Legislator Case Law & Legislation
1021/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeals in labor dispute, ruling employment relationship existed over apprenticeship.

Case Number 1021/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court joined two reciprocal appeals regarding a labor dispute between an individual and the National Social Security Institution. The court found that the employee worked full-time under strict supervision for nearly four years, establishing a standard employment relationship rather than a temporary apprenticeship. Consequently, the court rejected the employer's claim that the lower court erred in awarding Christmas, Easter, and leave bonuses, ordering the employer to pay the disputed amounts and legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 573 of the Code of Civil Procedure; The court may join reciprocal appeals to expedite proceedings, and a long-term, supervised working relationship constitutes employment rather than apprenticeship, entitling the worker to statutory holiday bonuses.

Keywords

AI generated
reciprocal appeals employment relationship apprenticeship distinction holiday bonuses legal costs allocation full-time work supervision control

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1021 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1021/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ασημακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από το διοικητή του ως καθολικού διαδόχου του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, ΕΤΑΑ, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βαΐα - Ελισσάβετ Λάμπρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2010 αγωγή του Ι. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 722/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2144/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Ι. Κ. με την από 31-7-2020 αίτησή του και το νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)" με την από 23-3-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 182/2015, ΑΠ 293/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: α) της από 31.7.2020 και με αριθ. κατάθεσης 6842/809/21.9.2020 αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ι. Κ. κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)" και β) της από 23.3.2022 και με αριθ. κατάθ. 2328/219/23.3.2022 αντίθετης αίτησης αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)" κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ι. Κ., με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή υπ' αριθμό 2144/3.4.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.

2.-Με τις από 31.7.2020 και με αριθ. κατάθεσης 6842/809/21.9.2020 και από 23.3.2022 και με αριθ. κατάθ. 2328/219/23.3.2022, αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 2144/3.4.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που αποφάνθηκε επί της από 11.6.2019 και με αριθ.

κατάθ. 49236/3894/12.6.2019 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσίβλητου Ι. Κ., κατά της με αριθ. 722/22.3.2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 18.6.2010 και με αριθ. κατάθ. 114754/3524/2010 αγωγή αυτού. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την ως άνω από 11.6.2019 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθ. 722/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε στη συνέχεια εν μέρει την ανωτέρω αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα 4.125 ευρώ, με το νόμιμο τόκο 6% ετησίως από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής (σημειώνεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό του, απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που είχε απορρίψει "ως μη νόμιμη την αγωγή κατά τα αιτήματά της να αναγνωρισθεί ότι η σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα με τον εναγόμενο ήταν αυτή της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η εκ μέρους του εναγομένου καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ήταν άκυρη με τη συνακόλουθη υποχρέωση του εναγομένου να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος και να τον ασφαλίσει στον κλάδο σύνταξης, καθώς και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα διαφορές μηνιαίων αποδοχών με βάση την αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, επικουρικά δε κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού", χωρίς να περιλάβει σχετική διάταξη στο διατακτικό της απόφασης).

Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της με αριθμό 2144/3.4.2020 απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (4.4.2020) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία η οποία έληγε στις 4.4.2022, ενώ οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν στις 21.9.2020 και στις 23.3.2022, αντίστοιχα, ήτοι εντός της ως άνω διετούς προθεσμίας (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών(άρθρο577παρ.3ΚΠολΔ).

Α. Επί των επί μέρους λόγων της από 31.7.2020 (αριθ. εκθ. Κατ. 6842/809/21.9.2020) αίτησης αναίρεσης του Ι. Κ.. 3.-Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι` αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Αντιθέτως, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύµβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).

Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στο μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα, στη σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, οπότε η εκμάθηση εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύµβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αμοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 1080/2014, ΑΠ 1592/2009).

Συνακόλουθα στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται [στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού] και οι ρυθμίσεις του άρθρου 904 επόμ. του ΑΚ προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη, από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου.

Εξ άλλου, με το άρθρο 20 παρ. 1 (όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 του Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 205) ορίσθηκαν με την πρώτη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.

και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής, την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του, προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (παρ. 1) και με τη δεύτερη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ.

μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ α` και β`).

Περαιτέρω, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε ως περίπτωση κα` στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 (μετέπειτα καταργηθείσα με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009) επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, οι συμβάσεις αυτές φέρουν εκ των πραγμάτων και για αντικειμενικούς λόγους το χαρακτήρα των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, αφού διαφορετικά θα ήταν ανέφικτη η υλοποίηση των σχετικών προγραμμάτων και τέλος στις συμβάσεις αυτές, που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού κατά τα ανωτέρω προγράμματος υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ, δεν εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις του Π.Δ/τος 164/2004 κατά το άρθρο 2 παρ. 2 εδ.

β αυτού. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 12 Ν. 3232/2004, ως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 13 Ν. 3302/2004, "Το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ο Ο.Γ.Α., ο Ο.Α.Ε.Ε. και λοιποί φορείς κοινωνικής ασφάλισης, αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου και των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον Ο.Α.Ε.Δ.

ή θυγατρικές εταιρείες αυτού, για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από τα Προγράμματα (κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας) ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., για τη διεκπεραίωση εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών όταν το τακτικό προσωπικό των Φορέων Ασφάλισης δεν επαρκεί για την έγκαιρη διεκπεραίωση των εργασιών αυτών.

Η δαπάνη για την απασχόληση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο", ενώ η αυτή διάταξη, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 Ν. 3552/2007, έχει ως εξής: "Το ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, ο ΟΓΑ, ο ΟΑΕΕ και λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον ΟΑΕΔ ή θυγατρικές εταιρείες αυτού για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης.

Η δαπάνη για την άσκηση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο. Κατ` εξαίρεση, συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που λήγουν από 1.1.2007 έως 31.12.2007 δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία λήξης τους". Εξ άλλου, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος, που έγινε με το από 6.4.2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.

Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι, με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 410/1988 και στη συνέχεια του Ν. 2190/1994 και του Ν. 2527/1997 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατυπώσεως του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ορισμένης διάρκειας που υποκρύπτουν σχέσεις εξαρτημένης εργασίας συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτιμήσεως των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως κατά τη δικαστική διαδικασία, ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Δηλαδή ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΑΠ 795/2020, ΑΠ 452/2020, ΑΠ 598/2019). Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 20/2007, ΑΠ 795/2020, ΑΠ 106/2020, ΑΠ 598/2019).

Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).

Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004).

Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004, αντίστοιχα.

Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ. 1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξ ου και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380 Αγγελιδάκη κλπ). Ειδικότερα, με την ως άνω απόφαση μεταξύ άλλων κρίθηκε ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε το Π.Δ/μα 164/2004 σε σχέση με την προστασία που παρείχε το υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς της εφαρμογής του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και στις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα δεν συνιστούν υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εν λόγω εργαζομένων, κατά την έννοια της ρήτρας 8 σημείο 3 της οδηγίας, εφόσον αφορούν περιορισμένη κατηγορία εργαζομένων που έχουν συνάψει συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (σκέψεις 122 επ.

ιδίως σκέψη 146 ε.α) περίπτωση που συντρέχει εν προκειμένω κατά τα κατωτέρω διαλαμβανόμενα. Περαιτέρω το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την υπ' αριθ. C 760/18 της 21ης Φεβρουάριου 2021 απόφασή του, έκρινε προσφάτως επί προδικαστικού ερωτήματος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ότι "η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει την έννοια ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, κατά το μέτρο του δυνατού, όλες τις κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο ώστε να επιβληθεί η προσήκουσα κύρωση για την κατάχρηση και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας νομοθεσίας που επιτρέπει την μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοσθούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα".

Όμως η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή, (και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι διατάξεις του ενωσιακού δικαίου κατισχύουν και των συνταγματικών ρυθμίσεων των κρατών - μελών της Ένωσης, όπως παγίως άλλωστε δέχεται το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως ακρογωνιαίου λίθου για τη λειτουργία της Ένωσης, υποθ.

C. 26/1962 Gend & Loos,υποθ. C. 6/1964 Costa vs Enel) που σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής μόνο σε όλως οριακές περιπτώσεις διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη χρήση του όρου "ενδεχομένως" από το ως άνω Δικαστήριο, αναγκαίως προϋποθέτει ότι κατά το εσωτερικό (ελληνικό) δίκαιο για την ερμηνεία του οποίου αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν μόνο τα Ελληνικά Δικαστήρια, υπάρχει εισέτι έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ.

και σκέψεις 63, 67 και 70 στην ως άνω υπ' αριθμ. C 760/18 απόφαση). Τέτοιο έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν υφίσταται όμως μετά την έναρξη εφαρμογής (18.4.2001) της πιο πάνω Συνταγματικής Αναθεώρησης, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, αφού τούτο θα αντέβαινε ευθέως στη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος και θα οδηγούσε αναγκαίως σε μια contra legem ερμηνεία των συνταγματικών αυτών ρυθμίσεων (ΑΠ 330/2022).

Στο σημείο αυτό πρέπει συνακόλουθα να ερευνηθεί, εάν στο πλαίσιο του ελληνικού δικαίου υφίστανται άλλα αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά μέτρα που να αποτρέπουν και εάν συντρέχει περίπτωση, να επιβάλλουν κυρώσεις στην καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα διασφαλίζοντα έτσι την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία.

Εν προκειμένω, την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, το χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (βλ. σκέψη 58 της απόφασης υπ' αριθ.

C - 760/2018 του Δ.Ε.Ε. με περαιτέρω παραπομπές), εξασφαλίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του Π.Δ/τος 164/2004, με τα οποία μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ρήτρα 5 σημείο 1 αυτής, οι οποίες προβλέπουν την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που συνάπτονται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του ως άνω Διατάγματος (με μοναδική εξαίρεση τις υπαγόμενες στη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 αυτού περιπτώσεις), τη δυνατότητα του απασχοληθέντος ακύρως και για όσο χρόνο διήρκεσε η άκυρη σύμβαση να λάβει ευθέως εκ του νόμου βάσει της άκυρης σύμβασης (και όχι βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, όπου για τον προσδιορισμό της ωφέλειας του εργοδότη δεν συνυπολογίζονται παροχές εξαρτώμενες από τις προσωπικές ιδιότητες του απασχοληθέντος) τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές και τη δυνατότητα αυτού να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο θα ελάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας αυτής (εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις), ενώ παράλληλα προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν από δόλο ή από αμέλειά τους τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του ως άνω Π/Δτος.

Μάλιστα προκειμένου να διασφαλισθεί υπέρ των απασχοληθέντων μισθωτών η πλήρης αποτελεσματικότητα των κανόνων δικαίου που θεσπίστηκαν από τον έλληνα νομοθέτη στο πλαίσιο εφαρμογής της Οδηγίας, δεν αποκλείεται και η ανάλογη εφαρμογή της ρύθμισης για την καταβολή αποζημίωσης σε περιπτώσεις εγκυρότητας των ως άνω διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, πέραν των ανωτάτων χρονικών ορίων που προβλέπει το Π.Δ/μα 164/2004, οσάκις η ανανέωση αυτών έλαβε χώρα, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του Π.Δ/τος 164/2004, με ειδική νομοθετική ρύθμιση, όπως λ.χ.

με το άρθρο 167 του Ν. 4099/2012, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 76 του Ν. 4386/2016. Η εμβληματικού χαρακτήρα διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, σε συνδυασμό και με την παρ. 7 του ιδίου άρθρου, αποσκοπεί στην εφαρμογή της αρχής της αξιοκρατίας και της διαφάνειας, όσον αφορά στις προσλήψεις μόνιμου προσωπικού στο δημόσιο τομέα με την κατοχύρωση ενός διαφανούς και αξιοκρατικού συστήματος προσλήψεων βάσει συγκεκριμένων δεσμευτικών διαδικασιών και συνακόλουθα στην αποτροπή του αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου πρόσληψης προσωπικού με αδιαφανή κριτήρια, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας για την αντιμετώπιση κατ' επίφαση απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών κατά παράβαση του άρθρου 103 παρ.2 του Συντάγματος και της ισχύουσας νομοθεσίας (Ν. 2190/1994), οι οποίοι, μετά την διαπίστωση ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα απασχόλησης, τακτοποιούνταν στη συνέχεια είτε με το διορισμό τους ως μονίμων δημοσίων υπαλλήλων, είτε με τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, κατ' αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις με την τήρηση των νομίμων διαδικασιών πρόσληψης μόνιμου προσωπικού (ΟλΑΠ 19, 20/2007).

Επομένως η προσθήκη από τον Αναθεωρητικό Νομοθέτη των πιο πάνω διατάξεων των παρ. 7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου μεταφοράς της υπ' αριθ. 1999/70 Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη δεν έλαβε χώρα προκειμένου να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η επίτευξη του επιδιωκόμενου με την Οδηγία αποτελέσματος, αλλά για την εξυπηρέτηση των πιο πάνω σκοπών αναγομένων στις ιδιαιτερότητες του δημοσίου τομέα, πολλώ δε μάλλον που η Οδηγία δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, το χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, ενώ οι προπαρατεθείσες εφαρμοστέες διατάξεις του υπ' αριθμ. 164/2004 ΠΔ/τος, που σε συμφωνία με τη συνταγματική απαγόρευση αποκλείουν το χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα σε έγκυρη ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, συνιστούν κατά τα προεκτεθέντα το προσήκον αντιστάθμισμα που αποτρέπει την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα (ΑΠ 330/2022, πρβλ.

ΔΕΕ C 378-380 υπόθεση … ). Εξάλλου, από το άρθρο 249 παρ. 1,3 της κατά τον επίδικο χρόνο ισχύουσας Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, προκύπτει σαφώς ότι οι Οδηγίες που εκδίδουν προς εκπλήρωση των καθηκόντων τους τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από κοινού με το Συμβούλιο, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή) αποτελούν παράγωγο Κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Ένωσης στο οποίο απευθύνονται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

Έτσι οι Οδηγίες απευθύνονται όχι απ` ευθείας στους ιδιώτες θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνον προς τα κράτη μέλη της Ε.Ε., αφού μόνον αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα και τύπο όμως τα οποία το ίδιο θα επιλέξει (νόμο, προεδρικό διάταγμα, υπουργική απόφαση και εν γένει κανόνες δικαίου της εθνικής έννομης τάξης).

Ακόμη, το άρθρο 10 Συνθ.Ε.Κ. υποχρεώνει όλες τις κρατικές λειτουργίες, άρα και τη δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το Kοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 1352/2019, ΑΠ 186/2019).

Περαιτέρω, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.

Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006 ΑΠ 519/2022).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). 4.-Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 18.6.2010 και με αριθ.

καταθ. 114754/3524/18.6.2010 αγωγή, η οποία παραδεκτά επισκοπείται κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι στα πλαίσια προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) με υπεύθυνο φορέα τον ΟΑΕΔ και φορέα υλοποίησης το εναγόμενο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (ήδη ΕΦΚΑ), κατάρτισε με το τελευταίο στις 4.10.2005 σύμβαση μαθητείας και τοποθετήθηκε ως διοικητικός υπάλληλος στο Τοπικό Υποκατάστημα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Πειραιά στη γραμματεία συντάξεων, όπου και απασχολήθηκε κατά τα χρονικά διαστήματα αρχικά από 4.10.2005 έως 3.4.2007 και μετά από παράταση έως 3.7.2008 και ακολούθως από 12.1.2009 έως 17.3.2010, επί 5 ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα - Παρασκευή) επί 8 ώρες ημερησίως, αμειβόμενος με το ποσό των 25 ευρώ ημερησίως και των 550 ευρώ ανά μήνα.

Ότι κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα της απασχόλησής του, του ανατέθηκαν καθήκοντα εξυπηρέτησης κοινού και ασφαλισμένων στη διεκπεραίωση συνταξιοδοτικών υποθέσεων, τα οποία εκτελούσε με την εποπτεία και υπό τις εντολές, οδηγίες και έλεγχο των προϊσταμένων του, όπως ακριβώς και οι λοιποί εργαζόμενοι που συνδέονταν με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες του εναγομένου και επομένως, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα που προσέφερε την εργασία του, συνδεόταν με το εναγόμενο με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παρά το γεγονός ότι οι συμβάσεις του επιγράφονταν ως συμβάσεις μαθητείας - απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας.

Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενος ότι στις 17.3.2010 το εναγόμενο με τη συστηματική καταστρατήγηση της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας τον υποχρέωσε σε δήθεν οικειοθελή αποχώρηση η οποία ισοδυναμεί με καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, ζήτησε, να αναγνωριστεί ότι η σχέση που εξ αρχής τον συνέδεε με το εναγόμενο είναι αυτή της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η εκ μέρους του εναγομένου καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη γιατί έγινε προφορικά και χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, καθώς και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ως υπαλλήλου συνδεομένου μαζί του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με απειλή χρηματικής ποινής και να τον ασφαλίσει στον κλάδο σύνταξης για τις παρασχεθείσες με βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπηρεσίες του.

Επίσης, με βάση την αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, ζήτησε (μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό), να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει το ποσό των 28.103,74 ευρώ, ως διαφορά μεταξύ των όσων του καταβλήθηκαν καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του σύμφωνα με τις συμβάσεις ως μαθητευόμενου και των όσων, σύμφωνα με τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που στην πραγματικότητα τον συνέδεε με το εναγόμενο, έπρεπε να του καταβληθούν για μισθούς και επιδόματα εορτών και αδείας και καταβάλλονταν, κατά τις διατάξεις του Ν. 3205/2003 στο μόνιμο προσωπικό του εναγομένου που εκτελούσε ίσης αξίας εργασία, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, ενώ επικουρικά, για την περίπτωση που η υποκρυπτόμενη της σύμβασης μαθητείας σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ αυτού και του εναγομένου κριθεί άκυρη, ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει το άνω ποσό κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθόσον υπήρχε απλή σχέση εργασίας, κατά το ποσό δε αυτό ωφελήθηκε από την αξιοποίηση των υπηρεσιών του, αφού θα αναγκαζόταν να το καταβάλει σε άλλον εργαζόμενο που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την ως άνω με αριθμό 722/2019 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή του ως μη νόμιμη, ως προς όλα τα αιτήματα, τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική της βάση. Επί της από 11.6.2019 με αριθμό κατ. 49236/3894/2019 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσίβλητου, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή αλλά απορρίφθηκε στην ουσία η έφεση του ως άνω ενάγοντος εκκαλούντος, ως προς το αίτημά του, "να αναγνωριστεί ότι η σχέση που εξ αρχής τον συνδέει με το εναγόμενο είναι αυτή της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η εκ μέρους του εναγομένου καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη γιατί έγινε προφορικά και χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, καθώς και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ως υπαλλήλου συνδεομένου μαζί του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με απειλή χρηματικής ποινής και να τον ασφαλίσει στον κλάδο σύνταξης για τις παρασχεθείσες με βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπηρεσίες του", με τις εξής παραδοχές ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος: "Στην προκειμένη περίπτωση, η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται να αναγνωριστεί ότι η σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα με το εναγόμενο ήταν αυτή της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η εκ μέρους του εναγομένου καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ήταν άκυρη με τη συνακόλουθη υποχρέωση του εναγομένου να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος και να τον ασφαλίσει στον κλάδο σύνταξης, καθώς και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα διαφορές μηνιαίων αποδοχών με βάση την αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, επικουρικά δε κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, είναι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη που προηγείται, μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα.

Και τούτο διότι οι συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων είναι, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο, συμβάσεις που καταρτίσθηκαν στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος χρηματοδοτούμενου από τον ΟΑΕΔ για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994 και δεν μπορούν να θεωρηθούν, υπό την επίκληση κάλυψης παγίων και διαρκών αναγκών λειτουργίας των υπηρεσιών του εναγομένου, ούτε και κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτών, ως συμβάσεις ή σχέσεις εξαρτημένης εργασίας, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για το έγκυρο αυτών, που προβλέπονται από τα άρθρα 3, 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004.

Ούτε τις αιτούμενες διαφορές μηνιαίων αποδοχών δικαιούται ο ενάγων, που προσλήφθηκε με έγκυρη σύμβαση μαθητείας, τόσο με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης όσο και με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφερε εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του εναγομένου, αλλά οφείλει να περιοριστεί στις αποδοχές της σύμβασης με την οποία προσλήφθηκε, ενόψει του ότι συνιστά διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό του εναγομένου (είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου), γεγονός που δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση [. . .].

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά τα αιτήματά της να αναγνωριστεί ότι η σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα με το εναγόμενο ήταν αυτή της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η εκ μέρους του εναγομένου καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ήταν άκυρη με τη συνακόλουθη υποχρέωση του εναγομένου να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος και να τον ασφαλίσει στον κλάδο σύνταξης, καθώς και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα διαφορές μηνιαίων αποδοχών με βάση την αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, επικουρικά δε κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών με την έφεσή του είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα".

5.-Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Ι. Κ., με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, κατά την εκτίμηση του δικογράφου της αναίρεσης από το δικαστήριο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι κρίνοντας μη νόμιμη την αγωγή του προέβη σε ευθεία παραβίαση του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, των διατάξεων της Οδηγίας 1999/70 ΕΚ, των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 103 του Συντάγματος και της πάγιας νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεών τους και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο κρίνοντας την αγωγή του ως μη νόμιμη με τις παραδοχές ότι εφόσον οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας του καταρτίσθηκαν μετά τις 17.4.2001 απαγορεύεται να μετατραπούν σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου και ότι οι διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ δεν έχουν άμεση εφαρμογή στην εσωτερική έννομη τάξη, έσφαλε καθότι αν είχε ερμηνεύσει και εφαρμόσει σωστά την Ενωσιακή νομοθεσία, ήτοι τη ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70ΕΚ θα είχε κάνει δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3.

του Ν. 2112/1920 τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση χωρίς να ασκεί επιρροή ότι οι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης, ήτοι του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος απαγορεύουν τέτοια μετατροπή όσον αφορά το Δημόσιο Τομέα, καθότι στην εσωτερική έννομη τάξη δεν υφίσταται σήμερα κανένα άλλο ισοδύναμο μέτρο προς επίτευξη του σκοπού της Οδηγίας, κατά την έννοια της ρήτρας 5 αυτής και ότι ως εκ τούτου έπρεπε εφαρμόζοντας τις ως άνω διατάξεις να κρίνει ότι η ένδικη αγωγή του ήταν νόμιμη και ότι οι συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που είχε συνάψει αυτός με το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ αποτελούσαν μια ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Επίσης, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τα άρθρα 87 και 93 αυτού (Συντάγματος), δεδομένου ότι η αναγνώριση της πραγματικής φύσης της συμβάσεως εργασίας του με το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ και ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός τους ως ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ανήκει κυριαρχικά στο δικαστήριο.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος καθόσον από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, με βάση τα όσα αναλυτικά εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ότι οι συναφθείσες με το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE), του αναιρεσείοντος, για τα αναγραφόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα από 4.10.2005 έως 3.4.2007 και μετά από παράταση έως 3.7.2008 και ακολούθως από 12.1.2009 έως 17.3.2010, δηλαδή, μετά από την έναρξη ισχύος των διατάξεων των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (17.4.2001), δεν μπορούν να εκτιμηθούν και να χαρακτηρισθούν ότι συνιστούν ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις εν λόγω συνταγματικές διατάξεις και άγει συνακόλουθα σε contra legem ερμηνεία των πιο πάνω συνταγματικών ρυθμίσεων, ακόμη και εάν ο αναιρεσείων εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ.

Συνακόλουθα η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις επικαλούμενες στην αίτηση διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7, 8 του Συντάγματος, 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 και τις διατάξεις της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας συμπεριλαμβανομένης της ρήτρας 5 αυτής, με τη μη εφαρμογή αυτών, στο πλαίσιο της σχετικής εσωτερικής νομοθεσίας (Π.Δ 164/2004), καθότι με τις διατάξεις της ως άνω οδηγίας δεν επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, τα δε, προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Π.Δ/τος 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου φορέα.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 6.-Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 1410/2017, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων Ι. Κ., προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι στο σκεπτικό της διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με την απορριπτική της κρίση, ως προς το αίτημά του να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει τις διαφορές των μηνιαίων αποδοχών μεταξύ αυτών που του καταβλήθηκαν καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του ως μαθητευόμενου και εκείνων που καταβάλλονταν στο μόνιμο προσωπικό του εναγομένου, με το οποίο παρείχε ίσης αξίας εργασία, με βάση την αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, επικουρικά δε κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Εφόσον όμως με την προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα αναφερόμενα στο κεφάλαιο 4 της παρούσας, απορρίφθηκε το ως άνω αίτημα, ως νομικά αβάσιμο, χωρίς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να εισέλθει στην εξέταση της ουσίας του ανωτέρω αιτήματος και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα, οι επικαλούμενες αντιφάσεις δεν ιδρύουν αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Επομένως, ο ως άνω δεύτερος αναιρετικός λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η από 31.7.2020 αίτηση αναίρεσης του Ι. Κ. και να καταδικασθεί αυτός, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Επί της από 23.3.2022 αίτησης αναίρεσης του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)".

7.-Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 2 του Ν. 1082/1980 και των άρθρων 1 παρ.1, 2 και 3 και 3 παρ.1 της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας υπ' αριθ. 19040/1981 Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β 742), ως και των άρθρων 3 παρ.1 και 5 παρ.1 εδ. β του ΑΝ. 539/1945, όπως το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 3 του Ν.

Δ/τος 3755/1957 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 εδ. α και δ του Π.Δ/τος 410/1988 που αφορά το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των ΝΠΔΔ, προκύπτει ότι των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα (ως και του επιδόματος αδείας κατ' άρθρο 3 παρ.16 του Ν. 4504/1966) [μέχρι την κατάργηση αυτών από 1.1.2013 για όλο το προσωπικό του δημοσίου τομέα με το άρθρο πρώτο παρ.

Γ υποπαρ. Γ (1) αριθ.1 του Ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016. - Επείγοντα μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016" ] και των αποδοχών μη ληφθείσας ετήσιας αδείας, δικαιούνται οι απασχολούμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μισθωτοί, περιλαμβανομένων και των απασχολουμένων σε φορείς του δημοσίου τομέα, όπως είναι οι Δήμοι, ανεξαρτήτως του αν η συνδέουσα αυτούς σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένης ή αόριστης διάρκειας.

Μάλιστα αυτοί δικαιούνται των πιο πάνω παροχών, ακόμη και εάν η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αυτών είναι για οιονδήποτε λόγο άκυρη, διότι οι αξιώσεις τους αυτές θεμελιώνονται απ' ευθείας στις πιο πάνω διατάξεις, στις οποίες γίνεται λόγος για "σχέση" και όχι για "σύμβαση" εργασίας, χωρίς να υφίσταται ανάγκη προσφυγής στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 519/2022, ΑΠ 186/2019, ΑΠ 907/2017, ΑΠ 879/2017, ΑΠ 509/2016, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1113/2013). 8.-Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 4.10.2005 συμφωνητικού συνεργασίας, διάρκειας 18 μηνών, που καταρτίστηκε μεταξύ του ΟΑΕΔ, του εναγομένου ΙΚΑ (ήδη ΕΦΚΑ) και του ενάγοντος, στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, ο ενάγων απασχολήθηκε προσφέροντας τις υπηρεσίες του στο ΙΚΑ Πειραιά, που αναφέρεται στις συμβάσεις αυτές ως "Φορέας Υλοποίησης" ως διοικητικός υπάλληλος ΔΕ, προκειμένου να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία, από την 4.10.2005 έως την 3.4.2007, με ωράριο που δεν θα υπερέβαινε τις 7 ώρες την ημέρα, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, η δε αμοιβή του με βάση το συμφωνητικό ήταν 25 ευρώ την ημέρα και όχι πάνω από 22 ημέρες το μήνα.

Μετά τη λήξη του προγράμματος στις 3.4.2007, η σύμβαση του ενάγοντος παρατάθηκε για ένα ακόμη έτος και ο τελευταίος εξακολούθησε να απασχολείται στο ΙΚΑ Πειραιά έως και την 3.7.2008. Στη συνέχεια, καταρτίστηκε στις 12.1.2009 νέο συμφωνητικό συνεργασίας με τους ίδιους όρους και συμφωνίες για 18 μήνες ακόμα και συγκεκριμένα από 12.1.2009 έως 12.7.2010, έτσι ο ενάγων απασχολήθηκε στον ίδιο φορέα μέχρι 17.3.2010, οπότε και αποχώρησε.

Κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα απασχόλησής του στο εναγόμενο, ο ενάγων απασχολήθηκε όχι ως μαθητευόμενος, αλλά υπό τους ίδιους ακριβώς όρους που εργάζονταν και οι μόνιμοι διοικητικοί υπάλληλοι αυτού, τελώντας υπό τις δεσμευτικές οδηγίες του εναγομένου σχετικά με τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας του.

Συγκεκριμένα, μετέβαινε από Δευτέρα έως Παρασκευή στο ΙΚΑ Πειραιά και παρείχε εργασία με πλήρες ωράριο στη γραμματεία συντάξεων του εν λόγω καταστήματος, εξυπηρετώντας τους ασφαλισμένους και διεκπεραιώνοντας τις συνταξιοδοτικές υποθέσεις τους. Εκ των ανωτέρω, καθίσταται προφανές ότι η σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα με το εναγόμενο είχε τα χαρακτηριστικά, όχι μαθητείας, αλλά εξαρτημένης εργασίας, η οποία όμως ήταν άκυρη λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων του νόμου, με συνέπεια να δημιουργείται απλή σχέση εργασίας και ο ενάγων να δικαιούται, ευθέως εκ του νόμου, τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα άδειας.

Ενόψει του ότι οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν σε 550 (25 ευρώ X 22 ημέρες) ευρώ, δικαιούται για επιδόματα εορτών και αδείας τα ακόλουθα ποσά: για δώρο Χριστουγέννων 2005 το ποσό τω 550 ευρώ, για δώρο Πάσχα 2006 το ποσό των 275 ευρώ, για επίδομα αδείας 2006 το ποσό των 275 ευρώ, για δώρο Χριστουγέννων 2006 το ποσό των 550 ευρώ, για δώρο Πάσχα 2007 το ποσό των 275 ευρώ, για επίδομα αδείας 2007 το ποσό των 275 ευρώ, για δώρο Χριστουγέννων 2007 το ποσό των 550 ευρώ, για δώρο Πάσχα 2008 το ποσό των 275 ευρώ, για δώρο Πάσχα 2009 το ποσό των 275 ευρώ, για επίδομα αδείας 2009 το ποσό των 275 ευρώ, για δώρο Χριστουγέννων 2009 το ποσό των 550 ευρώ και συνολικά για τις ως άνω αιτίες το ποσό των 4.125 ευρώ.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 4.125 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, οριζόμενο σε ποσοστό 6% ετησίως, από την επομένη ημέρα επίδοσης της αγωγής". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649, 699, 904 ΑΚ, 6 του Α.Ν. 765/1943, 20 παρ. 1 και 15 ν. 2639/1998 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας υπ' αριθ. 14654/276/10.4.2008 ΚΥΑ, αφού, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά ως άνω περιστατικά, μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε, εξαρχής, (άκυρη) σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και όχι (γνήσια) σύμβαση μαθητείας και ως εκ τούτου δικαιούται ευθέως εκ του νόμου τα ως άνω δώρα και επιδόματα βάσει των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 2 παρ. 16 του ν. 4504/1966.

Την κρίση του αυτή τη στήριξε στα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: α) ο ενάγων ασκούσε ουσιαστικά τα ίδια καθήκοντα με το τακτικό προσωπικό το οποίο συνέδραμε στο έργο του, με εξαίρεση το δικαίωμα υπογραφής, ήτοι παρείχε εργασία με πλήρες ωράριο στη γραμματεία συντάξεων του εν λόγω καταστήματος, εξυπηρετώντας τους ασφαλισμένους και διεκπεραιώνοντας τις συνταξιοδοτικές υποθέσεις τους, β) τελούσε υπό τις δεσμευτικές οδηγίες του εναγομένου σχετικά με τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας του και γ) η σχέση διήρκεσε σχεδόν τέσσερα χρόνια (47 μήνες), γεγονός που αποδεικνύει ότι κύριος σκοπός των ως άνω συμβάσεων δεν ήταν η κτήση εργασιακής εμπειρίας, που εκ των πραγμάτων και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας εκτείνεται σε περιορισμένο χρόνο ολίγων μηνών το πολύ για την εκμάθηση των καθηκόντων της υπηρεσίας, αλλά η παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Συνεπώς, μεταξύ των διαδίκων, δημιουργήθηκε απλή σχέση εργασίας, με αποτέλεσμα ο ενάγων να δικαιούται ευθέως εκ του νόμου, τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα αδείας, τα οποία και του επιδικάσθηκαν με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν δέχθηκε ότι η συνδέουσα αυτό και τον ενάγοντα σχέση είναι αυτή της (γνήσιας) σύμβασης μαθητείας, αλλά της (άκυρης) σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (απλής σχέσης εργασίας) και επιδίκασε στον ενάγοντα τα αιτούμενα με την αγωγή δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας, συνολικού ποσού 4.125 ευρώ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Πρέπει, λοιπόν, να απορριφθεί η από 23.3.2022 (αριθ. εκθ. Κατ. 2328/219/23.3.2022) αίτηση αναίρεσης του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)". Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 31.7.2020 αίτηση αναίρεσης του Ι. Κ. και την από 23.3.2022 αίτηση αναίρεσης του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)", κατά της υπ' αριθ. 2144/3.4.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31.7.2020 αίτηση αναίρεσης του Ι. Κ., κατά της υπ' αριθ. 2144/3.4.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23.3.2022 αίτηση αναίρεσης του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)", κατά της ίδιας υπ' αριθ. 2144/3.4.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον ΝΠΔΔ στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ι. Κ., τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ