Supreme Court dismisses appeal for failure to specify factual basis for alleged violation of defamation law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a defamation claim. The appellant argued the lower court erred by rejecting his claim of malicious defamation under Article 367 of the Penal Code, asserting the statement was merely an expression of opinion rather than a factual assertion. The court ruled that the appeal was inadmissible because it failed to specify the factual assumptions of the lower court's finding that the statement was not defamatory, rendering the legal error check impossible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1005(1), 1017(2) of the Civil Procedure Code; Articles 118(4), 556(1), 577, 578 of the Civil Procedure Code; Article 367(1) of the Penal Code; Articles 57-59, 914 of the Civil Code; Article 561(1) of the Civil Procedure Code: An appeal against a judgment is inadmissible if it fails to specify the factual assumptions of the lower court's decision that constitute the alleged violation of substantive law, making the review of the legal error impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1022 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1022/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Τσιρώνη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1 , κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τζιμέα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιανουαρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4874/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5711/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 5 Φεβρουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 1005 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1017 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και 199, 513, 1192 και 1198 του ΑΚ συνάγεται ότι ο αναγκαστικός πλειστηριασμός αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση πωλήσεως, η οποία ενεργείται υπό το κράτος της αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση που αποδέχεται την τελευταία προσφορά.
Εάν όμως συντρέξει παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οφειλέτη, ο οποίος, σε συμπαιγνία με άλλους, επιδιώκοντας την επίτευξη παράνομου περιουσιακού οφέλους δια καταστρατηγήσεως των περί αναγκαστικού πλειστηριασμού διατάξεων, προσβάλλει δικαίωμα ή και εννόμως προστατευόμενο συμφέρον τρίτου, τότε δημιουργείται υποχρέωση αποζημίωσης τούτου κατά το άρθρο 914 ΑΚ {βλ.Ολ.ΑΠ.12/2008}.
Εξ' άλλου κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α' - δ' του ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ιδίου Κώδικα πράξεων - με εξαίρεση την περίπτωση της συκοφαντικής δυσφημήσεως - αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομικών καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (ή προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις.
Η εν λόγω διάταξη, για την ενότητα της έννομη τάξης, εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τα άρθρα 57-59 του ΑΚ, με τα οποία προβλέπεται η ικανοποίηση, με πληρωμή χρηματικού ποσού, με δημοσίευμα ή με οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις, εκείνου που προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσής του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσο και στην κατ' έφεση δίκη προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ενήργησε, με την καταμήνυση από αυτόν του αναιρεσιβλήτου, προς προστασία νομίμων συμφερόντων του, καθώς ο πλειστηριασμός του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου (στον οποίο εκείνος μετείχε) ήταν προσχηματικός, ως γενόμενος με σκοπό τον "εγκλωβισμό" ανύποπτων θυμάτων και την απώλεια των κατατεθεισών εγγυήσεων, ποσού 63.541.431 δραχμών (μεταξύ των οποίων και η δική του εγγύηση, ποσού 25.000.000 δραχμών) που δόθηκαν (υπό μορφή κατάπτωσης) από τη συμβολαιογράφο υπάλληλο του πλειστηριασμού στην αναιρεσίβλητο και επιστράφηκαν στους δικαιούχους μόνον ύστερα από προσφυγή στη Δικαιοσύνη και έκδοση αμετάκλητης απόφασης από τον Άρειο Πάγο, ενώ το ακίνητο του αναιρεσιβλήτου, μετά το δεύτερο αναπλειστηριασμό, με επίσπευση της αδερφής του αναιρεσιβλήτου για απαίτησή της εναντίον του 915.000 δραχμών, κατακυρώθηκε στη συντηρούμενη από τον αναιρεσίβλητο (ελλείψει ιδίων πόρων) μητέρα του, ως υπερθεματίστρια με ποσό 188.000.000 δραχμών, το οποίο ο αναιρεσίβλητος της προμήθευσε.
Τον ισχυρισμό του αυτό, που συνιστούσε ανατρεπτική της αγωγής ένσταση διατείνεται περαιτέρω ο αναιρεσείων ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, μολονότι ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού έγινε μερικώς δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου και απορρίφθηκε η δική του αντίθετη αγωγή και ζητεί γι' αυτό την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, με σκοπό να απορριφθεί η έφεση του αναιρεσιβλήτου και να επικυρωθεί η πρωτόδικη απόφαση που έκανε δεκτή την αγωγή του.
Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός αναιρέσεως προβάλλεται παραδεκτά και είναι κατά τα προαναφερόμενα, νόμιμος, εξεταζόμενος όμως περαιτέρω κρίνεται απορριπτέος, διότι, ενόψει των όσων έγιναν δεκτά ανελέγκτως με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αποβαίνει αλυσιτελής. Ειδικότερα στο τέλος του αποδεικτικού πορίσματος της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης περιλαμβάνονται τα εξής: "Δεν προέκυψε ότι η συμβολαιογράφος ...
είχε λόγο ευνοϊκής μεταχείρισης του Ψ1 (αναιρεσιβλήτου) θέτοντας μάλιστα σε διακινδύνευση το κύρος και την επαγγελματική της πορεία, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι με τη διάπραξη της πλαστογραφίας στόχευε να παρεμποδίσει την επιστροφή της εγγύησης των 25.000.000 δραχμών, που ο εφεσίβλητος επεδίωκε, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται.
Από τα προαναφερθέντα στοιχεία αποδεικνύεται ότι κατά τη διάρκεια του διενεργηθέντος πλειστηριασμού την 14-1-1998, κατατέθηκε η ένσταση του εκκαλούντος και τέθηκε η σχετική αναφορά στην υπ' αριθ. ... έκθεση πλειστηριασμού, ακολούθως δε υπογράφηκε από τον εκπρόσωπο του εφεσίβλητου ... και τους λοιπούς συνυπογράψαντες.
Ο εφεσίβλητος γνώριζε ότι έλαβαν χώρα τα γεγονότα αυτά, αφού παραβρέθηκε κατά τη διενέργεια του πλειστηριασμού και συνεπώς από πρόθεση διέλαβε στην από 16-2-1998 μήνυσή του τα αντίθετα σε βάρος του εκκαλούντος ψευδή περιστατικά, τα οποία ήταν ικανά να πλήξουν την τιμή και την υπόληψή του και πρόσβαλαν την προσωπικότητα του.
Από αυτήν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εφεσίβλητου ο εκκαλών υπέστη ηθική βλάβη προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται να του επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση, το ύψος δε αυτής πρέπει να καθοριστεί, στο ποσό των 3.000 ευρώ, το οποίο, λαμβανομένων υπόψη του είδους της προσβολής, του βαθμού του πταίσματος του εφεσίβλητου και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων, κρίνεται εύλογο.
Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι ο εκκαλών Ψ1 μετά την απαλλαγή του με την ανωτέρω υπ' αριθ. 5957/2001 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, στις 19-4-2002, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 12-4-2002 μήνυση του κατά του εφεσίβλητου Χ1 και την 4-2-2002 κατέθεσε κατά του ιδίου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την από 30-1-2002 αγωγή του, επικαλούμενος και στα δύο δικόγραφα ότι τα διαλαμβανόμενα σε βάρος του περιστατικά που ο εφεσίβλητος ανέφερε στην από 16-2-1998 μήνυσή του ήταν ψευδή και συκοφαντικά και έβλαπταν την τιμή και την υπόληψή του.
Και πράγματι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τα περιστατικά αυτά, που αποδείχτηκαν αναληθή, ο εφεσίβλητος τελούσε σε γνώση της αναλήθειάς τους και κατ' αποτέλεσμα έθιγαν την τιμή και την υπόληψη του εκκαλούντος και πρόσβαλαν την προσωπικότητα του. Επομένως, τα όσα διέλαβε στα ανωτέρω δικόγραφα ο Ψ1 σε βάρος του εφεσίβλητου δε συνιστούν αδικοπραξία σε βάρος του Χ1 και κατ' επέκταση δε θεμελιώνεται σε βάρος του αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά του τελευταίου".
Από τις παραδοχές αυτές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο σιωπηρά αντιπαρήλθε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η καταμήνυση από αυτόν του αναιρεσιβλήτου για συμμετοχή του στην πλαστογράφηση από τη συμβολαιογράφο-υπάλληλο του πλειστηριασμού της έκθεσης κατακύρωσης (η οποία καταμήνυση αποτελεί την αφετηρία των δικαστικών διενέξεων των διαδίκων) και τον συναφή ισχυρισμό του για συμπαιγνία του αναιρεσιβλήτου με την αδερφή και τη μητέρα του κατά τον πλειστηριασμό.
Λαμβάνοντας υπόψη όμως ότι ο αναιρεσείων, κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούσαν την προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου, ο ισχυρισμός (ένσταση) από το άρθρο 367 παρ. 1 του Π.Κ.
δεν επιτρέπεται να αντιταχθεί ως λόγος άρσης του αδίκου της συκοφαντικής δυσφημήσεως και αποβαίνει έτσι αλυσιτελής.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4,556 παρ. 1, 577 και 578 του ΚΠολΔικ συνάγεται ότι, αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚπολΔικ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως.
Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δικ., εάν δε το διατακτικό στηρίζεται σε δύο επάλληλες αιτιολογίες και ο λόγος αναιρέσεως πλήττει την απόφαση μόνον ως προς τη μία αιτιολογία, αποβαίνει αλυσιτελής.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αναφέρεται στο περιεχόμενο της μηνύσεώς του κατά του αναιρεσιβλήτου, διατεινόμενος ότι δεν περιείχε ισχυρισμό γεγονότος, αλλά μόνον έκφραση κρίσης και την επιδιωκόμενη με αυτή προστασία δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του για την άδικη κατάπτωση της εγγύησής του των 25.000.000 δραχμών υπέρ του αναιρεσιβλήτου, αιτιώμενος ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που δεν δέχθηκε τον ως άνω ισχυρισμό του από το άρθρο 367 ΠΚ και έκρινε ότι αυτός παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 914 του Α.Κ., υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
Με τέτοιο περιεχόμενο όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες ήταν παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως που παραβίασαν τις διατάξεις των άρθρων 57,59 και 914 ΑΚ και πως συντελέσθηκε αυτή η παραβίαση δηλαδή με ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή, ενώ κατά το μέρος που πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι επίσης απορριπτέος ο λόγος αυτός αναιρέσεως ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 19-2-2007 (αρ. εκθ. καταθ. 215/2007) αίτηση για αναίρεση της 5711/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ