Supreme Court dismisses divorce appeal as inadmissible due to lack of legal interest when both parties' divorce claims are accepted.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's acceptance of both parties' divorce petitions. The appellant argued for a reversal, but the court found no legal interest since the legal consequence of the marriage's dissolution had already occurred through the acceptance of both claims. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; Legal interest is a prerequisite for admissibility, and its absence renders an appeal inadmissible when the substantive legal consequence sought by both parties has already been achieved.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1022 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1022/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Β. του Π., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Νικολόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. - Α. Κ. του Ι., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Μιχαήλ Δημητρακόπουλο και Λεωνίδα Θεοδώρου και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/4/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 5/11/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11504/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2328/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/9/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 1-9-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών (γαμικών) διαφορών, όπως οι σχετικές διατάξεις ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το ν. 4335/2015, εκδοθείσα υπ' αριθ. 2328/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 11504/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε κάνει δεκτές τις αγωγές των διαδίκων περί λύσης του μεταξύ τους γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού των σχέσεών τους, απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, εφόσον η έννομη συνέπεια, η λύση δηλαδή του γάμου που επεδίωξαν αμφότεροι οι διάδικοι και στην οποία εξαντλείται η δίκη διαζυγίου, έχει ήδη επέλθει με την παραδοχή από την εκκαλουμένη και των δύο αγωγών.
Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Πρέπει δε να σημειωθεί ότι δεν τίθεται ζήτημα παραδεκτού της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης που να προκύπτει από την επίδοση κλήσης για συζήτηση αυτής από τον επισπεύδοντα αναιρεσίβλητο προς την αναιρεσείουσα, εφόσον αυτή, παρά το ότι παραστάθηκε νομίμως κατά την παρούσα συνεδρίαση του Δικαστηρίου τούτου για τη συζήτηση αυτής (24-5-2021), μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής εκ μέρους της, δεν πρόβαλε σχετική ένσταση περί απαραδέκτου.
Εξάλλου, η προβληθείσα από την ίδια ένσταση με το εν λόγω περιεχόμενο με τις κατατεθείσες στις 27-5-2021 προτάσεις της, ήτοι μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, είναι απαράδεκτη, καθόσον υποβλήθηκε κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο.
Έτσι ο ενάγων για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του θα πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης γεγονότα και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός, ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβίωσης έχει καταστεί γι' αυτόν αφόρητη.
Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται, ανεξαρτήτως από τον ποιον από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διάζευξης με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 AK.
Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση, ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 ΑΚ, ενόψει της διάταξης του άρθρου 1444 παρ. 1 ΑΚ.
Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου, για ισχυρό κλονισμό από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου ή για διετή διάσταση και το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε και τις δύο, τότε, ενόψει του, κατά τα προεκτεθέντα, αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, διότι με την παραδοχή και των δυο αγωγών επήλθε η έννομη συνέπεια που αμφότεροι οι διάδικοι επιδίωκαν με το αίτημα των αγωγών τους.
Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον καθένα αιτιολογίες, δεν ασκεί καμιά δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει, κατά τα προεκτεθέντα, σε άλλη δίκη.
Συνεπώς, κανένας από τους διαδίκους συζύγους δεν έχει στην περίπτωση αυτή έννομο συμφέρον να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, το έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 556 παρ. 1, 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης αίτησης αναίρεσης, και η συνδρομή του ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, η δε έλλειψή του συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου (ΑΠ 1471/2019, ΑΠ 315/2018, ΑΠ 660/2016, ΑΠ 428/2016, ΑΠ 1570/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, την από 6-1-2019 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 11504/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές οι από 5-11-2015 και 29-4-2014 αντίθετες αγωγές διαζυγίου της ίδιας και του αναιρεσιβλήτου συζύγου της λόγω ισχυρού κλονισμού των μεταξύ τους σχέσεων, από λόγους που αφορούν στο πρόσωπο τόσο της ενάγουσας-εναγομένης συζύγου (αναιρεσείουσας), όσο και του ενάγοντος-εναγομένου (αναιρεσιβλήτου), ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για αμφοτέρους τους διαδίκους.
Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω είναι σαφές ότι στην προκειμένη περίπτωση με την παραδοχή και των δύο ως άνω αγωγών επήλθε το επιδιωκόμενο και από τους δύο διαδίκους διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου τους και ως εκ τούτου η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-9-2020 αίτηση της Β. Β. του Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2328/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις18 Αυγούστου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου