Ακολούθως, αναγράφεται η ανάπτυξη του θέματος από τον Πρόεδρο της Γ.Σ. I. Α. ότι είπε, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων από το Γενάρη του 1988 προσελήφθη στην εταιρεία να προσφέρει εξειδικευμένες υπηρεσίες έναντι αμοιβής, με άτυπη (προφορική) σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι η σύμβαση εκτελέστηκε πλήρως, ότι μέχρι τότε η εταιρεία δεν είχε καταβάλει στον ενάγοντα τη συμφωνημένη αμοιβή, ότι λόγω των πιέσεων του ενάγοντος ότι θα διακόψει την παροχή των υπηρεσιών του και της ανάγκης της εταιρείας για τις υπηρεσίες του αυτές και την ύπαρξη των συμβατικών ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών του, εισηγείται να συναφθεί η σύμβαση αυτή, το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται στο πρακτικό (ο τίτλος αναφέρει απλά ΣΥΜΒΑΣΗ και όχι ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΟΥ), και να οριστεί αυτός ως εκπρόσωπος της εναγόμενης να την υπογράψει, ότι η Γ.Σ.
αποφάσισε ομόφωνα " α) Παρέχει την ειδική έγκριση (άδεια) του άρθρου 23Α παρ. 2 του Κ.Ν. 2190/1920 για τη σύναψη σύμβασης εξηρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, μεταξύ της εταιρείας και του μειοψηφούντος μετόχου και μέλους του Δ.Σ. αυτής κ. Κ., β) ορίζει, για την υπογραφή της εν λόγω Σύμβασης, ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας τον κ.
Ι. Α., γ) εγκρίνει το περιεχόμενό του, ως άνω τελικού σχεδίου Σύμβασης και δ) Αναγνωρίζει τις, υπό του κ. Κ., προς την εταιρεία, παρασχεθείσες υπηρεσίες, από τον Γενάρη του 1988 μέχρι σήμερα και δέχεται την, για το διάστημα αυτό, άτυπη (προφορική) σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, μεταξύ της υπό ίδρυση εταιρείας και του κ.
Κ., ως έγκυρη και ισχυρή", ακολουθούν σε σ' αυτό ( πρακτικό ) η υπογραφή του Ι. Α.υ, ως Προέδρου της Γ.Σ. και του ενάγοντος, Π. Κ. ως γραμματέα. Ωστόσο, από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε πλήρως και χωρίς καμία αμφιβολία ότι ο φερόμενος ως αντιπροσωπευόμενος στην ως άνω από 8.9.1997 Γενική Συνέλευση της εναγόμενης από τον Ι.
Α., μέτοχος K. G., δεν είχε χορηγήσει καμία εξουσιοδότηση ή εντολή, προφορική ή έγγραφη, στον Ι. Α. για να τον αντιπροσωπεύσει σ' αυτήν και ουδόλως γνώριζε τη σύγκλιση και τη συγκρότησή της ή το θέμα της. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι δεν είχαν τηρηθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητας για τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης που επιβάλλονται από τις διατάξεις των άρθρων 26-28 ν. 2190/1920 και οι αντιστοίχου περιεχομένου προβλεπόμενες από τα άρθρα 10 έως 13 του καταστατικού της εναγόμενης, όπως άλλωστε τούτο αναφέρεται και στο επίμαχο πρακτικό, σύμφωνα δε με την παρ. 2 του άρθρου 12 του καταστατικού της εναγόμενης οι μέτοχοι που έχουν δικαίωμα συμμετοχής στη Γενική Συνέλευση μπορούν να αντιπροσωπευθούν σ' αυτήν από πρόσωπο που έχουν εξουσιοδοτήσει νόμιμα, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου οι αποδείξεις κατάθεσης μετοχών καθώς και τα έγγραφα νομιμοποίησης των αντιπροσώπων των μετόχων, πρέπει να καταθέτονται στην εταιρεία τουλάχιστον πέντε ολόκληρες ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της Γ.Σ., και, ενώ στο πρακτικό γίνεται μια αόριστη μνεία περί του ότι ο Προσωρινός Πρόεδρος της Γ.Σ.
έλεγξε τις μετοχές που κατατέθηκαν στη Γενική Συνέλευση "και τα έγγραφα νομιμοποίησης των αντιπροσώπων των μετόχων", ουδόλως αποδεικνύεται ότι υπήρχε τέτοιο έγγραφο εξουσιοδότησης για αντιπροσώπευση από τον μέτοχο K. G. προς τον Ι. Α. (πρόκειται περί ενός μετόχου και όχι πολλών), ούτε άλλωστε γίνεται μνεία κάποιου συγκεκριμένου εγγράφου πληρεξουσίου ή εξουσιοδότησης με συγκεκριμένο αριθμό και ημερομηνία, ούτε βρέθηκε τέτοιο κατατεθειμένο στην εταιρεία ή προσαρτημένο στο πρακτικό, αλλά ούτε και σχετική προφορική εντολή ή εξουσιοδότηση είχε δοθεί.
Όπως έχει ήδη εκτεθεί, οι αξιώσεις του ενάγοντος έναντι της εναγόμενης λαμβάνουν συγκεκριμένη μορφή στο από 8.1.2000 έγγραφο - fax που απευθύνει ο ίδιος προς τον K. G., ενώ στο από 14.7.2000 ΦΑΞ, που έχει αποστείλει ο τελευταίος (K. G.) προς τον I. Α. και αφορά τις διαπραγματεύσεις τους για την αγορά των μετοχών του I. Α.υ από τον K.
G., στην παρ. 3 αναγράφεται "Θα μεριμνήσετε για τη συμφωνία του κ. Κ. στα ως άνω μέτρα εξυγίανσης δυνάμει της άμεσης, εξαιρετικής Γενικής Συνέλευσης η οποία θα πραγματοποιηθεί, ή (άλλως) την μεταβίβαση του πακέτου μετοχών του κ. Κ. σε εμένα. Εάν ο κ. Κ. απαιτήσει για αυτό αμοιβή (την οποία δεν δικαιούται πραγματικά!), θα την καλύψετε από το ποσό των 344 εκ.
δραχμών που θα περιέλθουν σε εσάς", ουδόλως αναφέρεται υπό του ως άνω μετόχου ύπαρξη Γενικής Συνέλευσης και συμβατική δέσμευση της εταιρείας προς τον ενάγοντα, αναφερόμενος γενικά σε αμοιβή που δεν προσδιορίζει την αιτία και για την οποία αναφέρει ότι ο ενάγων δεν δικαιούται, ενώ και στο από 14.12.2000 ΦΑΞ του ενάγοντος προς τον ως άνω μέτοχο K.
G. (μετά την απόκτηση από τον τελευταίο του πλειοψηφικού πακέτου μετοχών) αναφέρεται αορίστως και επιγραμματικά στην απαίτηση του περί καταβολής των οφειλομένων (ληξιπρόθεσμων) μισθών του. Είναι χαρακτηριστική μάλιστα η μεταξύ των μετόχων καθώς και με τον I. Α. αλληλογραφία την εποχή εκείνη με ΦΑΞ και δη :
α) την ίδια εποχή (Δεκέμβριο 2000) ο Ι. Α. αποστέλλει προς τον K. G. το από 6.12.2000 ΦΑΞ, στο οποίο αναφέρει ότι ενημερώθηκε από την κ. Μ. για τις εκβιαστικές ενέργειες του ενάγοντος, και καταλήγει "Αξιότιμε Dr. G., νομίζω ότι τα έγγραφα που έχει ο κ. Κ. στην κατοχή του είναι άνευ αξίας και σας παρακαλώ να μη δίνετε καμία σημασία στους γελοίους εκβιασμούς του", ουδόλως δε αναφέρει ότι υπάρχουν έγγραφα που έχουν υπογραφεί κατόπιν εξουσιοδοτήσεως του άνω μετόχου K.
G., β) στο από 8.1.2001 έγγραφο- fax που απευθύνει ο ενάγων προς τον K. G., συγκεκριμενοποιεί το πρώτον τις απαιτήσεις του και αναφέρεται στην από 15.9.1997 σύμβαση εργασίας με την εταιρεία (όχι και σε πρακτικό Γενικής Συνέλευσης ) αναφέροντας επίσης στο ΦΑΧ ότι θα φροντίσει να του σταλεί με φαξ επίσημη μετάφραση αυτής της σύμβασης, πράγμα όμως που δεν θα ήταν απαραίτητο αν ο άνω μέτοχος είχε δώσει εξουσιοδότηση για την αντιπροσώπευσή του στην από 8.9.1997 Γενική Συνέλευση, περιστατικό που θα του υπενθύμιζε ο ενάγων, γ) το από 12.2.2001 φαξ του K.
G. προς τον ενάγοντα, στον οποίο αναγράφει χαρακτηριστικά ότι μετά την επιστροφή του από την Ασία αναφέρεται στο από 8.1.2001 φαξ που του έστειλε ο ενάγων και τη συνοδεύουσα το φαξ σύμβαση εργασίας (όχι και πρακτικό Γενικής Συνέλευσης), ότι ως τότε δεν είχε καμία γνώση για την ύπαρξη αυτής της σύμβασης και θέτει ορισμένα ερωτήματα για το πότε πραγματοποιήθηκαν οι αναφερόμενες στη σύμβαση παροχές, ποιες πληρωμές είχε κάνει η εταιρεία προς αυτόν συνεπεία της σύμβασης, ποιες αξιώσεις προβάλλει ακόμα από τη σύμβαση, να ελεγχθεί σε ποιο ύψος υπάρχουν προβλέψεις στους ισολογισμούς της εταιρείας για οποιεσδήποτε υποχρεώσεις προς τον ενάγοντα και του ζητά να του στείλει ένα δείγμα της πρωτότυπης σύμβασης στην ελληνική εκδοχή, δ) άμεσα δε ο άνω μέτοχος K.
G. αποστέλλει το από 26.2.2001 φαξ προς τον Ι. Α., προς τον οποίο αναφέρει ότι ο ενάγων του έστειλε μια "σύμβαση έργου" ( όχι και πρακτικό Γενικής Συνέλευσης) στα ελληνικά και σε γερμανική μετάφραση και εξ αυτής απαιτεί από εκείνον (K. G. ) πληρωμή περίπου 375 εκ. δρχ, ότι εκπλήσσεται και σοκάρεται από την ύπαρξη αυτής της σύμβασης, όπως και από το παράλογο ύψος των αναφερομένων σε αυτήν ποσών και τον καλεί να λάβει σύντομα θέση σε σχέση με αυτή τη σύμβαση και τα τυχόν υπάρχοντα σχετικά θέματα, χωρίς, όμως, να λάβει απάντηση.
Ακόμα και στην από 5.3.2001 γνωμοδότηση του Ι. Σ. προς το στέλεχος της εναγόμενης, Ι. Β., είναι άγνωστη η ύπαρξη της Γενικής Συνέλευσης, αντίθετα μάλιστα αναφέρεται ότι ουδεμία έγκριση Γενικής Συνέλευσης υπάρχει για τη σύναψη της σύμβασης. Αποδεικνύεται από όλο το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό ότι ο μέτοχος K.
G., Πρόεδρός του ΔΣ κατά τον ως άνω χρόνο, ουδεμία εξουσιοδότηση ή εντολή, έγγραφη ή προφορική, είχε δώσει προς τον Ι. Α. για να τον αντιπροσωπεύσει κατά την ως άνω Γενική Συνέλευση, τη σύγκλιση και συγκρότηση της οποίας όπως και το θέμα της δεν γνώριζε, και συνεπώς η εν λόγω Γενική Συνέλευση της εναγόμενης δεν ήταν καθολική, εφόσον δεν παρίστατο ή δεν εκπροσωπείτο το σύνολο των μετόχων της, με αποτέλεσμα αυτή ( Γενική Συνέλευση ) να είναι ανυπόστατη, όπως ανυπόστατη εξ αυτού του λόγου είναι και η απόφαση που λήφθηκε κατ' αυτήν περί έγκρισης της επίμαχης σύμβασης, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη.
Σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από τη νόμιμα επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 101/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία εκδόθηκε κατόπιν της από 6-7-2005 και με αριθ. Καταθ. 380/2005 αγωγής του μετόχου K. G. κατά της εδώ εναγόμενης, και κατά της οποίας (απόφασης), σύμφωνα με το υπ' αριθ. 15/3- 2-2010 πιστοποιητικό του Γραμματέα του ως άνω Πρωτοδικείου δεν έχει ασκηθεί ένδικο μέσο, παρότι ο εκκαλών/ ενάγων ισχυρίζεται ότι κατά αυτής έχει ασκήσει την από 1-10-2007 και με αρ. 518/2007 τριτανακοπή, την οποία δεν προσκομίζει, αναγνωρίστηκε ότι είναι ανυπόστατες η από 8.9.1997 γενική συνέλευση της εναγόμενης, ως και η απόφαση που λήφθηκε κατ' αυτήν, κρίνοντας ότι η επίμαχη Γ.Σ δεν ήταν καθολική, διότι, εκτός άλλων, ο εκεί ενάγων (K.
G.) δεν έδωσε καμία εντολή ή εξουσιοδότηση γραπτή ή προφορική στον Ι. Α. για να τον εκπροσωπήσει σε γενική συνέλευση με περιεχόμενο την προέγκριση σύμβασης έργου με τον εδώ ενάγοντα Π. Κ.. Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η σχετική νόμιμη (άρθρ. 25- 28 ν. 2190/1920, όπως ίσχυαν κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο και προ της τροποποιήσεώς τους με το ν. 3604/2007) ένσταση περί ανυποστάτου της Γ.Σ.
των μετόχων της εναγόμενης της 8.9.1997, που παραδεκτά και νομότυπα υπέβαλε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η εναγόμενη, έχοντας προς τούτο έννομο συμφέρον, και παραδεκτά και νομότυπα επαναφέρει με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προς αντίκρουση της έφεσης, κατά τα διαλαμβανόμενα και στις οικείες νομικές σκέψεις.
Ενόψει της γενόμενης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης ένστασης της εναγόμενης, περί ανυποστάτου της κρίσιμης Γενικής Συνέλευσης και της απόφασης που λήφθηκε με αυτήν ήτοι της έγκρισης της επίδικης σύμβασης, ελλείπει η απαραίτητη προϋπόθεση για την εγκυρότητα της υπό κρίση από 15.9.1997 σύμβασης. Σημειώνεται και ότι τα ως άνω δεν αναιρούνται από το ότι έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι δεν είναι πλαστό το πρακτικό που συνετάγη για την ως άνω συνέλευση, κατά τα διαλαμβανόμενα και στην οικεία νομική σκέψη, όπως επίσης δεν αναιρούνται από τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα βουλεύματα ως και τις ποινικές αποφάσεις, τα οποία δεν κρίνουν σχετικά με την ύπαρξη ή όχι εξουσιοδότησης ή εντολής για αντιπροσώπευση στην επίμαχη Γενική Συνέλευση.
Επομένως η υπό κρίση από 15.9.1997 σύμβαση είναι άκυρη, δεκτής γενομένης και ως ουσιαστικά βάσιμης της νόμιμης ( άρθρ. 23 α παρ. 2 ν. 2190/1920, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο ) ένστασης της εναγόμενης που παραδεκτά και νομότυπα προέβαλε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, νομότυπα δε επαναφέρει με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προς αντίκρουση της έφεσης.
Συνοψίζοντας τα ως άνω : α) δεν αποδείχθηκε ότι το έτος 1988 είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων οιαδήποτε σύμβαση, σε εκτέλεση της οποίας ο ενάγων πρόσφερε υπηρεσίες στην εναγόμενη κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1988 μέχρι την 15.9.1997, όπως και ότι είχε συμφωνηθεί ετήσια αμοιβή ύψους 25.000.000 δρχ και για την οποία απαιτείτο προηγούμενη έγκριση της γενικής συνέλευσης, οι προαναφερθείσες δε προσφερθείσες υπηρεσίες μέχρι τον χρόνο αυτό αποδείχθηκε ότι έγιναν εκούσια (όπως και των άλλων συνιδρυτών) στα πλαίσια εύλογης επιδίωξης για κερδοφόρα πορεία της εναγόμενης, ενώ μετά την άνω χρονολογία δεν αποδείχθηκε ότι προσέφερε τις επικαλούμενες στην αγωγή και στην ως άνω σύμβαση υπηρεσίες προς την εναγόμενη, β) η υπ' αριθ. 2334/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεν παράγει δεδικασμένο ως προς την εκ μέρους του ενάγοντος παροχή υπηρεσιών δυνάμει σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, γ) η από 15.9.1997 έγγραφη σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών είναι άκυρη καθώς δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 23α ν. 2190/1920, διότι η Γενική Συνέλευση της 8.9.1997 και η απόφαση που λήφθηκε κατ' αυτήν και παρέσχε την έγκρισή της για την κατάρτισή της είναι ανυπόστατες.
Συνεπώς, η υπό κρίση αγωγή κατά την κύρια βάση που φέρεται προς κρίση πρέπει να απορριφθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα...>>. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με αυτές τις διατάξεις και τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, για την εγκυρότητα της από 15-9-1997 συμβάσεως, η οποία εξερχόταν των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής της αναιρεσίβλητης με τους πελάτες της, ως προς το πρώτο σκέλος της που αναφερόταν σε υπηρεσίες του αναιρεσείοντος μετόχου και μέλους του ΔΣ της αναιρεσίβλητης, από 15-9-1997 και εντεύθεν έναντι αμοιβής 42.000.000 δρχ.
ετησίως απαιτείτο να προηγηθεί απόφαση - ειδική έγκριση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της αναιρεσίβλητης και ως προς το σκέλος της με το οποίο εγκρίνονται εκ των υστέρων και αναγνωρίζονται οι προσφερθείσες από τον αναιρεσείοντα υπηρεσίες από το 1988 έως τις 15-9-1997, για τις οποίες οφείλεται αμοιβή όχι κατώτερη των 25.000.000 δρχ.
ετησίως, δεν προέκυψε η κατάρτιση προφορικής ή έγγραφης συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων, και σε κάθε περίπτωση, αν υπήρξε τέτοια σύμβαση, ελλείπει η άδεια της Γενικής Συνελεύσεως της αναιρεσίβλητης. Ειδικότερα κατά τη Γενική Συνέλευση της 8-9-1997 ο μέτοχος της αναιρεσίβλητης και Πρόεδρος του ΔΣ αυτής K. G., ουδεμία εξουσιοδότηση ή εντολή, έγγραφη ή προφορική είχε δώσει προς τον Ι.
Α. να τον αντιπροσωπεύσει κατά την ως άνω Γ.Σ., τη σύγκληση και συγκρότηση της οποίας, καθώς και το θέμα της δεν γνώριζε και συνεπώς η εν λόγω Γ.Σ. της αναιρεσίβλητης δεν ήταν καθολική, αφού δεν παρίστατο ή δεν εκπροσωπείτο το σύνολο των μετόχων της, με αποτέλεσμα αυτή να είναι ανυπόστατη, όπως ανυπόστατη είναι και η ληφθείσα κατ' αυτήν απόφαση περί εγκρίσεως της επίδικης συμβάσεως.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 23α παρ. 2 και 35γ' Ν. 2190/1920, οι οποίες εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις παραπάνω διατάξεις και ειδικότερα δεν υπάρχει αντίφαση στην παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι ουδόλως αποδείχθηκε η κατάρτιση προφορικής ή έγγραφης συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων, η επιχειρούμενη δε εκ των υστέρων αναγνώριση ή έγκριση συμβάσεως δεν θεραπεύει την ακυρότητά της λόγω ελλείψεως αδείας της Γενικής Συνελεύσεως της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, η δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 23α παρ. 2 του Ν. 2190/1920 και 873 του ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι με την από 15-9-1997 σύμβαση η αναιρεσίβλητη αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων προσέφερε σ' αυτή τις υπηρεσίες του από το έτος 1988 έως τις 15-9-1997 δυνάμει συμβάσεως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, για την οποία δεν είχε προηγηθεί άδεια της Γενικής Συνελεύσεως, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι αυτή προέβη σε αναγνώριση του χρέους της προς τον αναιρεσείοντα για τις υπηρεσίες που είχε ήδη προσφέρει στο παρελθόν χωρίς σύμβαση, το οποίο θα καταβληθεί στο μέλλον και ύστερα από τη χορήγηση εγκρίσεως - αδείας της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, εφόσον η Γενική Συνέλευση των μετόχων της αναιρεσίβλητης ήταν ανυπόστατη, εξ αυτού του λόγου ήταν ανυπόστατη και η ληφθείσα κατ' αυτήν απόφαση της εγκρίσεως εκ των υστέρων και αναγνωρίσεως των προσφερθεισών από τον αναιρεσείοντα υπηρεσιών, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού που δόθηκε στη σύμβαση, είτε παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών είτε αναγνωρίσεως χρέους.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Στην έννοια των πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 148/2009, ΑΠ 1765/2005, ΑΠ 50/1992). Δηλαδή ο λόγος αυτός (από τον αριθμό 8) ιδρύεται (και) αν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της (ΑΠ 1765/2005). Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 126/2016, ΑΠ 415/2014).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, 25/2003), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν (ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1293/2017, ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 178/2011).
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 19), συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του περί ανυπόστατης της Γενικής Συνελεύσεως της αναιρεσίβλητης και της ληφθείσης κατ' αυτήν αποφάσεως, στην έλλειψη πληρεξουσιότητας του Ι.
Α.υ για την εκπροσώπηση του K. G., χωρίς να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής και της εφέσεώς του, ότι ερμηνεύοντας καλόπιστα και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη τη συμπεριφορά του Ι. Α.υ και του K. G., ο αντιπροσωπευόμενος είχε δώσει πληρεξουσιότητα, όταν στο πρακτικό της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων δηλώνεται σαφώς από τον εμφανιζόμενο ως πληρεξούσιο του K.
G., Ι. Α. ότι είχε ελέγξει τις μετοχές που κατατέθηκαν στη Γενική Συνέλευση και τα έγγραφα νομιμοποιήσεως των αντιπροσώπων των μετόχων και διαπίστωσε ότι στη Συνέλευση παρίσταντο ή αντιπροσωπεύθηκαν νόμιμα όλοι οι μέτοχοι που εκπροσωπούν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου, ο αναιρεσείων, ως τρίτος ενήργησε στηριζόμενος στην πεποίθησή του ότι ο αντιπροσωπευόμενος παρέσχε πληρεξουσιότητα με τη συμπεριφορά του, δηλαδή πίστευε καλόπιστα ο ίδιος την πληρεξουσιότητα του ενδιάμεσου προσώπου, του Ι.
Α.υ. Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και της εφέσεως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν πρότεινε ούτε πρωτοδίκως, ούτε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τον ως άνω ισχυρισμό του. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Από τα άρθρα 522, 535 παρ.1 και 536 παρ.1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παραδοχή λόγου εφέσεως, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την διακράτηση της υποθέσεως για την εκδίκασή της από αυτό κατ' ουσίαν, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως όλα τα ζητήματα που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως για την οριστική διάγνωση της διαφοράς.
Έτσι, αν κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της αποφάσεως που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή. Αν όμως οι επικουρικές βάσεις της αγωγής ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας για αυτεπάγγελτη έρευνά τους, αλλά στην περίπτωση αυτή απαιτείται υποβολή προσηκόντως παραπόνου εφέσεως από τον εκκαλούντα (ΑΠ 318/2021, ΑΠ 225/2015).
Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά την κύρια αυτής βάση χωρίς όμως να εξετάσει την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ερευνώντας και τις δύο βάσεις της αγωγής, δέχθηκε ως νόμιμη και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κύρια βάση αυτής και απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Το Εφετείο, δικάζοντας την έφεση στα πλαίσια του μεταβιβαστικού της αποτελέσματος, ερεύνησε την αγωγή κατά την κύρια βάση της και την απέρριψε κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, το Εφετείο σε σχέση με την απορριφθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επικουρική βάση της αγωγής, δεν είχε εξουσία να προβεί αυτεπαγγέλτως στην έρευνά της, καθόσον ο αναιρεσείων με την έφεσή του δεν διατύπωσε παράπονο για την ως άνω απορριπτική της επικουρικής βάσεως κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-8-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρθμ. 5439/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ