Legislator Case Law & Legislation
1022/2017 AI generated

1022/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1022/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1022/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
traffic offence parking violation dismissal of traffic proceedings right of way right-of-way violation driving whilst disqualified
AI generated
1106/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
323/2015
Νομίμως φέρεται προς συζήτηση με την από 10-3-2014 κλήση των αναιρεσειόντων η από 28-12-2007 (αριθ.
205/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
118/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
396/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1022 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1022/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 2) Β. Κ. του Ζ., κατοίκου ..., 3) Μ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 4) Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 5) Ν. Μ. του Χ. (..., που δεν παραστάθηκε, 6) Ε. Ν. του Χ. ...), που δεν παραστάθηκε και 7) Θ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2η, 3η, 4ος και 7ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ι. Ν., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ο Ν. Μ. του Χ. (5ος ως άνω) απεβίωσε στις 5-2-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του i) Β. χα Ν. Μ., το γένος Β. Τ. και ii) Χ. Μ. του Ν., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο και β) ο Ε. Ν. του Χ. (6ος ως άνω) απεβίωσε στις 29-12-2013 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα του i) Γ. Ν. του Ε., κάτοικο ... και ii) Ζ. Ν. του Ε., εκ των οποίων ο Γ. Ν. του Ε., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη κατά την κληρονομική μερίδα του και εκπροσωπείται από τον ίδιο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας, που κατοικοεδρεύει στη …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2009 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 425/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με την από 19-3-2009 αίτηση των ήδη 1ου, 2ης, 3ης, 4ου και 7ου των αναιρεσειόντων, των ήδη αποβιωσάντων Ν. Μ. και Ε. Ν. και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, τις αυτοτελείς αιτήσεις άλλων προσώπων, επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με την κύρια παρέμβαση και τις (διά των προτάσεων) ανταιτήσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 584/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-12-2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 19-2-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 584/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α’ , 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 1479/2013, ΑΠ 652/2012).

Αν οι διάδικοι, υπέρ των οποίων ο λόγος διακοπής (όπως συνήθως οι κληρονόμοι) είναι απλοί ομόδικοι, καθένας από αυτούς μπορεί να επαναλάβει τη δίκη σε σχέση με τη μερίδα του, χωρίς η δήλωσή του να εξαναγκάζει και τους άλλους ομοδίκους του, ούτε να είναι αναγκαία η συμφωνία όλων για την επανάληψη της δίκης.

Πάντως δεν απαιτείται για το κύρος της γνωστοποίησης να συνοδεύεται αυτή από τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν την επέλευσή της και τη νομιμοποίηση του γνωστοποιούντος, ως δικαιούμενου στην επανάληψη της δίκης. Οι αποδείξεις πρέπει να προσκομιστούν στο δικαστήριο, αν ο αντίδικος προβάλλει αμφισβήτηση (ΑΠ Ολ. 22/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και ειδικότερα από την από 30-2-2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Μακρυχωρίου, του Δήμου Τεμπών, προκύπτει ότι ο Ε. Ν. (αρχικά 6ος αναιρεσείων) απεβίωσε 29-12-2013, δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε στις 19-12-2012 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα του, Γ.

Ν. και Ζ. Ν. (βλ. το υπ’ αρ. ...-2-2016 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Τεμπών), όπως άλλωστε τούτο αναφέρεται και στις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις των αναιρεσειόντων. Εξάλλου, ο Γ. Ν. ενεργώντας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του (αρχικού 6ου αναιρεσείοντα), με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Ι.

Ν. (βλ. το υπ’ αρ. ...-11-2015 ειδικό πληρεξούσιο της συμ/φου Λάρισας Μ. Κ.) η οποία έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησε στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο το γεγονός του θανάτου του καθολικού δικαιοπαρόχου του και ταυτόχρονα δήλωσε ότι συνεχίζει στο όνομα του αποβιώσαντος τη διακοπείσα δίκη.

Ο θάνατος και η συγγενική σχέση, που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή του δηλούντος κληρονόμου αποδεικνύεται από τη ληξιαρχική πράξη θανάτου και από το πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών. Ειδικά, από το τελευταίο έγγραφο προκύπτει ότι ο αποβιώσας κατέλιπε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τον γνωστοποιήσαντα το διακοπτικό γεγονός γιο του και την κόρη του, Ζ..

Επειδή όμως πρόκειται για δίκη απαλλοτρίωσης περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος η δικονομική σχέση που συνδέει τους κληρονόμους είναι εκείνη της απλής ομοδικίας και συνεπώς, καθένας τούτων μπορεί να επαναλάβει τη δίκη σε σχέση με την κληρονομική του μερίδα. Εξάλλου, ούτε το Δημόσιο αμφισβήτησε την κληρονομική ιδιότητα του γνωστοποιήσαντος το διακοπτικό γεγονός.

Επομένως, νομίμως επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη και παραδεκτά χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης για τον εξ αδιαθέτου κληρονόμο του αρχικά 6ου αναιρεσείοντα, Γ. Ν., κατά την κληρονομική μερίδα αυτού.

Περαιτέρω, από την από 6-1-2014 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δ.Ε. ... προκύπτει ότι ο Ν. Μ., αρχικός 5ος αναιρεσείων, απεβίωσε στις 5-2-2014, δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεσή της (άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, Β. Μ., εν Ζ. νόμιμη σύζυγό του και τον γιο τους, Χ. Μ. (βλ. το υπ’ αρ. ...16-5-2014 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Λαρισαίων). Οι ανωτέρω κληρονόμοι του αρχικού 5ου αναιρεσείοντα με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Ι. Ν. (βλ. το υπ’ αρ. ...11-2015 ειδικό πληρεξούσιο της συμ/φου Λάρισας Μ. Κ.) που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε επίσης, στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, γνωστοποίησαν στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο το γεγονός του θανάτου του καθολικού δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν γι’ αυτόν τη διακοπείσα δίκη. Ο θάνατος και η συγγενική σχέση που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή των ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού 5ου αναιρεσείοντα αποδεικνύονται από τα ανωτέρω έγγραφα.

Συνεπώς, νομίμως επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη και παραδεκτά χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης για τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αρχικού 5ου αναιρεσείοντα, Ν. Μ..

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 845/ 2012, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1351/2011, ΑΠ 479/2009, ΑΠ 465/1988).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).

Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αυτών και όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλ.

τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης. Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 140/2010, πρβλ.

επίσης ΑΠ 49/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το Α’ σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 με την αιτίαση ότι χωρίς αιτιολογίες καθόρισε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα ακίνητά τους, που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία αυτών και εσφαλμένα έκρινε ως απρόσφορο συγκριτικό στοιχείο την υπ’ αρ. 750/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που είχε προσκομιστεί με νόμιμη επίκληση από τους αναιρεσείοντες, ενώ αντιθέτως δέχτηκε ως πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο τις αγγελίες του διαδικτύου, που δεν είναι νόμιμα αποδεικτικά μέσα. Σύμφωνα όμως με όσα έχουν προεκτεθεί ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος, εφόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ο ουσιαστικός κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε προκειμένου να ελεχθεί αναιρετικά, εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή του έλλειψη αιτιολογίας, αντίφαση ή ανεπάρκεια, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της Αρχής jura novit curia η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική δίκη (ΑΠ Ολ. 20/2005).

Συνεπώς, η έλλειψη αυτή του αναιρετηρίου καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ από την άποψη της εκ πλαγίου παραβίασης συγκεκριμένης διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, η οποία δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο. Επομένως ο 1ος λόγος κατά το Α’ σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί επίσης ως απαράδεκτος κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες πλήττουν την εκτίμηση πραγμάτων ως προς το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου που λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου, κατ’ άρθρ. 13 παρ. 1 ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 558/2014, πρβλ.

επίσης ΑΠ 1016/2015). Τέλος, ως προς την αιτίαση ότι το Εφετείο συνεκτίμησε παρά το νόμο τις αγγελίες του διαδικτύου, οι οποίες δεν συνιστούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο κατ’ άρθρ. 339 ΚΠολΔ, εάν υποτεθεί ότι επιχειρείται να θεμελιωθεί ο αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α’ ΚΠολΔ (παράνομα αποδεικτικά μέσα) ο λόγος αυτός πρέπει επίσης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι στις ειδικές διαδικασίες, όπως η δίκη απαλλοτρίωσης, δικαιολογείται η δυνατότητα επίκλησης αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις, διότι με τη χρήση τους επιτυγχάνεται η ταχύτητα της διαδικασίας και ο περιορισμός των δικαστικών εξόδων.

Άλλωστε η τυπικότητα των κανόνων αυστηρής απόδειξης δεν συνάδει με την ανάγκη για την ταχεία και ολιγοδάπανη διαδικασία καθορισμού της αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης, στην οποία ισχύει το Ανακριτικό σύστημα συλλογής αποδείξεων και το σύστημα της αυτεπάγγελτης διάγνωσης της διαφοράς, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 640/2011 ). "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432 - 465 αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου (ΑΠ 152/2015, ΑΠ 620/2014, ΑΠ 980/2014).

Με τον 1ο λόγο αναίρεσης και κατά το Β’ σκέλος αυτού οι αναιρεσείοντες αποδίδουν την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ’ αρ. 750/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, που είχε προσκομιστεί με νόμιμη επίκληση ως συγκριτικό στοιχείο, και εσφαλμένα δέχτηκε ότι αυτή δεν προσδιορίζει την αξία των ακινήτων της περιοχής ..., στην οποία βρίσκεται το απαλλοτριούμενο ακίνητό τους.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι το Εφετείο συνεκδίκασε την από 19-3-2009 (αρ. κατ. 321/2009) αίτηση καθορισμού οριστικής μονάδος αποζημίωσης των ήδη αναιρεσειόντων (υπό στοιχείο Γ’ αίτηση, βλ. σελ. 5 προσβαλλόμενης) με την αυτοτελή κύρια από 26-2-2009 (αρ. κατ. 248/2009) αίτηση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και αυτές με τις αιτήσεις, ανταιτήσεις και κύρια παρέμβαση διά των προτάσεων άλλων διαδίκων, που δεν συμμετέχουν στην παρούσα αναιρετική δίκη και κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε εν μέρει την αίτηση των αναιρεσειόντων που αφορούσε τις ιδιοκτησίες τους με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ΑΚΠ .... Για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα στηρίχθηκε στις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και σε όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει με νόμιμη επίκληση, μεταξύ των οποίων ειδικά μνημονεύει και αξιολογεί την υπ’ αρ. 750/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, τις υπ’ αρ. 46/2007, 68/2008 και 425/2008 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, το υπ’ αρ. .../2009 πωλητήριο συμβόλαιο.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν στήριξε την κρίση του αποκλειστικά στην απόφαση για την οποία παραπονούνται οι αναιρεσείοντες, αλλά την συνεκτίμησε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε πόρισμα, αντίθετο από εκείνο, που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες. Επομένως, ο 1ος αναιρετικός λόγος κατά το Β’ σκέλος αυτού πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η σχετική αιτίαση ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση πραγμάτων, που δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος διότι το Εφετείο σύμφωνα με τις παραδοχές του ως προς το έγγραφο που κατά τους αναιρεσείοντες παραμορφώθηκε το περιεχόμενό του, δέχθηκε τα εξής: "...Με την υπ’ αρ. 750/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που επικαλούνται ως συγκριτικό στοιχείο οι εικαζόμενοι δικαιούχοι και η οποία εκδόθηκε για άλλη απαλλοτρίωση για την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου ΠΑΘΕ στο τμήμα ...

έως ΑΚ Τεμπών καθορίστηκε, με κρίσιμο χρόνο την 21-9-2007, η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για απαλλοτριωθέντα ακίνητα, που βρίσκονται στις κτηματικές περιφέρειες του Δήμου Μακρυχωρίου σε 14 ευρώ το τ.μ., γι’ αυτά που έχουν πρόσωπο στην Ε.Ο. Λάρισας - Θεσσαλονίκης και σε 11,2 ευρώ το τ.μ. γι’ αυτά, που δεν έχουν πρόσωπο στην ως άνω Ε.Ο.

Τα ως άνω ακίνητα σαφώς υπερτερούν των επιδίκων, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της ανωτέρω αποφάσεως, γειτνιάζουν με την Ε.Ο. Λάρισας - Θεσσαλονίκης. Εξάλλου η ως άνω απόφαση αφορά προγενέστερο χρόνο...". Δηλαδή, το Εφετείο ορθά διέγνωσε το περιεχόμενο της υπ’ αρ. 750/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας και δέχτηκε ότι με αυτήν καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα που βρίσκονται στις κτηματικές περιφέρεις του Δήμου Μακρυχωρίου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η κτηματική περιφέρεια ..., στην οποία βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα ακίνητα των αναιρεσειόντων.

Κατόπιν αυτών ο 1ος αναιρετικός λόγος κατ’ αμφότερα τα σκέλη αυτού πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, ως αόριστος, άλλως ως απαράδεκτος, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 9γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, παρεμβάσεως ή ενδίκου μέσου. Τις ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες νομιμοποιείται να προτείνει ο διάδικος που υπέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό ή την αίτηση και όχι ο αντίδικός του, ο οποίος στερείται εννόμου προς τούτο συμφέροντος (ΑΠ 20/2015, ΑΠ 1062/2007, ΑΠ 523/1993).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. Το έννομο αυτό συμφέρον προκύπτει κυρίως από την βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης.

Βλάβη, εξάλλου, του διαδίκου υπάρχει, όταν, κατά κανόνα, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά κανόνα, να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος (ΑΠ 226/2016).

Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι αν και το Δημόσιο με την αίτησή του για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος ενώπιον του Εφετείου περιείχε αίτημα καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος για τις αρδευόμενες εκτάσεις με δενδροκαλλιέργειες, εν τούτοις η προσβαλλόμενη δεν καθόρισε οριστική τιμή για τις ανωτέρω εκτάσεις και άφησε το σχετικό αίτημα αδίκαστο.

Σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, διότι οι αναιρεσείοντες δεν δικαιολογούν έννομο συμφέρον για να προτείνουν πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορούν τη μη λήψη υπόψη αυτοτελούς αιτήματος του αντιδίκου τους Ελληνικού Δημοσίου και την παράλειψη εκδίκασης της αίτησής του.

Η αδίκαστη αίτηση αφορά αίτημα της κύριας από 26-2-2009 (αρ. κατ. 248/2009) αίτησης του αναιρεσιβλήτου (και όχι της από 4-3-2007 αίτησης που από προφανή παραδρομή αναφέρουν οι αναιρεσείοντες), χωρίς συγχρόνως να εκτίθεται ότι οι εκτάσεις των δενδροκαλλιεργειών ανήκουν στις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες τους. Συνακόλουθα, ο 2ος αναιρετικός λόγος εκ του 559 παρ. 9 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τότε) και λόγω της ήττας τους πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 22 παρ. 3 ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) σε συνδ. 176 ΚΠολΔ) μειωμένα κατά το ήμισυ κατ’ άρθρ. 22 Ν. 3693/1957 που ισχύει υπέρ και κατά του Δημοσίου, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-12-2012 (αρ. κατ. 78/2012) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 584/2011 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - ΚΑΑΑ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που ορίζει σε εννιακόσια (900) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ