Legislator Case Law & Legislation
1021/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on defamation and personality rights grounds citing proper evidence assessment.

Case Number 1021/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's judgment regarding a defamation case. The appellant argued that the lower court erred in interpreting civil code provisions on personality rights and failed to consider specific documents submitted during the proceedings. The court rejected these claims, finding that the appellate court correctly evaluated witness testimonies and all submitted evidence, including the appellant's own arguments regarding public criticism and political context, before reaching its evidentiary conclusion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellate court correctly assessed the evidence and applied substantive law provisions without error, even when the appellant claims the lower court ignored specific documents or misinterpreted personality rights statutes.

Keywords

AI generated
defamation appeal personality rights evidence assessment civil procedure appeal public criticism appellate review Greek civil law

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 57 of the Civil Code
Article 59 of the Civil Code
Article 361 of the Civil Code
Article 367 of the Penal Code
Article 20 of the Penal Code
Article 242 no. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 576 no. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1021 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1021/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Οκτωβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 413/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 138/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 7 Φεβρουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ηρακλείου ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου (και Εισηγητή Αρεοπαγίτη) και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου που έχει κλητευθεί (βλ. άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενος μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσω και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 661/1984). Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του Α.Κ., στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποίησει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή, δηλαδή η ηθική αξία και η υπόληψη, δηλαδή η κοινωνική αξία κάθε ανθρώπου, αντικατοπτριζόμενες στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι:

α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτομένου, κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 Α.Κ.

ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβολέα (Ολ. Α.Π. 2/2008). Η τιμή και η υπόληψη προστατεύονται και από τις διατάξεις των άρθρων 361-364 του Π.Κ., ενώ οι προβλεπόμενοι με τη διάταξη του άρθρου 367 (με εκείνη του άρθρου 20) του Π.Κ. λόγοι άρσης του αδίκου χαρακτήρα της εξυβρίσεως και (απλής) δυσφημήσεως εφαρμόζονται, για την ενότητα δικαίου της έννομης τάξεως, και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.

Οσον αφορά ειδικά τη μη δυνατότητα άρσης του αδίκου της απλής δυσφημήσεως, αν προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως (άρθρο 367 παρ. 2 περίπτ. τελευταία του Π.Κ.), τέτοιος σκοπός θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο τρόπος εκδήλωσης δεν ήταν πραγματικά αναγκαίος για να αποδοθεί, όπως έπρεπε, το περιεχόμενο της σκέψης του δράστη προς προστασία δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και ο τελευταίος, μολονότι γνώριζε την έλλειψη της αναγκαιότητας του τρόπου αυτού, εν τούτοις τον χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή του άλλου.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 του Α.Κ., προκύπτει ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος αποτελεί δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή δε υπαιτιότητας είναι ο δόλος και η αμέλεια (άρθ. 330 Α.Κ.). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Στη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ... της 28ης και 29ης Σεπτεμβρίου του έτους 1999, ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) με την ιδιότητα του Δημάρχου ..., έλαβε το λόγο κατά τη συζήτηση του θέματος ημερήσιας διάταξης "Λογοδοσία Δημάρχου για το έτος 1997".

Σε απάντηση του προηγούμενου ομιλητή ΑΑ, μέλους του τότε Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ..., ο οποίος μεταξύ άλλων υπερασπίστηκε τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) από λεκτικές σε βάρος του επιθέσεις που έγιναν από προηγούμενους ομιλητές - δημοτικούς συμβούλους, είπε ο εναγόμενος τα παρακάτω: Να πω μια λέξη για την τελευταία φράση του κ.

ΑΑ και να πω ότι δεν τίθεται θέμα, τα ερωτήματα ήταν ερωτήματα που εμένα δεν με πειράζουν. Ο κ. Ψ έχει το απυρόβλητο από την πλευρά μου γιατί έχει προχωρήσει προς το ακαταλόγιστο. Δεν ήταν για τότε, είναι για αυτά που κάνει τώρα και το ερώτημα είναι γιατί είστε συνήγορός του τώρα. Το τι κάνατε τότε καλώς ή κακώς τον κρίνατε αλλά έχει ακόμα παρέμβαση και μάλιστα μηδενική, λασπολογική, υβριστική αλλά από μας άφεση αυτόν ου γαρ είδε τι ποιεί".

Και "Γίνατε επίσης συνήγορος και του αποχωρήσαντος κυρίου ΒΒ και του τέως Δημάρχου το όνομα του οποίου ακούστηκε αρκετές φορές δυστυχώς απόψε στην αίθουσα. Αυτό δικαίωμά σας. Συνήγορος για τα τότε λίγο δύσκολο γιατί άφησε πολλά σε εκκρεμότητες και σε κενά. Συνήγορος για το τώρα; Εξαιρετικά επικίνδυνο γιατί οδεύει στον παραλογισμό και δεν θα ήθελα να σας παρασύρει εσάς που είστε ένας λογικός και σοβαρός άνθρωπος".

Οι φράσεις αυτές που ειπώθηκαν σε δημόσια συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου της πόλεως ..., παρουσία των συμμετεχόντων στη συνεδρίαση δημοτικών συμβούλων, υπαλλήλων του Δήμου, δημοσιογράφων και δημοτών και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ... της 19ης συνεδρίασης αυτού διευρύνοντας με τον τρόπο αυτό τον αριθμό των ατόμων σε γνώση των οποίων μπορούν να περιέλθουν αυτές, εμφανίζουν τον ενάγοντα ως άτομο που δεν έχει "σώας τας φρένας".

Οι ως άνω αξιολογικές κρίσεις που αποτελούν, κατά την κοινή αντίληψη, υβριστική και υποτιμητική συμπεριφορά και ενέχουν καταφρόνηση ως προς το πρόσωπο του ενάγοντος προσβάλλουν την προσωπικότητά του δηλαδή τα αγαθά που συνδέονται αναπόφευκτα με το πρόσωπο και συγκροτούν τη σωματική, ψυχική και κοινωνική ατομικότητα του ανθρώπου, δεδομένου ότι ο ενάγων διετέλεσε στο παρελθόν Δήμαρχος της πόλεως Ηρακλείου και ως εκ τούτου ήταν γνωστό το πρόσωπο του στην κοινωνία της πόλης αυτής ενώ εξακολουθούσε να συμμετέχει ενεργά στα "κοινά" του τόπου.

Οι ανωτέρω περί το πρόσωπο του ενάγοντος επιλήψιμες αναφορές δεν αποτελούν επιτρεπτή κριτική ως προς τις κατά το παρελθόν πράξεις και κατά τις κατά το παρελθόν διαρκείς επιτιμητικές κρίσεις του ενάγοντος ως προς το πρόσωπο του εναγομένου, το έργο του ως Δημάρχου καθώς και το έργο του Δημοτικού Συνδυασμού του στην ημερήσια τοπική εφημερίδα "ΑΛΛΑΓΗ" που εξέδιδε ο ενάγων επί σειρά ετών και στην παραπολιτική στήλη της οποίας με τον τίτλο "Ο Ανάποδος" καυτηρίαζε τα πολιτικά δρώμενα, ενώ για μεγάλο χρονικό διάστημα ο εναγόμενος ήταν στο επίκεντρο σκληρής από μέρους του κριτικής, κατά τους ισχυρισμούς του τελευταίου, αφού οι πιο πάνω αναφορές περιέχουν αιχμές κατά του προσώπου του ενάγοντος.

Ούτε αποτελούν αναγκαία αμυντική πράξη, αναγκαία σύννομη αντίδραση του εναγομένου για τη διαφύλαξη εννόμου συμφέροντος που είχε ως Δήμαρχος και των πεπραγμένων του ενώπιον του Δημοτικού Συμβουλίου του ..., αφού δεν μπορεί να γίνει λόγος, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, περί ενεργού επίθεσης εκ μέρους του ενάγοντος.

Επίσης δεν αποτελούν δικαιολογημένη αγανάκτηση του εναγομένου εξαιτίας των ως άνω πράξεων και κρίσεων του ενάγοντος καθόσον η συμπεριφορά αυτή του εναγομένου δεν είναι απόρροια αμέσως προηγούμενης δηλαδή σχεδόν ταυτόχρονης με αυτή του εναγομένου πράξεως του ενάγοντος, ώστε να παρίσταται η προσβλητική της τιμής εξωτερίκευση αναγκαία και εύλογη για την προστασία των συμφερόντων του εναγομένου και τη διαφύλαξη του δικαιώματος της προσωπικότητάς του, που θιγόταν με την παραπάνω συμπεριφορά του ενάγοντος, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, δεδομένου ότι αυτός είχε τη δυνατότητα να ζητήσει έννομη προστασία.

Η εκδηλωθείσα δια των πιο πάνω φράσεων συμπεριφορά του εναγομένου, οι οποίες (φράσεις) αμφισβητούν την πνευματική υγεία του ενάγοντος και δεν υποδηλώνουν ότι ο ενάγων απολαμβάνει ένα ιδιότυπο είδος ασυλίας, με την έννοια ότι ουδείς καταλογίζει σ' αυτόν όσα τυχόν ανεπίτρεπτα γράφει ή λέγει, υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο και από τις περιστάσεις εκδηλώσεως αυτών προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως δηλαδή καταφρόνηση του ενάγοντος.

Τέλος, όσον αφορά στις κρίσεις όπως "έχει παρέμβαση μηδενιστική, λασπολογική, υβριστική" είναι αμφίβολο αν αυτές περιέχουν στοιχεία ποινικής απαξίας με τη μορφή εξυβρίσεως, διότι πρόκειται για κρίση στην οποία υπερισχύει η γνώμη του εναγομένου σε σχέση με το στοιχείο της αξιολογικής παρέμβασης του ενάγοντος.

Συνεπώς οι σχετικοί ισχυρισμοί που προέβαλε πρωτοδίκως κατ' εκτίμηση των προτάσεών του ο εναγόμενος τους οποίους επαναφέρει με λόγους εφέσεως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Από την πιο πάνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου προσβλήθηκε ο ενάγων στην προσωπικότητά του, ο οποίος κατά τα προαναφερθέντα έχει μία μακροχρόνια παρουσία στην κοινωνική ζωή του ...

ως δημοσιογράφος αλλά και ως πολιτικό πρόσωπο διατελέσας επί σειρά ετών Δήμαρχος και για σύντομο χρονικό διάστημα Ευρωβουλευτής. Με βάση τη βαρύτητα και τις συνθήκες της προσβολής όπως τα στοιχεία αυτής αναλυτικά αναφέρονται πιο πάνω, τη δημοσιότητα που έλαβε το θέμα στον εν γένει κοινωνικό κύκλο του ενάγοντος, την ιδιότητα αυτού και του εναγομένου την έκταση του δόλου του τελευταίου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής και την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία απορρέει από τη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου και έχει ήδη ρητώς καθιερωθεί στο άρθρο 25 παρ.

ΙΣ. υιοθετείται δε παγίως από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για τη χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, η οποία αποτελεί το πρόσφορο μέτρο άρσεως της προσβολής του ενάγοντος, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε εύλογο το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ετσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους κανόνες των άρθρων 57 εδ.

α', 59 εδ. α', 932 του Α.Κ. σε συνδυασμό με τα άρθρα 361, 367 και 20 του Π.Κ., που εφάρμοσε. Ειδικότερα περιέχει σαφείς και επαρκείς παραδοχές σχετικά με τις δηλώσεις, τις κρίσεις και τα σχόλια του αναιρεσείοντος - εναγομένου, με τα οποία προσβλήθηκε η προσωπικότητα του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, τις περιστάσεις από τις οποίες προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, υπέρβαση των ορίων της θεμιτής κριτικής, ενός προσώπου με ανάμειξη στην πολιτική και σε δημόσια αξιώματα και έλλειψη συνδρομής, λόγου άρσης του αδίκου χαρακτήρα της εξύβρισης, με βάση αντικειμενικά κριτήρια.

Συνεπώς ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου με τις ανωτέρω παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης έγινε ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57 εδ.

α, 59 εδ. α του ΑΚ και 361 του ΑΚ, όπως επίσης ορθώς κρίθηκε ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 367 και 20 ΠΚ, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό που προέβαλε ο αναιρεσείων πρωτοδίκως και κατ' έφεση ότι ενήργησε δυνάμει δικαιώματος, στα πλαίσια άσκησης οξείας κριτικής και μακράς πολιτικής, αντιπαράθεσης με τον αναιρεσίβλητο.

Περαιτέρω ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι "όλως εσφαλμένα και αυθαίρετα η προσβαλλόμενη απόφαση υπολαμβάνει ότι το δικαίωμα στην προσωπικότητα συνδέεται αιτιωδώς εξαρτάται και ενδεχομένως επαυξάνεται από την κοινωνική παρουσία του παθόντος", στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθ' όσον η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι οι αξιολογικές κρίσεις του αναιρεσείοντος ήταν αντικειμενικά δηλωτικές καταφρονήσεως και προσβλητικές για την προσωπικότητα κάθε ανθρώπου, και για τη βαρύτητα της προσβολής χρησιμοποίησε ως λογικό επιχείρημα το ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν πρόσωπο ευρέως γνωστό στο χώρο όπου εκδηλώθηκε η προσβολή, διότι είχε διατελέσει και αυτός κατά το παρελθόν (όπως ήταν και ο αναιρεσείων κατά το χρόνο τέλεσης της εξύβρισης) δήμαρχος της πόλης του ...

Κρήτης. Κατά συνέπεια και ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ και εσφαλμένη εφαρμογή αυτών, όπως και των διατάξεων των άρθρων 361, 367 και 20 του ΠΚ από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή του αναιρεσιβλήτου έλαβε υπόψη του "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη συνεδρίαση της 14-5-2004 και όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα".

Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στο δεύτερο λόγο της αναιρέσεως έγγραφα. Επομένως ο τρίτος και τελευταίος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του ορισμένα από τα έγγραφα αυτά και υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ., είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-12-2007 (αρ. εκθ. Καταθ. 94/2007) αίτηση για αναίρεση της 138/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ