1021/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/1/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 915/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1958/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/6/2011 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1021/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 922 ΑΚ προστήσας είναι εκείνος, ο οποίος με τη βούλησή του δέχεται τις υπηρεσίες του προστηθέντος, που απασχολείται διαρκώς ή παροδικά στη διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά στην εξυπηρέτηση επαγγελματικών, οικονομικών ή κοινωνικών συμφερόντων του προστήσαντος και συνήθως υπόκειται στον έλεγχο ή απλώς στις γενικές οδηγίες και εντολές ή στην επίβλεψη του προστήσαντος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1021 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1021/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "LAMDA OLYMPIA VILLAGE Ανώνυμη Εταιρία Ανάπτυξης και Αξιοποίησης Ακινήτων", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αλεξίου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) L. χήρας D. D., 2) A. θυγατέρας D. D., 3) E. D. υιού D. D., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μάντεση και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/1/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 915/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1958/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/6/2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 8/3/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 20 εδ. β' του ΠΔ 778/1980 "Μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών", "Πάσαι οι μόνιμοι κλίμακες δέον όπως εξασφαλίζονται έναντι πτώσεως των εργαζομένων εκατέρωθεν (συμπεριλαμβανομένου και του φανού του κλιμακοστασίου εφ' όσον υπάρχει διάστασις αυτού μεγαλυτέρα των είκοσι πέντε εκατοστών (0,25 του μέτρου), δι' ανθεκτικού ξυλίνου ή μεταλλικού κιγκλιδώματος προσωρινού, φέροντος χειρολισθήρα εις ύψος ενός (1.00) μέτρου από της γραμμής αναβάσεως και ράβδου μεσοδιαστήματος εις ύψος ημίσεος (0,50) μέτρου απ' αυτής και θωράκιον ύψους δεκαπέντε εκατοστών (0,15) του μέτρου".
Επίσης κατά το άρθρο 40 παρ. 1 του ΠΔ 1073/1981 "Εργασίες αρμοδιότητος Πολ. Μηχανικού Μέτρα ασφαλείας" καταπακταί δαπέδων, ανοίγματα κλιμάκων ... φωταγωγοί, τάφροι ... και άλλα επικίνδυνα χάσματα ... πρέπει να εξασφαλίζονται περιμετρικώς δια στηθαίου μετά χειρολισθήρος ελαχίστου ύψους ενός (1.οο) μέτρου από του δαπέδου, σανίδος μεσοδιαστήματος και θωρακίου (σοβατεπί), ή δι επικαλύψεως ικανής αντοχής", ενώ με το άρθρο 82 παρ. 1 του ίδιου ΠΔ/τος ορίζεται ότι " εργασίαι πραγματοποιούμεναι κατά τας νυκτερινάς ώρας ή εις χώρους σκοτεινούς, πρέπει να διεξάγονται με τεχνητό φωτισμόν διανεμόμενος εις ολόκληρον το πεδίον εργασιών ... .
Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 922 ΑΚ προστήσας είναι εκείνος, ο οποίος με τη βούλησή του δέχεται τις υπηρεσίες του προστηθέντος, που απασχολείται διαρκώς ή παροδικά στη διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά στην εξυπηρέτηση επαγγελματικών, οικονομικών ή κοινωνικών συμφερόντων του προστήσαντος και συνήθως υπόκειται στον έλεγχο ή απλώς στις γενικές οδηγίες και εντολές ή στην επίβλεψη του προστήσαντος.
Ο προστήσας ευθύνεται αντικειμενικά προς αποζημίωση του τρίτου, ο οποίος ζημιώθηκε από αδικοπραξία τελεσθείσα από τον προστηθέντα και ευρισκόμενη σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την εκτέλεση της υπό διεκπεραίωση υποθέσεως του προστήσαντος. Αν με τη βούληση του προστήσαντος ο αρχικός προστηθείς έχει δυνατότητα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στη διεκπεραίωση της υποθέσεως του προστήσαντος, ο τελευταίος ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες των υποπροστηθέντων χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή δίδει οδηγίες και εντολές γι' αυτούς.
Περαιτέρω επί μισθώσεως έργου, πρόστηση του εργολάβου από τον εργοδότη κατ' αρχήν μεν δεν υπάρχει, όμως υφίσταται πρόστηση όταν στην συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης ρητώς ή σιωπηρός ιδίως ως εκ της φύσεως του έργου, επιφύλαξε στον εαυτό του τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και ειδικότερα το δικαίωμα παροχής οδηγιών στον εργολάβο (ΑΠ 1570/2006).
Περαιτέρω, πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ' αυτούς με την έννοια της διατάξεως 914 ΑΚ, θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων : 1) του π.δ 778/1978 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμο υπευθύνους του έργου (άρθρα 1,20 και 21), 2) του π.δ 1073/1981 "Εργασίες αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού Μέτρα Ασφαλείας (άρθρα 40, 82 παρ. 1) και 3) του π.δ 305/1996 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση προς την υγεία 92/57/ΕΟΚ [Φυσικός και τεχνητός φωτισμός των θέσεων εργασίας, των χώρων και των οδών κυκλοφορίας στο εργοτάξιο] (άρθρο 12 παράρτημα IV, μέρος Α':
παρ. 10.4).
Από τις διατάξεις των άρθρων 1,2 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ της 24ης Ιουλίου /25ης Αυγούστου 1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 38 εδ. α'του Εις. Ν.Α.Κ., προκύπτει ότι όταν η ψυχική οδύνη του δικαιούχου προήλθε από θανάτωση συγγενούς του με εργατικό ατύχημα, οφειλόμενο σε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων ή σε μη τήρηση των προβλεπόμενων όρων ασφαλείας, η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ.
Σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, καθώς και εκείνες των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθμ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης από θανάτωση προσώπου σε εργατικό ατύχημα, εξαιτίας του οποίου οι ενάγοντες, μέλη της οικογενείας του, υπέστησαν ψυχικό πόνο και στεναχώρια, πρέπει να εκτίθεται σ' αυτή (αγωγή), ο βαθμός συγγένειας των εναγόντων με τον θανατωθέντα εργαζόμενο, η ύπαρξη εργασιακής σχέσεως μεταξύ αυτού και του υποχρέου, η βλάβη του σώματος ή της υγείας και ο απ' αυτές θάνατος του εργαζομένου, η επέλευση του ατυχήματος κατά την εκτέλεση της εργασίας ή αφορμής, αυτής, η απόδοση του ατυχήματος σε πταίσμα, ήτοι οποιασδήποτε μορφής αμέλεια του εργοδότη ή των προσώπων που αυτός έχει προστήσει στην υπηρεσία του, και στην περίπτωση της ειδικής αμέλειας ή μη τήρηση των ειδικών διατάξεων των ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων και ότι το ατύχημα δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτελέσεώς της.
Τέτοια έκθεση των κατά νόμο γεγονότων θεωρείται ότι υπάρχει και όταν ιστορικά αναφέρεται στην αγωγή η χαρακτηριστική περιγραφόμενη με αυτά ορισμένη έννοια, που αποτελεί στοιχείο του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι το περιεχόμενό της είναι αναμφίβολα γνωστό αφού τα προκαθορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία μιας τέτοιας έννοιας υπονοούνται με τη χρησιμοποίηση της λέξεως με την οποία δηλώνεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, εκτίθεται ότι η πρώτη από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείουσα ως κυρία του κατωτέρω έργου, ανέθεσε στην δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα δυνάμει του από 22-2-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, την εκτέλεση των εργασιών κατασκευής φέροντος οργανισμού που αποτελείται από έντεκα κτίρια και που όλα μαζί αποτελούν τα τρία υπόγεια του εμπορικού- ψυχαγωγικού κέντρου του χωριού φιλοξενίας δημοσιογράφων Μαρούσι 2004.
Ότι η δεύτερη εναγομένη ανέθεσε υπεργολαβικά την εκτέλεση του ανωτέρω έργου στην τέταρτη από τις εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσα, δυνάμει της από 10-8-2003 σύμβασης εργολαβίας. Ότι η τελευταία είχε προσλάβει από το έτος 2002 ως εργάτη οικοδομών τον D. D. σύζυγο και πατέρα αντίστοιχα των εναγόντων. Ότι στις 16-12-2003 η εργοδότρια του τελευταίου, του ανέθεσε μαζί με άλλους να εκτελέσει εργασία καθαρισμού του Α', Β' και Γ' υπογείου του ως άνω έργου, στα οποία υπήρχε παντελής έλλειψη φωτισμού.
Ότι εξαιτίας των εργασιών ο εν λόγω εργάτης ανέβηκε του κλιμακοστασίου από το Α' υπόγειο, όπου βρισκόταν για να ανοίξει μία βρύση και με το σ' αυτή τοποθετημένο λάστιχο να βρέξει τα διαφόρου είδους, αντικείμενα που βρίσκονταν στο χώρο και δημιουργούσαν με την αποκομιδή τους σύννεφο σκόνης και ότι πράγματι αφού πραγματοποίησε το σκοπό του, κατόπιν στην προσπάθειά του να κατέβει του κλιμακοστασίου, λόγω της έλλειψης φωτισμού, έπεσε απ' αυτό, στο οποίο δεν υπήρχε κιγκλίδωμα, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του.
Ότι τέλος οι ενάγοντες ζήτησαν, μετά από μερική μετατροπή του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να τους καταβάλλουν τα εις αυτήν (αγωγή) αναφερόμενα χρηματικά ποσά και για τις εις αυτήν αιτίες. Η αγωγή αυτή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο είναι ορισμένη, αφού αναφέρονται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούσαν για τη στοιχειοθέτηση της ιστορικής βάσης της αξίωσης των εναγόντων, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην εκτεθείσα νομική σκέψη, και συγκεκριμένα αναφέρονται σ' αυτήν (αγωγή), μεταξύ των άλλων, 1) η σχέση προστήσεως που συνέδεε την αναιρεσείουσα- κυρία του έργου και την δεύτερη εναγομένη- εργολάβο του έργου, 2) η διαφύλαξη για τον εαυτό της (της αναιρεσείουσας) της επίβλεψης και διεύθυνσης του έργου, 3) η μη λήψη (και) από την αναιρεσείουσα των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας και προστασίας των εργαζομένων, η οποία είχε ως συνέπεια την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος.
Επομένως, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η ένδικη αγωγή ήταν ορισμένη δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αποδιδόμενη πλημμέλεια, της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου, ήτοι της μη κηρύξεως της ένδικης αγωγής ως αόριστης και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 36/1988 ΕλλΔ 1989.1153). Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθ. 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, ανελέγκτως, τα εξής: Η πρώτη εναγόμενη με την επωνυμία "LAMPA OLYMPIA VILLAGE-Ανώνυμη εταιρία Ανάπτυξης και Αξιοποίησης Ακινήτων" ... ανέλαβε το έργο με την ονομασία "Ήλιδα" στο Δήμο Αμαρουσίου Αττικής, συνολικής έκτασης 202,000 τ.μ., το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως "χωριό τύπου" κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων 2004 και αποτελείται από κατοικίες και ένα εμπορικό κέντρο.
Για την εκτέλεση του ανωτέρω έργου συμφώνησε, εκτός των άλλων, με τη δεύτερη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "ΜΟΧΛΟΣ ΑΕ-Ανώνυμος Εμπορική Βιομηχανική Τεχνική Τουριστική Εταιρία", η οποία διατηρεί κατασκευαστική επιχείρηση, δυνάμει του από 27.2.2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, να της αναθέσει την εκτέλεση "των εργασιών φέροντος οργανισμού "που αποτελείται από έντεκα (11) κτίρια και που όλα μαζί αποτελούν τα τρία (3) υπόγεια του Εμπορικού-Ψυχαγωγικού Κέντρου του Χωριού Φιλοξενίας Δημοσιογράφων Μαρούσι .2004".
Στη συνέχεια η δεύτερη εναγομένη, ως εργολάβος του έργου, ανέθεσε υπεργολαβικά, δυνάμει μεταξύ των συμβάσεων, στην τετάρτη εναγομένη με την επωνυμία "Λ.-Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" μέρος των εργασιών του άνω έργου, ήτοι των εργασιών σκυροδέτησης για την κατασκευή των υπογείων που θα χρησίμευαν ως χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων.
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι στις 16.12.2003 και κατ' εκτίμηση μεταξύ των ωρών 09.00' και 10.00' περίπου στις εγκαταστάσεις του εργοταξίου του ως άνω έργου έλαβε χώρα θανατηφόρο ατύχημα με θύμα τον D. D. του H., εργαζομένου με την ειδικότητα του τεχνίτη οικιδόμου. Αυτός εργαζόταν στην τέταρτη εναγόμενη τεχνική εταιρία με την επωνυμία "Λ.-Κ.
ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" τους τελευταίους είκοσι ένα (21) μήνες, πριν από το ατύχημα, ενώ τη συγκεκριμένη ημερομηνία ο θανών εκτελούσε μαζί με άλλους τρεις (3) εργαζόμενους της ίδιας εταιρίας (υπό μορφή συνεργείου), εργασίες καθαρισμού και αποκομιδής απορριμμάτων στο Α' υπόγειο (μετά το ισόγειο δηλαδή) χώρο του αναγειρόμενου κτιριακού συγκροτήματος, Ο χώρος αυτός, ο οποίος μαζί με τους υπόλοιπους υπόγειους χώρους σε χαμηλότερες υψομετρικές στάθμες, σχεδιάστηκε για να χρησιμοποιηθεί μελλοντικά ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων (Α' υπόγειο garage).
Οι εργασίες στο συγκεκριμένο χώρο του Α' υπογείου είχαν ξεκινήσει πέντε (5) ημέρες πριν το συμβάν περίπου και όπως αναφέρθηκε αφορούσαν στον καθαρισμό του χώρου από τα διάσπαρτα οικοδομικά υλικά και. διαφόρων άλλων ειδών απορρίμματα, τα οποία είχαν δημιουργηθεί κατά την εξέλιξη και την καθ' ύψος επέκταση του έργου (μικρά τεμάχια οικοδομικής .ξυλείας, καρφιά, υπολείμματα ράβδων σιδήρου οπλισμού, κομμάτια σκυροδέματος, κοινά απορρίμματα από συσκευασίες τροφίμων).
Την ημέρα του ατυχήματος, το συγκεκριμένο συνεργείο καθαρισμού (τέσσερις εργαζόμενοι) ξεκίνησε να εκτελεί τις σχετικές εργασίες του χώρου του Α' υπογείου με την έναρξη του ωραρίου στις 7.30' η ώρα περίπου. Κατά την εξέλιξη των εργασιών και στις 9.00'η ώρα περίπου, εξαιτίας του γεγονότος ότι στον κλειστό αυτό χώρο είχε δημιουργηθεί υπερβολική σκόνη που καθιστούσε δυσχερή τη συνέχιση τους, οι εργαζόμενοι έκριναν απαραίτητη τη διαβροχή του χώρου και των διασπαρμένων απορριμμάτων με νερό, ούτως ώστε να μειωθεί η ποσότητα της δημιουργημένης σκόνης.
Η διαβροχή αυτή γινόταν με τη βοήθεια ενός εύκαμπτου πλαστικού σωλήνα (λάστιχο) που ήδη βρισκόταν στο Α υπόγειο από τις προηγούμενες ημέρες και τροφοδοτούνταν από μια παροχή νερού (βρύση) που βρισκόταν στον ισόγειο περιβάλλοντα χώρο του κτιριακού συγκροτήματος (περιβάλλον χώρος του εργοταξίου σε ύψος στάθμης ισογείου του κτιρίου).
Για το σκοπό αυτό ο θανών σταμάτησε την εργασία του προκειμένου να ανοίξει τη βρύση. Η διαδρομή που ακολούθησε για την έξοδο δεν έγινε αντιληπτή από τους συναδέλφους του. Στη συνέχεια άνοιξε προφανώς την παροχή, δεδομένου ότι οι συνάδελφοι του στο υπόγειο τροφοδοτήθηκαν με νερό και συνέχισαν να εργάζονται κανονικά.
Έκτοτε δεν έδωσε σημεία, ζωής. Τα άλλα μέλη του συνεργείου δεν τον αναζήτησαν αμέσως, θεωρώντας ότι κατά την άνοδο του στο ισόγειο θα του είχε ανατεθεί εμβόλιμα κάποια άλλη εργασία. Μεταξύ 11.00 και 12.00' και κατά τη διάρκεια του καθιερωμένου προγεύματος ο θανών αναζητήθηκε από τους συναδέλφους του: Όταν διαπιστώθηκε η αδικαιολόγητη απουσία του, συστάθηκαν ομάδες εργαζομένων για την ανεύρεση του.
Στις 13.30' περίπου, μια από αυτές τις ομάδες ανακάλυψε τη σορό του εργαζομένου στο πλατύσκαλο του κλιμακοστασίου εξυπηρέτησης των υπογείων χώρων στάθμευσης (κλιμακοστάσιο που οδηγεί από την ισόγεια στάθμη του κτιριακού συγκροτήματος στα υπόγεια garage) και συγκεκριμένα σε στάθμη δαπέδου Β' υπογείου (υψομετρική διαφορά μεταξύ δαπέδων Α' και Β' υπογείου 2,70 μέτρα περίπου).
Στο σημείο αυτό ο θανών είχε καταπέσει προφανώς κατά την κάθοδο του από το κλιμακοστάσιο κατευθυνόμενος προς τη θέση εργασίας του (Α' υπόγειο garage), δεδομένου ότι δεν υπήρχε καμιά προστατευτική διάταξη καθ' όλο το ύψος του που να παρεμπόδιζε την πτώση. Επίσης δεν υπήρχε κανενός είδους περίφραξη σε καμιά υψομετρική στάθμη η οποία να παρεμπόδιζε την είσοδο των εργαζομένων σ1 αυτό και τη χρήση του κλιμακοστασίου, Σημειώνεται εδώ ότι τη στιγμή του ατυχήματος το κλιμακοστάσιο καθ' όλο το ύψος ήταν σκοτεινό, εξαιτίας της παντελούς έλλειψης φυσικού ή τεχνητού φωτισμού.
Εκ της γενομένης την επόμενη ημέρα, 17.12.2003, νεκροτομής από τον ιατροδικαστή Φ. Κ. διαπιστώθηκαν βαρύτατες κακώσεις κεφαλής και αυχένος οι οποίες προήλθαν από πτώση εξ ύψους και οι οποίες ήταν οι μόνες και αποκλειστικές αιτίες του θανάτου του ως άνω εργαζομένου. Ειδικότερα διαπιστώθηκαν οι ακόλουθες θανατηφόρες σωματικές βλάβες:
αιμορραγική διήθηση μαλακών μορίων της κεφαλής, κατασύντριψη του μετωπιαίου οστού-κάταγμα της βάσεως κατά τον πρόσθιο και μέσο βόθρο, πολλαπλές θλάσεις και οίδημα μετά υπαραχνοειδούς αιμορραγίας αμφοτέρων των ημισφαιρίων, της γέφυρας και του στελέχους και κάταγμα 4ου αυχενικού σπονδύλου.
Ενόψει των ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του ως άνω D. D. συζύγου και πατέρα των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια των εναγομένων ήτοι της πρώτης, δεύτερης και τέταρτης, οι οποίες με την ιδιότητά τους, ως κυρία του έργου η πρώτη, εργολάβος του έργου η δεύτερη υπεργολάβος και εργοδότρια του παθόντος η τέταρτη, αμέλησαν να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας , προκειμένου να εξασφαλίσουν την ασφάλεια και την υγεία του εργαζομένου τους, κατά παράβαση του άρθρου 7 παρ. 1 του ΠΔ 17/1996, καίτοι τους είχαν επισημανθεί από την Τρίτη και πέμπτο των εναγομένων, (οι οποίοι δεν είναι πλέον διάδικοι στην ένδικη υπόθεση).
Συγκεκριμένα οι εναγόμενες: 1) δεν είχαν εξασφαλίσει προσωρινό ξύλινο ή μεταλλικό κιγκλίδωμα στο κλιμακοστάσιο που έλαβε χώρα το δυστύχημα, όπως προβλέπεται από το άρθρο 20 του ΠΔ 778/1980 "μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" και στο άρθρο 40 παρ. 1 του ΠΔ 1073/1981 2) δεν είχαν εγκαταστήσει επαρκή τεχνητό φωτισμό στο υπόγειο όπου εργαζόταν ο θανών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 43 παρ. 1 σε συνδ.
με το άρθρο 82 παρ. 1 του ΠΔ 1073/81 και 3) δεν είχαν κατασκευάσει στο εν λόγω κλιμακοστάσιο αμετακίνητα στερεά περιφράγματα που να εμποδίζουν την είσοδο μη εξουσιοδοτημένων σε αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράρτημα IV, μέρος Α': παρ. 10.4 του ΠΔ 305/1996 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση προς την οδηγία 95/57 ΕΟΚ [Φυσικώς και τεχνητός φωτισμός των θέσεων εργασίας, των χώρων και των οδών κυκλοφορίας στο εργοτάξιο] σε συνδυασμό με το άρθρο 21 παρ. 11 του ΠΔ 778/1980.
Δέχτηκε επίσης το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα κυρία του έργου επέδειξε την ανωτέρω αμελή συμπεριφορά, παρά το ότι συμμετείχε κατά την εκτέλεση του έργου με το να επιφυλάξει για τον εαυτό της ρητώς, την επίβλεψη εκτελέσεώς του, ασκώντας τη διοίκηση αυτού σύμφωνα με το άρθρο 1 περ. γ' του από 27-2-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού που συνήφθη μεταξύ αυτής και της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΟΧΛΟΣ ΑΕ", η οποία ανέλαβε εργολαβικώς την εκτέλεση του ένδικου έργου.
Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο αφού δέχτηκε (εν μέρει) τις εφέσεις των εναγομένων κατά της πρωτοδίκης απόφασης του μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει εν μέρει αντιθέτως, έκανε εν μέρει κατ' ουσίαν δεκτή την αγωγή των εναγόντων και επιδίκασε σ' αυτούς τα εις την προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και ειδικά προς την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα κυρία του έργου, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 932 ΑΚ, 20 ΚΑΙ 21 παρ. ii του ΠΔ 778/1980, 40 43 ΠΔ 17/1996 και 12 ΠΔ 305/1996, διέλαβε δε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι επαρκές και πλήρες και δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα: 1) της ύπαρξης σχέσης προστήσεως μεταξύ των ως άνω διαδίκων (αναιρεσείουσας κυρίας του έργου και της εργολάβου του έργου), καθόσον η αναιρεσείουσα- κυρία του έργου επιφύλαξε για τον εαυτό της, ρητώς, την διεύθυνση και την επίβλεψη του έργου και 2) της αμελούς συμπεριφοράς των εκπροσώπων (και) της αναιρεσείουσας εταιρίας, συνιστάμενη στη μη τήρηση από αυτούς των διαγραφομένων ως άνω όρων ασφαλείας προς αποφυγή του θανατηφόρου ατυχήματος.
Επομένως, ο αντίθετος τρίτος λόγος αναιρέσεως υπό την επίκληση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί παραβίασης των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση του άρθρου 559 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, ως προς το θέμα της υπάρξεως ή μη σχέσεως προστήσεως μεταξύ της αναιρεσείουσας και των λοιπών εναγομένων εταιριών.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτικού γεγονότος.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως (κατά το οικείο μέρος) από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προβάλλει ότι, το Εφετείο παραμόρφωσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του το περιεχόμενο του άρθρου 1 περ. γ' του από 27-2-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού που είχε συνάψει η αναιρεσείουσα με την εργολάβο (ΜΟΧΛΟΣ ΑΕ) και δέχτηκε ανάμειξη της στην εκτέλεση του ως άνω έργου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, αλλά αφού τα διέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό. Ωσαύτως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του διαμόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο για να καταλήξει στην ως άνω κρίση του έλαβε υπόψη: τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αμαρουσίου ... και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-6-2011 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "LAMPA OLYMΠΙΑ VILLAGE Ανώνυμη Εταιρεία Ανάπτυξης και Αξιοποίησης Ακινήτων" για αναίρεση της 1958/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ