Legislator Case Law & Legislation
1022/2014 AI generated

1022/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1022/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1022/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, ο ισχυρισμός εκείνου που ενάγεται με την περί κλήρου αγωγή για την απόδοση της νόμιμης μοίρας, ότι η νόμιμη μοίρα καταλείφθηκε στον ενάγοντα μεριδούχο με την εγκατάστασή του από τον διαθέτη σε ειδικά καθοριζόμενο κληρονομιαίο αντικείμενο (δήλο πράγμα), συνιστά ένσταση καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής.

Keywords

AI generated
vendor's statutory lien action to recover possession vehicle keeper rights of landlord proof of ownership tenant's pre-emptive right
AI generated
50/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
740/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
1097/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π.
1448/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
1459/2010
Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο 'Αρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, εξετάζει αυτεπαγ-γέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1022 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1022/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παρασκευά Κουτουρούσιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Μ. του Α. και 2) Α. Μ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Νίκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/10/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19171/1999 του ίδιου Δικαστηρίου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο λόγω αρμοδιότητας, 30266/2000 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 3017/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 74/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 3017/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα αποτελείται από άλλους δικαστές. Στη συνέχεια εκδόθηκε η 2163/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-10-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 12-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 517 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά των αντιδίκων του εκκαλούντος στην πρωτόδικη δίκη, όχι δε και κατά των ομοδίκων του, οι οποίοι υφίστανται την ίδια με αυτόν βλάβη από την εκκαλούμενη απόφαση, εκτός αν η απόφαση περιέχει επιβλαβή διάταξη για τον εκκαλούντα υπέρ κάποιου από τους ομοδίκους του, οπότε η έφεση πρέπει να απευθύνεται και κατ' αυτού.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ήδη αναιρεσείων άσκησε κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων και της αδελφής του Γ. συζ. Α. Μ. την από 8.10.1999 περί κλήρου αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την 3266/2000 απόφασή του τη δέχτηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τους εναγομένους να του αποδώσουν το 1/6 εξ αδιαιρέτου του επίδικου κληρονομιαίου ακινήτου-οικοπέδου.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση οι εκ των εναγομένων ήδη αναιρεσίβλητοι και το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη - 2163/2008 - απόφασή του τη δέχτηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και εν τέλει απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατ' αυτών. Την έφεση οι ήδη αναιρεσίβλητοι απηύθυναν κατά του αντιδίκου τους στην πρωτόδικη δίκη ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, όχι δε και κατά της ομοδίκου τους προαναφερόμενης εναγόμενης αδελφής τους, ως προς την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την πιο πάνω -3266/2000- απόφασή του είχε δεχθεί, επίσης, την αγωγή, αλλά δεν περιείχε η απόφαση αυτή επιβλαβή διάταξη για τους εκκαλούντες ήδη αναιρεσιβλήτους υπέρ της ομοδίκου τους αυτής.

Υπό τα δεδομένα αυτά, η άσκηση της έφεσης από τους ήδη αναιρεσιβλήτους εναγομένους κατά μόνου του αντιδίκου τους στην πρωτόδικη δίκη ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ήταν, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 68 και 517 ΚΠολΔ, παραδεκτή και επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό την επίκληση της πλημμέλειας αυτής, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710, 1712, 1825, 1827, 1829, 1830, 1831, 1832, 1833, 1871 ΑΚ προκύπτουν τα ακόλουθα: Δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομία έχουν οι κατιόντες και οι γονείς του κληρονομουμένου, καθώς και ο επιζών σύζυγος, οι οποίοι θα καλούνταν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι. Ο μεριδούχος, κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του, η οποία είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας του, συντρέχει αυτοδικαίως από το νόμο ως κληρονόμος στο σύνολο της κληρονομίας και είναι κατ' αρχήν άμεσος καθολικός διάδοχος του κληρονομουμένου σε όλα τα αντικείμενα της κληρονομίας.

Οι διατάξεις της διαθήκης που προσβάλλουν τη νόμιμη μοίρα είναι αυτοδικαίως άκυρες. Αν στον μεριδούχο δεν καταλείφθηκε με διάταξη τελευταίας βουλήσεως κάποιο περιουσιακό στοιχείο και δεν υπάρχουν παροχές εν ζωή προς αυτόν του διαθέτη από εκείνες που αναφέρονται στα άρθρα 1833, 1834 ΑΚ, ο νόμιμος μεριδούχος δικαιούται να λάβει το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του από όλα τα αντικείμενα της κληρονομίας, ασκώντας κατ' εκείνων που κατακρατούν αντικείμενα της κληρονομίας (νομείς της κληρονομίας) την περί κλήρου αγωγή (άρθρο 1871 ΑΚ).

Εξάλλου, ο ισχυρισμός εκείνου που ενάγεται με την περί κλήρου αγωγή για την απόδοση της νόμιμης μοίρας, ότι η νόμιμη μοίρα καταλείφθηκε στον ενάγοντα μεριδούχο με την εγκατάστασή του από τον διαθέτη σε ειδικά καθοριζόμενο κληρονομιαίο αντικείμενο (δήλο πράγμα), συνιστά ένσταση καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής.

Και τούτο διότι η στα πλαίσια της διανεμητικής εξουσίας του διαθέτη εγκατάσταση του ενάγοντος μεριδούχου ως κληρονόμου σε δήλο πράγμα αποτελεί συγχρόνως και εγκατάσταση αυτού σε ποσοστό της κληρονομίας, το οποίο προσδιορίζεται με βάση την αξία του δήλου σε σχέση με την αξία της όλης κληρονομίας, και συνεπώς κατά το μέρος που το δήλο καλύπτει τη νόμιμη μοίρα του, αποκλείει αυτόν από το δικαίωμα νόμιμης μοίρας επί των λοιπών κληρονομιαίων στοιχείων.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Ο Α. Μ. του Ν., κάτοικος εν ζωή ..., αποβίωσε ενταύθα την 6η Μαρτίου 1996 και κατέλιπε πλησιέστερους συγγενείς, οι οποίοι θα καλούνταν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, τα τέκνα του, ήτοι τη θυγατέρα του Γ. σύζ.

Α. Μ. (1η εναγομένη και μη διάδικο στην παρούσα κατ' έφεση - και κατ' αναίρεση - δίκη), τον ενάγοντα γιο του Β. Μ., οι οποίοι είναι τέκνα του από τον πρώτο νόμιμο γάμο του με τη Σ. Μ. που προαπεβίωσε αυτού, και το δεύτερο εναγόμενο εκκαλούντα γιο του από το δεύτερο νόμιμο γάμο του με την Α. Π., η οποία, επίσης, προαπεβίωσε του ως άνω κληρονομούμενου συζύγου της.

Στον εν λόγω κληρονομούμενο είχε περιέλθει κατά κυριότητα και νομή με τον υπ' αριθμόν .../1968 τίτλο κυριότητος (παραχωρητήριο) της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα, ένα οικόπεδο εκτάσεως 258 τ.μ., κείμενο με αριθμό 3 στο ... οικοδομικό τετράγωνο του προσφυγικού συνοικισμού ... του Δήμου ...ς του Νομού Θεσσαλονίκης, επί της οδού ...

αριθμός 31, συνορευόμενο γύρωθεν, κατά τον τίτλο κτήσεως ... Επί του ανωτέρω οικοπέδου ο Α. Μ. (αποβιώσας) είχε ανεγείρει αρχικά ισόγεια οικία εμβαδού 85 τ.μ. Με το υπ' αριθμόν .../1969 συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Βαβαστιούλα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών, ο πιο πάνω κληρονομούμενος μεταβίβασε κατά κυριότητα στην προαναφερόμενη θυγατέρα του Γ.

σύζ. Α. Μ., λόγω συστάσεως προικός, την ανωτέρω ισόγεια οικοδομή ως αυτοτελή διηρημένη ιδιοκτησία (ισόγειο όροφο) κατά τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1003 και 1117 ΑΚ, μετά του αναλογούντος σ' αυτήν ποσοστού 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του προαναφερόμενου οικοπέδου, παρακρατώντας για τον εαυτό του το υπόλοιπο ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου.

Στη συνέχεια ο ίδιος ανήγειρε, με βάση την υπ' αριθμόν .../5-11-1969 οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, πρώτο όροφο (επάνω από τον ισόγειο) εμβαδού 85 τ.μ., και με την επακολουθήσασα και αναφερόμενη παρακάτω από 30-11-1990 δημόσια διαθήκη του, ο κληρονομούμενος συνέστησε οριζόντιες ιδιοκτησίες κατά τις ίδιες ως άνω διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 , 1117 ΑΚ.

Κατ' αυτόν τον τρόπο ο πρώτος όροφος της παραπάνω οικοδομής, που ανήκε σ' αυτόν, αποτέλεσε αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία με ποσοστό συγκυριότητος επί του προαναφερόμενου οικοπέδου 1/3 εξ αδιαιρέτου και το υπόλοιπο εναπομείναν ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ορίσθηκε ότι αντιστοιχεί στο δικαίωμα μελλοντικής καθ' ύψος (ή κατά πλάτος) επέκτασης της ίδιας οικοδομής.

Επίσης ο ανωτέρω κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου του είχε στη νομή αυτού και ένα διαμέρισμα μικτού εμβαδού 75 τ.μ., κείμενο στον πρώτο όροφο της επί της οδού ... αριθμός 14 στη Θεσσαλονίκη πολυώροφης οικοδομής. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο Α. Μ. (διαθέτης) εμφανισθείς ως αντιπρόσωπος του γιου του Β.

Μ., χωρίς όμως να διαθέτει εξουσία αντιπροσώπευσης του τελευταίου, προσυμφώνησε για λογαριασμό αυτού και δια χρημάτων του, όπως δήλωσε στο συμβολαιογράφο, την αγορά του παραπάνω διαμερίσματος από την ιδιοκτήτριά του Α. Δ., αντί τιμήματος 100.000 δρχ, το οποίο, όμως, εξόφλησε ολοσχερώς με δικά του χρήματα ο εν λόγω διαθέτης, συνταχθέντος και του υπ' αριθμόν .../10-8-1973 προσυμφώνου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Βασιλάκη.

Στο παραπάνω προσύμφωνο συμβόλαιο ρητά συνομολογήθηκε ότι η πιο πάνω προσύμβαση εξαρτάται από την έγκριση της από τον αγοραστή (αντιπροσωπευόμενο) μέχρι της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου, και στην περίπτωση που αυτός δεν την εγκρίνει, η εν λόγω προσύμβαση δεν καθίσταται άκυρη ή ανενεργός, αλλά θεωρείται ως συμβληθείς ο "αφετέρου ώδε συμβαλλόμενος" Α.

Μ. (διαθέτης), ότι ενήργησε δι' εαυτόν του και προς αυτόν θα γίνει η μεταβίβαση του παραπάνω ακινήτου. Ο ενάγων γιος του διαθέτη δεν προέβη στην έγκριση της προσύμβασης δια της συντάξεως του οριστικού συμβολαίου, στον οποίο μάλιστα η παραπάνω πωλήτρια εκχώρησε το δικαίωμα αυτοσύμβασης, και αφού ο προαναφερόμενος αντιπρόσωπος (διαθέτης) στερούνταν της εξουσίας αντιπροσώπευσης αυτού και η εν λόγω πωλήτρια δεν υπαναχώρησε της συμβάσεως αλλά αντιθέτως δια του ως άνω προσυμφώνου είχε επιλέξει ήδη την εκτέλεση αυτής από τον εν λόγω άνευ πληρεξουσιότητος ενεργούντα Α.

Μ. στη νομή και κατοχή του οποίου παρέμεινε το ακίνητο αυτό, δεδομένου ότι σ' αυτόν παραδόθηκε η νομή τούτου από την πιο πάνω πωλήτρια, μέχρι πληρώσεως της ανωτέρω αναβλητικής αιρέσεως, η οποία και τελικώς δεν πληρώθηκε αφού ο ενάγων δεν προέβη στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, και, έτσι, δεν παρήγαγε έννομα αποτελέσματα η πιο πάνω προσύμβαση στο πρόσωπο αυτού (ενάγοντος) (άρθρα 201 επόμ.

ΑΚ). Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο Α. Μ. παραχώρησε χωρίς αντάλλαγμα στον ενάγοντα (γιο του) τη χρήση του παραπάνω διαμερίσματος, στο οποίο και διαμένει αυτός έκτοτε, προς κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειάς του. Περί των ανωτέρω πραγματικών γεγονότων και ειδικότερα ότι στην προκείμενη περίπτωση ο Α.

Μ. ενήργησε χωρίς εξουσία αντιπροσώπευσης εκ μέρους του γιου του, ότι το τίμημα του παραπάνω διαμερίσματος εξοφλήθηκε ολοσχερώς από τον εν λόγω διαθέτη, καθώς και ότι το παραπάνω ακίνητο παρέμεινε στη νομή του τελευταίου, ο οποίος και παραχώρησε στο γιο του τη χρήση αυτού άνευ ανταλλάγματος, κατέθεσε με σαφήνεια η κατά πρόταση των εναγομένων εξετασθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Α.

Σ., η οποία με απόλυτη βεβαιότητα κατέθεσε σχετικά με την αγορά του παραπάνω διαμερίσματος και τον τρόπο που διένειμε την περιουσία του ο διαθέτης στα τρία παιδιά του, ώστε να μην αδικήσει κανένα από αυτά. Η κατάθεση της ανωτέρω μάρτυρος ενισχύεται και από, α) τις από 24-4-2001, 23-4-2001 και 30-4-2001 ένορκες καταθέσεις των Σ.

Ι., Β. Η. και Σ. Σ. αντιστοίχως, που εξετάσθηκαν ως μάρτυρες ενώπιον του Πταισματοδίκη του IB Τμήματος Θεσσαλονίκης κατά τη διεξαχθείσα υπ' αυτού προανάκριση σε βάρος της συζύγου του ενάγοντος Ε. Μ. μετά από μήνυση που υπέβαλε κατ' αυτής ο 2ος εναγόμενος Ν. Μ. για την πράξη της ψευδορκίας. Ειδικότερα οι δύο πρώτοι από αυτούς, οι οποίοι παρέστησαν και ως μάρτυρες κατά τη σύνταξη της υπ' αριθμόν .../30-11-1990 δημόσιας διαθήκης του Α.

Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νίκης Ανδριανού, κατέθεσαν ότι ο παραπάνω κληρονομούμενος είχε δηλώσει ενώπιον της πιο πάνω συμβολαιογράφου "εις επήκοον" αυτών ότι ο ίδιος κατέβαλε το τίμημα του διαμερίσματος που προσυμφώνησε να αγοράσει με το ανωτέρω προσύμφωνο, αποκλειστικά με δικά του χρήματα που είχε εισπράξει από την προηγηθείσα πώληση ετέρου ακινήτου του (οικοπέδου) κειμένου στο συνοικισμό "..." Θεσσαλονίκης.

Ο δε τρίτος από αυτούς Σ. Σ., με τον οποίο εργαζόταν ο ενάγων την εποχή εκείνη στην Πελοπόννησο σε έργο, την εκτέλεση του οποίου είχε αναλάβει, η ανώνυμη εταιρία "ΤΕΡΡΑ ΑΕ", κατέθεσε ότι την εποχή εκείνη (Μάιος 1973) ο ενάγων είχε πρόσφατα παντρευτεί και εργαζόταν στο ως άνω έργο, ότι ο κληρονομούμενος (Α. Μ.) είχε αγοράσει με δικά του χρήματα το προαναφερόμενο ακίνητο, και ότι στη συνέχεια με τη διαθήκη του το διαμέρισμα αυτό το άφησε στο γιο του (ενάγοντα), β) το υπ' αριθμόν .../17-7-1973 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Τσιαδήρα, από το οποίο προκύπτει ότι ο παραπάνω κληρονομούμενος, λίγες ημέρες πριν από τη σύνταξη του πιο πάνω προσυμφώνου, είχε προβεί στην πώληση άλλου ακινήτου του (οικοπέδου) εκτάσεως 366 τ.μ.

κειμένου στο συνοικισμό ... Θεσσαλονίκης αντί τιμήματος 400.000 δρχ, που επιβεβαιώνει το γεγονός ότι με χρήματα του Α. Μ. αγοράσθηκε το παραπάνω διαμέρισμα, και γ) από αυτό το περιεχόμενο της προαναφερόμενης δημόσιας διαθήκης του ανωτέρω κληρονομουμένου, στην οποία αυτός δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι "μετά το θάνατό μου ο γιος μου Β. (ενάγων) θα πάρει στην κυριότητα, νομή και κατοχή του το επί της οδού ...

αριθμός 14 διαμέρισμά του στο οποίο και ενοικεί από ετών", που επιβεβαιώνει το γεγονός ότι ο κληρονομούμενος θεωρούσε το διαμέρισμα αυτό δικό του περιουσιακό στοιχείο, ανήκον στη νομή αυτού, γι' αυτό και αναφέρει στη διαθήκη του ότι ο γιος του "ενοικεί" απλώς στο εν λόγω ακίνητο από ετών. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο ούτε από αυτήν την κατάθεση της Ε.

Μ., συζύγου του ενάγοντος, που εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά πρόταση του ενάγοντος, και η οποία όλως αορίστως αναφέρει στην κατάθεσή της ότι ο κληρονομούμενος σύζυγός της είχε χορηγήσει στον κληρονομούμενο πατέρα του την πληρεξουσιότητα για να τον αντιπροσωπεύσει στην κατάρτιση του παραπάνω προσυμφώνου πώλησης του εν λόγω διαμερίσματος, γεγονός όμως που δεν επιβεβαιώνεται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο.

Επίσης η ίδια μάρτυρας κατέθεσε ότι τα χρήματα για την αγορά του παραπάνω διαμερίσματος δόθηκαν από τον πατέρα και από την αδελφή της, σε αντίθεση με τον ενάγοντα σύζυγό της ο οποίος στην ένδικη αγωγή του ισχυρίζεται ότι τα χρήματα για την αγορά αυτή καταβλήθηκαν από τον ίδιο. Έτσι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, αποδεικνύεται ότι κατά τον χρόνο θανάτου του (6-3-1996) ο κληρονομούμενος Α.

Μ. κατέλιπε την παρακάτω κληρονομιαία περιουσία στην οποία περιλαμβάνονταν τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία: α) τον πρώτο όροφο (αυτοτελής οριζόντια ιδιοκτησία) της οικοδομής επί της οδού ... αριθμός 31 στο συνοικισμό ... στην ..., εμβαδού 85 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου των 258 τ.μ. 1/3 εξ αδιαιρέτου, β) το δικαίωμα της καθ' ύψος (ή κατά πλάτος) επέκτασης της ίδιας οικοδομής, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του αυτού ως άνω οικοπέδου 1/3 εξ αδιαιρέτου, και γ) το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της κειμένης επί της οδού ...

αριθμός 14 πολυώροφης οικοδομής, εμβαδού 57 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου μετά των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών αυτής 1,45/100. Ο παραπάνω κληρονομούμενος με την υπ' αριθμόν .../30-11-1990 δημόσια διαθήκη του που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νίκης Ανδριανού και δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ' αριθμόν 664/24-5-1996 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εγκατέστησε ως κληρονόμους του στην προαναφερόμενη κληρονομιαία περιουσία του, α) τον ενάγοντα Β.

Μ., γιο του από τον πρώτο νόμιμο γάμο του με τη Σ. Μ., στον οποίο κατέλιπε το προαναφερόμενο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της πολυώροφης οικοδομής επί της οδού ... αριθμός 14, εμβαδού μεικτού 57 τ.μ. με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 3, β) το δεύτερο εναγόμενο Ν. Μ., γιο του από το δεύτερο νόμιμο γάμο του με την Α. Π., στον οποίο κατέλιπε τον πρώτο όροφο της διώροφης οικοδομής επί της οδού ...

αριθμός 31 στη ..., εμβαδού 85 τ.μ. περίπου, με το αναλογούν σ' αυτόν ποσοστό του 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου, και γ) τον τρίτο εναγόμενο, εγγονό του Α. Μ., τέκνο του γιου του Ν. Μ., στον οποίο κατέλιπε το δικαίωμα της καθ' ύψος (ή κατά πλάτος) επέκτασης της παραπάνω διώροφης οικοδομής μετά του αναλογούντος σ' αυτό ποσοστού 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του αυτού ως άνω οικοπέδου.

Περαιτέρω, από τη συνεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών στοιχείων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αξία των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων της κληρονομίας κατά το χρόνο θανάτου (6-3-1996) του διαθέτη Α. Μ. ανερχόταν στα ακόλουθα ποσά: α) του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, μεικτού εμβαδού 57 τ.μ. της οικοδομής επί της οδού ...

αρ. 14, λόγω και της παλαιότητας της οικοδομής αυτής και της απλής κατασκευής της (χρόνος ανεγέρσεως προ του έτους 1967) σε 6.000.000 δρχ (ήτοι 17.608,22 €) , β) του πρώτου ορόφου εμβαδού 85 τ.μ. καλής κατασκευής, της οικοδομής επί της οδού ... αριθμός 31 στη ... (έτος κατασκευής 1969), που βρίσκεται σε προνομιακή θέση και η περιοχή της οποίας έχει αναπτυχθεί κατά τα τελευταία χρόνια σε 22.000.000 δρχ (ήτοι 64.563,46 €) , και γ) του δικαιώματος της καθ' ύψος (ή κατά πλάτος) επέκτασης της πιο πάνω οικοδομής μετά του αναλογούντος σ' αυτήν ποσοστού 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου σε 7.000.000 δραχμές (ήτοι 20.542,92 ευρώ).

Συνεπώς η συνολική αξία της κληρονομίας κατά το χρόνο θανάτου του παραπάνω διαθέτη (6-3-1996) ανέρχονταν σε (6.000.000 δρχ.+ 22.000.000 δρχ. + 7.000.000 δρχ.) = 35.000.000 δραχμές (ή 102.714,60 ευρώ). Συνακόλουθα, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, αν χωρούσε η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή στην κληρονομία του ως άνω διαθέτη θα καλούνταν σ' αυτήν τα ανωτέρω τρία τέκνα του (ήτοι η Γ.

συζ. Α. Μ., ο ενάγων Β. Μ. και ο εναγόμενος Ν. Μ.), η νόμιμη μοίρα του ενάγοντος, που είναι το ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας του (1/3 : 2) = 1/6, υπολογιζόμενη στην παραπάνω αξία της κληρονομίας ανέρχεται σε (1/6 x 35.000.000 δρχ) = 5.833.333 δραχμές (ήτοι 17.119,10 ευρώ). Το ποσό αυτό των 5.833.333 δραχμών αποτελεί την αξία της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος, την οποία δικαιούταν αυτός να λάβει ως αναγκαίος κληρονόμος του διαθέτη πατέρα του.

Πρέπει, όμως να σημειωθεί εν προκειμένω, ότι ο υπολογισμός της νόμιμης μοίρας γίνεται με βάση την αξία και την κατάσταση του συνόλου της περιουσίας του κληρονομουμένου κατά το χρόνο του θανάτου του (πραγματική ομάδα της κληρονομίας) χωρίς να προστίθεται σ' αυτήν και η αξία του ισογείου ορόφου της διώροφης οικοδομής επί της οδού ...

αριθμός 31, με το αντίστοιχο σ' αυτήν ποσοστό του 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου, δεδομένου ότι την προαναφερόμενη οριζόντια ιδιοκτησία μεταβίβασε λόγω προικός εν ζωή ο διαθέτης στη θυγατέρα του Γ. συζ. Α. Μ. με το υπ' αριθμόν .../1969 προικοσυμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Βαβατσιούλα, οι δε διάδικοι (ενάγων και εναγόμενοι) με τις νομότυπα κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους δεν ζητούν τη συνεισφορά και τον καταλογισμό της αξίας της προίκας αυτής στην κληρονομιαία περιουσία για την εξεύρεση της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος.

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η παραπάνω ένσταση των εναγομένων - εκκαλούντων, περί του ότι ο ενάγων έλαβε τη νόμιμη μοίρα που δικαιούταν επί της κληρονομιαίας περιουσίας του κληρονομουμένου - πατέρα του με την εγκατάστασή του στο παραπάνω δήλο πράγμα (διαμέρισμα) είναι ουσιαστικά βάσιμη, και συνεπώς κατά παραδοχή της ένστασης αυτής ως ουσιαστικά βάσιμης έπρεπε ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένδικη αγωγή".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη περί κλήρου αγωγή ως προς τους ήδη αναιρεσιβλήτους εναγομένους ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία όσο όσον αφορά την παραδοχή της άνω ένστασης των ήδη αναιρεσιβλήτων όσο και όσον αφορά την απόρριψη, εν τέλει, της ένδικης αγωγής, και, συνεπώς ο έκτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζονται από τον αναιρεσείοντα τα αντίθετα, είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.

Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, επίσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο "με ανεπαρκέστατη αιτιολογία και πέρα από τα διδάγματα της κοινής πείρας και την ίδια τη λογική" δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων "δεν ενέκριν(ε) την αγορά με το επίδικο προσύμφωνο, αφού δεν συνέταξ(ε) οριστικό συμβόλαιο για το επίδικο διαμέρισμα", παρεκτός της αοριστίας της όσον αφορά τα διδάγματα της κοινής πείρας, που δεν αναφέρονται συγκεκριμένα, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτη, διότι, υπό την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας, πλήττεται αποκλειστικά η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό-ένσταση-των ήδη αναιρεσιβλήτων των εναγομένων, ότι η νόμιμη μοίρα του ήδη αναιρεσείοντος-ενάγοντος καταλήφθηκε σ' αυτόν από τον κληρονομούμενο πατέρα του, ο οποίος τον εγκατέστησε κληρονόμο του στο άνω διαμέρισμα, στην οδό ...

αρ. 14, αξίας 6.669.000 δρχ. που καλύπτει τη νόμιμη μοίρα του, εφόσον προτάθηκε από αυτούς απαραδέκτως λόγω αοριστίας του (πρβλ. ΑΠ 352/1977 ΝοΒ 27.1427), είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο άνω περί απαραδέκτου λόγω αοριστίας ισχυρισμός του αναιρεσείοντος που ο λόγος αυτός αναίρεσης στηρίζεται - και δεν εμπίπτει σε καμιά από τις προαναφερθείσας εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ - είχε προταθεί νόμιμα από αυτόν στο Δικαστήριο της ουσίας.

IV. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά.

Εξάλλου, από τα άρθρα 438, 440 και 441 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα συμβολαιογραφικά έγγραφα ως δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη παρά μόνον δια της προσβολής τους ως πλαστών, όχι ως προς όλα όσα περιέχονται σε αυτά αλλά μόνον ως προς όσα ο συμβολαιογράφος αναφέρει ότι έγιναν από τον ίδιο ενώπιόν του.

Ως προς την αλήθεια των δηλώσεων των δικαιοπρακτούντων ή τρίτων που εμφανίσθηκαν ενώπιόν του για την οποία ο συμβολαιογράφος δεν έχει δική του αντίληψη, χωρεί ανταπόδειξη και χωρίς την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού για το σχηματισμό της κρίσης του αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας επί του ανωτέρω, επί της οδού ...

αριθμός 14 στη Θεσσαλονίκη, διαμερίσματος από τον πατέρα του αναιρεσείοντος, δεν προσέδωσε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη των δημόσιων εγγράφων στο προσκομισθέν από τον αναιρεσείοντα και στη με τα στοιχεία ΙΙ προηγούμενη σκέψη αναφερόμενο .../10.8.1973 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, σχετικά με τις δηλώσεις του πατέρα του, που περιέχονται σ' αυτό, ότι "παραστά(θηκε) στην υπογραφή του κατ' εντολή και για λογαριασμό του /του αναιρεσείοντος) και αγόρα(σε) με δικά του (αναιρεσείοντος) χρήματα (το άνω διαμέρισμα)". 'Όμως, σύμφωνα με τα παραπάνω, ως προς τις προαναφερθείσες δηλώσεις του πατέρα του αναιρεσείοντος χωρούσε ανταπόδειξη, και το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, συνεκτιμώντας, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομισθεί νόμιμα με επίκληση και αποδίδοντας μεγαλύτερη βαρύτητα ιδιαίτερα σ' εκείνα των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγομένων που αναφέρονται ρητά, δέχτηκε ανταποδεικτικώς, κατά παραδοχή ως βάσιμου και κατ' ουσίαν του έκτου λόγου έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγομένων, το σχετικό ισχυρισμό τους, ότι "ο Α.

Μ. (διαθέτης-πατέρας του αναιρεσείοντος) εμφανισθείς ως αντιπρόσωπος του γιου του Β. Μ., χωρίς όμως να διαθέτει εξουσία αντιπροσώπευσης του τελευταίου, προσυμφώνησε για λογαριασμό αυτού και δια χρημάτων του, όπως δήλωσε στο συμβολαιογράφο, την αγορά του παραπάνω διαμερίσματος από την ιδιοκτήτριά του Α.

Δ., αντί τιμήματος 100.000 δρχ, το οποίο όμως εξόφλησε ολοσχερώς με δικά του χρήματα ο εν λόγω διαθέτης, συνταχθέντος και του υπ' αριθμόν .../10-8-1973 προσυμφώνου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Βασιλάκη, (Ότι) στο παραπάνω προσύμφωνο συμβόλαιο ρητά συνομολογήθηκε ότι η πιο πάνω προσύμβαση εξαρτάται από την έγκρισή της από τον αγοραστή (αντιπροσωπευόμενο) μέχρι της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου, και στην περίπτωση που αυτός δεν την εγκρίνει, η εν λόγω προσύμβαση δεν καθίσταται άκυρη ή ανενεργός, αλλά θεωρείται ως συμβληθείς ο "αφετέρου ώδε συμβαλλόμενος" Α.

Μ. (διαθέτης) ότι ενήργησε δι' εαυτόν του και προς αυτόν θα γίνει η μεταβίβαση του παραπάνω ακινήτου. ('Ότι) ο ενάγων γιος του διαθέτη δεν προέβη στην έγκριση της προσύμβασης δια της συντάξεως του οριστικού συμβολαίου ... . Ότι (στον Α. Μ. - διαθέτη) παραδόθηκε η νομή τούτου από την πιο πάνω πωλήτρια, μέχρι πληρώσεως της ανωτέρω αναβλητικής αιρέσεως, η οποία και τελικώς δεν πληρώθηκε αφού ο ενάγων δεν προέβη στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, και, έτσι, δεν παρήγαγε έννομα αποτελέσματα η πιο πάνω προσύμβαση στο πρόσωπο αυτού (ενάγοντος)".

Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον προεκτεθέντα ισχυρισμό των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγομένων, γιατί δεν είχε προβληθεί πρωτοδίκως και επαναφερθεί νόμιμα σ' αυτό - Εφετείο -, κατά την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, προεχόντως, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο άνω ισχυρισμός, ο οποίος στηρίζει το λόγο αυτό αναίρεσης και δεν εμπίπτει σε καμία από τις εξαιρέσεις που διαλαμβάνονται στο άρθρο αυτό, είχε προταθεί νόμιμα από τον ήδη αναιρεσείοντα ενάγοντα στο Δικαστήριο της ουσίας.

V. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση των αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια των άρθρων 559 παρ. 1 εδάφ. β' και 560 παρ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΟλΑΠ 2/2008, 8, 10, 1/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδάφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο ήδη αναιρεσείων ενάγων δεν ενέκρινε το προσύμφωνο από το ότι δεν συνέταξε μέχρι σήμερα το οριστικό συμβόλαιο, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ότι, αν δεν δεχόταν το προσύμφωνο και αν δεν το ενέκρινε, δεν θα κατοικούσε μόνιμα στο διαμέρισμα της οδού ...

αριθ. 14 που αφορά το προσύμφωνο και δεν θα τεκνοποιούσε και δεν θα δημιουργούσε οικογένεια μέσα στο διαμέρισμα αυτό. Ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού τα αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Ο ηττώμενος αναιρεσείων δεν καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, εφόσον οι τελευταίοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Νίκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ χωρίς να έχουν καταθέσει προτάσεις, δεν έχουν υποβάλει σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.10.2009 αίτηση του Β. Μ. του Α. και Σ. για αναίρεση της 2163/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ