Legislator Case Law & Legislation
1022/2015 AI generated

1022/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1022/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1022/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται προηγούμενη έκδοση ΚΥΑ στην οποία, πλην άλλων, καθορίζεται το συγκεκριμένο έργο που πρέπει να εκτελεσθεί σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου. Σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1022 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1022/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προε- δρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νομίμως εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της ΜυρτούςΓερμάνη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Α. Μ. του Χ. κατοίκου ..., που παραστάθηκε` δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντωνίου Ρουπακιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28-12-2004 και 28-6-2005 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35964/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1776/2012 Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 24-3-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου ανέγνωσε την από 9-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Επειδή, κατά το άρθρο 3 παρ.11 του ν. 3255/2004, για το προσωπικό που προσλήφθηκε για την εκτέλεση ερευνητικών έργων και προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται μέσω των ειδικών λογαριασμών των Πανεπιστημίων, ΤΕΙ, Ερευνητικών Κέντρων και Ερευνητικών Ινστιτούτων ή για την εκτέλεση προγραμμάτων Σπουδών Επιλογής που χρηματοδοτούνται από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης και Αρχικής Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΕΠΕΑΕΚ) του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (άρθρο 2 παρ.23 του ν. 2621/1998 και άρθρο 11 παρ.4 του ν. 2640/1998) δεν απαιτείται για την εφαρμογή της παρ.1 του άρθρου 17 του ν. 2839/2000 (ΦΕΚ Α' 196) η συνδρομή της προϋποθέσεως δ' της παραγράφου αυτής.

Με την ΥΑ ΚΑ/679/1996 (ΦΕΚ Β' 826) συστήθηκε σε καθένα από τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ), καθώς και τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΤΕΙ) της χώρας Ειδικός Λογαριασμός για την αξιοποίηση των κονδυλίων επιστημονικής έρευνας, εκπαίδευσης, κατάρτισης, τεχνολογικής ανάπτυξης και παροχής σχετικών υπηρεσιών, με σκοπό τη διάθεση και διαχείριση κονδυλίων που προέρχονται από οποιαδήποτε πηγή και προορίζονται για την κάλυψη δαπανών οποιουδήποτε είδους, που είναι απαραίτητες για τις ανάγκες ερευνητικών, εκπαιδευτικών, επιμορφωτικών, αναπτυξιακών καθώς και έργων συνεχιζόμενης κατάρτισης και έργων για την παροχή επιστημονικών, τεχνολογικών και καλλιτεχνικών υπηρεσιών, την εκπόνηση ειδικών μελετών κλπ (άρθρο 2).

Οι λογαριασμοί αυτοί δεν έχουν νομική προσωπικότητα, αλλά ευρεία αυτοτέλεια και αποτελούν χωριστή ομάδα περιουσίας εντός της περιουσίας των ΑΕΙ και ΤΕΙ. Με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2527/1997, για τη σύναψη συμβάσεων μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ.

ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται προηγούμενη έκδοση ΚΥΑ στην οποία, πλην άλλων, καθορίζεται το συγκεκριμένο έργο που πρέπει να εκτελεσθεί σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου. Σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη.

Για τη σύναψη συμβάσεως μίσθωσης έργου απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας του νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου, που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία. Ανανέωση ή παράταση της σύμβασης μίσθωσης έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη. Ρήτρα καταβολής της εργολαβικής αμοιβής τμηματικώς κατά μήνα ή άλλο χρονικό όριο, χωρίς συνάρτηση με την πρόοδο του έργου, είναι αυτοδικαίως άκυρη.

2.Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές (ΟλΑΠ 28/2005).

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης.

Ο νομικός χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσης γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων και ανεξάρτητα από το πώς χαρακτήρισαν τα συμβαλλόμενα μέρη τη συγκεκριμένη νομική σχέση που τους συνδέει (ΟλΑΠ 19/2007, 18/2006). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945, 3 παρ.16 του ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, επιδόματα (δώρα) εορτών, άδεια, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας.

Εξάλλου, από το άρθρο 904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού μια τέτοια απαίτηση προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από νόμιμη αιτία. Έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, διότι προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου.

Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία ο ενάγων εργαζόμενος αναζητεί ευθέως τον πλουτισμό (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ.1 περ. α' ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν το λόγο, για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη είναι μη νόμιμη.

Αν, όμως, η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (ΚΠολΔ 219), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως της αγωγής από τη σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα της επικουρικής βάσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.

Και τούτο, διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο αν η στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση εργασίας κυρίια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά από παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα είτε κατ' ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και, έτσι, πληρούται ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή.

Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εργαζόμενο του λόγου ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και, έτσι, είναι δεδομένος κατά την εξέταση της επικουρικής βάσεως (ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ 981/2013).

Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου, καθώς και επί των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ), αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 535/2014). Αυτό ισχύει και επί αξιώσεων από τη σχέση εργασίας, διότι δεν εισάγεται υπέρ του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ εξαίρεση με το άρθρο 103 παρ.2 του Συντάγματος, που απαγορεύει την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση.

Η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, επαγόμενη την ακυρότητα της προσλήψεως, συνιστά απλώς τη βασική προϋπόθεση της ελλείψεως νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το ΝΠΔΔ ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την παρασχεθείσα σ' αυτό εργασία, εκ της οποίας κατέστη πλουσιότερο.

Στην περίπτωση απλής σχέσης εργασίας, για την οποία δεν οφείλεται μισθός, αλλά αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. ΑΚ, η αποζημίωση είναι ίση με την ωφέλεια του εργοδότη, την οποία αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία και η οποία υπολογίζεται με βάση τα όσα θα πλήρωνε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, σε άλλον εργαζόμενο με τα ίδια προσόντα και ικανότητα και υπό τις ίδιες συνθήκες, για την παροχή της ίδιας εργασίας.

3.Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013). Ο δε του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Τέλος, το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2008).

4.Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με τις δύο αγωγές, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ιστορούσε τα ακόλουθα: Με την πρώτη αγωγή (5550/2004) ότι, ως πτυχιούχος του Τμήματος Παιδαγωγικής Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, προσλήφθηκε, την 1-12-2001, από την Επιτροπή Ερευνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), ήτοι του δευτέρου εναγομένου, στο Πλαίσιο του προγράμματος "Υποστήριξη Έργων ΕΠΕΑΕΚ-ΑΠΘ", δυνάμει της 50016/119144 σύμβασης ανάθεσης έργου, η οποία προσχηματικά χαρακτηρίστηκε ως σύμβαση έργου και στη συνέχεια, με την 343ΕΞ/5-3-2003 απόφαση της ίδιας Επιτροπής, φέρεται ότι της ανατέθηκε η επεξεργασία στοιχείων έργων και εξαγωγής δεικτών αυτής (Επιτροπής).

Ότι η διάρκεια της άνω σύμβασής της με το ΑΠΘ ορίστηκε για το χρονικό διάστημα από 1-12-2001 έως 31-3-2003, ωστόσο, όμως, από την πρώτη ημέρα έναρξης της σύμβασής της, αυτή διατέθηκε στη Διεύθυνση Εφαρμογών Εκπαιδευτικών Σχεδίων (ΔΙΕΦΕΣ), στο Τμήμα Διοικητικών και Οικονομικών Υποθέσεων (ΔΟΥ) του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΥΠΕΠΘ), που αποτελεί υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου, ήτοι του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, στο οποίο έως την άσκηση της αγωγής εξακολουθούσε να παρέχει τις υπηρεσίες της, ως υπάλληλος γραμματειακής υποστήριξης, με συνεχείς συμβάσεις, οι οποίες προσχηματικά χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις έργου, ενώ στην πραγματικότητα υπέκρυπταν ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, διότι κάλυπτε πάγιες λειτουργικές ανάγκες του ως άνω Τμήματος ΔΟΥ του ΥΠΕΠΘ.

Ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 έως 31-3-2004, αν και δεν είχε συναφθεί καμία σύμβαση μεταξύ αυτής και των εναγομένων, η ίδια εξακολούθησε να απασχολείται χωρίς διακοπή, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες, στο Τμήμα ΔΟΥ της ΔΙΕΦΕΣ του ΥΠΕΠΘ. Ότι, την 1-4-2004, ανανεώθηκε η σύμβασή της με το ΑΠΘ, για το χρονικό διάστημα από 1-4-2004 έως 31-3-2005, δυνάμει της 50016/133237/β1 σύμβασης, με την οποία, αν και φέρεται να έχει συναφθεί με την Επιτροπή Ερευνών του ΑΠΘ και να χαρακτηρίζεται ως έργου, στην πραγματικότητα η ενάγουσα συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στο ως άνω Τμήμα του ΥΠΕΠΘ.

Ότι με τις παραπάνω συμβάσεις, χωρίς διακοπή μεταξύ τους, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς λειτουργικές ανάγκες, τελώντας υπό την πραγματική και νομική εξάρτηση των εναγομένων, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ότι η απασχόλησή της έφερε τα χαρακτηριστικά αμιγούς και ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι η μη τήρηση των τυπικών προϋποθέσεων, που ο νόμος προβλέπει για την πρόσληψη και απασχόλησή της, δεν αλλοίωνε τα χαρακτηριστικά στοιχεία της σύμβασής της και των υποχρεώσεων των εναγομένων, σύμφωνα με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 και στις διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του ν. 2112/1920. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι διαδοχικές συμβάσεις, που συνήψε με τα εναγόμενα, συνιστούσαν μια ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Με τη δεύτερη αγωγή (2630/2005), η ίδια ενάγουσα, αφού αναφέρθηκε στα ίδια πραγματικά περιστατικά που εξέθεσε στην ως άνω πρώτη αγωγή και ότι αυτή συνδεόταν με τα εναγόμενα εξαρχής με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, ιδιωτικού δικαίου, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι, παρά τις διαμαρτυρίες της προς τους προϊσταμένους της στο Τμήμα ΔΟΥ της ΔΙΕΦΕΣ του ΥΠΕΠΘ, τα εναγόμενα δεν της κατέβαλαν για την παρασχεθείσα εργασία α) από 1-4-2003 έως 31-3-2004 τις δεδουλευμένες αποδοχές της, συνολικού ποσού (12 μήνες Χ 1.174 ευρώ μηνιαίως=) 14.088 ευρώ, β) από 1-12-2001 έως 31-3-2005 τα επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας και δη για τις αιτίες αυτές το ποσό των 3.522 ευρώ για κάθε ένα από τα έτη 2002, 2003 και 2004 και το ποσό των 2.348 ευρώ για το έτος 2005 και συνολικά για όλες τις ως άνω αιτίες, για ολόκληρο το επίδικο διάστημα, το ποσό των 27.002 ευρώ, που τα εναγόμενα οφείλουν να της καταβάλουν, με νόμιμο τόκο, άλλως, σε περίπτωσή δηλαδή ακυρότητας της εργασιακής της σύμβασης, τα εναγόμενα της οφείλουν το παραπάνω ποσό των 27.002 ευρώ, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Και ζήτησε, με βάση το ως άνω ιστορικό, να υποχρεωθούν τα εναγόμενα να της καταβάλουν, καθένα εις ολόκληρο, το ποσό 27.002 ευρώ, με νόμιμο τόκο.

5.Επειδή, το Εφετείο, που δίκασε μετά από έφεση της ενάγουσας λόγω απόρριψης αμφοτέρων των αγωγών για έλλειψη δικαιοδοσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε: 1) Ότι η πρώτη αγωγή (με αριθμό κατάθεσης 5550/2004) είναι μη νόμιμη κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου εναγομένου ΑΠΘ και απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσείοντος, λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς του. 2) Ότι η δεύτερη αγωγή (με αριθμό κατάθεσης 2630/2005) είναι α) νόμιμη ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού για την αξίωση καταβολής αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 έως 31-3-2004, στηριζόμενη στα άρθρα 904 και 346 ΑΚ, μόνο κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο η ενάγουσα φέρεται κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα να πρόσφερε τις υπηρεσίες της, συνδεόμενη μετ' αυτού με απλή σχέση εργασίας, αφού δεν συνήψε μαζί του καμία σύμβαση εργασίας, β) νόμιμη ως προς τις αξιώσεις για την καταβολή αναλογίας δώρου Πάσχα 2003 (για απασχόληση το μήνα Απρίλιο 2003), για την καταβολή δώρου Χριστουγέννων 2003 (για απασχόληση από 1-4-2003 έως 31-12-2003), για την καταβολή αναλογίας δώρου Πάσχα 2004 (για απασχόληση από 1-1-2004 έως 31-3-2004), την καταβολή αναλογίας αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας 2003 και 2004 (για απασχόληση εντός του 2003 από 1-4-2003 έως 31-12-2003 και εντός του 2004 από 1-1-2004 έως 31-3-2004), στηριζόμενη ευθέως στο νόμο και δη στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 2 του ν. 1082/1980, 1 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 και 2 του α.ν. 539/1945, 3 παρ.16 του ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26-2-1 975 ΕΓΣΣΕ, δεδομένου ότι τα επιδόματα (δώρα) εορτών, οι αποδοχές αδείας και τα επιδόματα αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας, μόνο κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο η ενάγουσα φέρεται, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, να πρόσφερε τις υπηρεσίες της, συνδεόμενη μετ' αυτού με απλή σχέση εργασίας, και γ) απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς του, τόσο ως προς την κυρία όσο και ως προς την επικουρική βάση της για τις αξιώσεις για καταβολή αποδοχών αδείας, επιδόματος αδείας, δώρων Πάσχα και Χριστουγέννων του έτους 2002, για την καταβολή αναλογίας δώρου Πάσχα 2003 (για απασχόληση κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους 2003), για καταβολή αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας του έτους 2003 (για απασχόληση από 1-1-2003 έως 31-3-2003, για καταβολή αναλογίας δώρου Πάσχα 2004 (για απασχόληση κατά τον Απρίλιο 2004), για καταβολή ολόκληρου του δώρου Χριστουγέννων του 2004, για καταβολή αναλογίας αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας του έτους 2004 (για απασχόληση από 1-4-2004 έως 31-12-2004), για καταβολή της αναλογίας αποδοχών αδείας, επιδόματος αδείας και δώρου Πάσχα του έτους 2005 (για απασχόληση από 1-1-2005 έως 31-3-2005).

Για τις αμέσως παραπάνω αξιώσεις η αγωγή, τόσο ως προς την κύρια όσο και ως προς την επικουρική βάση της, κρίθηκε νόμιμη κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου εναγομένου ΑΠΘ, με το οποίο η ενάγουσα, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, φέρεται ότι συνήψε συμβάσεις έργου, που υπέκρυπταν την παροχή εξαρτημένης εργασίας.

6.Επειδή, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές και την αντιστοίχως εξενεχθείσα κρίση ως προς τη δεύτερη αγωγή, το Εφετείο : Α) Ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν (βλ. παραπάνω αρ.1 και 2) και υπήγαγε σ' αυτές τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, δεχθέν ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη νομιμοποιείται να ζητήσει από το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο πρόσφερε τις υπηρεσίες της με απλή σχέση εργασίας, αφού δεν συνήψε μαζί του καμία σύμβαση εργασίας, να της καταβάλει την ωφέλεια από την παροχή εργασίας κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 έως 31-3-2004 σύμφωνα με την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και τα αντιστοίχως οφειλόμενα επιδόματα (δώρα) εορτών, τις αποδοχές αδείας και τα επιδόματα αδείας, τα οποία δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Και Β) Ουχί παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, με το να δεχθεί ότι, με βάση τα αναφερόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, η επικουρική βάση αυτής, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι ορισμένη και νόμιμη, αφού αυτή είχε ως προϋπόθεση την παροχή εργασίας προς όφελος της κεντρικής υπηρεσίας του Ελληνικού Δημοσίου (ήτοι τμήματος του ΥΠΕΠΘ), χωρίς την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας, περιστατικά τα οποία αναφέρονται στην αγωγή.

Επομένως, και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

7.Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-3-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 1776/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 11η Ιουνίου 2015. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 16η Ιουλίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ