Supreme Court dismisses appeal for admitting a party's own lawyer as witness in contract dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a contract dispute. The appellant argued that the lower court erred by accepting the sworn testimony of the appellee's legal representative as a witness. The court ruled that a party or their legal representative cannot act as a witness due to a lack of objectivity, making such evidence inadmissible under the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 11 C.P.D.; A party or their legal representative cannot serve as a witness because they lack the requisite objectivity of a third party, and admitting such testimony constitutes a ground for appeal under Article 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1021 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1021/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ζαχαρίου.
Της αναιρεσίβλητης: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία « ... » Ε.Ε. , που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αρβανίτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1051/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4401/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/12/2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 17/2/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρ. 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται (και) όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1, 2, 410 παρ. 3 και 415 – 420 Κ.Πολ.Δ. και 61, 65, 67 και 70 Α.Κ. συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γιαυτό να έχει (κατ΄ αρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος, και, για την ταυτότητα του λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοικήσεώς του.
΄Αρα κατάθεση του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου του διαδίκου νομικού προσώπου είναι μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και η από το Δικαστήριο λήψη αυτής θεμελιώνει τον από τον αριθμ. 11 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, υπό την προϋπόθεση ότι είναι ορισμένος. Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει ν΄ αναφέρονται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου που παρανόμως λήφθηκε υπόψη, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προτάθηκε και η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη, για τη μόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του, και την ένορκη κατάθεση της ..., νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης ετερόρρυθμης εταιρείας, ήτοι μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, είναι απορριπτέος ως αόριστος, γιατί δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, το περιεχόμενο της εν λόγω καταθέσεως, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη και η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 του Α.Κ. και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 Εισ.Ν.Α.Κ., συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν ο εργαζόμενος με μισθό, ανεξάρτητα με τον τρόπο που αυτός καθορίζεται και καταβάλλεται, παρέχει την εργασία, που είναι αντικείμενο της σύμβασης, ευρισκόμενος υπό την εξάρτηση του εργοδότη του και υποκείμενος στο διευθυντικό του δικαίωμα.
Η εκδήλωση των στοιχείων αυτών, τα οποία θεμελιώνουν τη νομική εξάρτηση του εργαζομένου έναντι του εργοδότη του, γίνεται με τον έλεγχο και την εποπτεία του τελευταίου ως προς τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας καθώς και την εν γένει επιμελή προσοχή της με βάση τις αναγκαίες εντολές και οδηγίες οι οποίες είναι δεσμευτικές για τον εργαζόμενο που υποχρεούται να συμμορφώνεται προς αυτές.
Η σύμβαση αυτή εργασίας, ρυθμιζόμενη από ειδικές εκάστοτε διατάξεις, διακρίνεται από μεν την σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι περί εργατικής νομοθεσίας διατάξεις, γιατί σε αυτήν ο εργαζόμενος δεν υποβάλλεται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη, από δε τη μίσθωση έργου (άρθρ. 681 Α.Κ.) κυρίως γιατί αυτή αποσκοπεί στην επίτευξη του αποτελέσματος που έχει συμφωνηθεί, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων σχέσης.
Για τον χαρακτηρισμό της σχέσης ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ή συμβάσεως έργου ερευνώνται οι όροι και οι πραγματικές συνθήκες παροχής της εργασίας και δεν έχει σημασία ο χαρακτηρισμός που προσδίδουν τα μέρη. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής :
Η ενάγουσα και τώρα αναιρεσείουσα είναι διπλωματούχος μηχανικός χωροταξίας και περιφερειακής ανάπτυξης, η οποία αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας το Νοέμβριο 1994. Η εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη είναι ετερόρρυθμη εταιρεία, η οποία αναλαμβάνει, κατόπιν συμμετοχής της στους σχετικούς διαγωνισμούς, την εκπόνηση αρχιτεκτονικών, χωροταξικών, περιβαντολλογικών και γεωπονικών μελετών για λογαριασμό του Δημοσίου, δήμων και άλλων δημόσιων φορέων.
Για την εκπόνηση των μελετών αυτών η εναγομένη εταιρεία, εκτός της προσωπικής εργασίας που παρείχαν οι μηχανικοί εταίροι της, συνεργάζεται με ικανό αριθμό ελεύθερων επαγγελματιών και συγκεκριμένα με μηχανικούς διαφόρων ειδικοτήτων και πτυχιούχους Ανωτάτων Σχολών. Έτσι, η εναγομένη με διαδοχικές συμβάσεις έργου που κατάρτισε με την ενάγουσα από τον Οκτώβριο του 1995 και μετά ανέθεσε στην τελευταία την εκπόνηση μελετών ή τμημάτων αυτών σχετικών με το αντικείμενο της ειδικότητας της ενάγουσας.
Συγκεκριμένα από τον Οκτώβριο του 1995 έως τον Αύγουστο του 2001 η εναγομένη ανέθεσε στην ενάγουσα την εκπόνηση των παρακάτω μελετών: 1) Χωρικές επιπτώσεις των Κοινοτικών Προγραμμάτων και πολιτικών σε επίπεδο περιφέρειας Ιονίων νήσων, 2) Χαρτογράφηση μέσω GIS της μελέτης «Χωροταξικό Σχέδιο Περιφέρειας Ιονίων νήσων», 3) Χαρτογράφηση μέσω GIS της Α΄ φάσης της μελέτης «Αξιοποίηση δημόσιας έκτασης Γουρνών Ηρακλείου Κρήτης», 4) Χωροταξικό Σχέδιο Περιφέρειας Ιονίων νήσων, 5) Πολεοδομική και αισθητική αναβάθμιση της Αθήνας, 6) Οικολογικό και Πολιτιστικό Πάρκο Αχελώου, 7) Μελέτη χρήσεων γης της πόλης Λιβαδειάς, 8) Μελέτη Περιβαλλοντικών επιπτώσεων αρδευτικού έργου Λιλαίας – Πολυδρόσου.
Για τις αμοιβές που ελάμβανε η ενάγουσα για την εκπόνηση των μελετών αυτών από την εναγομένη εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Παράλληλα, από τον Οκτώβριο του 1995 και μετά η νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης εταιρείας ... με διαδοχικές συμβάσεις έργου που κατάρτισε ατομικά με την ενάγουσα, ανέθεσε στην τελευταία την εκπόνηση μελετών ή τμημάτων αυτών, στις οποίες ανάδοχος δεν ήταν η εναγομένη εταιρεία αλλά η παραπάνω νόμιμος εκπρόσωπός της, που είναι αρχιτέκτων – πολεοδόμος.
Για τις αμοιβές που ελάμβανε η ενάγουσα για την εκπόνηση των τελευταίων αυτών μελετών από τη νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης ... εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών στο όνομα της τελευταίας. Κατά την έναρξη της συνεργασίας της ενάγουσας με την εναγομένη, επειδή δεν ήταν ευχερής ο προσδιορισμός της αμοιβής της ενάγουσας με βάση τις ανατεθειμένες σ΄ αυτήν μελέτες, δεδομένου ότι μεταβάλλονταν κατά περιεχόμενο και δεν ήταν γνωστή εκ των προτέρων η έκταση της συμμετοχής της ενάγουσας σ΄ αυτές, αφού για την εκπόνηση ορισμένων μελετών συνεργαζόταν ομάδα μηχανικών διαφόρων ειδικοτήτων, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να αμείβεται η ενάγουσα ανά ώρα απασχόλησής της και ειδικότερα να καταβάλλεται σ΄ αυτήν ως μηνιαία αμοιβή της ποσό ανάλογο προς τις αντίστοιχες ώρες απασχόλησής της κατά μήνα.
Για το λόγο αυτό, δηλαδή για τον υπολογισμό των ωρών απασχόλησης της ενάγουσας κατά μήνα και συνακόλουθα της ανάλογης μηνιαίας αμοιβής της, η τελευταία σημείωνε τις ώρες προσέλευσης και αναχώρησής της αρχικά στο ημερολόγιό της και στη συνέχεια σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, που ήταν συνδεδεμένος με ρολόϊ, χωρίς να έχει υποχρέωση να τηρεί ορισμένο ωράριο ή το ωράριο των υπαλλήλων της εναγομένης.
Έτσι, η καταγραφή των ωρών προσέλευσης και αναχώρησης της ενάγουσας στα γραφεία της εναγομένης καθώς και των ωρών της ημερήσιας απασχόλησής της, αρχικά σε ημερολόγιο και στη συνέχεια σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, δεν γινόταν στα πλαίσια ασκήσεως εκ μέρους της εναγομένης του διευθυντικού της δικαιώματος, δηλαδή για τον έλεγχο της τηρήσεως από την ενάγουσα ωραρίου εργασίας, αλλά για τον προσδιορισμό του συνολικού αριθμού των ωρών απασχόλησης της ενάγουσας μηνιαίως, ώστε με βάση τις ώρες αυτές να υπολογίζεται η μηνιαία αμοιβή της τελευταίας, η οποία είχε συμφέρον να απασχολείται όσο το δυνατόν περισσότερες ώρες για να επαυξάνεται έτσι η αμοιβή της για την εκπόνηση μελετών.
Το γεγονός, εξάλλου, ότι η ενάγουσα εργαζόταν στα γραφεία της εναγομένης για την εκπόνηση των μελετών δεν ασκεί καμία νομική επιρροή στο χαρακτηρισμό της υφιστάμενης μεταξύ των διαδίκων σχέσης, διότι αφ΄ ενός μεν η ενάγουσα δεν διέθετε τον υψηλής τεχνολογίας εξοπλισμό που διέθετε η εναγομένη στα γραφεία της, όπως ηλεκτρονικούς υπολογιστές, εκτυπωτές κειμένων και σχεδίων, δικαίωμα χρήσης του υψηλής εξειδίκευσης λογισμικού GIS, που ήταν αναγκαίος για την εκπόνηση του μελετών, αφ΄ ετέρου δε η εναγομένη ήθελε να αποφευχθεί απώλεια, ή διαρροή πρωτοτύπων μελετών που της είχαν αναθέσει δημόσιοι φορείς.
Επίσης αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν υπαγόταν ιεραρχικά σε προϊσταμένους. Η συμμετοχή της ενάγουσας σε συσκέψεις που εγίνοντο στα γραφεία της εναγομένης με άλλους μηχανικούς διαφόρων ειδικοτήτων, προκειμένου να εναρμονισθούν τμήματα μελετών σε μία ενιαία μελέτη, και οι κατευθυντήριες οδηγίες που εδίδοντο στις συσκέψεις αυτές από τη νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης και αρχιτέκτονα-πολεοδόμο ...
προς όλους τους συνεργαζομένους για την εκπόνηση της μελέτης μηχανικούς, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, δεν συνιστούν άσκηση εποπτείας και ελέγχου ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών της ενάγουσας υπό της εναγομένης, αλλά έγιναν για τη διασφάλιση της ποιότητας των ανατεθειμένων στην ενάγουσα μελετών και την τήρηση κατά τη σύνταξη αυτών των προδιαγραφών που καθορίζονταν είτε από το νόμο είτε από τη σχετική σύμβαση αναλήψεως της μελέτης από την εναγομένη.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη στο τέλος Σεπτεμβρίου 2001 διέκοψε τη συνεργασίας της με την ενάγουσα και ανακοίνωσε στην τελευταία ότι δεν πρόκειται να της αναθέτει την εκπόνηση άλλων μελετών στο μέλλον. Μετά τη διακοπή της συνεργασίας της, η ενάγουσα απέστειλε στην εναγομένη την από 2-10-2001 εξώδικη δήλωση και πρόκλησή της, που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 4-10-2001 και με την οποία δήλωνε ότι εξακολουθεί να προσφέρει την εργασία της στην τελευταία, διότι θεωρούσε ότι η μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση είχε το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας.
Η ενάγουσα όμως καθ΄ όλο το επίδικο από 24-10-1995 έως 30-9-2001 χρονικό διάστημα, δηλαδή επί μία εξαετία, ουδέποτε έλαβε επιδόματα εορτών και επιδόματα αδείας, χωρίς να διαμαρτυρηθεί προς τούτο, ενώ η από 8-2-1998 επιστολή της προς τη νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, με την οποία παραπονείται διότι η μηνιαία αμοιβή της είναι κατώτερη εκείνης που θα ελάμβανε αν είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας, όχι μόνον δεν επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της περί υπάρξεως σχέσεως εργασίας μεταξύ των διαδίκων, αλλά αντίθετα τους αναιρεί, αφού ρητά στην επιστολή αυτή η ενάγουσα αναφέρει ότι δεν καταρτίσθηκε σύμβαση εργασίας μεταξύ αυτής και της εναγομένης και γίνεται λόγος για συνεργασία μεταξύ των διαδίκων.
Εξάλλου η εκ μέρους της εναγομένης καταβολή στην ενάγουσα της μηνιαίας αμοιβής της, που αντιστοιχούσε σε ημερήσια οκτάωρη απασχόληση κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος, τον Αύγουστο κάθε έτους χωρίς η τελευταία να απασχολείται κατά τον μήνα αυτό με την εκπόνηση μελετών, δεν ασκεί καμμία νομική επιρροή στον χαρακτηρισμό της υφισταμένης μεταξύ των διαδίκων σχέσης, διότι τα γραφεία της εναγομένης τον Αύγουστο κάθε έτους παρέμειναν κλειστά λόγω των θερινών διακοπών και συνεπώς ήταν αδύνατη η απασχόληση της ενάγουσας με την εκπόνηση μελετών κατά τον μήνα αυτό.
Άλλωστε, το γεγονός ότι η ενάγουσα απασχολείτο στην εναγομένη ως ελεύθερος επαγγελματίας μηχανικός και όχι με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ανεγνώριζε και η ίδια η ενάγουσα, αφού η τελευταία, προκειμένου να αποκτήσει την ιδιότητα του μελετητού και να εγγραφεί στο σχετικό μητρώο, υπέβαλε, μεταξύ άλλων, προς το ΓΕΜ και την από 12-11-1998 υπεύθυνη δήλωσή της του ν. 1599/1986 στην οποία δηλώνει ότι δεν τελεί υπό υπαλληλική σχέση οιασδήποτε μορφής, δηλαδή είναι ελεύθερη επαγγελματίας.
Μετά δε την απόκτηση της ιδιότητας του μελετητού, η ενάγουσα χρησιμοποίησε το πτυχίο του μελετητού αυτοτελώς, δηλαδή ως ελεύθερος επαγγελματίας μηχανικός, και κατάρτισε μαζί με άλλους μηχανικούς μελετητές την από 29-6-2000 σύμβαση με τον Δήμο ..., με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να εκπονήσει, αντί αμοιβής, μαζί με άλλους μηχανικούς τη μελέτη «Γενικός Σχεδιασμός και Μέτρα Εφαρμογής για την Προστασία και διαχείριση της Παραλίας ...».
Το ότι στην εκπόνηση της εν λόγω μελέτης συμμετείχε και η εναγομένη με την ιδιότητα του συμβούλου ορισμένων κατηγοριών πτυχίων, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονταν και αυτό της ενάγουσας, δεν αναιρεί το γεγονός της χρησιμοποιήσεως εκ μέρους της ενάγουσας του πτυχίου της ως μελετητού αυτοτελώς, πράγμα που σημαίνει ότι πρόσφερε τις υπηρεσίες ως ελεύθερος επαγγελματίας μηχανικός και δεν τελούσε σε υπαλληλική σχέση με την εναγομένη.
Τα παραπάνω περιστατικά προκύπτουν από το σύνολο των προαναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων και ιδίως από τις προσκομιζόμενες από την ίδια την ενάγουσα εκτυπώσεις των καταχωρίσεων στον ηλεκτρονικό υπολογιστή των ωρών της ημερήσιας απασχόλησής της στα γραφεία της εναγομένης για την εκπόνηση των ανατεθειμένων σ΄ αυτήν μελετών.
Από τις εκτυπώσεις αυτές προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν τηρούσε ωράριο εργασίας, ενώ από τις ιδιόχειρες σε ορισμένες από αυτές σημειώσεις της ίδιας της ενάγουσας προκύπτει ότι η μηνιαία αμοιβή της υπολογιζόταν ανά ώρα απασχόλησής της για την εκπόνηση των ανατεθειμένων σ΄ αυτήν μελετών και ότι δεν αμειβόταν με σταθερό μηνιαίο μισθό, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία.
Υπό τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και χωρίς να έχουν αποφασιστική σημασία για την φύση της συμβατικής σχέσης των διαδίκων, η έλλειψη ασφάλισης της ενάγουσας στο ΙΚΑ, η πληρωμή της με την έκδοση θεωρημένων αποδείξεων παροχής υπηρεσιών, αλλά και η συμφωνία των διαδίκων περί καταβολής στην ενάγουσα της μηνιαίας αμοιβής της τον Αύγουστο κάθε έτους, χωρίς η τελευταία να απασχολείται με την εκπόνηση μελετών, προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν ευρίσκετο υπό την εξάρτηση της εναγομένης κατά την παροχή των υπηρεσιών της και δε υπέκειτο στο διευθυντικό δικαίωμα της εναγομένης υπό την έννοια της ασκήσεως ελέγχου και εποπτείας ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών της».
Με βάση τις ανέλεκτες αυτές παραδοχές η σχέση που συνέδεε την αναιρεσείουσα-ενάγουσα με την αναιρεσίβλητη-εναγομένη, ήταν αυτή της σύμβασης έργου, αφού τόσον κατά τη θέληση των μερών όσον και αντικειμενικά η εκτέλεση του συγκεκριμένου, εκάστοτε έργου, ήταν η κύρια παροχή της αναιρεσείουσας στα πλαίσια της μεταξύ των συναφθείσης συμβάσεως.
Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είχε το χαρακτήρα της σύμβασης έργου και στη συνέχεια έκανε δεκτή κατ΄ ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει αντίθετα δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652 και 681 Α.Κ., ως προς το ζήτημα του χαρακτηρισμού της συνδέουσας τους διαδίκους συμβάσεως.
Κατά συνέπειαν ο αντίθετος από τον αριθμ. 1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος (κατά το α΄ μέρος του) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η περιεχόμενη στο δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου αιτίαση για λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει ν΄ απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού από την επίκληση του άρθρ. 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται αποκλειστικά η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6/12/2004 αίτηση της ... για αναίρεση της 4401/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από επτακόσια εβδομήντα (770) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ