Supreme Court dismisses appeal against expropriation compensation ruling, holding evidence assessment lies beyond appellate review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court of Larissa's final decision on expropriation compensation. The appellant argued the lower court violated substantive law by setting a unit price and special compensation that did not reflect market value, claiming the purchase price should be double the objective value. The court ruled that while the lower court correctly applied legal provisions, its evaluation of evidence regarding the actual value of the property falls outside the scope of appellate review under Article 561 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 13(1) and 4 of Law 2882/2001; Article 17(2) of the Constitution; Article 6 of the ECHR; Article 1 of the First Protocol to the ECHR: The appellate court's review is limited to legal errors and direct violations of substantive law, excluding the evaluation of evidence and the application of common sense principles regarding property valuation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1021 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1021/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. συζ. Ν. Σ., το γένος Η. - Τ. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τζινάλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας, που κατοικοεδρεύει στη Λάρισα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2009 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 425/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με την από 21-1-2010 (διά των προτάσεών της) κύρια παρέμβαση - ανταίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, τις αυτοτελείς αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις (διά των προτάσεων) ανταιτήσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 584/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-12-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 19-2-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 584/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 18-12-2012 (αρ. ...2012) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 584/2011 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα κατ’ άρθρ. 22 ΚΑΑΑ και είναι παραδεκτή (άρθρ. 552, 553, 556, 558 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στο άρθρο 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 ορίζεται, ότι "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για την χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απολλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη.
Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 2 και 5 του Ν. 2882/01 συνάγεται ότι: α) Σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου, εξ αιτίας της οποίας το τμήμα που απέμεινε στον ιδιοκτήτη υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση που προορίζεται, ο ιδιοκτήτης του τμήματος αυτού (που απέμεινε), δικαιούται να ζητήσει με αυτοτελή αίτηση ενώπιον του Εφετείου τον καθορισμό οριστικής αποζημιώσεως (για το απαλλοτριωθέν) και την παροχή ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το απομείναν τμήμα, β) Εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση οριστικού προσδιορισμού ενώπιον του Εφετείου εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση αυτή έχει δικαίωμα να ασκήσει με τις προτάσεις, που κατατίθενται πέντε τουλάχιστον ημέρες προ της συζητήσεως, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται οριστικός προσδιορισμός (εάν δε η αίτηση αυτή περιέχει και αίτημα για παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης ο καθού δύναται με τις εμπρόθεσμες προτάσεις του να ασκήσει και αντίθετη αίτηση για την αποζημίωση αυτή) και γ) Όταν όμως στην αίτηση που ασκείται (από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο - όπως τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση) ενώπιον του Εφετείου δεν περιέχεται και αίτημα για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημιώσεως, δεν μπορεί να ζητηθεί ούτε από τον καθού η αίτηση προσδιορισμού της οριστικής αποζημιώσεως με αντίθετη αίτηση ασκούμενη με τις προτάσεις, ακόμη και εκείνες της πρώτης συζητήσεως, εφόσον το κεφάλαιο για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αυτής αποζημιώσεως για το εναπομείναν τμήμα είναι διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στον προσδιορισμό της αποζημιώσεως για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε και δεν αφορά το αντικείμενο της απαλλοτρίωσης, το οποίο έχει εισαχθεί παραδεκτώς με την κυρία αίτηση, ενώπιον του Εφετείου, ούτε είναι παρεπόμενο αυτού.
Το ίδιο ισχύει και για άλλα αιτήματα, που εισάγονται με ανταίτηση, αλλά δεν περιλαμβάνονται στην αίτηση (ΑΠ 24/2010, ΑΠ 512/2011). Περαιτέρω το κεφάλαιο της αποζημιώσεως για το έδαφος του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε είναι διαφορετικό από τα κεφάλαια για τον καθορισμό της αποζημιώσεως για τα επικείμενα του απαλλοτριωθέντος, για την αποζημίωση του εναπομείναντος και την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας.
Κατά συνέπεια, αν ασκηθεί στο Εφετείο αίτηση μόνο για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν, ο αντίδικος του αιτούντος δεν μπορεί να ζητήσει με ανταίτηση τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως για το τμήμα που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, τον καθορισμό της αποζημίωσης για τα επικείμενα του απαλλοτριωθέντος ή την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας και τα αιτήματα που υποβάλλονται με ανταίτηση, χωρίς αυτά να έχουν υποβληθεί με εμπρόθεσμη αίτηση είναι απαράδεκτα (ΑΠ 1424/ 2010).
Για τους ίδιους λόγους το παραπάνω αίτημα είναι απαράδεκτο και όταν υποβάλλεται με παρέμβαση που ασκούν κατά το άρθρο 20 παρ. 6 Ν. 2882/2001-ΚΑΑΑ (άρθρ. 19 παρ. 5 ΝΔ 797/ 1971) οι ενδιαφερόμενοι τρίτοι με σχετική δήλωση ενώπιον του Εφετείου, δεδομένου ότι και η παρέμβαση αυτή πρέπει να έχει, αναγκαίως, ίδιο αντικείμενο με εκείνο της εκκρεμούς δίκης (άρθρ. 79 παρ. 1 ΚΠολΔ), η άσκησή της δε με προφορική δήλωση και όχι με ιδιαίτερο δικόγραφο, δεν επιτρέπει την εκτίμηση αυτής ως αυτοτελούς αιτήσεως για τον απευθείας προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης από το Εφετείο (ΑΠ 667/2011).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ιδίου Κώδικος προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, ή μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ.ΑΠ 96/1985, ΑΠ 1579/2013, ΑΠ 862/2011).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο το αίτημα της κυρίας παρέμβασης αυτής, που ασκήθηκε με τις προτάσεις, περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα επικείμενα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου της (γεώτρηση και αντλιοστάσιο), με την εσφαλμένη παραδοχή ότι το αίτημα αυτό συνιστά διαφορετικό κεφάλαιο δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με την από 26-2-2009 (αρ. κατ. ...2009) κύρια-αυτοτελή αίτησή του ζήτησε α) τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριούμενων ακινήτων με την υπ’ αρ. .../ 18-11-2005 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ .../7-12-2005 τ.Δ’ ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το με αριθμό κτηματολογικού πίνακα, ..., ακίνητο της αναιρεσείουσας και β) να μην καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα εδαφικά τμήματα εκτός απαλλοτρίωσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το με αρ. ...
ακίνητο, άλλως να προσδιοριστεί η ανωτέρω ιδιαίτερη αποζημίωση σε 1% επί της καθορισθείσης οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης. Η αναιρεσείουσα άσκησε δια των προτάσεών της την από 21-1-2010 κυρία παρέμβαση-ανταίτηση, με την οποία ζήτησε α) να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου ακινήτου της με αρ. ..., εμβαδού 38.666,46 Μ2 στο ποσό των 30 ευρώ/Μ2, β) να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση των δύο εναπομενόντων τμημάτων εκτός απαλλοτρίωσης, δηλαδή για το εναπομείναν τμήμα, επιφάνειας 3.765,09 Μ2 σε ποσοστό 100% και για το εναπομείναν τμήμα επιφάνειας 45.325,11 Μ2 σε ποσοστό 90% της αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου ακινήτου και γ) να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση των συστατικών-επικειμένων, που υπάρχουν στο τμήμα, επιφάνειας 3.765,09 Μ2, δηλαδή μια γεώτρηση 6" με σωλήνες βάθους 50 μέτρων, αξίας 117 ευρώ ανά τρέχον μέτρο-αντλιοστάσιο και συνολικά το ποσό των 5.850 ευρώ.
Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε για το παραδεκτό της κυρίας παρέμβασης τα εξής: "...Η παρέμβαση αυτή είναι παραδεκτή και νόμιμη (άρθρα 14 παρ. 1γ, 19 παρ. 5 και 20 παρ. 6 του Ν. 2882/2001), μόνο καθόσον αφορά τα ανωτέρω υπό στοιχ. 1 και 2α αιτήματα, ενώ ως προς το υπό στοιχ. 2β αίτημα πρέπει, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον το εν λόγω αίτημα δεν αφορά το αντικείμενο της δίκης, που έχει εισαχθεί παραδεκτά με την κύρια αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Εφετείου και ούτε αποτελεί παρεπόμενο αίτημα αυτού, ενώ η άσκηση της παρέμβασης αυτής με προφορική δήλωση και όχι με ιδιαίτερο δικόγραφο, δεν επιτρέπει την εκτίμησή της ως αυτοτελούς αιτήσεως για απευθείας προσδιορισμό της οριστικής αποζημιώσεως από το Εφετείο σύμφωνα με το άρθρο 21 του Ν. 2882/2001".
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο διότι το κεφάλαιο της κυρίας παρέμβασης, που ασκήθηκε με τις προτάσεις και όχι με αυτοτελές δικόγραφο για προσδιορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα συστατικά-επικείμενα (γεώτρηση και αντλιοστάσιο-πομώνα) δεν αναφέρεται στο κεφάλαιο της κύριας αίτησης του Δημοσίου περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος και για μη προσδιορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εκτός απαλλοτρίωσης εναπομείναντα τμήματα και συνεπώς είναι διαφορετικό κεφάλαιο σύμφωνα και με όσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρονται.
Επομένως ο 1ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 845/ 2012, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015).
Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 με την αιτίαση της εκ πλαγίου παραβίασης της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 13 παρ. 4 ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, διότι το Εφετείο, αν και απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημα περί καταβολής ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα επικείμενα, εν τούτοις, στη συνέχεια απορρίπτει το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για την πομώνα, ως ουσιαστικά αβάσιμο και έτσι προκαλείται σύγχιση ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης στη σελίδα 28 αυτής, προκύπτει ότι περιέχονται παραδοχές για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα επικείμενα ακινήτων άλλων ιδιοκτητών (που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη). Συγχρόνως, για το ένδικο απαλλοτριούμενο ακίνητο ... της αναιρεσείουσας το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: "...Επίσης, το αίτημα περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για την πομώνα που υπάρχει στο εναπομένον τμήμα του με ... ακινήτου πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο, διότι η χρησιμότητά της εξακολουθεί να παραμένει η ίδια, ενώ η τυχόν μείωση της αξίας του εναπομένοντος τμήματος θα υπολογισθεί κατά τα εκτιθέμενα παρακάτω...". Η ανωτέρω αιτιολογία, όπως ορθά εκτιμάται, αναφέρεται πλεοναστικώς προς υποστήριξη της επιχειρηματολογίας του Εφετείου, που συνέχεται με την αξιολόγηση των αποδείξεων ως προς την αξία του εναπομείναντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος του ακινήτου της αναιρεσείουσας, επιφάνειας 3.765,09 Μ2 εντός του οποίου βρίσκεται η πομώνα, η χρήση της οποίας σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου εξακολουθεί να παραμένει ίδια, υπό την έννοια ότι δεν μεταβάλλεται η αξία του ανωτέρω εδαφικού τμήματος.
Συνεπώς, ουδεμία σύγχιση προκαλείται από την ανωτέρω παραδοχή, με την παραδοχή για την απόρριψη του αιτήματος ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα επικείμενα ως απαράδεκτο και καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε το Εφετείο στην ουσιαστική διάταξη του άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ). Επομένως, ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων.
Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ’ άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι’ αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015).
Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το από 13-4-2011 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μηχανικού Ν. Τ. με τις επ’ αυτού αεροφωτογραφίες και τεχνική έκθεση αξιολόγησης ακινήτων, που είχε προσκομίσει με νόμιμη επίκληση και ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως προς την αξία των εκτός απαλλοτρίωσης εναπομενόντων τμημάτων της ιδιοκτησίας της.
Επίσης, με τον 4ο συναφή λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται η ίδια πλημμέλεια με την αιτίαση, ότι, εκτός από το ανωτέρω έγγραφο, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, τις καταθέσεις των μαρτύρων που εμπεριέχονται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα πρακτικά της υπ’ αρ. 425/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, τις υπ’ αρ. 32/2010, 750/2007, 203/2003 και 190/2003 αποφάσεις του Εφετείου Λάρισας, την υπ’ αρ. 46/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και τα υπ’ αρ. .../30-11-2009, .../2009 και .../2009 πωλητήρια συμβόλαια, που είχε προσκομίσει με νόμιμη επίκληση, ως συγκριτικά στοιχεία.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση και την κύρια παρέμβαση, που επιτρεπτά επισκοπείται για τις ανάγκες του 3ου και 4ου αναιρετικού λόγου, προκύπτει, ότι τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα (πλην των πωλητηρίων συμβολαίων) είχαν προσκομιστεί με νόμιμη επίκληση στο Εφετείο από την αναιρεσείουσα προς υποστήριξη των αιτημάτων της.
Τα πωλητήρια συμβόλαια τα είχε επίσης επικαλεστεί νόμιμα, διότι συνιστούσαν κοινά αποδεικτικά μέσα (άρθρ. 346 ΚΠολΔ) και είχαν προσκομιστεί από άλλους διαδίκους - αιτούντες των συνεκδικαζομένων με την κυρία παρέμβαση, αιτήσεων - ανταιτήσεων αυτών. Επομένως, σύμφωνα με την αρχή της επενέργειας - κοινότητας των αποδεικτικών μέσων, που απορρέει από την διάταξη του άρθρ. 346 ΚΠολΔ, τα ανωτέρω έγγραφα, λαμβάνονται επιτρεπτά υπόψη από το Δικαστήριο για την απόδειξη όλων των αποδεικτέων γεγονότων ακόμη και υπέρ του αντιδίκου του προσκομίσαντος αυτά (ΑΠ Ολ. 58/1978, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 1359/2010).
Κατά συνέπεια παραδεκτά προτείνονται οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι και όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο περί απαραδέκτου προβολής αυτών κατ’ άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Περαιτέρω αναφορικά με την ουσιαστική έρευνα των ανωτέρω αναιρετικών λόγων το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σύμφωνα με τις παραδοχές του στη σελ. 23 της απόφασης αυτού, κρίνει ότι έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιόν του, που περιέχονται
στα πρακτικά και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκόμισαν
με νόμιμη επίκληση, στα οποία (έγγραφα) περιλαμβάνονται και το από 13-4-2011 τοπογραφικό διάγραμμα με τις επ’ αυτού αεροφωτογραφίς και τις τεχνικές εκθέσεις που προσκόμισαν με νόμιμη επίκληση, ενώ αξιολόγησε ειδικά ως συγκριτικό στοιχείο την 750/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας (βλ. σελ. 25 της απόφασης αυτού) κρίνοντας ότι αφορά σε απαλλοτριούμενα ακίνητα προγενέστερου χρόνου και ότι τα ακίνητα που αφορά η ανωτέρω απόφαση υπερτερούν των επιδίκων ακινήτων λόγω της γειτνίασης αυτών με την ΕΟ Λάρισας - Θεσσαλονίκης. Επίσης, το Εφετείο, εκτός από την ανωτέρω απόφαση αξιολόγησε και την υπ’ αρ. 425/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας (βλ. σελ. 25 της προσβαλλόμενης), την υπ’ αρ. 46/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και το υπ’ αρ. .../2009 πωλητήριο
συμβόλαιο (βλ. σελ. 26), που είχαν προσκομιστεί ως συγκριτικά στοιχεία καθώς επίσης, αξιολόγησε ειδικά τις καταθέσεις των μαρτύρων, Ν. Μ., Α. Θ. και Ν. Σ. (βλ. σελ. 27). Και είναι μεν αληθές ότι η προσβαλλόμενη
απόφαση, εκτός από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, δεν μνημονεύει ειδικά τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, για τα οποία παραπονείται η αναιρεσείουσα, πλην όμως η επιλεκτική αναφορά σε όσα ειδικά αναφέρει δεν μαρτυρεί ότι δεν έλαβε υπόψη της και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, διότι από το περιεχόμενό της προκύπτει με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία, δηλαδή καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε μαζί με όλες τις λοιπές αποδείξεις και περιέλαβε ειδική αιτιολογία για τη θέση των ακινήτων, το είδος τους ως αρδευόμενων αγρών στους οποίους καλλιεργούνται βαμβάκι, δημητριακά και ροδακινιές, με αποκλειστική χρήση την αγροτική εκμετάλλευση. Άλλωστε η απόδοση μεγαλύτερης αξιοπιστίας σε κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι ανωτέρω αποφάσεις-συγκριτικά στοιχεία για τα οποία παραπονείται η αναιρεσείουσα ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Συνακόλουθα ο 3ος και ο 4ος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), σχετικά με τον καθορισμό της τιμής μονάδος απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ορίζονται τα εξής: 1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. "Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και n πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά το χρόνο συζήτησης για οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Περαιτέρω στο εδάφιο γ’ της παραπάνω διάταξης παρατίθενται ενδεικτικά τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων και άρα το Εφετείο μπορεί να λάβει υπόψη οποιοδήποτε άλλο κριτήριο, μεταξύ των οποίων και τις υπάρχουσες στον ανωτέρω χρόνο οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο το Δικαστήριο να τις αναλύει διεξοδικά, όταν αυτές είναι πασίγνωστες και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως χωρίς απόδειξη -άρθρο 336 παρ. 1 ΚΠολΔ- (ΑΠ 539/2015).
Ειδικότερα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται η ανωτέρω ουσιαστική διάταξη νόμου, στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποίησης στην ανωτέρω διάταξη της λέξης "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 558/2014, πρβλ.
επίσης, ΑΠ 1016/2015, ΑΠ 2126/2014). Περαιτέρω, ως πρόσοδος κατά την έννοια της ίδιας ως άνω ουσιαστικής διάταξης (άρθρ. 13 παρ. 1 ν. 2882/2001 - ΚΑΑΑ), νοείται, η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριούμενου, όχι ως μεμονωμένου ακινήτου αλλά ως εκ της θέσης, της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται.
Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί προκειμένου μεν για αγροτικό ακίνητο, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και προκειμένου για αστικό, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποιοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο (ΑΠ 421/2015 πρβλ.
επίσης, ΑΠ 326/2016). Περαιτέρω, ως καταβλητέα αποζημίωση για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και τη δυνατότητα κατάληψης νοείται η κατά την ως άνω διάταξη της παρ. 2 "πλήρης", η οποία πρέπει συνεπώς να περιλαμβάνει και την αξία των κατά το άρθρο 953 ΑΚ συστατικών του ακινήτου, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 4 v. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, ανεξάρτητα από τη μνεία του στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα (Ολ.ΑΠ 5/2002).
Την έννοια του συστατικού καθορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 953, 954 και 955 ΑΚ, με τις οποίες ορίζεται, ότι: α) συστατικό που δεν μπορεί ν’ αποχωρισθεί από το κύριο πράγμα χωρίς βλάβη αυτού του ίδιου ή του κυρίου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού του δεν μπορεί να είναι αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, β) συστατικά ακινήτου με την έννοια του προηγούμενου άρθρου είναι, εκτός των άλλων, τα πράγματα που έχουν συνδεθεί σταθερά με το έδαφος, ιδίως τα οικοδομήματα, ενώ συστατικά οικοδομήματος είναι όλα τα κινητά που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση ή τα προσαρμοσμένα με αυτό για σκοπό μόνιμο και όχι παροδικό.
Ενόψει των ανωτέρω, το δικαστήριο, ως προς τα συστατικά που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα, έχει εξουσία να προσδιορίζει την τιμή μονάδας αποζημίωσης, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα. Έχει δε το δικαστήριο την ευχέρεια, είτε να διατάξει συμπλήρωση του πίνακα είτε να προχωρήσει στον καθορισμό τιμής για τα παραλειφθέντα συστατικά βάσει των προσκομιζομένων ή τασσομένων και διεξαγόμενων αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 5/2002, ΑΠ 653/ 2014, πρβλ.
επίσης, ΑΠ 868/2012, ΑΠ 21/2010). Επίσης, το ίδιο συμβαίνει, όταν στο απαλλοτριούμενο ακίνητο υπάρχουν και συστατικά - δένδρα - φυτείες κατά την έννοια του άρθρ. 953 ΑΚ (ΑΠ 865/2012).
Με τους 5ο και 6ο συναφείς αναιρετικούς λόγους εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης με την εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρ. 13 παρ. 1 ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) με ελλιπείς, άλλως αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου 033 ακινήτου της, που είναι ζήτημα ουσιώδες για την έκβαση της δίκης και εσφαλμένα δέχτηκε ότι το ακίνητο είναι αγροτεμάχιο, ενώ τούτο είναι ποτιστικό άλλως βιομηχανικό-βιοτεχνικό με οικοπεδική αξία καθώς επίσης δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες για την πρόσοδο αυτού - δενδροκαλλιέργειες.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι το Εφετείο συνεκδίκασε την διά των προτάσεων κυρία παρέμβαση της αναιρεσείουσας με την αυτοτελή από 26-2-2009 (αρ. κατ. ...2009) αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου μαζί με αιτήσεις - ανταιτήσεις άλλων διαδίκων και κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ’ αριθμ. .../ 18-11-2005 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο με αριθ. .../Δ/7-12-2005, ΦΕΚ, μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λάρισας και καταχωρίστηκε στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου …, κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για το έργο "κατασκευή ρουφράκτη (φράγματος) Γυρτώνης στο π.
Πηνειό" στην περιοχή των Δήμων ..., έκτασης συνολικού εμβαδού 404.745,33 τ.μ., που βρίσκεται στο νομό Λάρισας και εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στα ακριβή αντίγραφα των Αυγούστου 2004 κτηματολογικών διαγραμμάτων της Γενικής Γραμματείας Δημ. Έργων ΕΥΔΕ/ΟΣΥΕ-Τμήμα Λάρισας του ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία έχει συντάξει ο Κ. Τ. και έχει θεωρήσει ο Προϊστάμενος της ΕΥΔΕ/ΟΣΥΕ Δ.
Ν. στις 30-12-2004, του από Δεκεμβρίου 2004 αντίστοιχου κτηματολογικού πίνακα της ίδιας υπηρεσίας, τον οποίο έχει συντάξει ο Κ. Τ. και έχει θεωρήσει ο Προϊστάμενος της ΕΥΔΕ/ΟΣΥΕ Δ. Ν. στις 30-12-2004, όπως τα ανωτέρω κτηματολογικά στοιχεία διορθώθηκαν με την υπ’ αρ. .../25-7-2007 απόφαση των ίδιων ως άνω Υπουργών, σύμφωνα με τον από 10-3-2007 διορθωτικό κτηματολογικό διάγραμμα και τον αντίστοιχο διορθωτικό πίνακα της ως άνω υπηρεσίας, που ελέγχθηκαν από την Δ.
Ρ. και θεωρήθηκαν από τον Προϊστάμενο της ΕΥΔΕ/ΟΣΥΕ στις 17-4-2007. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού. Στα πλαίσια του ως άνω έργου κατασκευάσθηκε νέα κοίτη-διώρυγα του Πηνειού, με ευθυγράμμιση-μετατόπιση της παλαιάς κοίτης. Με την κατασκευή της νέας διώρυγας κατασκευάσθηκαν αμφίπλευρα αναχώματα στην στέψη των οποίων προβλέπεται η κατασκευή αγροτικού δρόμου.
Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, βρίσκονται στις κτηματικές περιφέρειες Γυρτώνης του Δήμου ..., εκτός των οριοθετημένων οικισμών. Είναι αρδευόμενοι αγροί, στους οποίους καλλιεργούνται βαμβάκι, δημητριακά και δένδρα (ροδακινιές). Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, βρίσκονται ένθεν και ένθεν του ποταμού Πηνειού, αρκετά μακριά από οικισμούς και απέχουν από την πόλη της Λάρισας 20 περίπου χιλιόμετρα, από τον αυτοκινητόδρομο ΠΑΘΕ 4,5 περίπου χιλιόμετρα και από τη βιομηχανική περιοχή Λάρισας 15 περίπου χιλιόμετρα.
Η αρτιότητα των απαλλοτριουμένων ακινήτων, κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, είναι εκείνη που ισχύει για τα εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης οικισμού ακίνητα. Η κατά προορισμό χρήση όλων των ανωτέρω απαλλοτριωθέντων ακινήτων είναι αποκλειστικά αυτή της αγροτικής εκμετάλλευσης. Στις περιοχές, όπου βρίσκονται τα επίδικα, δεν υπάρχουν βιοτεχνικές, ή βιομηχανικές εγκαταστάσεις, πλην των εγκαταστάσεων των σφαγείων Λάρισας.
Επίσης δεν υπάρχουν κατοικίες ή άλλα κτήρια. Ο ισχυρισμός των δικαιούχων ότι τα επίδικα ακίνητα έχουν βιοτεχνική και βιομηχανική χρήση και οικοπεδική αξία δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης ο ισχυρισμός τους ότι υπάρχει δυνατότητα εκμετάλλευσης των επίδικων για την εξόρυξη πρώτης ύλης για την κατασκευή κεραμικών ειδών καθώς και για την ίδρυση και λειτουργία αναψυκτηρίων δεν είναι βάσιμος, αφού καμία τέτοιου είδους δραστηριότητα δεν προέκυψε ότι έχει αναπτυχθεί στην περιοχή και άρα πρέπει να απορριφθεί.
Για τις ως άνω περιοχές ισχύει το αντικειμενικό σύστημα καθορισμού της φορολογητέας αξίας ακινήτων. Η αρμόδια Εκτιμητική Επιτροπή του άρθρου 15 του ΚΑΑΑ στην από 15-6-2007 έκθεση προεκτίμησης, προσδιόρισε, με βάση το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού, την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων ως εξής: 1) Για τους αρδευόμενους αγρούς μονοετούς καλλιέργειας που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια Γυρτώνης στο ποσό των 1.170 ευρώ ανά στρέμμα, 2) για τους αρδευόμενους αγρούς μονοετούς καλλιέργειας, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια ...
στο ποσό των 1.080 ευρώ ανά στρέμμα, 3) για τους αρδευόμενους αγρούς με δενδροκαλλιέργειες, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια ... στο ποσό των 1.728 ευρώ ανά στρέμμα. Σύμφωνα με το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο, οι ως άνω αντικειμενικές αξίες ταυτίζονται με τις αγοραίες αξίες. Η προταθείσα από το Ελληνικό Δημόσιο μάρτυρας κατέθεσε ότι η αξία των ανωτέρω ακινήτων ανέρχεται στο ποσό των 1.260 ευρώ ανά στρέμμα.
Οι εξετασθέντες μάρτυρες των αιτούντων-εικαζομένων δικαιούχων προσδιόρισαν την αξία των ανωτέρω ακινήτων μεταξύ 20.000 και 30.000 ευρώ ανά στρέμμα. Με την υπ’ αρ. 425/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας η αγοραία αξία και συνεπώς η καταβλητέα αποζημίωση καθορίστηκε προσωρινά (με κρίσιμο χρόνο εκείνο της 17-4-2008, οπότε και συζητήθηκε η υπόθεση ενώπιόν του) για τους αρδευόμενους αγρούς μονοετούς καλλιέργειας που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια Γυρτώνης, αλλά και στην κτηματική περιφέρεια ...
στο ποσό των 10 ευρώ ανά τετρ. μ. και για τους αρδευόμενους αγρούς με δενδροκαλλιέργειες, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια ... στο ποσό των 12 ευρώ ανά τετρ. μ. Με την υπ’ αρ. 750/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που επικαλούνται ως συγκριτικό στοιχείο οι εικαζόμενοι δικαιούχοι και η οποία εκδόθηκε για άλλη απαλλοτρίωση για την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου ΠΑΘΕ στο τμήμα Γυρτώνης έως ΑΚ Τεμπών καθορίστηκε, με κρίσιμο χρόνο την 21-9-2007, η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για απαλλοτριωθέντα ακίνητα, που βρίσκονται στις κτηματικές περιφέρειες του Δήμου Μακρυχωρίου σε 14 ευρώ το τ.μ., γι’ αυτά που έχουν πρόσωπο στην Ε.Ο.
Λάρισας - Θεσσαλονίκης και σε 11,2 ευρώ το τ.μ. γι’ αυτά που δεν έχουν πρόσωπο στην ως άνω Ε.Ο. Τα ως άνω ακίνητα σαφώς υπερτερούν των επιδίκων, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της ανωτέρω αποφάσεως, γειτνιάζουν με την Ε.Ο. Λάρισας - Θεσσαλονίκης. Εξάλλου η ως άνω απόφαση αφορά προγενέστερο χρόνο. Το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο προσκομίζει αγγελίες πώλησης αγροτεμαχίων στις περιοχές Γυρτώνης και Μακρυχωρίου, πλησίον του αυτοκινητοδρόμου ή πλησίον οικισμών δημοσιευμένες στο διαδίκτυο στις 4-5-2011, έναντι προτεινόμενου τιμήματος από 3 έως 4,4 ευρώ ανά τ.μ.
Περαιτέρω τα λοιπά συγκριτικά στοιχεία, που επικαλούνται οι δικαιούχοι, σχετική μόνο αποδεικτική αξία έχουν και δεν ανατρέπουν όσα αναφέρονται παρακάτω, διότι αφορούν προγενέστερους χρόνους, αλλά και για τους ακόλουθους λόγους: Το υπ’ αρ. .../2009 πωλητήριο συμβόλαιο, αφορά μεταβίβαση αγροτεμαχίου προς την εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΕ", έναντι τιμήματος 32 ευρώ ανά τ.μ., το οποίο βρίσκεται πολύ κοντά στον ως άνω αυτοκινητόδρομο στον κόμβο Γυρτώνης και απέναντι από την βιομηχανική περιοχή Λάρισας, προορίζεται δε για άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας. Επίσης οι υπ’ αρ. 46/2007 και 68/2008 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που όρισαν ως προσωρινή τιμή μονάδος απαλλοτριώσεως 32 και 25 ευρώ ανά τ.μ., αντίστοιχα, αφορούν η πρώτη αγροτεμάχια, που βρίσκονται στο ΔΔ ...
παραπλεύρως της ΕΟ Αθηνών - Θεσσαλονίκης και η δεύτερη αγροτεμάχια, που βρίσκονται πλησίον των ορίων του σχεδίου πόλεως Λάρισας. Περαιτέρω σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα στα με ΑΚΠ ... ακίνητα υπάρχουν τα ακόλουθα επικείμενα: α) στο με ... περίφραξη με συρματόπλεγμα και σιδηροπασσάλους 243,07 μ., πόρτα δάριγκ και 94 καλλωπιστικές μικρές μουριές, β) στο με ... 60 μεσαίες ροδακινιές, γ) στο με ... 80 μεγάλες και 36 μικρές ροδακινιές και δ) στο με ...
αντλιοστάσιο και γεώτρηση άρδευσης (πομώνα). Η Εκτιμητική Επιτροπή της ..., με την από 15-6-2007 έκθεσή της, προσδιόρισε την αξία των επικειμένων στα με ... και 045 ακίνητα ως ακολούθως: 1) Στην ιδιοκτησία με ..., για την περίφραξη με συρματόπλεγμα και σιδηροπασσάλους στο ποσό των 15 ευρώ ανά τρ.μ., για την πόρτα δάρινγκ στο ποσό των 150 ευρώ κατ’ αποκοπή και για τις καλλωπιστικές μικρές μουριές στο ποσό των 2,5 ευρώ την καθεμία, 2) στην ιδιοκτησία με ...
για το αντλιοστάσιο στο ποσό των 3.000 ευρώ και για την πομώνα στο ποσό των 100 ευρώ ανά τρ.μ. Με την ανωτέρω υπ’ αρ. 425/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας η αγοραία αξία και συνεπώς και η καταβλητέα αποζημίωση καθορίσθηκε προσωρινά για τα επικείμενα ως εξής: 1) Στην ιδιοκτησία με ..., για την περίφραξη με συρματόπλεγμα και σιδηροπασσάλους στο ποσό των 20 ευρώ ανά τρ.μ., για την πόρτα δάρινγκ στο ποσό των 230 ευρώ κατ’ αποκοπή και για τις καλλωπιστικές μικρές μουριές στο ποσό των 20 ευρώ για την καθεμία, 2) στην ιδιοκτησία με ...
για τις μεσαίες ροδακινιές στο ποσό των 90 ευρώ η μία, 3) στην ιδιοκτησία με ... για τις μικρές και μεγάλες ροδακινιές στο ποσό των 70 και 120 ευρώ αντίστοιχα και 4) στην ιδιοκτησία με ... για το αντλιοστάσιο στο ποσό των 7.000 ευρώ και για την πομώνα στο ποσό των 120 ευρώ ανά μ. βάθους. Επίσης στο ... ακίνητο, όπως προκύπτει και από το υπ’ αρ. 151/2011 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Δημ.
Έργων, υπάρχει μια γεώτρηση βάθους 40 μ.μ. και ένας υπόγειος αγωγός άρδευσης μήκους 35 μ.μ. από γαλβανισμένη σωλήνα 5 ιντσών. Οι εξετασθέντες μάρτυρες Ν. Μ., Α. Θ. και Ν. Σ. προσδιορίζουν την αξία των γεωτρήσεων στο ποσό των 10.000, 20.000 και 10.000 ευρώ αντίστοιχα. Από το συνδυασμό όλων ανεξαιρέτως των προσκομιζομένων με επίκληση αποδεικτικών στοιχείων και την ελεύθερη εκτίμηση αυτών, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι η πραγματική αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, που εν προκειμένω, είναι εκείνος της παρούσας συζητήσεως (6-5-2011), χωρίς να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση της αξίας τους, λόγω της εξαγγελίας ή της κηρύξεως της απαλλοτριώσεως ή της πραγματοποίησης του έργου, που αφορά η τελευταία ή η τυχόν ανατίμηση που προέρχεται από ενέργειες των ιδιοκτητών στα απαλλοτριωθέντα, που έγιναν μετά την κατά νόμο ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνον εξ αυτής ανέρχεται:
Α) Για τους αρδευόμενους αγρούς, που βρίσκονται στην κτηματική περιοχή ... σε 1,60 ευρώ ανά τετρ.μ. Β) Για τους αρδευόμενους αγρούς, που βρίσκονται στην κτηματική περιοχή ... σε 1,60 ευρώ ανά τετρ.μ. Οι τιμές αυτές ανταποκρίνονται κατά το ουσιαστικό τους περιεχόμενο στην έννοια της πλήρους αποζημίωσης, όπως αυτή ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύσσονται στην παραπάνω νομική σκέψη της παρούσας.
Ακόμη πρέπει, προς το σκοπό καταβολής στους δικαιούχους της πλήρους αποζημίωσης υπό την έννοια που αναλύεται στην αντίστοιχη νομική σκέψη της παρούσας, να καθορισθεί αυτοτελώς η οφειλόμενη αποζημίωση για τα παρακάτω επικείμενα, που υπάρχουν στις ακόλουθες ιδιοκτησίες, ως εξής: 1) Στην ιδιοκτησία με ..., για την περίφραξη με συρματόπλεγμα και σιδηροπασσάλους στο ποσό των 20 ευρώ ανά τρ.μ., για την πόρτα δάρινγκ στο ποσό των 230 ευρώ κατ’ αποκοπή και για τις καλλωπιστικές μικρές μουριές στο ποσό των 20 ευρώ για την καθεμία, 2) στην ιδιοκτησία με ...
για την γεώτρηση στο ποσό των 120 ευρώ ανά μ.μ. και για τον υπόγειο αγωγό άρδευσης στο ποσό των 2.000 ευρώ, 3) στην ιδιοκτησία με ... για τις μεσαίες ροδακινιές στο ποσό των 90 ευρώ η μία, 4) στην ιδιοκτησία με ... για τις μικρές και μεγάλες ροδακινιές στο ποσό των 70 και 120 ευρώ αντίστοιχα και 5) στην ιδιοκτησία με ... για το αντλιοστάσιο στο ποσό των 5.000 ευρώ και για την πομώνα στο ποσό των 120 ευρώ ανά μ.μ.
Περαιτέρω το αίτημα περί καθορισμού αποζημίωσης για την ηλεκτρική εγκατάσταση της με ... ιδιοκτησίας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον αποδείχθηκε ότι ο φορέας του έργου έχει μεταφέρει τις σχετικές εγκαταστάσεις στην εναπομείνασα ιδιοκτησία και τις έχει ηλεκτροδοτήσει με δαπάνες του.
Επίσης το αίτημα περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για την πομώνα που υπάρχει στο εναπομένον τμήμα του με ... ακινήτου πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο, διότι η χρησιμότητά της εξακολουθεί να παραμένει η ίδια, ενώ η τυχόν μείωση της αξίας του εναπομένοντος τμήματος θα υπολογισθεί κατά τα εκτιθέμενα παρακάτω.
Περαιτέρω αναφορικά με τα αιτήματα περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εκτός απαλλοτρίωσης εναπομένοντα τμήματα των επιδίκων ακινήτων, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα: Η Εκτιμητική Επιτροπή της Κτηματικής Υπηρεσίας του Ν. Λάρισας εκτίμησε τη μείωση της αξίας των εναπομενόντων τμημάτων των παρακάτω ιδιοκτησιών στα έναντι αυτών αναφερόμενα ποσοστά:
Για την με ... σε 50%, 50%, 30% και 30% αντίστοιχα για τα εναπομένοντα τμήματα, για την ... σε 50%, για την με ... σε 90%, για τη με ... σε 10%, για τη με ΑΚ... σε 90%, για τη με ΑΚ... σε 90%, για τη με ΑΚ... σε 90%, για τη με ΑΚ... σε 90%, για τη με ΑΚ... σε 30%, για τη με ΑΚ... σε 30%, για τη με ΑΚ... σε 30%, για τη με ΑΚ... σε 30%, για τη με ΑΚ... σε 50%, για τη με ΑΚ...
σε 40%, για τη με ΑΚ... σε 80%, για τη με ... σε 10%, για τη με ΑΚ... σε 90%, για τη με ΑΚ... σε 50% για το ένα τμήμα και 30% για το άλλο τμήμα, για την με ... σε 80% για το ένα τμήμα και 5% για το άλλο τμήμα, για την με ΑΚ... σε 80%, για την με ΑΚ... σε 80%, για τη με ΑΚ... σε 50% για κάθε τμήμα, για τη με ΑΚ... σε 5%. Για τις με ΑΚΠ ... ιδιοκτησίες η ως άνω Επιτροπή εκτιμά ότι δεν πρέπει να ορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση.
Με την υπ’ αρ. 425/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας ορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση ως εξής: Για την με ... σε 50%, 50%, 30% και 30% αντίστοιχα για τα εναπομένοντα τμήματα, για την με ... σε 50%, για την με ... σε 90%, για τη με AK... σε 90%, για τη με ΑΚ... σε 90%, για τη με ΑΚ... σε 90%, για τη με ΑΚ... σε 90%, για τη με ΑΚ... σε 30%, για τη με ΑΚ...
σε 30%, για τη με ΑΚ... σε 30%, για τη με ΑΚ... σε 30%, για τη με ΑΚ... σε 50%, για τη με ΑΚ... σε 40%, για τη με ΑΚ... σε 80%, για τη με ... σε 20%, για τη με ΑΚ... σε 80%, για τη με ΑΚ... σε 50% για το ένα τμήμα και 30% για το άλλο τμήμα, για την με ... σε 80% για το ένα τμήμα και 10% για το άλλο τμήμα, για την με ΑΚ... σε 80%, για την με ΑΚ... σε 80%, για τη με ΑΚ...
σε 50% για το ένα τμήμα και 70% για το άλλο τμήμα. Για τις με ..., ... ιδιοκτησίες κρίθηκε ότι δεν πρέπει να ορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση. Οι ιδιοκτήτες των ως άνω ακινήτων ισχυρίζονται ότι μειώθηκε η αξία όλων των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων τους και ότι η μείωση αυτή είναι για τα ακίνητα Α) των αιτούντων:
α) της υπ’ .../2009 αίτησης 100% για το με ΑΚ... και 90% για το με ΑΚ..., β) της υπ’ .../2009 αίτησης 100% για τα με ΑΚΠ ..., 40%, για τα με ΑΚ...... και 10% για το με ΑΚ..., γ) της υπ’ ...2009 αίτησης 90%, δ) της υπ’ .../2009 αίτησης 60% για το με ΑΚ... και 90% για το με ΑΚ..., ε) της υπ’ .../2009 αίτησης 90%, στ) της υπ’ .../2009 αίτησης 90% για τα με ΑΚ... ..., 80% για τα με ..., ..., 70% για το με ..., 50% για το με ΑΚ...
και 80% 85%, 75% και 90% αντίστοιχα, για τα 4 τμήματα του με ... ακινήτου και Β) της κυρίως παρεμβαίνουσας 100% και 90% αντίστοιχα για τα δύο εναπομείναντα τμήματα. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω κριτήρια και κρίσιμα, για τη χορήγηση της ιδιαίτερης αποζημίωσης, στοιχεία, αποδεικνύονται τα εξής: 1) Από το με ...
ακίνητο, εμβαδού πριν την απαλλοτρίωση 125.000 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 94.136,49 τ.μ. και απομένουν εκτός απαλλοτρίωσης τέσσερα εδαφικά τμήματα, απομακρυσμένα μεταξύ τους, τα οποία χάνουν την αξία τους ως μια ενιαία ιδιοκτησία και συγκεκριμένα α) το με στοιχ. 3Α, εμβαδού 8.158,83 τ.μ., τριγωνικού σχήματος, το οποίο βρίσκεται μεταξύ της παλαιάς κοίτης και του νέου έργου, β) το με στοιχ. 3Β, εμβαδού 6.350,11 τ.μ., τριγωνικού σχήματος, γ) το με στοιχ. 3Γ, εμβαδού 12.921,90 τ.μ.
και δ) το με στοιχ. 3Δ, εμβαδού 4.561,29 τ.μ. Ενόψει αυτών τα ανωτέρω υπό στοιχ. 3Α, 3Β, 3Γ, 3Δ τμήματα υφίστανται μείωση της αξίας τους κατά ποσοστό 60%, 60%, 40%, 40% αντίστοιχα. 2) Από το με ... ακίνητο, εμβαδού πριν την απαλλοτρίωση 40.000 τ.μ. απαλλοτριώνεται έκταση 32.824,78 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 7.175,22 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 60%, λόγω της μεγάλης μείωσης του αρχικού εμβαδού της, του τριγωνικού σχήματός της και του ότι είναι δυσχερής η πρόσβασή της. 3) Από το με ...
ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 3.409,63 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 250 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 90%, λόγω της μεγάλης μείωσης του εμβαδού της, που την καθιστά άχρηστη για γεωργική εκμετάλλευση. 4) Από το με ... ακίνητο, εμβαδού πριν την απαλλοτρίωση 3.875,08 τ.μ.
απαλλοτριώνεται έκταση 952 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 2.922,18 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 10%, λόγω της μείωσης του αρχικού εμβαδού της. 5) Από το με ΑΚ... ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 1.942,72 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 852 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 90%, λόγω της μείωσης του εμβαδού της και της μη δυνατότητας πρόσβασής της. 6) Για το με ΑΚ...
ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 1.969,39 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 31 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 90%, λόγω της μεγάλης μείωσης του εμβαδού της, που την καθιστά άχρηστη προς γεωργική εκμετάλλευση. 7) Από το με ΑΚ... ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 1.717,77 τ.μ.
και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 219 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 90%, λόγω της μεγάλης μείωσης του εμβαδού της, που την καθιστά άχρηστη προς γεωργική εκμετάλλευση. 8) Από το με ΑΚ... ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 1.633,98 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 304 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 80%, λόγω της μείωσης του εμβαδού της, που την καθιστά δυσχερώς εκμεταλλεύσιμη. 9) Από το με ΑΚ...
ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 6.121,93 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 7.878,07 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 30%, λόγω της μείωσης του εμβαδού της. 10) Από το με ΑΚ... ακίνητο, εμβαδού πριν την απαλλοτρίωση 31.500 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 10.638,49 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 20.861,51 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 30%, λόγω του ότι είναι δυσχερής η πρόσβασή της. 11) Από το με ΑΚ...
ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 7.436,83 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 16.565,17 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 30%, λόγω του ότι είναι δυσχερής η πρόσβασή της. 12) Από το με ΑΚ... ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 4.699,54 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 2.389,46 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 30%, λόγω του ότι είναι δυσχερής η πρόσβασή της. 13) Από το με ΑΚΠ 25 ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 10.288,55 τ.μ.
και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 2.511,45 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 50%, λόγω του ότι είναι η δυσχερής η πρόσβασή της και της μείωσης της αρχικής έκτασης. 14) Από το με ΑΚ... ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 2.646,63 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 3.356,37 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 40%, λόγω του ότι είναι δυσχερής η πρόσβασή της και της μείωσης της αρχικής έκτασης. 15) Από το με ΑΚ...
ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 10.615,51 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 2.484,49 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 80%, λόγω του εγκλωβισμού της μεταξύ του φυσικού πρανούς του Πηνειού και των κατασκευών και της μείωσης της αρχικής έκτασης. 16) Από το με ... ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 631,87 τ.μ.
και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 2.168,13 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 20%. 17) Από το με ΑΚ... ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 1.591,79 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 346,21 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 90%, λόγω της μεγάλης μείωσης του εμβαδού της, που την καθιστά άχρηστη προς γεωργική εκμετάλλευση. 18) Από το με ΑΚ...
ακίνητο, εμβαδού πριν την απαλλοτρίωση 45.000 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 29.334,88 τ.μ. και απομένουν εκτός απαλλοτρίωσης δύο εδαφικά τμήματα, εμβαδού 7.975 και 7.690 τ.μ. αντίστοιχα, που υφίστανται μείωση της αξίας τους κατά ποσοστό 60% και 40% αντίστοιχα, το πρώτο λόγω του ότι βρίσκεται μεταξύ της παλαιάς κοίτης και του νέου έργου και το δεύτερο λόγω του τριγωνικού σχήματός του. 19) Από το με ...
ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 38.666,46 τ.μ. και απομένουν εκτός απαλλοτρίωσης δύο εδαφικά τμήματα, εμβαδού 3.765,09 και 45.325,11 τ.μ. αντίστοιχα, που υφίστανται μείωση της αξίας τους κατά ποσοστό 80% και 20% αντίστοιχα, το πρώτο, λόγω του σχήματός του (στενή λωρίδα) και του μικρού εμβαδού του και το δεύτερο, λόγω του ότι δεν προβλέπεται δυνατότητα πρόσβασής του με γεωργικό μηχάνημα και έτσι καθίσταται δυσχερώς εκμεταλλεύσιμο. 20) Από το με ΑΚ...
ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 4.054,93 τ.μ. και απομένουν εκτός απαλλοτρίωσης δύο εδαφικά τμήματα, εμβαδού 877 και 4.051,93 τ.μ. αντίστοιχα. Το πρώτο από αυτά (για το οποίο και μόνο υποβάλλεται σχετικό αίτημα) υφίσταται μείωση της αξίας του κατά ποσοστό 80%, λόγω της μεγάλης μείωσης του εμβαδού του, που το καθιστά δυσχερώς εκμεταλλεύσιμο. 21) Από το με ΑΚ...
ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 4.054,93 τ.μ. και απομένουν εκτός απαλλοτρίωσης δύο εδαφικά τμήματα, εμβαδού 877 και 4.051,93 τ.μ. αντίστοιχα. Το πρώτο από αυτά (για το οποίο και μόνο υποβάλλεται σχετικό αίτημα) υφίσταται μείωση της αξίας του κατά ποσοστό 80%, λόγω της μεγάλης μείωσης του εμβαδού του, που το καθιστά δυσχερώς εκμεταλλεύσιμο. 22) Από το με ΑΚ...
ακίνητο, εμβαδού πριν την απαλλοτρίωση 75.898 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 53.050 τ.μ. και απομένουν εκτός απαλλοτρίωσης δύο εδαφικά τμήματα, εμβαδού 13.750 και 9.097,03 τ.μ. αντίστοιχα, που υφίστανται μείωση της αξίας τους κατά ποσοστό 50% και 70% αντίστοιχα, το πρώτο λόγω του σχήματός του (στενή λωρίδα δυσχερώς εκμεταλλεύσιμη) και το δεύτερο λόγω του ότι βρίσκεται μεταξύ του ποταμού και του έργου. 23) Από το με ΑΚ...
ακίνητο, εμβαδού πριν την απαλλοτρίωση 5.687 τ.μ. απαλλοτριώνεται έκταση 279,35 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 5,407,65 τ.μ. Η απαλλοτριούμενη έκταση είναι πολύ μικρή σε σχέση με την εναπομένουσα και επομένως η αξία της τελευταίας δεν υφίσταται καμία μείωση και το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. 24) Από το με ΑΚ...
ακίνητο, εμβαδού πριν την απαλλοτρίωση 1.874 τ.μ. απαλλοτριώνεται έκταση 9,02 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 1.864,98 τ.μ. Η απαλλοτριούμενη έκταση είναι πολύ μικρή σε σχέση με την εναπομένουσα και επομένως η αξία της τελευταίας δεν υφίσταται καμία μείωση και το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. 25) Από το με ΑΚ...
ακίνητο εμβαδού πριν την απαλλοτρίωση 14.102 τ.μ. απαλλοτριώνεται έκταση 328,81 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 13.773,19 τ.μ. Η απαλλοτριούμενη έκταση είναι πολύ μικρή σε σχέση με την εναπομένουσα και επομένως η αξία της τελευταίας δεν υφίσταται καμία μείωση και το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. 26) Από το με ΑΚ...
ακίνητο απαλλοτριώνεται έκταση 5.528,52 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 9.471,48 τ.μ., η οποία υφίσταται μείωση της αξίας της κατά ποσοστό 5%, λόγω μείωσης της αρχικής έκτασης. 27) Όσον αφορά το με ΑΚ... ακίνητο το αίτημα περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για εκτός απαλλοτρίωσης εναπομένουσας έκτασης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε το εμβαδόν αυτής, ούτε εξάλλου ο αιτών Γ.
Κ. το προσδιορίζει, ώστε να κριθεί εάν υφίσταται μείωση ή μη της αξίας της. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω οι ένδικες αιτήσεις, ανταιτήσεις και κύρια παρέμβαση πρέπει, κατά το μέρος που κρίθηκαν παραδεκτές και νόμιμες να γίνουν εν μέρει δεκτές ως κατ’ ουσίαν βάσιμες, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό...".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την διά των προτάσεων ασκηθείσα κυρία παρέμβαση της αναιρεσείουσας και καθόρισε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο ακίνητο. Εξάλλου, με τις ανωτέρω παραδοχές στο αποδεικτικό της πόρισμα η προσβαλλόμενη έχει νόμιμη βάση και την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται το πραγματικό του εφαρμοστέου ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρ. 13 παρ. 1 ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) χωρίς λογικά κενά με πληρότητα και σαφήνεια και δεν χρειαζόταν επιπλέον αιτιολογίες για την αξία του ακινήτου της αναιρεσείουσας.
Ειδικότερα, ως προς το με αρ. ... ακίνητο αυτής που βρίσκεται στην περιοχή ... δέχεται ότι είναι αγρός αρδευόμενος, στον οποίο καλλιεργείται βαμβάκι και δημητριακά, απέχει από την πόλη της Λάρισας 20 χλμ. και από την βιομηχανική ζώνη της περιοχής της Λάρισας 15 χλμ., έχει ως αποκλειστική χρήση την αγροτική εκμετάλλευση και ότι η αγοραστική αξία του ανέρχεται σε 1,60 ευρώ ανά Μ2.
Οι ανωτέρω παραδοχές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται ότι αποδείχθηκαν στην ανωτέρω ουσιαστική διάταξη, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Επισημαίνεται, ότι οι περαιτέρω αιτιάσεις του 6ου αναιρετικού λόγου περί έλλειψης αιτιολογίας για την πρόσοδο και την καλλιέργεια μουριών στο ακίνητο είναι προεχόντως αόριστες και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει, όπως θα έπρεπε για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης κατά τις ανωτέρω αιτιάσεις, ότι ο ισχυρισμός περί προσόδου, περί στρεμματικής απόδοσης και περί του είδους της δενδροφύτευσης του ακινήτου της είχε προταθεί στο Εφετείο ως Δικαστήριο ουσίας κατ’ άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 243/2015, ΑΠ 292/2015).
Επομένως, οι 5ος και 6ος συναφείς αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, άλλως ο 6ος τούτων και ως απαράδεκτος, κατά το ανωτέρω μέρος αυτού περί προσόδου.
Το άρθρο 13 του Ν. 2882/2001 ορίζει στην παρ. 4, ότι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση. Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-1-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει, όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.
Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός της περιουσίας του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου. Διότι, άλλως, κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου του και, επομένως, η περιουσία του θα παρέμενε, χωρίς αποκατάσταση (Ολ.ΑΠ 31/2005, ΑΠ 423/2016 πρβλ. επίσης, ΑΠ 274/2016, ΑΠ 1215/2012).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/ 2015, πρβλ. επίσης, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013).
Περαιτέρω, τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (Κ.Πολ.Δ. 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Κ.Πολ.Δ. 559 αριθ. 1, Ολ.ΑΠ 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β’ του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ’ αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης που για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρονται σ’ αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1488/2010).
Με τον 7ο αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α’ και β’ ΚΠολΔ, όπως ορθά εκτιμάται (αντί του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα) αποδίδεται η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 13 παρ. 1 και 4 ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), 17 παρ. 2 Συντ/τος, αρ. 6 ΕΣΔΑ και αρ. 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις και εσφαλμένα καθόρισε οριστική τιμή μονάδος για το απαλλοτριούμενο ακίνητό της και ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτρίωσης δύο τμήματα αυτού, που δεν είναι πλήρης κατά παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία η αγοραία αξία είναι διπλάσια της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων.
Στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, όπως αναλυτικά έχουν εκτεθεί προηγουμένως, η προσβαλλόμενη απόφαση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις και υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε σ’ αυτές. Επομένως, ο 7ος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι κατά το μέρος που πλήττει την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων είναι και απαράδεκτος. Επίσης εκτός τούτων, οι αιτιάσεις περί παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία η αγοραστική αξία υπερέχει στο διπλάσιο της αντικειμενικής αξίας, δεν αφορά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, αλλά αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο κατ’ άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρ. 22 ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) σε συνδ. 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το ήμισυ κατ’ άρθρ. 22 Ν. 3693/1957, που ισχύει υπέρ και κατά του Δημοσίου, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-12-2012 (αρ. ...2012) αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 584/2011 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - ΚΑΑΑ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου που καθορίζει σε εννιακόσια (900) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ