Legislator Case Law & Legislation
1020/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to specify factual premises and legal errors in the petition.

Case Number 1020/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the widow and daughter against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court erred in fact-finding and legal application but failed to detail the specific factual premises or legal errors in their petition. The court ruled that such specificity is mandatory to allow for a proper review of the substantive judgment's validity.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(2), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; The grounds of appeal must explicitly state the factual premises accepted by the court of first instance and the specific legal errors committed, rather than merely alleging a violation of substantive law.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal grounds factual premises legal error substantive judgment review standard dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(2), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) and (10) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 497(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 739/2011
Supreme Court Case 1632/2007
Supreme Court Case 669/2007
Supreme Court Case 1654/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1020 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1020/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γ. Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Α. χήρας Θ. Μ., 2) Ε. Τ., το γένος Θ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κυριακή Πατρινού και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ταμαμίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια των ως άνω αναιρεσειουσών, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/11/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15301/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 598/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 8/9/2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1 και 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως).

Διότι, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ. ΑΠ 27/1998 ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1432/2004, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001). Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1632/2007, ΑΠ 669/2007, ΑΠ 1654/2007).

Από δε το άρθρο 559 αρ. 10 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέσει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 714/1973, ΑΠ 255/2018, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 432/2016, ΑΠ 151/2015, ΑΠ 17/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη, επικαλούμενες, επί λέξει, τα εξής: "...Η αναιρεσιβαλλόμενη εσφαλμένως απέρριψε τους λόγους της έφεσης μας ως αβάσιμους. α. Συγκεκριμένα ερμήνευσε εσφαλμένα το αποδεικτικό υλικό, αφού δέχθηκε, ότι ο εναγόμενος δεν παρακράτησε παράνομα με σκοπό να το ιδιοποιηθεί το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης, που κατέβαλε η ασφαλιστική εταιρία σε αυτόν για να μας το παραδώσει.

Η απόφαση στηρίχθηκε στις ψευδείς καταθέσεις των μαρτύρων του αντιδίκου, ενώ δεν έλαβε υπόψη ούτε καν σχολίασε την μαρτυρική κατάθεση του μαρτύρα μας Θ. Τ., ο οποίος κατέθεσε στο ακροατήριο, ότι ουδέποτε δηλώσαμε ή συμφωνήσαμε να περιέλθει στα τέκνα του αντιδίκου, το ποσό που θα περιέρχονταν σε εμάς μετά την άσκηση της αγωγής για την χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης εξ αιτίας του θανάτου της κόρης της πρώτης και αδερφής της δεύτερης.

Η ειδική αιτιολόγηση από το δικαστήριο γιατί δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μαρτυρά μας αλλά αυτή των μαρτύρων του αντιδίκου, ήταν απαραίτητη, αφού για όσα κατέθεσε κατηγορήθηκε από τον αντίδικο για ψευδορκία, κατηγορία από την οποία όμως απαλλάχθηκε πανηγυρικά με την με αριθμό 14356/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, γεγονός που σημαίνει ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης του δεν ήταν ψευδές.

Είναι αδύνατον οι μάρτυρες των δύο πλευρών να καταθέτουν εντελώς αντίθετα γεγονότα και να λένε και οι δυο την αλήθεια. Το δικαστήριο θα έπρεπε να μην λάβει υπόψη του τις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων του αντιδίκου ή στην καλύτερη περίπτωση να αιτιολογήσει ειδικά γιατί δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μαρτυρά μας, η οποία υπέστη την βάσανο και του ποινικού δικαστηρίου.

Παρά το γεγονός ότι προσκομίσαμε την αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης το δικαστήριο δεν την έλαβε υπόψη, ούτε σχολίασε το γεγονός, αλλά αρκέστηκε στην κρίση της πρωτόδικης απόφασης, η οποία αποδέχθηκε αβασάνιστα τις καταθέσεις των μαρτύρων του αντιδίκου. Μάλιστα το ότι οι μάρτυρες του αντιδίκου δεν ήταν αξιόπιστοι και η κατάθεσή τους ήταν μεροληπτική σε βάρος μας, προκύπτει και από την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης με αριθμό 3159/2014, που προσκομίσαμε, με την οποία ο Ι.

Μ. καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους και ενός μήνα για πρόκληση επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος της δεύτερης από εμάς, καθώς στις 18-7-2011 εισήλθε στην οικία μας και μας ξυλοκόπησε. Για τον λόγο αυτό η προσβαλλόμενη κάνοντας δεκτή την κατάθεση του μαρτυρά μας και απορρίπτοντας για τους λόγους που εκθέσαμε παραπάνω τις καταθέσεις των μαρτύρων του αντιδίκου, έπρεπε να κάνει δεκτό τον ισχυρισμό μας, ότι ουδέποτε εκχωρήσαμε ή συναινέσαμε να παρακρατήσει ο αντίδικος ή τα τέκνα του το ποσό της αποζημίωσης που μας αναλογούσε.

Σύμφωνα με τα παραπάνω η προσβαλλόμενη είναι αναιρετέα κατ άρθρο 559 παρ 19 του ΚΠολΔ, καθώς έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. β. Επίσης εσφαλμένα έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη ότι ο εναγόμενος παρέδωσε τα χρήματα στα τέκνα του, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε.

Αντίθετα όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ο ίδιος συνηγορούν στο ότι παρακράτησε τα χρήματα για τον εαυτό του με διάφορα προσχήματα. Ο αντίδικος δεν παρέδωσε τα χρήματα στα τέκνα του και αυτό προκύπτει από το γεγονός, ότι αφενός μεν, όταν έλαβε τα χρήματα, τα δύο από τα τρία τέκνα του ήταν ενήλικα και δεν υπήρχε λόγος να καταθέσει τα χρήματα σε κοινό λογαριασμό, αλλά μπορούσε να τα καταθέσει απευθείας σε λογαριασμό που ανήκε μόνο στα τέκνα του, το οποίο όμως δεν έπραξε και συνέχισε να τα παρακρατεί ο ίδιος.

Η ενέργεια αυτή ήταν σκόπιμη και αυτό προκύπτει από την αγωγή με αριθμό κατάθεσης 18178/2014, που κατέθεσε, 13 χρόνια αφού έλαβε τα πρώτα χρήματα της αποζημίωσης και σχεδόν 9 χρόνια μετά την αγωγή μας, ο γιος του Γ.ς σε βάρος του πατέρα του και αντιδίκου μας, με την οποία του ζητούσε να του παραδώσει, όχι μόνο τα χρήματα που παρακράτησε από εμάς, αλλά και αυτά που το δικαστήριο είχε επιδικάσει στον ίδιο (συνολικά 73.000 €) τα οποία επίσης παρακράτησε ο αντίδικος.

Επίσης, όσον αφορά το αυτοκίνητο αξίας περίπου 20.000 €, που ισχυρίζεται ο αντίδικος ότι αγόρασε στις 22-7-2002 στον γιο του Γ., προκειμένου να αποδείξει ότι διέθεσε τα χρήματα για τα τέκνα του, αυτό αγοράστηκε πολύ πριν καταβληθούν τα χρήματα από την ασφαλιστική εταιρία στις 19-11-2002, άρα δεν αγοράστηκε με τα χρήματα της αποζημίωσης.

Επιπλέον, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει, όσον αφορά την εξοχική κατοικία, που δηλώνει ότι αγόρασε με το με αριθμό ….64/2005 συμβόλαιο, ότι αυτή αγοράστηκε για τον γιο του Δ., αφού το συμβόλαιο είναι στο όνομα του ιδίου του αντιδίκου. Εύλογα τίθεται το ερώτημα, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι όντως αγόρασε την εξοχική κατοικία για τον ανήλικο γιο του, για την χρησιμότητα της αγοράς μίας εξοχικής κατοικίας νια ένα ανήλικο παιδί.

Και μόνο το γεγονός ότι, ο αντίδικος αγόρασε με τα χρήματα της δήθεν δωρεάς μας προς τα παιδιά του, ακίνητο στο όνομά του και όχι στο όνομα του γιου του, όπως ο ίδιος ομολογεί με τις προτάσεις του, φανερώνει τις προθέσεις του να ιδιοποιηθεί, όχι μόνο τα χρήματα που εισέπραξε για λογαριασμό μας από την ασφαλιστική εταιρία, αλλά και αυτά που εισέπραξε για λογαριασμό των τέκνων του.

Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από την προσκομιζόμενη με τις προτάσεις μας αγωγή, που κατέθεσε σε βάρος του το 2014 ο γιος του Γ.ς. Προκειμένου ο αντίδικος να αποδείξει ότι διέθεσε τα χρήματα της αποζημίωσης που μας αναλογούσαν για τα τέκνα του, προσκόμισε το συμβόλαιο με αριθμό …86/2006, που αφορά την αγορά διαμερίσματος για τον γιο του Θ..

Όμως από το περιεχόμενο του συμβολαίου προκύπτει ότι το διαμέρισμα αγοράστηκε με δάνειο από την τράπεζα ... και όχι με τα χρήματά που παρακράτησε, όπως ο ίδιος ψευδώς ισχυρίζεται. Έτσι, η αναιρεσιβαλλόμενη εκτιμώντας ορθά τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία έπρεπε να καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι ο αντίδικος παρακράτησε παράνομα τα χρήματά μας και ουδέποτε τα παρέδωσε στα τέκνα του, όπως ψευδώς και προσχηματικά ισχυρίστηκε.

Εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψιν τους ισχυρισμούς μας και δεν αξιολόγησε τα στοιχεία αυτά, καθώς σε αυτή δεν γίνεται καμία αναφορά ούτε σχολιασμός τους. Εάν είχε λάβει υπόψιν της τα στοιχεία αυτά δεν θα κατέληγε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι τα χρήματα δόθηκαν από τον αντίδικο στα τέκνα του, αλλά αντίθετα ότι ο ίδιος τα παρακράτησε.

Τέλος να επισημάνουμε ότι το συνολικό ποσό που κατέβαλε η ασφαλιστική εταιρία ως χρηματική ικανοποίηση ανήλθε στο ποσό των 301.050,25 € και στην πραγματικότητα το εισέπραξε ολόκληρο ο αντίδικος και κανένας άλλος, και από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι μέχρι σήμερα έδωσε στα τέκνα του το ποσό που παρανόμως παρακράτησε από εμάς και ανέρχονταν περίπου στις 60.000 €.

Ακόμη και αν όντως δαπάνησε κάποια χρήματα για τις παραπάνω αγορές, αυτά θα προέρχονταν από την χρηματική ικανοποίηση που έλαβαν τα ίδια τα τέκνα του και όχι από τα δικά μας χρήματα που παρακράτησε παράνομα χωρίς τη συναίνεση μας. Αντίθετα υπάρχουν πολύ ισχυρές ενδείξεις (βλέπε αγωγή εναντίον του από τον γιο του Γ.) ότι τα χρήματα τόσο τα δικά μας όσο και των ίδιων του των τέκνων τα ιδιοποιήθηκε ο ίδιος για δικούς του σκοπούς.

Κατόπιν τούτων εσφαλμένως η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψιν της πράγματα που προτάθηκαν από εμάς και επιβεβαιώθηκαν από τον μάρτυρα και τις έγγραφες αποδείξεις και έχουν δε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και κατόπιν τούτου είναι αναιρετέα σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

γ. Επίσης η αναιρεσιβαλλόμενη έσφαλε, καθώς θεώρησε ότι το 1/2 περίπου από το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης που μας κατέβαλλε ο αντίδικος δεν συνιστά ομολογία και αναγνώριση οφειλής. Αντίθετα η ομολογία τεκμαίρεται, καθώς όχι μόνο κατέβαλε το 1/2, αλλά και το υπόλοιπο 1/2 αρνήθηκε να το καταβάλλει όχι γιατί δεν το όφειλε, αλλά επειδή ήθελε να το συμψηφίσει με ισόποσες απαιτήσεις του, που ήγειρε σε βάρος μας καταθέτοντας ταυτόχρονα κατά της πρώτης από εμάς ο αντίδικος μαζί με τα τέκνα του την με αριθμό ….45/2007 αγωγή, με την οποία ζητούσαν αποζημίωση χρήσης για το σπίτι, στο οποίο διέμενα από την ημέρα του γάμου μου απαιτώντας ουσιαστικά να τους πληρώσω ενοίκιο για το σπίτι, και μάλιστα ζητούσαν το υπέρογκο ποσό των 17.000 €.

Και όλα αυτά ενώ γνωρίζανε ότι λαμβάνω μία σύνταξη που δεν υπερβαίνει τα 400 €. Τα δικαστήρια επιδίκασαν τελεσίδικα το ποσό των 2.450€ με την απόφαση με αριθμό 238/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης. Σύμφωνα με τα παραπάνω η προβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα κατ άρθρο 559 παρ 1 του ΚΠολΔ καθώς κατά την έκδοσή της παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

δ. Η αναιρεσιβαλλόμενη έσφαλε επειδή, όχι μονό εκτίμησε λανθασμένα τα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά τα ερμήνευσε και αντίθετα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθώς η πρώτη από εμάς ουδέποτε είχα σκοπό να δωρίσω το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης για την ψυχική οδύνη, που υπέστην από τον πρόωρο και άδικο χαμό της κόρης μου, την στιγμή που γνώριζα πολύ καλά ότι ο αντίδικος γαμπρός μου είχε πολύ υψηλό εισόδημα ως γιατρός με ειδικότητα καρδιολόγος και ταυτόχρονα υψηλόβαθμο στέλεχος της αστυνομίας, ενώ εγώ ζούσα με μια πενιχρή σύνταξη μόνη στην ….χωρίς καμία βοήθεια, αφού ήδη από το 1979 είχε αποβιώσει ο σύζυγος μου, και η δεύτερη κόρη μου και μοναδικό μου εν ζωή τέκνο ζει μόνιμα στην ….ως μετανάστρια.

Και η δεύτερη όμως από εμάς δεν είχα κανέναν λόγο να δωρίσω τα χρήματα της χρηματικής ικανοποίησης για την ψυχική οδύνη, που υπέστην από τον πρόωρο και άδικο χαμό της αδερφής μου, αφού πέραν του ότι αναγκάστηκα να μεταναστεύσω στην ….., όπου ζω με την οικογένειά μου και δύσκολα τα βγάζουμε πέρα οικονομικά, αν είχα σκοπό να τα δωρίσω θα τα δώριζα στην πρώτη εκκαλούσα μητέρα μου, που τα είχε μεγαλύτερη και πραγματική ανάγκη και όχι στα ανίψια μου για την αγορά πολυτελών αυτοκινήτων και παραθεριστικών κατοικιών, αφού και εγώ γνώριζα ήδη πριν από τον θάνατο της αδερφής μου ότι βρίσκονταν σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση και είχαν ήδη και μεγάλη περιουσία με τον σύζυγο της.

Ενόψει όλων των ανωτέρω εκτιθεμένων και επειδή η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι προφανώς εσφαλμένη, πρέπει να εξαφανιστεί ή άλλως μεταρρυθμιστεί και να γίνει δεκτό δια της εκδοθησομένης αποφάσεώς Σας το αιτητικό της με αριθμό κατάθεσης ...60/2006 αγωγής μας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Επειδή κατόπιν των ανωτέρω η προσβαλλομένη απόφαση είναι αναιρετέα κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 επ. Κ.Πολ.Δ.".

Όλοι, όμως, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους. Ειδικότερα: α) Οι υπό στοιχεία α και γ, από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, διότι δεν αναφέρεται, στο αναιρετήριο, ενάριθμα η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε διαλαμβάνονται σ' αυτό οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε καθορίζεται η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, ήτοι σε τι συνίσταται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, που απέρριψε την έφεσή τους, κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η με αριθμ.

καταθέσεως ...60/11-12-2006 αγωγή τους, της οποίας, σημειωτέον, δεν αναφέρουν, εν συνόψει, ούτε το αντικείμενο ούτε το αίτημα. β) Ο υπό στοιχείο β λόγος, ως προς την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίασή του, διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί των αναιρεσειουσών, που κατά τα όσα αυτές υποστηρίζουν, δεν λήφθηκαν υπόψη, όπως αυτοί προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, καθώς και ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς τους στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτοί ήταν νόμιμοι και παραδεκτοί, και, εφόσον το δικαστήριο, στην προκειμένη περίπτωση, εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, δεν αναφέρονται, στο αναιρετήριο, όπως θα έπρεπε, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1632/2007, ΑΠ 669/2007, ΑΠ 1654/2007).

Ως προς δε την αιτίασή του από το άρθρο 559 αρ. 10 του ίδιου Κώδικα, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίον έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό. γ) Ο υπό στοιχείο δ λόγος, διότι δεν αναφέρεται, παντάπασι, η αναιρετική πλημμέλεια, στην οποία αυτός στηρίζεται, πέραν του ότι από τη διατύπωσή του αυτός δεν μπορεί να υπαχθεί σε κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττουσα, μόνο την εκτίμηση των αποδείξεων.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, όλοι οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, αφού με το υπόψη αναιρετήριο, υπό το πρόσχημα των επικαλουμένων πλημμελειών, οι αναιρεσείουσες πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου, περί την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων.

ΙΙ. Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμό 598/2016 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στις αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτός με τις, εμπρόθεσμες, προτάσεις του (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 08.09.2017 αίτηση των: 1. Α. χήρας Θ. Μ. και, 2. Ε. Τ., για αναίρεση της υπ' αριθμό 598/2016 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στις αναιρεσείουσες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο, συνολικό, ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Αυγούστου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ