Legislator Case Law & Legislation
1020/2018 AI generated

Supreme Court remands case for retrial due to appellate court's failure to prove adverse party's ownership rights.

Case Number 1020/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the appellate court's decision and remanded the case for retrial. The Court found the appellate court failed to substantiate the appellants' claim of ownership or prescriptive rights over the disputed property. Consequently, the Court ordered the appellants to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1710, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199, 1033, 974, 1041, 1045, 1051 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A court decision is annulled if it fails to establish the necessary legal prerequisites for a claim of ownership or prescriptive rights based on insufficient evidence.

Keywords

AI generated
ownership rights prescriptive rights Civil Code provisions appellate annulment burden of proof legal costs remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 1710, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199, 1033, 974, 1041, 1045, 1051 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1020 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1020/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου-εισηγήτρια και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Φεβρουαρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Μ. συζ. Ι. Κ., το γένος Κ., 2Ε. Κ. του Ι., 3Λ. (Α.) συζ. Χ. Χ. το γένος Κ. κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Θεώνη Μπελτάου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2013 αίτηση των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 371/2015 του ιδίου Δικαστηρίου, 40/2016 του Εφετείου Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-11-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων του ν. 2664/1998 ("Περί Εθνικού Κτηματολογίου") 1 παρ. 2 εδάφ. α’ και παρ. 3 περ. α’ , 6 παρ. 1, 2 και 3, όπως οι παρ.2 και 3 του τελευταίου αυτού άρθρου αντικαταστάθηκαν με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.3 του ν.4164/2013 συνάγεται ότι στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "άγνωστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα στο ακίνητο ασκεί αίτηση ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου οριστεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει διόρθωση της ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής.

Αντικείμενο της εν λόγω δίκης είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής, σύμφωνα με τη διαπίστωση αυτή, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "άγνωστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του δικαιώματος που υπάρχει.

Έτσι, αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται δεν είναι η αυθεντική διάγνωση αμφισβητούμενου δικαιώματος, ανεξάρτητα από το ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου. Γι’ αυτό, άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 2664/1998 αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης (αρχικής) εγγραφής, όχι, όμως, και στην αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, ενώ στην τροποποιημένη αυτή διάταξη ορίζεται (κατά μεταγλώττιση βάσει του άρθρου 2, παρ.3, εδάφ.θ’ , ν.4164/2013) ότι "εάν η αίτηση απορριφθεί ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου ..." (ΑΠ 208/2017, 74/2015, 414/2013).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79, 80, 747 και 752 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, είναι δυνατή η άσκηση κυρίας ή πρόσθετης παρέμβασης, εφόσον βέβαια συντρέχει η κατά το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα διαδικαστική προϋπόθεση της ύπαρξης έννομου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος.

Ειδικότερα, ενώ στη δίκη της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος αναφέρεται στη θετική ή αρνητική διάγνωση του επίδικου δικαιώματος, στις περιπτώσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος συνίσταται στην παραδοχή ή απόρριψη της αίτησης αναφορικά με το ζητούμενο ρυθμιστικό μέτρο.

Στην τελευταία αυτή δίκη, εφόσον η παρέμβαση του τρίτου επιδιώκει την απόρριψη της αίτησης με την οποία ανοίχθηκε η δίκη ή τη ρύθμιση του επίδικου αντικειμένου κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που ζητείται με την αίτηση, πρόκειται για κύρια παρέμβαση (ΑΠ 208/2017). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 τταρ.1, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική διαδοχή, από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του ή με συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041,1045, 1051 ΑΚ, συνάγεται, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται η με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο άσκηση νομής επί συνεχή δεκαετία, για δε την έκτακτη χρησικτησία απαιτείται η άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ’ αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέλος, για την ίδρυση του από το άρθρ. 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, πρέπει το δικαστήριο να απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή να αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος ή να προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, ενώ για την ίδρυσή του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει, από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, να μην προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση, της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Οι διάδικοι επικαλούνται δικαίωμα κυριότητας σε ένα μικρό ακίνητο που βρίσκεται στη θέση "..." στην κτηματική περιφέρεια του οικισμού .... Το επίδικο με ΚΑΕΚ ... έχει έκταση 310,14 τετραγωνικών μέτρων και συνορεύει βόρεια και ανατολικά με ιδιοκτησία των καθών η κύρια παρέμβαση μ ε φέρει όμοιο ΚΑΕΚ, νότια εν μέρει με ακίνητο Ι.

Μ. με ΚΑΕΚ ... και εν μέρει με ακίνητο Α. Χ. με ΚΑΕΚ ... και δυτικά με ακίνητο με ΚΑΕΚ .... Το επίδικο αποτελεί τμήμα του μεγαλύτερου ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., έκταση 5.855,98 τετραγωνικών μέτρων και αποτυπώνεται με κλίμακα 1:1000 στο απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, το οποίο συνέταξε τεχνικός που υπηρετεί στο Κτηματολογικό Γραφείο ....

Το κυρίως παρεμβαίνον ισχυρίζεται ότι το ακίνητο αποτελεί δασική έκταση, η οποία ανήκε αρχικά στην κυριότητα του Οθωμανικού Κράτους ως δημόσια γαία (άρθρο 3 Ν. της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), αλλά μετά την από 1/14 Νοεμβρίου 1913 σύμβαση Ειρήνης των Αθηνών που συνήφθη μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας, τον κυρωτικό της Νόμο ΔΣΙΓ της 14/14 Νοεμβρίου 1913 και το άρθρο 2 παρ. 3 Ν. 147/1914 "Περί της εν ταις προσαρτωμέναις χώραις νομοθεσίας και της δασικής αυτών οργανώσεων"), αλλά περιήλθε στη δική του κυριότητα.

Αποδεικνύεται όμως ότι το ακίνητο δεν είναι δασική έκταση, αλλά υπήρξε ανέκαθεν αγρός. Οι καθών η κύρια παρέμβαση μάλιστα, επειδή επικαλούνται ότι είχαν αποκτήσει με παράγωγο τρόπο τον Ιούλιο του έτους 1991 δικαίωμα συγκυριότητας κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου η καθεμία τους σε τμήμα - με εμβαδόν 5.545,83 τετραγωνικών μέτρων - ακινήτου που φέρει ΚΑΕΚ ..., ανέθεταν έκτοτε μόνιμα και συστηματικά σε τρίτα πρόσωπα να το επιμετρήσουν και να το χαρτογραφήσουν, να το περιφράσσουν, να το καλλιεργούν, να το επιβλέπουν, να το εκμισθώνουν σε κτηνοτρόφους της περιοχής για τη βόσκηση των ζώων τους, να ενδιαφέρονται για το ιδιοκτησιακό του καθεστώς και να επιμελούνται για την προστασία του από διεκδικήσεις τρίτων.

Οι ίδιες διάδικοι, όταν επέστρεφαν κατά τη διάρκεια των θερινών τους διακοπών από τις’ Η.Π.Α., όπου είναι εγκατεστημένες, ασχολούντο προσωπικά με όλες αυτές τις εργασίες. Αν όμως γνώριζαν ότι το επίδικο ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο δεν θα είχαν λόγο να ασκούν σε αυτό πράξεις νομής και να υποβάλλονται σε δαπάνες, επειδή δεν θα μπορούσαν να αποκτήσουν ποτέ την κυριότητά του.

Το κυρίως παρεμβαίνον όμως για να αποδείξει τη βασιμότητα της παρέμβασής του επικαλείται και προσκομίζει την υπ’ αριθμό πρωτοκόλλου ...-9-2013 έκθεση αυτοψίας-φωτοερμηνείας, την οποία συνέταξε ο μάρτυρας, που εξετάσθηκε με επιμέλεια του κυρίως παρεμβαίνοντος ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Δ. Σ., Δασολόγος .......Αποδεικνύεται, επομένως, ότι το κυρίως παρεμβαίνον δεν έχει δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο και για το λόγο αυτό δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση να διορθωθεί η αρχική εγγραφή του επιδίκου ακινήτου στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ...

ως ακίνητο του Ελληνικού Δημοσίου". Ακολούθως, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος- κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, εκφέροντας όμοια κρίση: 1)είχε κάνει δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 8/7/2013 αίτηση των αναιρεσιβλήτων-καθών η κύρια παρέμβαση, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί η κυριότητά τους στο επίδικο ακίνητο και να διορθωθεί, ως ανακριβής, η πρώτη εγγραφή στα οικεία βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Χανίων, με την οποία αυτό είχε καταχωριστεί ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" και 2) είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη τη συνεκδικαζόμενη από 23/9/2013 κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να αναγνωριστεί η κυριότητά του σε τμήμα, εμβαδού 310,14τ.μ., του αναφερόμενου στην πιο πάνω αίτηση ακινήτου.

Με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας, αφενός παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199, 1033, 974, 1041,1045, 1051 ΑΚ, γιατί, με το να δεχθεί την ένδικη αίτηση, προδικαστικό ζήτημα της οποίας είναι η κυριότητα των αναιρεσιβλήτων-καθών η κύρια παρέμβαση στο επίδικο ακίνητο, με μόνες τις ουσιαστικές παραδοχές, ότι" οι καθών η κύρια παρέμβαση, επειδή επικαλούνται ότι είχαν αποκτήσει με παράγωγο τρόπο τον Ιούλιο του έτους 1991 δικαίωμα συγκυριότητας....σε τμήμα -με εμβαδόν 5545,83 τ.μ.- ακινήτου...

ανέθεταν έκτοτε μόνιμα και συστηματικά σε τρίτα πρόσωπα να το επιμετρήσουν και να το χαρτογραφήσουν, να το περιφράξουν, να το καλλιεργούν, να το επιβλέπουν...αν όμως γνώριζαν ότι επίδικο ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο δεν θα είχαν λόγο να ασκούν σε αυτό πράξεις νομής και να υποβάλλονται σε δαπάνες, επειδή δεν θα μπορούσαν ποτέ να αποκτήσουν ποτέ την κυριότητά του..." αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που οι διατάξεις αυτές απαιτούν για την εφαρμογή τους, αφού δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλες οι προϋποθέσεις του επικαλούμενου δικαιώματος κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο είτε αυτό θεμελιώνεται σε παράγωγο είτε σε πρωτότυπο τρόπο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, και αφετέρου στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, σε σχέση με το άνω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού δεν διευκρινίζει αν τελικά οι αναιρεσίβλητες έχουν αποκτήσει δικαίωμα συγκυριότητας στο επίδικο ακίνητο με παράγωγο ή με πρωτότυπο τρόπο και, σε περίπτωση που δέχθηκε ότι έγιναν συγκύριες με πρωτότυπο τρόπο, δεν εκθέτει ποιο ήταν το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο αυτές ασκούσαν με διάνοια συγκυρίων τις προαναφερόμενες πράξεις νομής, ούτε αν είχαν καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ώστε να κριθεί αν έγιναν συγκύριες του επιδίκου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία.

Συνεπώς το Εφετείο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ και πρέπει ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται οι αμέσως πιο πάνω πλημμέλειες, να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους, η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), η οποία όμως πρέπει να επιβληθεί μειωμένη, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/20.1.1993).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 40/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

Επιβάλλει στις αναιρεσίβλητες τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ