Legislator Case Law & Legislation
1021/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to state material facts.

Case Number 1021/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision. The appellant argued the lower court erred in awarding damages but failed to specify the factual basis for this claim in the appeal petition. The court ruled that the appeal was inadmissible because the grounds were too vague and did not adequately state the material facts necessary for judicial review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to state the material facts required for the review of the lower court's decision.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds material facts judicial review code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 3/08
Supreme Court Case 1434/10
Supreme Court Case 1586/08
Supreme Court Case 669/07
Supreme Court Case 9/1997
Supreme Court Case 2/89
Supreme Court Case 867/1988
Supreme Court Case 1058/98
Supreme Court Case 37/2008
Supreme Court Case 2102/2007
Supreme Court Case 2068/2007
Supreme Court Case 4/2018
Supreme Court Case 87/2013
Supreme Court Case 701/2008
Supreme Court Case 625/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1021 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1021/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Βασιλείου - Μιχαήλ με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. συζύγου Σ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Θεοδοσίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/10/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 393/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2380/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/10/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται τόσο οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι της εφέσεως (Ολ. ΑΠ 3/08, ΑΠ 1434/10, ΑΠ 1586/08), όσο και οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, μεταξύ των οποίων και αυτός της αοριστίας (ΑΠ 669/07), που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.

ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί αόριστοι, εκπρόθεσμοι, μη νόμιμοι, αλυσιτελείς και γενικά απαράδεκτοι (Ολ. ΑΠ 2/89, ΑΠ 867/1988, ΑΠ 1058/98), καθώς και ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ή που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 4/2018, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007), έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ ΑΠ 11/96, ΑΠ 434/10, ΑΠ 148/2009) δια των, περί του αντιθέτου, παραδοχών (ΑΠ 4/201808ΑΠ 1434/10, ΑΠ 1994/14).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ο αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και άρα απαράδεκτος, όταν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο εκκαλών- αναιρεσείων πρότεινε στο Εφετείο και μάλιστα με λόγο εφέσεως και όχι με τις προτάσεις τον παραπάνω ισχυρισμό ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 2219/2014, ΑΠ 265/2015, ΑΠ 481, 482/2005).

Με τον πρώτο λόγο, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο τις από τους αριθμούς 8, 1 και 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες επικαλούμενος ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, προταθέντα με τις πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες προτάσεις του, και στην κατάλυση της θεμελιωτικής της τελευταίας (αγωγής) προϋποθέσεως, κατατείνοντα "αυτοτελή ισχυρισμό" του, ότι δεν είχε πρόθεση να συκοφαντήσει, άλλως, δυσφημίσει, άλλως εξυβρίσει την ήδη αναιρεσίβλητη, αφού η αναφορά του ονόματος αυτής, στις από 20-09-2010 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, στο πλαίσιο άλλης δίκης, με αντίδικο την πρώην σύζυγό του (μη διάδικο στην παρούσα δίκη), σχετικά με την επιμέλεια των τέκνων τους, ως ενεχομένης σε κακοποίηση των ανηλίκων τέκνων του και εγγονών της, παρά την αμετάκλητη αθώωσή της, οφειλόταν σε, εν αγνοία του, παραδρομή της πληρεξούσιας δικηγόρου του και της γραμματέως της που δεν φρόντισαν ώστε να μη εμφανίζεται αυτό (όνομα της αναιρεσίβλητης), από το διαληφθέν, αυτουσίως, στις ως άνω προτάσεις του, κείμενο της 3933/2006 απόφασης, του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την οποία, επίσης, το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του, και, περαιτέρω, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 914 ΑΚ και τα διδάγματα της κοινής πείρας, οδηγήθηκε σε καταφατική κρίση για τη συνδρομή των θεμελιούντων την ένδικη αγωγή περιστατικών και στην εν μέρει παραδοχή της, κατά το ποσό των 5.000 €, το οποίο επιδίκασε στην ήδη αναιρεσίβλητη, για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, από συκοφαντική δυσφήμηση.

Ο λόγος αυτός, εκτιμώμενος ως, μόνο, από τον αριθμό 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητός του, προκυπτούσης από την ίδια την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία τον έλαβε υπόψη και, ρητώς, τον απέρριψε, αφού δέχθηκε ότι: "Ο ισχυρισμός δε του εναγομένου ότι τα ανωτέρω επίμαχα γεγονότα, ανέγραψε εν αγνοία του στο δικόγραφο των προτάσεών του η πληρεξούσια δικηγόρος του, κρίνεται αβάσιμος στην ουσία του και απορριπτέος, καθότι δεν αποδείχθηκε η βασιμότητά του από τα τεθέντα υπόψη του Δικαστηρίου αποδεικτικά μέσα..", δεν συνιστά, παρά τα αντιθέτως από τον αναιρεσείοντα υποστηριζόμενα, αυτοτελή ισχυρισμό και εντεύθεν πράγμα, κατά την έννοια της επικαλουμένης ως άνω διατάξεως του αρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα υπό την επίφαση παραβάσεως αυτής να πλήττεται (απαραδέκτως) η αναιρετικά ανέλεγκτη περί των αποδείξεων εκτίμηση (ΟλΑΠ 1/95, ΑΠ 2061/2007), πέραν του ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωσή του και ότι ο εκκαλών, αναιρεσείων πρότεινε νόμιμα τον ισχυρισμό αυτό, με λόγο εφέσεως (αναφέρει ότι τον πρότεινε μόνο με τις προτάσεις του) ή ότι ο ισχυρισμός υπάγεται στις πιο πάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 και ανεξαρτήτως εάν το Εφετείο απέρριψε το συγκεκριμένο ισχυρισμό.

ΙΙ. Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1181/2010).

Με το δεύτερο λόγο, ο αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο για την από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συντελεσθείσα με την παράλειψή του να λάβει υπόψη την, προαναφερθείσα, 3933/2006 απόφαση του Δ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που αυτός νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε, ενώπιόν του. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι αβάσιμος, αφού, το Εφετείο, ειδικώς, μνημονεύει την ως άνω ποινική απόφαση, που φέρεται ως αγνοηθείσα, στο 10ο στίχο της πρώτης σελίδας του 7ου φύλλου της αναιρεσιβαλλομένης, όπως προκύπτει τούτο από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση αυτής και, άρα, την έλαβε υπόψη του και τη συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθ. 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, αλλά, για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια", καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 32/1996, 20/2005, ΑΠ 1401/2010).

Ακόμη, πρέπει, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως). Διότι, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.

Η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ. ΑΠ 27/1998 ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1432/2004, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001). Με τον τρίτο λόγο, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι παραβίασε, εκ πλαγίου, τη Συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 παρ.

Σ), καθώς και τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, επιδικάζοντας στην ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, το "υπέρογκο" ποσό των 5.000 €, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης, από συκοφαντική δυσφήμηση. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι αόριστος και άρα απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, παρά μόνο μία εντελώς αποσπασματική, ελλιπής και, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, περικοπή της αναιρεσιβαλλομένης, δεν προσδιορίζεται, δε ακόμη, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Σε κάθε δε περίπτωση, είναι απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως του, πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο. IV. Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμό 2380/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτή με τις, εμπρόθεσμες, προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.10.2017 αίτηση του Σ. Μ., για αναίρεση της υπ' αριθμό 2380/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο, συνολικό, ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Αυγούστου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ