Legislator Case Law & Legislation
1022/2023 AI generated

Supreme Court joins two appeals and dismisses one while allowing the other to overturn a first-instance judgment.

Case Number 1022/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court joined two separate appeals regarding a dispute over holiday allowances for a hospital's in-house lawyer. The appellant, a private hospital, successfully argued that the lawyer was subject to a unified salary law, whereas the lawyer's appeal failed because the lower court had already examined the merits and the grounds for appeal were insufficient. Consequently, the Court dismissed the lawyer's appeal but allowed the hospital's appeal, overturning the first-instance decision and rejecting the lawyer's claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 573(1) and 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may join appeals to expedite proceedings, and while it must examine the admissibility of grounds, it dismisses an appeal if the lower court examined the merits and the specific legal errors alleged do not meet the statutory requirements for cassation.

Keywords

AI generated
joinder of appeals cassation admissibility merits examination unified salary law in-house lawyer status holiday allowances costs offsetting

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Law 4024/2011
Article 560 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1022 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1022/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ - ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΒΟΗΘΕΙΑ", που εδρεύει στο Ρίο Πατρών και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κούτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Α. Ν. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουρουκλή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2018 αγωγή του Α. Ν., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 438/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον (ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ - ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΒΟΗΘΕΙΑ) με την από 28-9-2020 αίτησή του και ο αναιρεσείων (Α. Ν.) με την από 22-8-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρ. 573 παρ.1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών μεταξύ των ιδίων ή διαφορετικών διαδίκων, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. (ΑΠ 205/2020, ΑΠ 147/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τις κρινόμενες αιτήσεις: α) από 28.9.2020 του εναγόμενου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΒΟΗΘΕΙΑ" και β) από 22.8.2022 του ενάγοντος Α. Ν., ζητείται η αναίρεση της 438/2020 τελεσίδικης απόφασης του δικάζοντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που απέρριψε κατ` ουσία τις από 22.4.2018 έφεση του ενάγοντος και από 4.4.2020 αντέφεση του εναγομένου, κατά της 100/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών, η οποία δέχτηκε εν μέρει την από 30.3.2018 αγωγή.

Οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, σύμφωνα με τα ανωτέρω στη νομική σκέψη, να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' επιτρεπτή (ΚΠολΔ 561 παρ.2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της παρακάτω διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης: Ο ενάγων, Α. Ν., με την από 30.3.2018 αγωγή του εξέθετε ότι από το έτος 1988 συνδέεται με σχέση έμμισθης εντολής με το εναγόμενο ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ ΠΑΝΓΙΑ Η ΒΟΗΘΕΙΑ", κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα, το δε μισθολογικό του καθεστώς διέπεται από το ν.4024/2011 σε συνδυασμό με την ΚΥΑ οικ. 2/17132/0022. Ότι από 1.11.2011 και δυνάμει της διάταξης της παραγράφου 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του ν.4093/2012, τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 του ν.3205/2003, όπως αυτά είχαν οριστεί δυνάμει της διάταξης του τρίτου παρ.6 του ν.3845/2003 στα ποσά των 500 ευρώ για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων, 250 ευρώ για το επίδομα εορτών Πάσχα και 250 ευρώ για το επίδομα αδείας από 1.6.2010 έως 31.12.2012, ρύθμιση, η οποία περιλήφθηκε στη διάταξη του άρθρου 16 του ν.4024/2011, καταργήθηκαν ολοσχερώς, περικοπή, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, είναι αντίθετη στις διατάξεις του Συντάγματος, καθώς και στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα.

Ζητούσε δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 19.102 ευρώ, που αντιστοιχεί σε επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματα αδείας από 1.1.2013 και μέχρι 31.12.2017, με βάση την αντίθεση των ανωτέρω περικοπών στις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, άλλως με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (105- 106 ΕισΝΑΚ), λόγω αστικής ευθύνης του εναγομένου, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η 100/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.000 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε εκ μέρους μεν του ενάγοντος η από 22.4.2019 έφεση, εκ μέρους δε του εναγομένου η από 4.4.2020 αντέφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 438/2020 τελεσίδικη απόφαση του δικάζοντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν έφεση και αντέφεση, Ειδικότερα το δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος τα ακόλουθα: "...

Ο ενάγων είναι δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών με ΑΜ …. Δυνάμει της από 19.10.1988 αποφάσεως του Δ.Σ. του Περιφερειακού Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. -…/11/11/88 απόφαση της Νομάρχη Αχαΐας, προσελήφθη σε οργανική θέση δικηγόρου με σχέση έμμισθης εντολής και με πάγια αντιμισθία στο εναγόμενο ΝΠΔΔ (ΦΕΚ, τεύχος νπδδ 252/25-11-1988), υπογραφείσης της από 1/12/1988 συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 22 του Ν. 4024/2011 και της υπ' αριθμ. οικ.2/17132/0022/28.2.2012 υπουργικής αποφάσεως, κατατάχθηκε, από 1/1/2013 στον Β' Βαθμό με ΜΚ0 (ΦΕΚ 498/28-2-2012) με βασικό μισθό 1.906 ευρώ, ενώ από 1/1/2016 κατατάχθηκε στο ΜΚ ΠΕ.. ως δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 9 του Ν. 4354/2015, με βασικό μισθό 1.918 ευρώ.

Ο ενάγων μέχρι και το έτος 2013 ελάμβανε επιδόματα εορτών και αδείας, έκτοτε δε και κατόπιν εκδόσεως του ν. 4093/2012, με την υποπαράγραφο Γ.1 του άρθρου πρώτου αυτού οριζόταν "1. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβαση εργασίας, διαιτητική απόφαση ή σε ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ και ΟΤΑ, καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και Λιμενικού Σώματος καταργούνται από 1/1/2013", έπαυσε να λαμβάνει αυτά.

Η διάταξη αυτή, ωστόσο, του ν. 4093/2012, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις κατοχυρωμένες θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, δεδομένης, άλλωστε, και της χρονίζουσας. αδυναμίας προώθησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και είσπραξης των ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών που αποτέλεσαν,....

έναν από τους λόγους για τους οποίους κρίθηκαν και πάλι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, οι νέες μειώσεις στις αποδοχές των λειτουργών και υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καθώς και η πλήρης κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας.... Ειδικότερα, το καθαρώς αριθμητικό κριτήριο της επίτευξης συγκεκριμένης μεσοσταθμικής μείωσης του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου, το οποίο αποτέλεσε και το έρεισμα των περικοπών αυτών, είναι προδήλως απρόσφορο, αφετέρου δε, ότι ο νομοθέτης του ν. 4093/2012 όφειλε να εξετάσει, αν οι εναπομείνασες, μετά τις αλλεπάλληλες μειώσεις, αποδοχές παραμένουν επαρκείς για την αντιμετώπιση του κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσης των συνταξιούχων και των κάθε κατηγορίας εργαζομένων ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής.

Περαιτέρω, η κατά τον χρόνο ψήφισης του ν. 4093/2012 πάροδος διετίας από τον πρώτο αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσης (έτος 2010) και η εν τω μεταξύ λήψη μέτρων για την αντιμετώπισή της σε συνδυασμό με τη νέα, για πολλοστή φορά, επιβολή περικοπών στην ίδια ομάδα θιγομένων, που τα εισοδήματά τους είναι περιορισμένα, χωρίς διεύρυνσή τους στις κοινωνικές εκείνες ομάδες, που διέθεταν και εξακολουθούν να διαθέτουν οικονομική ευμάρεια, καθιστούν αδικαιολόγητη την θέσπιση νέων ρυθμίσεων, χωρίς προηγούμενη ειδική εμπεριστατωμένη μελέτη, προκειμένου ο νομοθέτης να διαπιστώσει και να αποδείξει τεκμηριωμένα ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων είναι συμβατή με τις σχετικές συνταγματικές δεσμεύσεις που απορρέουν, μεταξύ άλλων, από τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας, καθώς και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου.

Εν προκειμένω, με τον ίδιο αυτόν νόμο 4093/2012 και με τα αυτά ακριβώς κριτήρια, τα οποία κρίθηκαν ήδη νομολογιακά απρόσφορα, ανεπαρκή και, συνεπώς, ακατάλληλα να στηρίξουν τις ανωτέρω περικοπές, έλαβε χώρα και η επίδικη κατάργηση των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων- Πάσχα και αδείας των εν ενεργεία λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου.

Και στην περίπτωση, όμως, αυτή, όπως και στις προηγηθείσες ως άνω περιπτώσεις, που κρίθηκαν ήδη ως αντικείμενες στις συνταγματικές διατάξεις, ούτε στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4093/2012 ούτε στις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης αυτού περιέχεται, σε σχέση με την κατάργηση των εν λόγω παροχών, οποιαδήποτε ειδικότερη αναφορά, εκτίμηση ή άλλη αιτιολογία, η οποία, πάντως, ήταν ιδιαιτέρως επιβεβλημένη, δεδομένου ότι πρόκειται περί παροχών, οι οποίες, όπως συνάγεται από τη μακρά ιστορική τους επιβίωση (από το 1950-1951 και εφεξής) συνδέονται αμέσως με την προστατευόμενη από το Σύνταγμα (άρθρα 2, 5, παρ. 1 και 21) κοινωνική και οικογενειακή ζωή, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί στην ελληνική πραγματικότητα τα τελευταία τουλάχιστον 60 χρόνια.

Με τα δεδομένα αυτά και η επίμαχη κατάργηση των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας δεν θεσπίζεται νομίμως, για τους αυτούς ακριβώς λόγους για τους οποίους και οι λοιπές περικοπές μισθών και συντάξεων που θέσπισε ο ν. 4093/2012, έχουν κριθεί αντισυνταγματικές. Μάλιστα, μόνη η επίκληση του δημοσιονομικού οφέλους και η χρονίζουσα αδυναμία προώθησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και είσπραξης των ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών, που αποτέλεσαν τους λόγους για τους οποίους της πλήρους κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, δεν αρκεί ούτε στην περίπτωση αυτή, αντιθέτως, απαιτείτο και στην περίπτωση αυτή η προηγούμενη εξέταση τυχόν εναλλακτικών επιλογών και η εκτίμηση της προσφορότητας και αναγκαιότητας της επίμαχης κατάργησης υπό το φως των αρχών της αναλογικότητας και της ίσης συμμετοχής στα δημόσια βάρη, ιδίως ενόψει του γεγονότος ότι τα καταργηθέντα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας, συνολικού ετησίου ύψους 1.000 ευρώ, χορηγούνταν μόνο στους χαμηλόμισθους υπάλληλους του Δημοσίου που είχαν μικτές μηνιαίες αποδοχές (συμπεριλαμβανομένων και των ως άνω δώρων και επιδόματος αδείας) μέχρι 3.000 ευρώ, σύμφωνα με το νόμο 4024/2011.

Εξάλλου, οι επίμαχες καταργήσεις δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ειδικότερα ούτε εκ του λόγου ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής για μεμονωμένες, ωστόσο, κοινωνικές ομάδες, που περιέχει δέσμη μέτρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, διότι η προϋπόθεση αυτή αποτελεί αναγκαίο όχι όμως και επαρκή όρο για τη συνταγματικότητα των εν λόγων περικοπών.

Συνεπώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία καταργήθηκαν από 1/1/2013 τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας για λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, αντίκειται στα άρθρα 25 παρ.1 και 4 παρ. 5 του Συντάγματος και τις απορρέουσες από αυτά αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη και, συνακόλουθα, υποχρεούται να μη τον εφαρμόσει κατά τη ρητή επιταγή του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος.

Λόγω δε του ανίσχυρου της ως άνω διάταξης, ο ενάγων, δικαιούται, καταρχήν, να λάβει τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και επίδομα αδείας των ετών 2013, 2014, 2015, 2016 και 2017, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 16 το Ν. 4024/2011, που ίσχυε πριν τη θέσπιση της κριθείσας ως αντισυνταγματικής διάταξης της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, ....

δεδομένου, άλλωστε, ότι οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν αποδείχθηκε ότι υπερέβαιναν το ποσό των 3.000 ευρώ. Δεδομένου ότι ο ενάγων είναι έμμισθος δικηγόρος σε νπδδ και δη στο εναγόμενο, εν προκειμένω, τυγχάνει εφαρμογής ο ν. 4024/2011 περί ενιαίου μισθολογίου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη και τις υπ' αριθμ.

ΥΑ οικ. 2/17132/0022 (ΦΕΚ Β 498 2012) και δη την παρ. 2 αυτής και την ΥΑ οικ 2/844/0022/4.1.2013, που ορίζουν ρητά ότι εφαρμόζονται, μεταξύ άλλων, και στους έμμισθους δικηγόρους των νπδδ. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος υπόκεινται, .... σε πενταετή παραγραφή, η έναρξη της οποίας έλαβε χώρα για το (παλαιότερο χρονικά) έτος 2013 την 1-1-2014 και έληγε την 31-12-2018, ενώ δεν έχει δε συμπληρωθεί, καθόσον η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στις 30/3/2018 και επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 2/5/2018, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.

…./2-5-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πατρών Ν. Φ..

Συνεπώς, θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η παραδεκτώς και νομίμως προβληθείσα ένσταση παραγραφής του εναγομένου. Με βάση τα προαναφερθέντα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που κατέληξε στην ίδια κρίση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, με αιτιολογία που συμπληρώνεται από την αιτιολογία της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), απορριπτομένης της εφέσεως και της αντεφέσεως στο σύνολό τους ως ουσία αβασίμων....".

Ι) Επί της από 28.9.2020 αίτησης αναίρεσης του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΝ ΠΑΤΡΩΝ ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΒΟΗΘΕΙΑ" Το Σύνταγμα ορίζει, στο μεν άρθρο 4 παρ. 5 ότι "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους", στο δε άρθρο 25 παρ.1 και 4 ότι: "1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους...

Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης".

Περαιτέρω, στο άρθρο 79 παρ.1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια σύνοδό της ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος", και στο άρθρο 106 παρ.1 αυτού, ότι "Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας...".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.

Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.

Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 παρ.4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (ΟλΣτΕ 481, 431/2018).

Συνεπώς, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνο έλεγχο εκ μέρους του δικαστή.

Η αντίληψη αυτή περί των περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην, με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους (ΕΔΔΑ, απόφαση της 19.4.2007 Eskelinen κατά Φινλανδίας, απόφαση της 20.3.2012 Panfile κατά Ρουμανίας), εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (ΑΠ 889/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, ΟλΣτΕ 1308/2019, ΟλΣτΕ 481/2018, ΟλΣτΕ 668/2012).

Περαιτέρω, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημόσιων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 παρ.2 και 9, 2 παρ.1 και 20 παρ.1 ν.3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο παρ.1 και 6 ν.3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξελίξεως των υπαλλήλων (άρθρο 38 παρ.5 ν.3986/2011), την αναδρομική μείωση κατά το ήμισυ, του κινήτρου απόδοσης (άρθρο 55 παρ.23 περ.α` ν.4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου-βαθμολογίου (ν.4024/2011) με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012-2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η Χώρα.

Για τους λόγους δε αυτούς, όπως έχει κριθεί, ειδικώς τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) δεν παρίσταντο, καταρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά ως άνω σκοπών (ΟλΣτΕ 3372/2015, ΟλΣτΕ 3373/2015 ΟλΣτΕ 668/2012).

Ειδικότερα δε ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 ορίσθηκαν τα εξής: ".....6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, ...

καθορίζονται ως εξής: α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500,00) ευρώ, β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ, γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τις τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ.

Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους" και με το άρθρο 16 του ν.4024/2011 τα ανωτέρω επιδόματα επανακαθορίσθηκαν στα ίδια ως άνω ποσά ως εξής: "1.

Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων ορίζεται σε πεντακόσια (500,00) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου μέχρι 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους και καταβάλλεται την 16η Δεκεμβρίου κάθε έτους. 2. Το επίδομα εορτών Πάσχα ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Δεκεμβρίου μέχρι και 15 Απριλίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα. 3.

Το επίδομα αδείας ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου μέχρι και 30ης Ιουνίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους. 4. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε για χρονικό διάστημα μικρότερο από τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού, καταβάλλεται τμήμα επιδόματος ανάλογο με αυτό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα της μισθοδοσίας του. 5.

Τα επιδόματα των παραγράφων 1, 2 και 3 καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, το ύψος αυτό, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, με ανάλογη μείωση τους".

Στη συνέχεια και προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν.4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο ν.4093/2012, με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτουμένων από το Δημόσιο, στο πλαίσιο δε αυτό, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 καταργήθηκαν πλήρως, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας.

Ειδικότερα με τη διάταξη αυτή ορίσθηκε ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013".

Όπως προειπώθηκε, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, καταρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο.

Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους που αυτός εκτιμά και η κατ` ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.

Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει.

Εν προκειμένω, με την επίμαχη διάταξη του ν.4093/2012 ο νομοθέτης προέβη στην πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.

Το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013- 2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της (βλ.

σχετικές αναφορές στο εγκριθέν με το ν. 4046/2012 Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής καθώς και στην αιτιολογική έκθεση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013- 2016), δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ` αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων με την κατάργησή τους δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, που αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται επίσης στους σκοπούς που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών- μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.

Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος (πρβλ.

αποφάσεις ΔΕΕ C-49/18, Carlos Escribano Vindel, σκ. 67 και C - 64/16, Associacao Sindical dos Juizes Portugueses, σκ. 49 και 52). Εξάλλου, κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου της κατάργησης των εν λόγω επιδομάτων εορτών και αδείας, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των υπαλλήλων δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Συγκεκριμένα, και όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του ν.4093/2012 (12.11.2012), στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), δηλαδή της κατά τα άρθρα 1 παρ.2 και 10 του ν.3832/2010 (ΦΕΚ Α` 38), όπως ισχύει, ανεξάρτητης αρχής, η οποία αποτελεί την εθνική στατιστική αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 (L 87/164), και υπάγεται στον έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων, το 2011 το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (ΕΚΑΣ και λοιπά κοινωνικά επιδόματα) είχε διαμορφωθεί στα 6.591,00 ευρώ (βλ.

έκδοση ΕΛΣΤΑΤ, Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα, 2.11.2012), τη στιγμή που το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα ανήρχετο στα 12.637,08 ευρώ (βλ. το από 2.11.2012 Δελτίο Τύπου της ΕΛΣΤΑΤ με τίτλο "Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2011"). Παράλληλα, με τον ν. 4024/2011 θεσπίστηκε, όπως εκτέθηκε προηγουμένως, νέο, ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), με το βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΥΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 780,00 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 858,00 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΤΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1.037,00 ευρώ και τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1.092,00 ευρώ (άρθρο 13 του ν.4024/2011), ενώ με τον ν.4093/2012 ο κατώτατος βασικός μισθός στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε στα 586,08 ευρώ και το κατώτατο ημερομίσθιο στα 26, 18 ευρώ.

Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας, όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο.

Εξάλλου, ενόψει του ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (βλ.

απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7.5.2013, σκ. 39), τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ.

Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 48). Περαιτέρω, ενόψει της φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων (πρβλ.

Ολ. ΣτΕ 3404-3406/2014, 3177/2014, πρβλ. και Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 31, 45 και 46). Εξάλλου, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του ν.4093/2012, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης (ΑΠ 899/2021, ΣτΕ Ολ. 1307/2019, 1308/2019).

Αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στη Δικαστική εξουσία. Ενόψει αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπ. Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, με την οποία, κατ` εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους (ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης ποσού 469.600.000,00 ευρώ, βλ.

έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που συνόδευε το σχέδιο του ν.4093/2012 κατά την υποβολή του προς ψήφιση στη Βουλή) καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων απασχολούμενων σε οργανική θέση δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής και με πάγια αντιμισθία σε ν.π.δ.δ.

και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ 77/2022, ΑΠ 899/2021, ΑΠ 1280/2020, Ολ. ΣτΕ 798/2021, Ολ. ΣτΕ 1307/2019, 1308/2019). Τέλος, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4παρ.5 και 25 παρ.4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα (ΑΠ 77/2022, ΑΠ 899/2021, Ολ.

ΣτΕ 798/2021, Ολ. ΣτΕ 1307/2019, 1310/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ α` ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 59/2022, ΑΠ 93/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 16 του Ν.4024/2011 και της υποπαραγράφου Γ.1 παρ.1 του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012 και ότι εσφαλμένα έκρινε ότι η ολοσχερής κατάργηση με την τελευταία διάταξη των επιδομάτων δώρων εορτών και των επιδομάτων αδείας προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 5, 5 παρ.1 και 25 παρ.1-4 του Συντάγματος και ότι ως εκ τούτου τύγχαναν εφαρμοστέες οι διατάξεις του άρθρου 16 του ν.4024/2011 οι οποίες προέβλεπαν την καταβολή των ως άνω επιδομάτων στο ποσό των 500,00 ευρώ για το επίδομα των Χριστουγέννων και το ποσό των 250,00 ευρώ για τα επιδόματα Πάσχα και αδείας.

Και τούτο διότι η κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας με τις διατάξεις της υποπαραγράφου Γ.1 παρ.1 του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, δεν ήταν αντίθετη με τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις και ότι το μέτρο αυτό ήταν αναγκαίο για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και της δυσμενούς οικονομικής καταστάσεως που είχε περιέλθει η Χώρα, συνέβαλε στην δημοσιονομική πειθαρχία στην περιστολή των δημοσίων δαπανών και υλοποιούσε δεσμεύσεις δημοσιονομικών στόχων που απέρρεαν για τη χώρα μας από αποφάσεις του Συμβουλίου Ευρωπαϊκής Ένωσης για περιορισμό των υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων.

Ο ως άνω πρώτος λόγος, ερειδόμενος εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι ορισμένος, αφού αναφέρονται επαρκώς στο αναιρετήριο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που κατά τις προσαπτόμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις παραβιάσθηκαν, το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό.

Είναι δε και βάσιμος και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο ότι η διάταξη της υποπαράγραφου Γ1 περ. 1 με τίτλο "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ" της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012, η οποία κατήργησε ολοσχερώς τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας από 1.1.2013 για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και του ευρύτερου δημόσιου τομέα είναι αντισυνταγματική και ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο τα επιδόματα εορτής Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας των ετών 2013 έως 2017, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, που ήταν εφαρμοστέα, καθόσον κατά τα προεκτεθέντα, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 5, 5 παρ. 1, 22 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 16 του Ν.4024/2011, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού με τη ως άνω διάταξη του Ν.4093/2012 καταργούνταν από 1.1.2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας στο Δημόσιο, ΟΤΑ και ευρύτερο δημόσιο τομέα που είχαν χορηγηθεί από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη και επομένως και αυτά που χορηγούνταν με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 16 του Ν.4024/2011.

Συνακόλουθα, γενομένου δεκτού ως βάσιμου του πρώτου λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση και του δεύτερου και τελευταίου λόγου αυτής, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 9/2023).

ΙΙ) επί της από 22.8.2022 αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος Α. Ν. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο και οι λόγοι αναίρεσης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τις αποδιδόμενες στο δικαστήριο της ουσίας νομικές πλημμέλειες, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποίο λόγο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ιδίου κώδικα λόγους αναίρεσης θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, και δεν αρκεί η επίκληση μόνο της διατάξεως που προβλέπει το σχετικό λόγο αναίρεσης Εξ άλλου από τις διατάξεις του 562 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Η παραπάνω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται σ` αυτό, ότι ο ισχυρισμός που θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο τρόπος και χρόνος της πρότασης ή επαναφοράς του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, αν δε το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει επί πλέον να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση. (ΑΠ 290/2022, ΑΠ 241/2022, ΑΠ 669/2007).

Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο ενάγων- αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ.5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με την αγωγή του ισχυρισμό ότι η θέση του στο εναγόμενο ως έμμισθου δικηγόρου, ήταν διακριτή από αυτή του δημοσίου υπαλλήλου και στην περίπτωσή του ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν.1082/1980 και της εκδοθείσας ΚΥΑ 19040/1981 και εσφαλμένα ενέταξε αυτόν, όσον αφορά τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, στις διατάξεις του άρθρου 16 παρ.1 και 2 του ν.4024/2011, καθώς επίσης ότι ως έμμισθος δικηγόρος, για τη λήψη του επιδόματος αδείας, υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 46 παρ.1 του ν.4194/2013.

Επίσης, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν.4024/2011, δεχόμενο ότι δικαιούται να λάβει το επίδομα αδείας για τα έτη 2013, 2014, 2015, 2016 και 2017, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει τις μεταγενέστερες και πιο ειδικές διατάξεις του άρθρου 46 παρ.1 του ν.4194/2013.

Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, καθόσον δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τις αποδιδόμενες στο δικαστήριο της ουσίας νομικές πλημμέλειες, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, και δεν αρκεί η επίκληση μόνο της διατάξεως που προβλέπει το σχετικό λόγο αναίρεσης, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές με τις οποίες έγιναν οι επικαλούμενες παραβιάσεις.

Σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τους ανωτέρω ισχυρισμούς του ενάγοντος και ορθώς έκρινε ότι αυτός (ενάγων) που είναι έμμισθος δικηγόρος με πάγια αντιμισθία σε ν.π.δ.δ., υπάγεται στις διατάξεις του ν.4024/2011 περί ενιαίου μισθολογίου και στις υπ' αριθ.

ΥΑ οικ 2/17132/00222 και ΥΑ οικ 2/844/0022/4.1.2013, που ορίζουν ρητά ότι εφαρμόζονται και στους έμμισθους δικηγόρους των ν.π.δ.δ. (βλ. σχετ. ΑΠ 469/2023).

Συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Κατόπιν αυτών και ενόψει του ότι η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ` εφαρμογή του άρθρου 580 παρ.3 εδ.α` του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να γίνει δεκτή ως κατ` ουσία βάσιμη η από 4.4.2020 αντέφεση του αντεκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη 100/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, η οποία έκρινε νόμιμη την από 30.3.2018 αγωγή του ενάγοντος και υποχρέωσε το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ να καταβάλει στον ενάγοντα για επιδόματα εορτής Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας των ετών 2013 έως και 2017, το συνολικό ποσό των 5.000 ευρώ, κατά παραδοχή των λόγων της αντέφεσης, που αναφέρονται στο νόμω αβάσιμο της αγωγής και να απορριφθεί η αγωγή του ενάγοντος, ως μη νόμιμη. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης και αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, καθόσον η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (ΚΠολΔ 179).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 28.9.2020 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ - ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΒΟΗΘΕΙΑ" και την από 22.8.2022 αίτηση του Α. Ν. για αναίρεση της 438/2020 απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Απορρίπτει την από 22.8.2022 αίτηση αναίρεσης του Α. Ν..

Δέχεται την από 28.9.2020 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ - ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΒΟΗΘΕΙΑ",

Αναιρεί την 438/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Κρατεί και δικάζει την από 4.4.2020 αντέφεση του αντεκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ .

Δέχεται αυτήν κατ' ουσία.

Εξαφανίζει την 100/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 30.3.2018 αγωγή.

Απορρίπτει την αγωγή.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ