Supreme Court dismisses appeal against eviction order due to lack of standing and failure to prove legal interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision dismissing the appellant's ownership claim. The appellant argued that the lower court erred by not recognizing his standing, yet the court found he failed to demonstrate a direct legal interest in the property dispute. Consequently, the appeal was dismissed as unfounded because the appellant could not establish the necessary legal standing required to challenge the eviction order.
Legislator headnote
AI generatedArticles 70 and 135 of the Code of Civil Procedure; A party must demonstrate a direct legal interest to seek judicial protection, and an appeal based on violation of substantive law fails if the appellant cannot prove standing or if the lower court correctly applied the law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1021 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1021/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ζ. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιουλία Μαστρογεωργίου.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/2/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, τις από 4/4/2008 και 13/4/2008 κύριες παρεμβάσεις του Γεωργίου, Ιωάννας και Νικολάου Βασιλείου, και της Χαΐδως Στάμου αντίστοιχα, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην δίκη αυτή, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7104/2009 μη οριστική, 1791/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3255/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/5/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 31/12/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 135 παρ.1 του ΚΠολΔ, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 134 και, συγχρόνως, δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε.
Κατά δε το άρθρο 134 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η επίδοση γίνεται προς τον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ' αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίο υπάγεται το ειρηνοδικείο.
Όπως προκύπτει από τις άνω διατάξεις, η επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως και της κλήσεως για συζήτηση, προς άγνωστης διαμονής αναιρεσίβλητο, γίνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και ολοκληρώνεται από τη δημοσίευση της περίληψης του δικογράφου της στις πιο πάνω εφημερίδες (άρθρο 136 παρ. 1 ΚΠολΔ). Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγεται προς συζήτηση η από 15/5/2013 αίτηση για αναίρεση της 3255/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ο αναιρεσίβλητος Σ. Τ. δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Όμως, ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση προσκομίζει για τον άγνωστης διαμονής αναιρεσίβλητο τη με αριθμό 683ΣΤ/5.7.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά ..., από την οποία προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου που ορίζει δικάσιμο για τη συζήτηση της υπόθεσης στην πιο πάνω δικάσιμο επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος υπέδειξε να δημοσιευθεί περίληψη του κοινοποιηθέντος σε αυτόν δικογράφου στις ημερήσιες εφημερίδες ΑΥΓΗ και ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ.
Ο αναιρεσείων επιμελήθηκε για τη δημοσίευση περίληψης της αίτησης αναίρεσης στα από 10/7/2013 φύλλα των πιο πάνω εφημερίδων. Επομένως, εφόσον ο απολιπόμενος αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 70, 118, 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αναγκαίο, μεταξύ άλλων, στοιχείο για την πληρότητα και το ορισμένο αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, είναι και το έννομο συμφέρον του ενάγοντος, το οποίο πρέπει να υπάρχει και να το επικαλείται ο τελευταίος για την άσκηση της πιο πάνω αγωγής.
Αυτό συνίσταται στην προσβολή από τον εναγόμενο του δικαιώματος του ενάγοντος είτε με την αποβολή του και κατάληψη του είτε με άλλη ενέργεια ή παράλειψη ενέργειας που έπρεπε να γίνει είτε και με απλή αμφισβήτηση, εφόσον με αυτή δημιουργείται για το δικαίωμα του ενάγοντος σύγχυση και αμφιβολία, από την οποία προκαλείται βλάβη, για την αποτροπή της οποίας η επιδιωκόμενη απόφαση αποτελεί πρόσφορο μέσο.
Εάν λείπει το στοιχείο αυτό (του εννόμου συμφέροντος) η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Αντιθέτως, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, Στην περίπτωση αυτή η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από τους αρ.8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον συνάγεται ότι ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ η κατ' εκείνων μόνο των προσώπων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς αυτού που επικαλείται άμεσο έννομο συμφέρον αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης.
Εξάλλου, το άρθρο 70 ΚΠολΔ ορίζει ότι όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη κάποιας έννομης σχέσης μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Ως έννομη σχέση θεωρείται η βιοτική σχέση που ρυθμίζεται από το δίκαιο και αναφέρεται σε πρόσωπο ή πράγμα, δημιουργεί δε δικαίωμα ή μπορεί με τη συνδρομή και άλλων όρων να καταλήξει σε δικαίωμα, για την έννομη προστασία του οποίου παρέχεται με την ως άνω διάταξη η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής.
Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη είναι ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου και ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει, αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν απέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, κατ' άρθρον 561 παρ.2 ΚΠολΔ, του περιεχομένου του δικογράφου της από 1/2/2008 αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο, του οποίου έγινε κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις διάνοια κυρίου από το έτος 1952, χωρίς ποτέ να έχει αμφισβητήσει κανείς το δικαίωμα κυριότητάς του σε αυτό ούτε να έχει ενοχληθεί ποτέ από το δικαιοπάροχο του εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο στην άσκηση της νομής του.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την πιο πάνω αγωγή λόγω αοριστίας, η οποία συνίσταται στη μη επίκληση από τον αναιρεσείοντα του εννόμου συμφέροντος του για την άσκηση της ένδικης αγωγής κατά του αναιρεσιβλήτου, και, στη συνέχεια, αφού απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ και, επομένως, ο αντίθετος μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, οι πλημμέλειες από τους αρ.1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15/5/2013 αίτηση του Ζ. Π. για αναίρεση της 3255/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2014. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ