Legislator Case Law & Legislation
1020/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy trustee fee deductions due to improper argumentation and lack of prior court determination.

Case Number 1020/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling regarding bankruptcy trustee fee deductions. The State argued that deductions were made without prior judicial determination of the trustee's fees, violating bankruptcy law provisions. However, the court found the State failed to present specific objections to the exact amounts deducted at the appellate level, constituting an impermissible change of grounds. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 660, 551, 556, 558, 612, 632, 637, 644, 648 of the Bankruptcy Law; An appeal is inadmissible if the appellant introduces new grounds or specific objections not raised before the lower court, and a deduction of fees without prior judicial determination is valid if justified by law and accepted by the lower court.

Keywords

AI generated
bankruptcy trustee fees improper change of grounds inadmissible appeal deduction of expenses bankruptcy law provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2)(a) and (g) of the Code of Civil Procedure
Articles 660, 551, 556, 558, 612, 632, 637, 644, 648 of the Bankruptcy Law
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1020 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1020/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών, ήδη Δ.Ο.Υ Φορολογίας Ανωνύμων Εταιρειών (Φ.Α.Ε.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Ρουσσιά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ως συνδίκου της ενώσεως των πιστωτών της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", με το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην … και έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1/12/2010 αντιρρήσεις του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5065/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3910/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/12/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βρυσηίς Θωμάτου ανέγνωσε την από 24/11/2021 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. α και γ του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αριθμό 11646/4-10-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Μ. Ν., και τις κάτω απ' αυτήν, από 4-10-2021 απόδειξη παραλαβής εγγράφου του αξιωματικού υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Ομονοίας και από 4-10-2021 βεβαίωση παραλαβής του υπαλλήλου των ΕΛΤΑ Ομονοίας, Κ.

Φ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, ακριβές αντίγραφο της από 23-12-2015 αίτησης αναίρεσης, κατά της 3910/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Α1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (6-12-2021), καθώς και κλήση του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο, για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον τελευταίο, με θυροκόλληση, στο γραφείο του.

Αυτός, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου, σαν να ήταν παρών (αρθρ. 568 παρ. 4, 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη, από 23-12-2015 (αριθμ. καταθ. 1245/29-12-2015) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 3910/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 2-12-2011 έφεση του αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, κατά της με αριθμό 5065/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων.

Το τελευταίο Δικαστήριο, με την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε κατ' ουσίαν τις εισαχθείσες ενώπιόν του, με την από 27-12-2010 κλήση του αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, από 30-11-2010 αντιρρήσεις του (αναιρεσείοντος) κατά του από 12-10-2010 λογαριασμού (πίνακα) διανομής πτωχευτικής περιουσίας, της πτωχεύσασας εταιρίας με την επωνυμία, "...", που συνέταξε ο ήδη αναιρεσίβλητος, ως σύνδικος της πτώχευσης.

Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ήτοι εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (28-6-2013), η οποία δεν επιδόθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του, με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 (ΟλΑΠ 10/2018, ΑΠ 940/2020), ενώ δεν απαιτείται η κατάθεση του οριζόμενου στο άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, εκ μέρους του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 του από 26.6/10-7-1944 του κ.δ/τος, ''περί κώδικος νόμων περί δικών του Δημοσίου''.

Συνεπώς είναι παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 580 ΕμπΝ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 81 του ν. 3588/2007, ''πτωχευτικός Κώδικας'' και εν προκειμένω εφαρμόζεται, αφού η διαδικασία της επίδικης πτωχευτικής υπόθεσης άρχισε πριν την κατάργηση της ισχύος του, την 16-9-2007 (άρθρο 180, 182 παρ. 1 του νόμου τούτου), τα από τους συνδίκους ή από άλλους για λογαριασμό της πτωχεύσεως έχοντα κατατεθεί χρήματα αναλαμβάνονται μόνο με άδεια του Εισηγητή.

Ο Εισηγητής μπορεί να διατάξει ώστε τα χρήματα να αποδοθούν στους πιστωτές της πτώχευσης, με βάση το λογαριασμό διανομής, που έχει συνταχθεί από τους συνδίκους και έχει κηρυχθεί εκτελεστός. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ο ανωτέρω λογαριασμός διανομής δεν συνιστά πίνακα κατάταξης απαιτήσεων, κατά την έννοια του άρθρου 974 ΚΠολΔ, αλλά αποτελεί απλώς λογιστική πράξη διανομής της πτωχευτικής περιουσίας μεταξύ των πιστωτών, των οποίων οι πιστώσεις έγιναν δεκτές κατά την καθοριζόμενη τάξη (άρθρα 975 επ.

και 1007 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 579, 581, 648 επ. και 660 επ. ΕμπΝ), αφού προηγουμένως είχαν εξελεγχθεί κατά τη διαδικασία της επαλήθευσης ή, επί απαιτήσεων του Δημοσίου, κατά τη διαδικασία του άρθρου 62 παρ. 1 του ΚΕΔΕ (ΑΠ 1611/2018, ΑΠ 290/2000). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 660 ΕμπΝ, που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον πρόκειται για πτωχευτική διαδικασία, που άρχισε πριν την ισχύ του άνω ν. 3588/2007, η οποία εφαρμόζεται και επί ακινήτων, "Τα εκ των κινητών του πτωχεύσαντος χρήματα, αφαιρουμένων των δικαστικών και των χάριν της διοικήσεως της πτωχεύσεως εξόδων και καταβολών ....

διανέμονται μεταξύ απάντων των πιστωτών ...". Ο κατά τα ανωτέρω συντασσόμενος λογαριασμός διανομής αποτελεί απλώς λογιστική πράξη, για την αρτιότητα της οποίας, αρκεί απλώς να αναφέρεται το διανεμητέο ενεργητικό της πτώχευσης και το σύνολο των εξελεγχθεισών απαιτήσεων κάθε πιστωτή, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται οι απαιτήσεις αυτές, ως προς το είδος και το χρόνο γέννησής τους, στους αμφισβητούντες δε απόκειται να ισχυριστούν με τις αντιρρήσεις τους και να αποδείξουν ότι ο λογαριασμός περιέχει νομικά ή λογιστικά σφάλματα.

Το ίδιο πρέπει να ισχύσει και ως προς τα προαφαιρούμενα "δικαστικά και τα χάριν της διοικήσεως της πτωχεύσεως έξοδα και καταβολές", μεταξύ των οποίων και η απαίτηση του συνδίκου, για την οφειλόμενη σ' αυτόν αντιμισθία (ΑΠ 776/2009), για τα οποία αρκεί η αναφορά στο λογαριασμό διανομής των ποσών και της αιτίας αυτών και, εφόσον αμφισβητηθούν τα άνω προαφαιρούμενα κονδύλια, ο σύνδικος εξειδικεύει πλήρως αυτά, προσκομίζοντας και τα σχετικά δικαιολογητικά, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει επί των αντιρρήσεων του αμφισβητούντος δανειστή.

Λόγω της υφής της πτώχευσης ως σπονδυλωτής διαδικασίας, που σκοπό έχει τη ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας και τη διανομή του ενεργητικού της, κατά σύννομο συνολικά τρόπο, ανακύπτει η ανάγκη κατά τις διανομές να λαμβάνονται υπόψη και οι γεγενημένες, κατά τις εκάστοτε επιμέρους διανομές, υποχρεώσεις της πτωχευτικής περιουσίας από "τα δικαστικά και τα χάριν της διοικήσεως της πτωχεύσεως έξοδα", έστω και αν οι εντεύθεν δαπάνες δεν έχουν πραγματοποιηθεί κατά τη σύνταξη του πίνακα.

Άλλως, θα γίνονταν διανομές προς πιστωτές, χωρίς να ληφθούν υπόψη γεγενημένες υποχρεώσεις της πτώχευσης εκ των ανωτέρω αιτίων, οι οποίες θα μπορούσαν να μην εξοφληθούν ποτέ, μετά τη διανομή όλου του προϊόντος των εκποιήσεων προς τους πιστωτές (ΑΠ 1611/2018, ΑΠ 167/2005). Η προτίμηση για τα αναφερόμενα στην άνω διάταξη του άρθρου 660 του ΕμπΝ, ''έξοδα και καταβολές που έγιναν για τη διοίκηση της πτωχευτικής περιουσίας'', μεταξύ των οποίων και η απαίτηση του συνδίκου για την οφειλόμενη σ' αυτόν αντιμισθία, που γίνεται με προαφαίρεση από το σύνδικο κατά τη διανομή χρημάτων που προέρχονται από την εκποίηση όχι μόνο των κινητών πραγμάτων της πτωχευτικής περιουσίας, αλλά και των ακινήτων, μπορεί να αφορά και την αντιμετώπιση μελλοντικών εξόδων, σε περίπτωση που προβλέπεται ότι η διαδικασία της πτώxευσης θα διαρκέσει επί μεγάλο χρονικό διάστημα, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, αφενός μεν του οριστικού προσδιορισμού των εξόδων διαχείρισης με τη νόμιμη διαδικασία, αφετέρου δε τη σύνταξη συμπληρωματικού λογαριασμού για τη διανομή του τυχόν υπολοίπου που θα προκύψει, μετά τη λογοδοσία του συνδίκου.

Ακολούθως, από τις άνω διατάξεις, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 542, 555, 591 και 647 ΕμπΝ, που εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον πρόκειται για πτωχευτική διαδικασία, που άρχισε πριν την ισχύ του άνω ν. 3588/2007, προκύπτει, ότι αν αναφανούν διενέξεις ως προς την τάξη της διανομής, τότε οι σχετικές αντιρρήσεις πρέπει να υποβληθούν ενώπιον του Εισηγητή της πτωχεύσεως, ο οποίος μάλιστα, δυνάμενος να αποφασίσει επί της ουσίας προσωρινά, παραπέμπει οπωσδήποτε την υπόθεση, για οριστική επί της ουσίας λύση, στο αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε τρεις ημέρες, συντάσσοντας αντίστοιχη έκθεση, η οποία αποτελεί την αναγκαία προδικασία διεξαγωγής της σχετικής δίκης.

Στη συνέχεια, εισάγονται στο αρμόδιο δικαστήριο για κρίση και απόφαση με κλήση, αφού με την τελευταία κληθούν και οι δανειστές, των οποίων προσβάλλεται με τις αντιρρήσεις η κατάταξή τους στον λογαριασμό διανομής. Για το παραδεκτό των αντιρρήσεων πρέπει να εκτίθενται, με σαφήνεια και επάρκεια, τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν την επιδιωκόμενη μεταβολή στη σειρά κατατάξεως και να προκύπτουν από αυτά οι προηγούμενοι στην κατάταξη δανειστές, την θέση των οποίων θέλει να καταλάβει εκείνος που ασκεί τις αντιρρήσεις, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν όλοι οι εν λόγω δανειστές, κλήθηκαν στο αρμόδιο δικαστήριο.

Η δίκη που ανοίγει με τις ανωτέρω αντιρρήσεις έχει ως αντικείμενο το κατά πόσο ο σύνδικος συνέταξε ή όχι ορθά τον προσβαλλόμενο λογαριασμό, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της διαδικασίας της επαλήθευσης και επιτελώντας το από τις γενικές διατάξεις του πτωxευτικού δικαίου απορρέον καθήκον του, της επιδίωξης με συλλογική οργάνωση των πιστωτών, ικανοποίησης αυτών ύστερα από την τήρηση της αρχής της (σχετικής) ισότητας αυτών (ΑΠ 60/1997, ΑΠ 1124/1994).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 551 ΕμπΝ, ο σύνδικος δικαιούται να λάβει αντιμισθία, το ποσό της οποίας ορίζεται από το δικαστήριο ύστερα από σχετική έκθεση του Εισηγητή. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αντιμισθία, αν και, όπως ειπώθηκε, ανάγεται στα έξοδα διαχειρίσεως κλπ της πτωχευτικής περιουσίας, δεν μπορεί, κατά τις διατάξεις των άρθρων 579 και 660 ΕμπΝ, να προσδιοριστεί από τον Εισηγητή και να κρατηθεί από τον σύνδικο από τα ως άνω χρήματα της πτωχεύσεως, αλλά ζητείται από αυτόν (σύνδικο) μετά την κατά τα άρθρα 556, 612, 632, 637 ΕμπΝ λογοδοσία του.

Από όλα αυτά συνάγεται ότι πριν από τη λογοδοσία δεν μπορεί ο σύνδικος να ζητήσει τον καθορισμό της αντιμισθίας, το ύψος της οποίας άλλωστε, εξαρτάται και από την καλή ή όχι διαχείριση των πτωχευτικών πραγμάτων. Γίνεται, όμως, δεκτό ότι από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 551 ΕμπΝ δεν αποκλείεται, στην περίπτωση κατά την οποία προβλέπεται ότι η διαδικασία της πτωχεύσεως θα διαρκέσει επί μεγάλο χρονικό διάστημα, ο καθορισμός από το δικαστήριο, όσο διαρκεί η πτωχευτική διαδικασία, προσωρινής αντιμισθίας, με την έννοια της προκαταβολής έναντι της οριστικής, η οποία θα προσδιοριστεί μετά την κατά τα ανωτέρω λογοδοσία του συνδίκου.

Η έκθεση του εισηγητή, που προαναφέρθηκε, αποτελεί μεν προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης καθορισμού της προσωρινής αντιμισθίας του συνδίκου, δεν είναι όμως δεσμευτική για το δικαστήριο. Για το ορισμένο της αίτησης δεν χρειάζεται ξεχωριστή αποτίμηση κάθε ενέργειας του συνδίκου, ούτε απαιτείται κάτι τέτοιο για την απόφαση του δικαστηρίου, το οποίο και λαμβάνει υπόψη, όσον αφορά τον καθορισμό της αντιμισθίας του συνδίκου, τη διάρκεια και το είδος των ενεργειών του, την αναγκαιότητα και αποτελεσματικότητα τους για την πρόοδο της πτωχευτικής διαδικασίας, καθώς και την έκταση της πτωχευτικής περιουσίας, αυτά δε ισχύουν και όταν ο σύνδικος, κατά το χειρισμό των πτωχευτικών υποθέσεων, προσέφερε τις υπηρεσίες του ως δικηγόρος, για τις οποίες δεν δικαιούται να αξιώσει τα ελάχιστα όρια αμοιβής που προβλέπονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων (ΑΠ 2050/2017, ΑΠ 859/1998, ΑΠ 53/1995).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΑΠ 58/2015).

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση , η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 467/2021, ΑΠ 50/2020, AΠ 598/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 2/2019, 8/2018, 1/1999).

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Για να είναι δε ορισμένος ο ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 638/2019, 117/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την απόφαση 18/2006 του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που δημοσιεύτηκε την 11-2-2006, κηρύχθηκε σε πτώχευση, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία, "..." και με το διακριτικό τίτλο, "..." και ορίσθηκε ως χρόνος παύσης πληρωμών αυτής, η 15-1-2004.

Με την ίδια απόφαση ορίσθηκε ως προσωρινός σύνδικος ο Ιωάννης Δούλης, Δικηγόρος Αθηνών. Ακολούθως, με την απόφαση 854/2006 του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου διoρίστηκε ως οριστικός σύνδικος της πτώχευσης, ο Δικηγόρος Αθηνών Ι. Κ. (εφεσίβλητος), ήδη αναιρεσίβλητος. Για την ικανοποίηση απαιτήσεών του κατά της προαναφερόμενης εταιρίας το εκκαλούν (αναιρεσείον) Ελληνικό Δημόσιο αναγγέλθηκε, δυνάμει της με αριθμό πρωτ. 6146/26/2010 αναγγελίας του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών, για το συνολικό πoσό των 618.515,91 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, το οποίο αφορά φόρους μισθωτών υπηρεσιών, φόρους προστιθέμενης αξίας, πρόστιμο ΦΠΑ και πρόστιμο του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, πρόστιμο άμεσων φόρων, πρόστιμο ΦΠΑ και πρόστιμο του Υπουργείου Εργασίας.

Με την απόφαση 676/2006 του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επιτράπηκε στον εφεσίβλητο (αναιρεσίβλητο), ως σύνδικο της ένωσης των πιστωτών, η εκποίηση των ακινήτων της πτωχεύσασας εταιρίας, η οποία (εκποίηση) πραγματοποιήθηκε και απέφερε ως τίμημα το συνολικό ποσό των 180.947 ευρώ. Με την προαναφερόμενη ιδιότητα του συνδίκου της ένωσης των πωχευτικών πιστωτών, ο εφεσίβλητος συνέταξε τον από 12-10-2010 λογαριασμό (πίνακα) διανομής πτωχευτικής περιουσίας της ως άνω ανώνυμης εταιρίας, ο οποίος κηρύχθηκε εκτελεστός με την έκθεση, 1799/18-10-2010, της Εισηγήτριας της πτώχευσης.

Με το λογαριασμό αυτό διανεμήθηκε σε πιστωτές της πτώχευσης, των οποίων οι απαιτήσεις είναι εξοπλισμένες με γενικό προνόμιο και μάλιστα σε εκείνους των οποίων οι απαιτήσεις έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας και έχουν προκύψει μέσα στην τελευταία διετία πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, το ποσό των 138.048 ευρώ από το συνολικό ποσό των 168.048 ευρώ που αποτελούσαν κατά το χρόνο αυτό το ενεργητικό της πτωχευτικής περιουσίας (180.947 ευρώ, που ήταν το τίμημα της εκποίησης των ακινήτων της εταιρίας, μείον 12.899 ευρώ, που διατέθηκαν με πράξεις των Εισηγητών της πτώχευσης για αμοιβές πραγματογνωμόνων κλπ), αφού παρακρατήθηκε ποσό, συνολικού ύψους 30.000 ευρώ, για την κάλυψη των δαπανών εκκρεμών διαδικασιών της πτώχευσης και ειδικότερα των εξόδων προώθησης της εκποίησης των κινητών πραγμάτων της εταιρίας, των εξόδων κοινοποίησης του πίνακα διανομής, των εξόδων της τυχόν άσκησης ένδικων βοηθημάτων, καθώς και για την κάλυψη μέρους της αντιμιθίας αυτού (εφεσίβλητου), ως συνδίκου της πτώχευσης, η οποία (αντιμισθία) θα του επιδικασθεί, κατά το άρθρο 551 του ΕμπΝ και η οποία περιλαμβάνεται στα έξοδα διαχείρισης και εκκαθάρισης της περιουσίας της πτωχεύσασας εταιρίας (........).

Πρέπει να σημειωθεί ότι, ως προς τα κινητά πράγματα της πτωχευτικής περιουσίας, συνεχίζεται η διαδικασία της εκποίησης αυτών με μειωμένη τιμή πρώτης προσφοράς, μετά από αίτημα του εφεσίβλητου και σχετική έκθεση της Εισηγήτριας της πτώχευσης, αφού προηγήθηκαν επανειλημμένες αποτυχημένες προσπάθειες εκποίησής τους.

Ενόψει όλων αυτών και του ότι η διάρκεια των εργασιών της πτώχευσης προβλεπόταν ότι θα διαρκέσει μακρό χρονικό διάστημα, προκειμένου να επιτευχθεί και η εκποίηση των κινητών πραγμάτων της πτωχευτικής περιουσίας, ορθά παρακρατήθηκε, κατά τη σύνταξη του προαναφερόμενου λογαριασμού διανομής, από τον εφεσίβλητο το ανωτέρω ποσό των 30.000 ευρώ για την κάλυψη των δαπανών εκκρεμών διαδικασιών της πτώχευσης και ειδικότερα των εξόδων προώθησης της εκποίησης των κινητών πραγμάτων της εταιρίας, των εξόδων κοινοποίησης του πίνακα διανομής, των εξόδων της τυχόν άσκησης ένδικων βοηθημάτων, καθώς και για την κάλυψη μέρους της αντιμιθίας αυτού (εφεσίβλητου), ως συνδίκου της πτώχευσης.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που δέχθηκε το ίδιο, ορθά έκρινε και συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν υποστηρίζει το αντίθετο, είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η έφεση''. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, το αναιρεσείον, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, το Εφετείο δεχόμενο ότι, ''ορθά παρακρατήθηκε κατά τη σύνταξη του προαναφερόμενου λογαριασμού διανομής, από τον εφεσίβλητο (αναιρεσίβλητο) το ανωτέρω ποσό των 30.000 ευρώ μεταξύ άλλων και για την κάλυψη μέρους της αντιμιθίας αυτού (εφεσίβλητου), ως συνδίκου της πτώχευσης'', παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις των άρθρων 551, 556, 612, 632 και 637 του ΕμπΝ, καθώς παρέλειψε να ερευνήσει, ως νόμιμη προϋπόθεση, για τον καθορισμό και την παρακράτηση της ανωτέρω αποζημίωσης του συνδίκου, έναντι της οριστικής αντιμισθίας του, αν η αποζημίωση αυτή έχει καθοριστεί με απόφαση του καθ' ύλην αρμοδίου πτωχευτικού πτωχευτικού δικαστηρίου, μετά από προηγούμενη έκθεση του εισηγητή, όπως απαιτείται από τις άνω διατάξεις, προκειμένου στη συνέχεια αυτή να παρακρατηθεί από το διανεμητέο ποσό της πτωχευτικής περιουσίας.

Ωστόσο, το Εφετείο, με όσα παραπάνω δέχθηκε και έτσι που έκρινε, δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις, αναφορικά με την παρακράτηση μέρους της αντιμισθίας του εφεσίβλητου, ως συνδίκου της πτώχευσης. Το μέρος αυτό της αντιμισθίας συμπεριλήφθηκε στο παρακρατηθέν συνολικά ποσό των 30.000 ευρώ, ''για την κάλυψη των δαπανών εκκρεμών διαδικασιών της πτώχευσης'', η προαφαίρεση των οποίων στον προσβαλλόμενο λογαριασμό διανομής, έγινε κατά το άρθρο 660 του ΕμπΝ, με τις ορθές παραδοχές, ότι η αντιμισθία περιλαμβάνεται στα έξοδα διαχείρισης και εκκαθάρισης της περιουσίας της πτωχεύσασας εταιρίας και ότι το παρακρατηθέν ποσό θα αποτελέσει μέρος της αντιμισθίας του συνδίκου, που θα του επιδικαστεί κατά το άρθρο 551 του ΕμπΝ, δεχόμενο ειδικότερα ότι, ''ενόψει του ότι η διάρκεια των εργασιών της πτώχευσης προβλεπόταν ότι θα διαρκέσει μακρό χρονικό διάστημα, προκειμένου να επιτευχθεί και η εκποίηση των κινητών πραγμάτων της πτωχευτικής περιουσίας, ορθά παρακρατήθηκε, κατά τη σύνταξη του προαναφερόμενου λογαριασμού διανομής, από τον εφεσίβλητο το ανωτέρω ποσό των 30.000 ευρώ για την κάλυψη των δαπανών εκκρεμών διαδικασιών της πτώχευσης και ειδικότερα των εξόδων προώθησης της εκποίησης των κινητών πραγμάτων της εταιρίας, των εξόδων κοινοποίησης του πίνακα διανομής, των εξόδων της τυχόν άσκησης ένδικων βοηθημάτων, καθώς και για την κάλυψη, ''μέρους της αντιμιθίας αυτού (εφεσίβλητου), ως συνδίκου της πτώχευσης'', παρακράτηση που έγινε υπό την εξυπακουόμενη και από το νόμο, τιθέμενη αίρεση του κατά τη νόμιμη διαδικασία οριστικού προσδιορισμού της αντιμισθίας του συνδίκου, κατά το άρθρο 551 του ΕμπΝ.

Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με την προαναφερθείσα κρίση του το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα των διανομών, που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ως ''δικαστικά και χάριν της διοικήσεως της πτωχεύσεως έξοδα'', πέραν των γεγενημένων κατά τη σύνταξη του προσβαλλομένου πίνακα υποχρεώσεων της πτωχευτικής περιουσίας, και τις προϋπολογιζόμενες δαπάνες, που δεν είχαν πραγματοποιηθεί κατά τη σύνταξη του πίνακα, μεταξύ των οποίων και μέρος της αντιμισθίας του συνδίκου, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες, συνεπώς, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Ως εκ τούτου, τα αντίθετα, που, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αίτησης, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμα. Στη συνέχεια, με δεύτερο λόγο της αίτησης το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι, το Εφετείο, με το να δεχθεί προαφαίρεση ποσών, α) όσον αφορά την αντιμετώπιση μελλοντικών εξόδων, χωρίς να έχει προηγηθεί ο οριστικός προσδιορισμός των εξόδων διαχείρισης και η σύνταξη συμπληρωματικού λογαριασμού για τη διανομή του τυχόν υπολοίπου που θα προκύψει μετά τη λογοδοσία του συνδίκου και όσον αφορά τον καθορισμό της αποζημίωσης του συνδίκου με την έννοια της προκαταβολής έναντι της οριστικής αντιμισθίας που θα προαφαιρεθεί από το διανεμητέο ποσό, χωρίς να προηγηθεί ο καθορισμός αυτής κατά την κρίση του πτωχευτικού δικαστηρίου και σχετική έκθεση του εισηγητή της πτώχευσης και β) προαφαίρεση συνολικού ποσού 30.000 ευρώ, χωρίς να εξειδικεύσει ειδικά από το συνολικό αυτό ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο παρακρατήθηκε από το σύνδικο, κατά τη σύνταξη του ένδικου λογαριασμού διανομής, ποιο ποσό παρακρατήθηκε για την κάλυψη των δαπανών εκκρεμών διαδικασιών της πτώχευσης και ποιο ποσό παρακρατήθηκε ως αποζημίωση του (συνδίκου) με την έννοια της προκαταβολής έναντι της οριστικής αντιμισθίας, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων, 660, 551, 556, 612, 632, 637, 644, 648 επ.

και 660 επ. ΕμπΝ. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αφορά τα λοιπά κονδύλια δαπανών εκκρεμών διαδικασιών της πτώχευσης και το ύψος της αντιμισθίας του συνδίκου, μέρος της οποίας συμπεριλήφθηκε στο συνολικό ποσό που παρακρατήθηκε, του προσβαλλομένου με τις αντιρρήσεις πίνακα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Τούτο δε διότι, όπως από την επισκόπηση των ένδικων αντιρρήσεων προκύπτει, το αναιρεσείον ως προς τα πιο πάνω ποσά ουδεμία και μάλιστα υπό συγκεκριμένο περιεχόμενο, προέβαλε αντίρρηση, επικαλούμενο μόνο με τον τρίτο λόγο των αντιρρήσεών του, που επανέφερε στο Εφετείο με το μοναδικό λόγο της έφεσής του, τη μη νομιμότητα της προαφαίρεσης μέρους της αντιμισθίας του συνδίκου, επειδή η αντιμισθία δεν είχε καθοριστεί με απόφαση του Δικαστηρίου και προηγούμενη λογοδοσία του συνδίκου.

Επομένως, η προβολή, για τα ποσά αυτά, αντιρρήσεων το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως των ενδίκων αντιρρήσεων και επιδίκαση μη αιτηθέντος. Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι τα άνω ποσά αφορούσαν προϋπολογιζόμενες δαπάνες που δεν είχαν πραγματοποιηθεί κατά τη σύνταξη του πίνακα.

Όσον δε αφορά την παρακράτηση της αμοιβής του συνδίκου, χωρίς προηγούμενη απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου και έκθεση του εισηγητή, ο ίδιος λόγος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, καθώς όπως ήδη εκτέθηκε, το Εφετείο με επαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι, η από το σύνδικο παρακράτηση μέρους αυτής, ως εντασσόμενης στο παρακρατηθέν συνολικά ποσό των 30.000 ευρώ, για την κάλυψη των δαπανών εκκρεμών διαδικασιών της πτώχευσης, έγινε ''για την κάλυψη μέρους της αντιμισθίας αυτού ως συνδίκου της πτώχευσης, η οποία (αντιμισθία) θα του επιδικαστεί κατά το άρθρο 551 του ΕμπΝ και η οποία περιλαμβάνεται στα έξοδα διαχείρισης της πτωχευτικής περιουσίας'', ήτοι υπό την εξυπακουόμενη και από το νόμο, τιθέμενη αίρεση του κατά τη νόμιμη διαδικασία οριστικού προσδιορισμού της αντιμισθίας του συνδίκου, κατά το άρθρο 551 του ΕμπΝ.

Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, διότι ελλείπει σχετικό αίτημα, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσίβλητου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-12-2015 (αριθμ. καταθ. 1245/29-12-2015) αίτηση αναίρεσης της 3910/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ