Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as new argument not raised in lower court proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment. The appellant argued the lower court erred in ordering payment to both defendants, claiming the second defendant was not a party to the sale contract. The court rejected this claim as inadmissible because it was not raised before the Second Instance Court and did not fall under exceptions allowing late introduction of new grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; A new ground of appeal not raised before the second instance court is inadmissible unless it falls within the specific exceptions of Article 562, Paragraph 2.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1021 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1021/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α…του Α… , κατοίκου … , η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Πίκουλα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ … " που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Ανώνυμης Κατασκευαστικής Εταιρείας με την επωνυμία "… " και τον διακριτικό τίτλο "… " που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστρια αυτής Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "… " (πρώην "…. "), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρούμπα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/10/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6867/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4035/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/8/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τα προσκομιζόμενα από την αναιρεσείουσα έγγραφα και συγκεκριμένα την υπ' αριθ. -2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α… , την από …-2018 απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος εγγράφου από τον Αξιωματικό του Α.Τ. … Γ…., την από 21-12-2018 βεβαίωση του ταχυδρομικού υπαλλήλου του Υποκαταστήματος Αττικής της εταιρείας με την επωνυμία "… " Κ… , τις υπ' αριθ. … ' και … -2019 εκθέσεις επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή και την από … 2019 βεβαίωση αναβολής από το Γραμματέα του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της… -2019, καθώς και της πιο πάνω βεβαίωσης περί αναβολής της συζήτησης αυτής για την παρούσα δικάσιμο, έχουν επιδοθεί, με επιμέλεια της επισπεύδουσας τη συζήτηση αναιρεσείουσας, νομίμως και εμπροθέσμως στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 122 επ., 128 παρ. 4, 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
II. Με την κρινόμενη από 31-8-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 4035/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 6867/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο συνεκδικάζοντας την από 13-10-2005 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και την ανταγωγή της αναιρεσείουσας είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή και είχε απορρίψει την ανταγωγή.
Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 224/2018, ΑΠ 1533/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του., ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα: "Η πρώτη εφεσίβλητη κοινοπραξία με την επωνυμία "… " είχε αναλάβει από το έτος 2001 την ανέγερση πολυόροφης οικοδομής με τη μέθοδο της αντιπαροχής, σε οικόπεδο εμβαδού 2.023,11 τ.μ., στο με αρ.
… Ο.Τ. του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως των Α… (θέση "…") και συγκεκριμένα επί της οδού Φ… αρ. … (και ήδη … ). Η δεύτερη εφεσίβλητη ανώνυμη κατασκευαστική εταιρεία με την επωνυμία "… - … " και το διακριτικό τίτλο "… ", η οποία δραστηριοποιείται στους τομείς κατασκευής και αγοράς κατοικίας και επαγγελματικής στέγης, είχε αναλάβει τη διαχείριση της πρώτης εφεσίβλητης κοινοπραξίας και συμμετείχε σ' αυτήν κατά ποσοστό 65%.
Η εκκαλούσα εργαζόταν στη δεύτερη εφεσίβλητη εταιρεία αρχικά ως προϊσταμένη λογιστηρίου και στη συνέχεια ως οικονομική διευθύντρια. Τον Απρίλιο του έτους 2003 και ενώ η ως άνω οικοδομή βρισκόταν στα τελευταία στάδια των εργασιών πριν την αποπεράτωσή της, η εκκαλούσα, λόγω της εργασίας της στη δεύτερη εφεσίβλητη, είχε πληροφορηθεί για την ανεγειρόμενη επί της οδού … οικοδομή και εκδήλωσε την πρόθεσή της να αγοράσει ένα διαμέρισμα και μια θέση στάθμευσης στην οικοδομή αυτή.
Έτσι οι εφεσίβλητες συμφώνησαν με την εκκαλούσα να της πωλήσουν το …-…. διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου και το 30% εξ αδιαιρέτου της θέσης στάθμευσης Θ…-… , οι οποίες θα περιέρχονταν στην πρώτη εκκαλούσα εργολήπτρια κοινοπραξία ή στους απ' αυτήν υποδειχθησόμενους τρίτους με τη μεταβίβαση των ποσοστών εξ αδιαιρέτου που ανήκουν στις ιδιοκτησίες αυτές, ως μέρος του εργολαβικού ανταλλάγματος για την ανέγερση της πολυόροφης οικοδομής.
Το εργολαβικό αντάλλαγμα είχε καθοριστεί με το …/… 2001 προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο και την … /… 2001 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμ/φου Αθηνών Βασιλικής Αργυριάδου- Χονδρού, όπως τροποποιήθηκε στη συνέχεια με τις … /… -2001, …. /… 2003, … /… 2003 και … /… 2003 πράξεις της ίδιας συμ/φου, όλα νομίμως μεταγραφέντα.
Συμφωνήθηκε ειδικότερα ότι η εκκαλούσα θα αγοράσει το με στοιχεία … -… διαμέρισμα του τετάρτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, που φαίνεται με τα στοιχεία αυτά στο από Μαΐου 2000 σχεδιάγραμμα κατόψεως του … ' ορόφου και στον από 2001 πίνακα χιλιοστών του πολ. μηχανικού Β… Μ… , τα οποία προσαρτώνται στην …. /… -2001 πράξη σύστασης της ως άνω συμ/φου, καθώς επίσης και στο από Σεπτεμβρίου 2000 σχέδιο κατόψεως … ' ορόφου και στον από Νοεμβρίου 2001 πίνακα κατανομής χιλιοστών του ως άνω πολ.
μηχανικού, τα οποία προσαρτώνται στην… /…. -2001 πράξη της ίδιας συμ/φου. Το εν λόγω … -… διαμέρισμα αποτελείται από καθιστικό, κουζίνα, δύο υπνοδωμάτια, οφίς, λουτρό, W/C, ημιυπαίθριο χώρο, βεράντα στην πρασιά προς την οδό … και άλλη προς τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, έχει επιφάνεια 132,13 τ.μ., ιδιόκτητο όγκο 389,78 κ.μ.
και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου … . Το διαμέρισμα συνορεύει με το … -… διαμέρισμα του ίδιου ορόφου, με φρέαρ ανελκυστήρων, πρασιά οικοπέδου προς την οδό … , στην οποία έχει βεράντα και ημιυπαίθριο χώρο, πλατύσκαλο ορόφου και με το … -… διαμέρισμα του ίδιου ορόφου. Συμφωνήθηκε επίσης ότι η εκκαλούσα θα αγοράσει ποσοστό 30% της με στοιχεία … -… θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου, που φαίνεται με τα στοιχεία αυτά στο από Απριλίου 2001 σχεδιάγραμμα κατόψεως υπογείου και στον από Ιουνίου 2001 πίνακα χιλιοστών του ως άνω πολ.
μηχανικού, καθώς επίσης και στο από Απριλίου 2001 σχεδιάγραμμα κατόψεως υπογείου του ίδιου μηχανικού, που προσαρτήθηκε στην … /… πράξη της ως άνω συμ/φου, και στο από Ιουνίου 2003 σχεδιάγραμμα κατόψεως υπογείου του ίδιου μηχανικού, που προσαρτήθηκε- στην … /… πράξη της ίδιας ως άνω συμ/φου. Η εν λόγω θέση στάθμευσης αποτελείται από έναν ενιαίο χώρο επιφάνειας 27,57 τ.μ., έχει ιδιόκτητο όγκο 56,93 κ.μ., αντιστοιχεί σε ποσοστό συνιδιοκτησίας 0,50/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και συνορεύει γύρω με την … -… θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του αυτού υπογείου, με χώρο διακίνησης αυτοκινήτων και με υπέδαφος πρασιάς προς την οδό … .
Το τίμημα για τις πωλούμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες ορίστηκε στο ποσό των … ευρώ. Η εκκαλούσα ζήτησε, πέραν της τυπικής κατασκευής, κάποιες πρόσθετες εργασίες και βελτιώσεις από την εργολήπτρια πρώτη εφεσίβλητη κοινοπραξία έναντι του προσθέτου τιμήματος … ευρώ και έτσι, το συμφωνηθέν συνολικό τίμημα, ανήλθε στο ποσό των 223.000 ευρώ, ενώ συμφωνήθηκε ότι το διαμέρισμα θα παραδιδόταν στην εκκαλούσα έτοιμο προς χρήση περί τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2003.
Στις … -2003 η εκκαλούσα κατέβαλε ως αρραβώνα για την εν λόγω αγοραπωλησία το ποσό των 9.000 ευρώ, υποσχόμενη ότι το υπόλοιπο ποσό των (223.000-9.000) 214.000 ευρώ θα το κατέβαλλε στην πρώτη εφεσίβλητη είτε μετά από τραπεζικό δανεισμό, είτε με δικά της χρήματα, μετά την αποπεράτωση των εργασιών στις οριζόντιες ιδιοκτησίες, την παράδοσή τους και την υπογραφή του σχετικού αγοραπωλητηρίου συμβολαίου.
Στις … -2003 η εκκαλούσα παρέδωσε στη δεύτερη εφεσίβλητη ως εγγύηση για την καταβολή του υπολοίπου συμφωνηθέντος τιμήματος τρεις επιταγές εκδόσεως Ν… , συνολικού ποσού 235.000 ευρώ και συγκεκριμένα: α) τη με αρ. … επιταγή της Ε… με ημερομηνία … -2003, ποσού 90.000 ευρώ, β) τη με αρ. … επιταγή της … Τράπεζας με ημερομηνία … - 2004, ποσού 60.000 ευρώ και γ) τη με αρ.
… επιταγή της … Τράπεζας με ημερομηνία … -2004, ποσού 85.000 ευρώ, τις οποίες, στα τέλη … 2005, η εκκαλούσα καταχώρησε λογιστικά σε λογαριασμό της πρώτης εφεσίβλητης κοινοπραξίας, ενώ υποσχέθηκε στους νομίμους αντιπροσώπους αυτής ότι μέχρι την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου θα έβρισκε τρόπο να εξοφλήσει εφάπαξ το οφειλόμενο ποσό, άλλως θα πλήρωνε η ίδια τις παραπάνω επιταγές μέχρι του ποσού των 214.000 ευρώ, το οποίο, όπως έχει προεκτεθεί, όφειλε στην πρώτη εφεσίβλητη για την πλήρη εξόφληση του τιμήματος των οριζοντίων ιδιοκτησιών και των πρόσθετων εργασιών σ' αυτές.
Στη συνέχεια, οι εν λόγω επιταγές, με οδηγίες της εκκαλούσας, μεταφέρθηκαν με λογιστικές εγγραφές, στις εισπρακτέες επιταγές της δεύτερης εφεσίβλητης εταιρείας και τελικά δόθηκαν ως ενέχυρο σε τράπεζες, προκειμένου η δεύτερη εφεσίβλητη να λάβει την αντίστοιχη χρηματοδότηση. Στις … -2003 και ενώ είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή των οριζοντίων ιδιοκτησιών, υπεγράφη το με αρ.
… συμβόλαιο πώλησης αυτών της συμ/φου … Β… Α… , με το οποίο η εκκαλούσα αγόρασε τα προπεριγραφέντα … -… διαμέρισμα και το 30% της … -… θέσης στάθμευσης. Το υπόλοιπο του τιμήματος των οριζοντίων ιδιοκτησιών και των προσθέτων επ' αυτών εργασιών πιστώθηκε και συμφωνήθηκε ότι θα καταβληθεί από την εκκαλούσα στην πωλήτρια πρώτη εφεσίβλητη κοινοπραξία από το προϊόν ισόποσου δανείου που θα ελάμβανε η εκκαλούσα, κατά δήλωσή της, από την τράπεζα … ή από οποιονδήποτε άλλο πιστωτικό οργανισμό ή τράπεζα μέσα σε χρονικό διάστημα δύο μηνών από την υπογραφή του ως άνω συμβολαίου, δηλαδή το αργότερο έως τις … -2004 και ότι σε περίπτωση που τελικά δεν θα της εχορηγείτο δάνειο, η εκκαλούσα θα κατέβαλε, το εν λόγω ποσό εξ ιδίων χρημάτων εντός 30 ημερών από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας, ήτοι το αργότερο μέχρι τις … -2004.
Όταν κατά τη λήξη της συμβατικής προθεσμίας εξόφλησης του τιμήματος οι εφεσίβλητες ζήτησαν από την εκκαλούσα να πληροφορηθούν πότε και πώς θα εξοφλούσε το πιστωθέν τίμημα του συμβολαίου και των πρόσθετων εργασιών, ήτοι το ως άνω συνολικό ποσό των 214.000 ευρώ, η εκκαλούσα τους ανέφερε ότι είχε ήδη καταβάλει μέρος της οφειλής της, καλύπτοντας εξ ιδίων χρημάτων τις δύο από τις ως άνω επιταγές και ότι θα έκανε το ίδιο και με την τρίτη επιταγή μέχρι του οφειλομένου ποσού των 214.000 ευρώ.
Οι επιταγές αυτές φαίνονταν πράγματι πληρωμένες και οι εφεσίβλητες, λόγω της καλοπιστίας τους και της εμπιστοσύνης που είχαν στο πρόσωπο της εκκαλούσας, λόγω της ιδιότητάς της ως οικονομικής διευθύντριας της δεύτερης εξ αυτών, μετά τις σχετικές διαβεβαιώσεις αυτής, έμειναν με την εντύπωση ότι όντως οι εν λόγω επιταγές πληρώνονταν απ' αυτήν.
Μερικούς μήνες αργότερα, η εκκαλούσα προσκάλεσε τις εφεσίβλητες να υπογράψουν πράξη εξόφλησης του τιμήματος των ακινήτων που αγόρασε και τις διαβεβαίωσε ότι, ως αγοράστρια, είχε εξοφλήσει πλήρως το τίμημα, το οποίο όντως στα επίσημα βιβλία της πρώτης εφεσίβλητης φαινόταν εξοφλημένο. Μετά απ' αυτό, οι εκπρόσωποι της πρώτης εφεσίβλητης Η… Π… και Β… Μ… υπέγραψαν τη με αρ.
…. /… 2004 συμβολαιογραφική πράξη της ίδιας ως άνω συμ/φου, με την οποία δηλώθηκε η εκ μέρους της εκκαλούσας πλήρης και ολοσχερής εξόφληση του τιμήματος αγοραπωλησίας των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών. Οι εφεσίβλητες όμως, οι οποίες πίστευαν μέχρι τότε ότι στην ένδικη αγοραπωλησία όλα είχαν τελειώσει καλώς, μετά από έλεγχο που διεξήγαγαν ορκωτοί λογιστές στα βιβλία της δεύτερης εξ αυτών κατά το κλείσιμο της χρήσης του έτους 2004, διαπίστωσαν ότι υπήρχε έλλειμμα στα έσοδα της πρώτης εξ αυτών κοινοπραξίας, καθώς και στο ταμείο της δεύτερης εξ αυτών ανώνυμης εταιρείας.
Κατόπιν αυτών παρήγγειλαν οικονομικό έλεγχο, που διεξήχθη από τον ορκωτό ελεγκτή, Σ… Μ… , ο οποίος διαπίστωσε ότι οι ως άνω επιταγές δεν πληρώθηκαν ποτέ από τον εκδότη τους, ούτε καλύφθηκαν από την ήδη εκκαλούσα, αλλ' αντίθετα πληρώθηκαν, κατόπιν σχετικών εντολών της τελευταίας ως οικονομικής διευθύντριας της δεύτερης εφεσίβλητης με χρήματα από το ταμείο της δεύτερης εφεσίβλητης (βλ.
την από … -2005 επιστολή του εν λόγω ορκωτού ελεγκτή προς το Δ.Σ. της δεύτερης εφεσίβλητης). Διαπίστωσαν δηλαδή οι εφεσίβλητες ότι η εκκαλούσα τις ζημίωσε κατά το ως άνω οφειλόμενο ποσό των 214.000 ευρώ, το οποίο δεν κατέβαλε στην πρώτη εφεσίβλητη πωλήτρια ούτε πληρώνοντας μέρος των επιταγών, ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.
Πληροφορήθηκαν επίσης ότι τον Μάρτιο του 2004 η εκκαλούσα, υπό την ως άνω ιδιότητά της, έδωσε επιταγή στην υφιστάμενή της υπάλληλο Μ… … (η οποία παρακολουθούσε τις οφειλές και περιοδικές καταβολές πελατών - αγοραστών της πρώτης εφεσίβλητης και κατέγραφε τα σχετικά κονδύλια για διευκόλυνση της παρακολούθησής τους, σε αντίστοιχη κατάσταση-"δοσολόγιο") να μηδενίσει το ποσό των 214.000 ευρώ, που φαινόταν ως οφειλόμενο από την εκκαλούσα.
Με βάση τα παραπάνω, αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα τέλεσε σε βάρος των εφεσίβλητων αδικοπραξία, συνιστώσα την αξιόποινη πράξη της απάτης (άρθρο 386 ΠΚ) καθόσον, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, προέβη στην εν γνώσει της παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και ειδικότερα παρέστησε ψευδώς στην πρώτη εφεσίβλητη ότι της είχε καταβάλει το ως άνω οφειλόμενο ποσό των 214.000 ευρώ, προκειμένου οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής να καταρτίσουν τη με αρ. 33396/9-11-2004 συμβολαιογραφική πράξη της συμ/φου Α… Β… … , με την οποία, όπως έχει προεκτεθεί, δηλώθηκε η εκ μέρους της εκκαλούσας εξόφληση του εν λόγω ποσού.
Με αυτόν τον τρόπο, η εκκαλούσα ζημίωσε παρανόμως και υπαιτίως τις εφεσίβλητες κατά το ποσό αυτό των 214.000 ευρώ. Μάλιστα η εκκαλούσα, για την πράξη της αυτή, έχει παραπεμφθεί, με το 1634/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Α… , στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί για την πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, μετά δε από αναβολές η υπόθεση θα εκδικαστεί στο Ε' Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων στις 20-11-2015, δεν κρίνεται όμως αναγκαία από το Δικαστήριο αυτό η αιτούμενη από την εκκαλούσα με τις έγγραφες προτάσεις της αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης έφεσης κατ' άρθρο 250 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η όποια απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δεν παράγει, σε κάθε περίπτωση, δεδικασμένο έναντι των πολιτικών δικαστηρίων, η δε (τελεσίδικη έστω) περάτωση της σχετικής ποινικής δίκης μπορεί να αποδειχθεί χρονοβόρα.
Να σημειωθεί επίσης, ότι οι εφεσίβλητες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30-3-2005 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, επί της οποίας εκδόθηκε η 7012/2005 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, που την έκανε δεκτή, διατάζοντας τη συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της εκκαλούσας εις χείρας της ή εις χείρας τρίτων, μέχρι του ποσού των 214.000 ευρώ...
Με βάση όλα τα δεδομένα αυτά, ορθώς ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο, αλλά και εκτιμώντας τις αποδείξεις, η εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε εν μέρει την από 13-10-2005 αγωγή, κήρυξε άκυρη την ως άνω … /… -2004 συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης και υποχρέωσε την (ήδη) εκκαλούσα να καταβάλει στις (ήδη) εφεσίβλητες το ποσό των 214.000 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής...
Μετά ταύτα πρέπει η υποστηρίζουσα τα αντίθετα υπό κρίση έφεση να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, 297, 513 επ. του ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με την υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, τη ζημία των αναιρεσιβλήτων και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ ζημιογόνου γεγονότος και ζημίας με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επιπλέον, εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα σ' αυτήν ότι η αναιρεσείουσα για το συμφωνηθέν συνολικό τίμημα της αγοραπωλησίας παρέδωσε αρχικά ως εγγύηση τις αναφερόμενες επιταγές έκδοσης τρίτου και στη συνέχεια διαβεβαίωνε τους νόμιμους εκπροσώπους των αναιρεσιβλήτων ότι είχε εξοφλήσει η ίδια τις εν λόγω επιταγές με δικά της χρήματα, πράγμα το οποίο ήταν εν γνώσει της ψευδές, αφού αυτές (επιταγές) παράνομα πληρώθηκαν μετά από εντολές της ίδιας (αναιρεσείουσας) με χρήματα από το ταμείο της δεύτερης αναιρεσίβλητης.
Επίσης, κατά το ως άνω σαφές και πλήρες αποδεικτικό πόρισμα αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα ζήτησε κάποιες πρόσθετες εργασίες και βελτιώσεις και έτσι το συμφωνηθέν συνολικό τίμημα ανήλθε στο ποσό των 223.000 ευρώ και με βάση αυτό και τα λοιπά εκτιθέμενα συγκεκριμένα στοιχεία συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα, μετά την αφαίρεση του ως άνω ποσού των 9.000 ευρώ, ζημίωσε παρανόμως και υπαιτίως τις αναιρεσίβλητες κατά το ποσό των 214.000 ευρώ.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο ίδιος ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις αναφέρονται σε επιχειρήματα του δικαστηρίου με τα οποία δικαιολογεί γιατί πείθεται περί της συνδρομής των επικαλούμενων με την αγωγή πραγματικών περιστατικών, σχετίζονται δηλαδή με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν μπορούν να ελεγχθούν αναιρετικά (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
III. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ ΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 1240/2019, ΑΠ 1495/2018, ΑΠ 174/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 5-4-2005 επιστολής του ορκωτού ελεγκτή Σ.. Μ… προς το διοικητικό συμβούλιο της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης εταιρείας, δεδομένου ότι στήριξε την κρίση του ως προς το ουσιώδες ζήτημα της τέλεσης εκ μέρους της (αναιρεσείουσας) σε βάρος των αναιρεσιβλήτων αδικοπραξίας, που συνιστά την αξιόποινη πράξη της απάτης, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην εν λόγω επιστολή, στην οποία όμως ουδεμία μνεία γίνεται των ως άνω επιταγών ή γενικά επιταγών, αλλά παρόλα αυτά η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο ως άνω ελεγκτής στο πιο πάνω έγγραφο του αναφέρθηκε στις συγκεκριμένες επιταγές και διαπίστωσε ότι αυτές δεν πληρώθηκαν ποτέ από τον εκδότη τους, ούτε καλύφθηκαν από την αναιρεσείουσα, αλλά αντίθετα πληρώθηκαν, κατόπιν σχετικών εντολών αυτής ως οικονομικής διευθύντριας της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρείας με χρήματα από το ταμείο της, χωρίς να περιέχεται σ' αυτό (έγγραφο) τέτοια αναφορά ή διαπίστωση.
Από την επισκόπηση του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι πράγματι σ' αυτό δεν γίνεται μνεία των τριών ως άνω επιταγών ή εν γένει επιταγών, αλλά αναφέρεται ότι δεν επιδείχθηκαν λογιστικά αποδεικτικά στοιχεία για την επαλήθευση είσπραξης από την κοινοπραξία του πιο πάνω τιμήματος της αγοραπωλησίας και ως εκ τούτου δεν είναι σε θέση (ο ορκωτός ελεγκτής) να πιστοποιήσει την εξόφληση της παραπάνω πώλησης.
Όμως, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αυτή, σχετικά με την ως άνω παραδοχή, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο της παραπάνω επιστολής, δηλαδή σε λάθος που ανάγεται στην ανάγνωση του ως άνω εγγράφου, με την εσφαλμένη παραδοχή ότι το έγγραφο αυτό περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει.
Τούτο δε διότι σ' αυτήν (απόφαση) δεν γίνεται δεκτό ότι, το γεγονός ότι οι ένδικες επιταγές πληρώθηκαν κατόπιν σχετικών εντολών της αναιρεσείουσας ως οικονομικής διευθύντριας της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων με χρήματα από το ταμείο της τελευταίας, προκύπτει από την εν λόγω επιστολή. Η παράθεση από το Εφετείο σε παρένθεση της εν λόγω επιστολής αμέσως μετά την πιο πάνω περικοπή της απόφασης έχει την έννοια της εξαγωγής και απ' αυτήν του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, σε συνδυασμό βέβαια με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και όχι ότι η επιστολή αυτή έχει το εν λόγω περιεχόμενο.
Ειδικότερα, το Εφετείο δεν έχει στηρίξει το ως άνω αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγο στο ως άνω έγγραφο (επιστολή), αλλά και στα άλλα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν οι διάδικοι (μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις, λοιπά έγγραφα που αναφέρονται στην απόφασή του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το υπ' αριθ. 1634/2011 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών).
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 814/2018, ΑΠ 961/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του: α) τα ΦΕΚ με τους ισολογισμούς των ετών 2001, 2002 και 2003 της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, β) το εκκαθαριστικό σημείωμα της αναιρεσείουσας των οικονομικών ετών 2003, 2004 και 2005, γ) την καρτέλα 2003 της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ("… "), δ) την εξώδικη δήλωση των αναιρεσιβλήτων που κοινοποιήθηκε στις … -2015, ε) βεβαίωση της … Τράπεζας …. , στ) την υπ' αριθ.
… /…-2005 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου … Ρ… Τ…. των μαρτύρων Β… …. , Μ… Μ… και Σ… …. , η οποία λήφθηκε με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων για να χρησιμοποιηθεί σε άλλη δίκη (ασφαλιστικών μέτρων) και προσκομίστηκε με επίκληση απ' αυτήν (αναιρεσείουσα), ζ) την από … -2010 έκθεση ένορκης εξέτασης του ορκωτού λογιστή Σ… Μ… ενώπιον της Ανακρίτριας, η) την από … -2010 έκθεση ένορκης εξέτασης του μάρτυρα Γ… Ξ… ενώπιον της Ανακρίτριας, θ) την πινακίδα εκτέλεσης εντολής πωλήσεως μετοχών της χρηματιστηριακής εταιρείας "… Α.Ε." και ι) την από … -2006 έκθεση ελέγχου του ορκωτού ελεγκτή Γ… Ξ… προς τους μετόχους της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων.
Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στη προσβαλλομένη απόφαση (φύλλο 3°, δεύτερη σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ανεξαρτήτως εάν μνημονεύονται ή όχι ρητά σ' αυτήν (απόφαση), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα ως άνω έγγραφα, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του ότι η αναιρεσείουσα τέλεσε σε βάρος των αναιρεσιβλήτων αδικοπραξία, που συνιστά την αξιόποινη πράξη της απάτης.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι όσον αφορά στην πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, που έχει ληφθεί με αφορμή άλλη δίκη και προσκομίστηκε με επίκληση από την αναιρεσείουσα, αυτή δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και δεν απαιτείτο ειδική μνεία της στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αποτελεί απλό έγγραφο, το οποίο σε κάθε περίπτωση συνεκτιμήθηκε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.
VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους.
Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 251/2019, ΑΠ 640/2018, ΑΠ 808/2018). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι ο Εφετείο εσφαλμένα και κατά παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 10 σε συνδυασμό με τον αριθ. 11α' του ΚΠολΔ δέχθηκε ως αληθή τον ουσιώδη ισχυρισμό των αντιδίκων της ότι συμφώνησε πρόσθετες εργασίες καν βελτιώσεις των πωληθέντων ακινήτων (οριζόντιων ιδιοκτησιών) συνολικής αξίας 48.260 ευρώ χωρίς καμία απόδειξη και στηριχθείσα σε ανυπόστατο και μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα γραπτό κείμενο με χρονολογία … 2003 που δεν φέρει καμία υπογραφή, αφού στα συμβολαιογραφικά έγγραφα αγοραπωλησίας και εξόφλησης του τιμήματος αναφέρεται ως συμφωνημένο τίμημα το ποσό των 174.470 ευρώ.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, σε σχέση με την αποδοχή του ως άνω ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων περί ύπαρξης συμφωνίας για πρόσθετες εργασίες και βελτιώσεις ύψους 48.260 ευρώ, ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των πιο πάνω αποδεικτικών μέσων και ως εκ τούτου στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη.
Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ. 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το ως άνω απαράδεκτο προτάθηκε ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης, ούτε άλλωστε προτάθηκε από την αναιρεσείουσα σχετικός ισχυρισμός περί απαραδέκτου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της έφεσης και δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
VII. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ' όψη το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μια από τις σ' αυτήν αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτός, μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να δύναται να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.
Όπως δε προκύπτει από τη ανωτέρω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 344/2019, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 966/2017). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 287, 288, 361, 513 ΑΚ και υποχρέωσε αυτήν να καταβάλει και στις δύο αναιρεσίβλητες εταιρείες το ποσό των 214.000 ευρώ ως οφειλόμενο τίμημα για την επίδικη πώληση των αναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών, παρά το ότι πωλήτρια αυτών ήταν η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, ενώ η δεύτερη αυτών δεν υπήρξε η αντισυμβαλλομένη της (αναιρεσείουσας) πωλήτρια των επιδίκων ακινήτων.
Από την επιτρεπτή, όμως, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 20-9-2012 έφεσης της αναιρεσείουσας προκύπτει, ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προβληθεί ενώπιον του Εφετείου, από την τελευταία, ενώ δεν εμπίπτει στις ως άνω εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ και ειδικότερα το επικαλούμενο ως άνω σφάλμα δεν προκύπτει από την ίδια την απόφαση.
Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή σ' όλους τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο ως άνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Τα παραπάνω δε ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι οι ως άνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ερείδονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον κατά τις παραδοχές του Εφετείου η μοναδική βάση της αγωγής, που κρίνεται βάσιμη, είναι αυτή της αδικοπραξίας και δεν υφίσταται βάση της αγωγής από την αναφερόμενη σύμβαση πώλησης.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε'του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31-8-2017 αίτηση της Α… … Σ… για αναίρεση της υπ' αριθ. 4035/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ