Supreme Court allows appeal against enforcement order in debt restructuring proceedings, ruling it not suspended by collective agreement process.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a payment order issued during a debt restructuring procedure, despite the debtor's argument that the order was suspended by the collective agreement process. The court found the appeal admissible because the payment order was not automatically suspended by the temporary injunction or the decision to halt individual creditor actions. Consequently, the appeal was granted, the lower court decision was annulled, and the case was remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 99 to 106 of Law 3588/2007; The issuance of a payment order in debt restructuring proceedings is not suspended by the temporary injunction or the decision to halt individual creditor actions, allowing the appeal to proceed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1022 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1022/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Μελίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ...και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/10/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10652/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1386/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/6/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την ..., έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ι. Α., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως, προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο του δικογράφου αυτής, με τη σχετική πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτησή της, για την παρούσα δικάσιμο, έχει επιδοθεί, νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της ιδίας, στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία (άρθρο 568 παρ. 2, 3, 4 και 569 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από το συνδυασμό των άρθρων 99 έως 106 του Ν. 3588/2007, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται στην υπό κρίση υπόθεση, κατ' άρθρο 182 παρ. 1 και 2 του Ν. 4446/2016, προκύπτει ότι παρόλο που η, από τις εν λόγω διατάξεις ρυθμιζόμενη, διαδικασία συνδιαλλαγής αποτελεί συλλογική συναινετική διαδικασία, που λειτουργεί στα πλαίσια της συμβατικής αυτονομίας, εντούτοις προβλέπεται επανειλημμένη παρέμβαση σ' αυτήν του Δικαστηρίου, εκδηλούμενη, πλην άλλων, και με την έκδοση στο πλαίσιο αυτής τριών αποφάσεων δυνάμει των οποίων ρυθμίζεται η εν λόγω διαδικασία και ειδικότερα της πρώτης (1η), που επιτρέπει το άνοιγμα της διαδικασίας (100 ΠτΚ) της δεύτερης (2η), που επικυρώνει ή μη τη συμφωνία, που τυχόν θα συναφθεί μεταξύ του οφειλέτη και εκείνων των πιστωτών, που έχουν την πλειοψηφία των απαιτήσεων, με τη συμμετοχή του μεσολαβητή (101 παρ. 1 ΠτΚ) και της τρίτης (3η), που διατάσσει τη λύση της συμφωνίας, λόγω μη εκπλήρωσης των όρων της (105 ΠτΚ).
Με την πρώτη απόφαση το πτωχευτικό δικαστήριο, μπορεί, κατ' άρθρο 100 παρ. 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 1 του ΠτΚ να διατάξει οποιοδήποτε εξασφαλιστικό μέτρο κρίνει αναγκαίο, για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της και ιδίως: α) να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, β) να ορίσει μεσεγγυούχο και, γ) να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών, η οποία ταυτίζεται με την προβλεπόμενη στο άρθρο 25 ν. 3588/2007 αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων κατά του πτωχού.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 25 ίδιου νόμου: "1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2.
Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες". Κατ' ακολουθίαν αυτών, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, η κήρυξη της πτώχευσης αλλά και η ένταξη του οφειλέτου στη διαδικασία συνδιαλλαγής, συνεπάγονται τις ακόλουθες έννομες συνέπειες: Η συζήτηση κάθε είδους ασκηθεισών, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού περιεχομένου, αγωγών των πιστωτών κηρύσσεται απαράδεκτη.
Η συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντίστοιχου χαρακτήρα αναστέλλεται αυτοδικαίως. Η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή θεωρείται άκυρη. Η διενέργεια πράξεων συντηρητικής η αναγκαστικής εκτέλεσης και η συνέχιση αντίστοιχων διαδικασιών κατά της περιουσίας του πτωχού ή του αιτούντος την εφαρμογή της διαδικασίας της συνδιαλλαγής οφείλεται ακόμη κι αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αναστέλλονται.
Η άσκηση και η εκδίκαση, ενδίκων μέσων εκ μέρους των πιστωτών επί εγερθεισών αξιώσεών τους απαγορεύεται. Γίνεται όμως δεκτό ότι η κατά τα άνω αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών κατά του πτωχεύσαντος ή του τεθέντος στη διαδικασία της συνδιαλλαγής οφειλέτου δεν εμποδίζει την έκδοση διαταγής πληρωμής, ούτε την άσκηση διαπλαστικών δικαιωμάτων (καταγγελία, υπαναχώρηση επίσχεση) ούτε τέλος τη διεξαγωγή δικών επί υποθέσεων εκδικαζομένων κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.
Εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως αυτής καθιστά αναιρετέα την απόφαση του δικαστηρίου με βάση την ΚΠολΔ 559 παρ. 1 (ΑΠ 294/2017, ΑΠ 822/2015). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 691 § 2 και 700 § 3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η προσωρινή διαταγή, που εκδίδεται από το Δικαστή στα πλαίσια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων και καθορίζει τα ασφαλιστικά μέτρα, που είναι ληπτέα αμέσως, προς εξασφάλιση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης, μέχρι την έκδοση της απόφασης, δεν είναι δικαστική απόφαση αλλά εκτελεστή πράξη της δικαστικής αρχής (ΟλΑΠ 4/2004) και επομένως δεσμευτική, με την έννοια ότι πράξεις που είναι αντίθετες με το περιεχόμενό της, στερούνται νομιμότητας.
Αν δε το μέτρο που ορίσθηκε με την προσωρινή διαταγή και παραβιάσθηκε, συνίσταται στην απαγόρευση διαθέσεως πράγματος (μεταβολής της νομικής του κατάστασης), η μεταγενέστερη της διαταγής διάθεση (εκποίηση ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο και υποθήκη) πλήττεται με ακυρότητα, όχι εκ του άρθρου 175 του ΑΚ, αφού ο νόμος (άρθ. 691 § 2 και 700 § 3 του ΚΠολΔ), δεν προβλέπει ακυρότητα της απαγορευμένης με προσωρινή διαταγή διάθεσης, αλλά εκ του άρθρου 176 του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 691 § 2 του ΚΠολΔ, κατ' αναλογία με τα ισχύοντα επί δικαστικής απόφασης, με την οποία προσομοιάζει (χωρίς και να είναι) η προσωρινή διαταγή (ΑΠ 294/2017, ΑΠ 866/2004).
Με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 10, 25, 99 και 100 ΠτΚ (ν.3588/2007) η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ως νόμιμο, το σχετικό λόγο της ανακοπής της αναιρεσίβλητης κατά της εκδοθείσας σε βάρος της από αυτή (αναιρεσείουσα) υπ' αριθμ. 27541/27-09-2011 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μον/λους Πρωτ.
Θεσσαλονίκης με τον οποίο προβλήθηκε η ακυρότητα αυτής ως εκδοθείσας παρά την διαταχθείσα με την από 12.04.2011 προσωρινή διαταγή του Πολ. Πρωτ. Θεσσαλονίκης, αλλά και την 21910/21-07-2011 απόφαση του τελευταίου, αναστολή λόγω ένταξής της στη διαδικασία της συνδιαλλαγής, των ατομικών διώξεων των πιστωτών και κάθε πράξεως αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της (αναιρεσίβλητης) η οποία, όμως, κατά την προβαλλόμενη αιτίαση, δεν καθιστούσε απαγορευτική την έκδοσή της.
Ο λόγος αυτός κρίνεται βάσιμος καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η έκδοση διαταγής πληρωμής δεν παρεμποδίζεται από την κατά τα άνω επικαλούμενη ως διαταχθείσα με την προσωρινή διαταγή, αλλά και με τη σχετική απόφαση αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών, κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, ανακόπτουσας, καθ' ης η ένδικη Διαταγή Πληρωμής, λόγω ένταξής της στη διαδικασία της συνδιαλλαγής.
Επομένως, κατά παραδοχή της βασιμότητας του μοναδικού της λόγου, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και ν' αναιρεθεί, στο σύνολό της, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Στη συνέχεια, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, από αυτή, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ και, να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που καταβλήθηκε, για την άσκηση της ένδικης αίτησής της.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό της αίτημα, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, που ηττήθηκε (άρθ. 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1386/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο, παραπάνω, Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, από αυτή, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, το οποίο κατέβαλε, για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.