Supreme Court allows appeal against lower court's liability ruling due to insufficient evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeals' judgment, remanding the case for retrial. The appellants argued that the lower court failed to properly evaluate evidence regarding a ship's unsold status and value, creating reasonable doubt about the liability ruling. The Court accepted this argument, finding the lower court's assessment insufficient to establish the facts definitively.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561(2) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may remand a case for retrial if the lower court's evaluation of evidence creates reasonable doubt regarding the established facts, necessitating a new assessment by different judges.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1020 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1020/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Χ. Ο δικηγόρος Κλεάνθης Ρούσσος δήλωσε ότι ο ως άνω απεβίωσε και την δίκη συνεχίζει η Χ1, υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου και κληρονόμου του θανόντος συζύγου της, και 2. Χ2, ατομικώς και υπό την ιδιότητά του ως καθολικού διαδόχου και κληρονόμου του θανόντος αναιρεσείοντος πατέρα του Χ, αμφοτέρων κατοίκων ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κλεάνθη Ρούσσο.
Της αναιρεσιβλήτου:Ανώνυμης Ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία "ΘΑΛΑΣΣΙΟΣ ΛΕΩΝ Α.Ε", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο του Δ.Σ Ψ, κάτοικο ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της Παναγιώτη Κουρκουβάτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Αυγούστου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2005 οριστική του Ιδίου Δικαστηρίου και 707/2007 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή τους ως και τους, με ιδαίτερο, από 17 Δεκεμβρίου 2008 δικόγραφο προσθέτους επ' αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 2 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 9/5-2-2008, αιτήσεως αναιρέσεως, με τους με ιδιαίτερο, 277/17-12-2008, δικόγραφο προσθέτους αυτής λόγους, για αναίρεση της 707/30-10-2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 9/5-2-2008 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 277/17-12-2008, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, διώκεται η αναίρεση της 707/30-10-2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα με την 3223/ΤΟ/305/8-8-2003 αγωγή εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, απορρέουσες από την αποδιδόμενη στους τελευταίους υπαίτια παράβαση των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση της συμβάσεως αγοράς του υπό ναυπήγηση πλοίου με το όνομα "......".
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, σε πρώτο βαθμό η 98/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 163/3-6-2005 εφέσεως των εναγομένων, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 707/2007 του Εφετείου Θράκης, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. "Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Α (της ενάγουσας) και Β (των εναγομένων), που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, εκτιμώμενων των καταθέσεων ανάλογα με το βαθμό αξιοπιστίας και το λόγο γνώσεως του καθενός, λαμβάνοντας υπόψη επίσης των υπ' αριθμ. ......
ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης (βλ. προσκομιζόμενες υπ' αριθ. ...... και ...... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καβάλας ......), η οποία είχε προσκομισθεί και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από την ενάγουσα, καθώς και τις υπ' αριθ. ......, ...... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβ/φου Θάσου Ελένης Μωϋσιάδου (βλ.
υπ' αριθ. ......έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ......) και υπ' αριθ. ...... ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβ/φου Κερκύρας ...... (βλ. υπ' αριθ. ...... έκθεση επιδόσεως του αμέσως προαναφερθέντος ......), που προσκομίσθηκαν από τους εναγομένους-εκκαλούντες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, και δόθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και έως τη συζήτηση ενώπιον του παρόντος τοιούτου, και οι οποίες νομίμως λαμβάνονται υπόψη, και τέλος από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσάγουν και επικαλούνται, έστω και μη ειδικώς κατωτέρω μνημονευόμενα, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η ενάγουσα είναι ναυτική εταιρεία, συνεστημένη κατά τις διατάξεις του Ν.959/1979 και ασχολείται με την εκμετάλλευση πλοίων στις εσωτερικές θαλάσσιες γραμμές. Στα πλαίσια της επιχειρηματικής αυτής δραστηριότητας της, το 1998 αποφάσισε να ναυπηγήσει ένα νέο πλοίο, το "...... Ν.Θ. ..." με σκοπό να το εντάξει στο δυναμικό της.
Η ναυπήγηση του πλοίου θα γινόταν στο ναυπηγείο εκμετάλλευσης, Γ στη ...... και θα ολοκληρωνόταν με χρηματοδότηση της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος. Για το σκοπό αυτό η ενάγουσα είχε συνάψει, με την παραπάνω Τράπεζα, σχετική σύμβαση δανείου ύψους 312.000.000 δραχμών, σύμφωνα και με τους ειδικότερους όρους που αναφερόντα σ' αυτήν (βλ.
από 27-8-1999 σχέδιο σύμβασης) ενώ προς εξασφάλιση της η Τράπεζα ενέγραψε αρχικά απλή υποθήκη επί του πλοίου "......", πλοιοκτησίας επίσης της ενάγουσας, για ποσόν 700.000.000 δρχ. (βλ. από 25-9-1999 περίληψη εγγραφής απλής υποθήκης) και μετέπειτα ενέγραψε προτιμώμενη υποθήκη επί του υπό ναυπήγηση πλοίου "......" για το ίδιο ποσόν (βλ.
από 23-6-2000 περίληψη εγγραφής προτιμώμενης υποθήκης). Επειδή όμως η ενάγουσα αντιμετώπιζε δυσκολίες στην αποπεράτωση του πλοίου άρχισε να αναζητεί χρηματοδότες, τότε δε ο Πρόεδρος της ενάγουσας Ψ πληροφορήθηκε ότι κάποιοι πλοιοκτήτες στη ...... ενδιαφέρονται για την αγορά πλοίου. Προς τούτο απευθύνθηκε στον πεθερό του Δ (μάρτυρα απόδειξης), ο οποίος είχε γνωριμίες και διατηρούσε επαφές λόγω της επαγγελματικής του δραστηριότητας (πολιτικός μηχανικός) με κατοίκους της ...... .
Ο τελευταίος πράγματι δέχθηκε να μεσολαβήσει και, μετά από πληροφορία που είχε από τον διευθυντή του υποκαταστήματος της Εμπορικής Τράπεζας της ...... τον οποίο και γνώριζε προσωπικά, ότι οι εναγόμενοι που είναι πλοιοκτήτες και άλλων πλοίων και ασκούν γενικότερα και εφοπλισμό στο νησί, έχουν εκφράσει σχετικό ενδιαφέρον, έφερε σε επαφή τα δύο μέρη (ήδη διάδικα), περί τον Φεβρουάριο του 2001.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, οι εναγόμενοι (ο πρώτος πατέρας του δευτέρου) ασκούσαν από πολλά χρόνια οικογενειακή εφοπλιστική επιχείρηση και κατά το παραπάνω επίδικο διάστημα ασχολούντο με την εκμετάλλευση τεσσάρων Ε/Γ-Ο/Γ πλοίων στην γραμμή ......-......, ενδιεφέροντο δε για την αγορά νέου πλοίου, προκειμένου να το εντάξουν στην παραπάνω γραμμή σε αντικατάσταση άλλου δικού τους πλοίου του "......", του οποίου η σχετική άδεια έληγε την 31-12-2001 οπότε και θα απεσύρετο.
Έτσι, στη συνέχεια σε σχετικές συζητήσεις, που έλαβαν χώρα σε διάφορα χρονικά διαστήματα ο ανωτέρω μάρτυρας ενεργώντας για λογαριασμό της ενάγουσας, δια ζώσης και ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας τηλεφωνικώς ενημέρωσαν τους εναγομένους για το στάδιο το οποίο βρισκόταν η ναυπήγηση του πλοίου, παραδίδοντας τους και σχετικό φάκελλο με τα αντίστοιχα στοιχεία και με την επισημείωση επτά (7) εργασιών που απαιτούντο για την αποπεράτωση του.
Κατά τη διάρκεια των επαφών αυτών οι διάδικοι προσπαθούσαν να βρουν τον καταλληλότερο τρόπο συμμετοχής των εναγομένων στη χρηματοδότηση του πλοίου, καθότι η ενάγουσα εταιρεία, ενόψει των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζε, ήταν διατεθειμένη είτε να μεταβιβάσει την πλήρη κυριότητα αυτού είτε και ποσοστό του.
Μετά από διαβουλεύσεις ενός μηνός περίπου και ενώ η ενάγουσα παρέδωσε στους εναγομένους, οι οποίοι από κοινού συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις, τα έγγραφα και τις πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση του πλοίου που της ζητήθηκαν, κατέληξαν σε συμφωνία. Κατά το περιεχόμενο αυτής, ο πρώτος εναγόμενος θα αγόραζε το 51% του πλοίου, η συνολική αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί περί τα 480.000.000 δρχ., αντί του τιμήματος των 240.000.000 δραχμών.
Ειδικότερα, συμφώνησαν τα 110.000.000 δρχ. να δοθούν από τον αγοραστή στον προαναφερθέντα κατασκευαστή του πλοίου, προκειμένου να ολοκληρωθεί η ναυπήγηση, και τα υπόλοιπα 130.000.0000 δρχ. θα καταβάλλονταν για την εξόφληση του σχετικού δανείου στην Εμπορική Τράπεζα. Για το σκοπό αυτό, στις 29-3-2001, τα ενδιαφερόμενα μέρη συναντήθηκαν στο γραφείο του πληρεξουσίου Δικηγόρου των εναγομένων (κ.
Ε), όπου και επικύρωσαν την παραπάνω συμφωνία τους. Μάλιστα, πέντε περίπου ημέρες αργότερα η ενάγουσα, μετά από αίτημα του παραπάνω δικηγόρου των εναγομένων, τους. προσκόμισε περαιτέρω σχετικά με τη συμφωνία τους, έγγραφα, όπως πιστοποιητικό βαρών κ.λ.π. καθώς και την από 5-4-2001 υπεύθυνη δήλωση του ναυπηγείου, όπου εναυπηγείτο το πλοίο, στην οποία βεβαιωνόταν η κατάσταση του πλοίου και οι απαιτήσεις του κατασκευαστή (ναυπηγού).
Εξάλλου, οι εναγόμενοι ενόψει των παραπάνω επισκέφθηκαν το ναυπηγείο Γ, προκειμένου να διαπιστώσουν οι ίδιοι την κατάσταση και το σχετικό στάδιο στο οποίο ευρίσκετο το υπό ναυπήγηση πλοίο (βλ. σχετικά κατάθεση μάρτυρα απόδειξης που επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης). Σε εκτέλεση μάλιστα των ανωτέρων οι εναγόμενοι κατέθεσαν στις 29-3-2001, για λογαριασμό της ενάγουσας, στην Εμπορική Τράπεζα, το ποσό των 10.000.000 δραχμών, ποσό που προοριζόταν να καλύψει μέρος από τη δόση του οφειλομένου δανείου για να αποφευχθεί κατάσχεση του υπό ναυπήγηση πλοίου και περαιτέρω πλειστηριασμός του.
Αποδείχθηκε δε περαιτέρω ότι η Εμπορική Τράπεζα, έλαβε γνώση της ανωτέρω διαπραγμάτευσης, στην οποία και συνήνεσε, δοθέντος ότι στη δανειακή σύμβαση υπήρχε όρος απαγόρευσης της μεταβιβάσεως του πλοίου, χωρίς την έγκρισή της, γεγονός που αποδεικνύεται και από τη σχετική από 30-5-2001 προσκομιζόμενη από τους εναγομένους επιστολή της ενάγουσας προς την παραπάνω Τράπεζα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τον Απρίλιο του 2001 και ενώ, κατά τη διαβεβαίωση του ναυπηγού - κατασκευαστή, το πλοίο, εφόσον εξοφλούνταν έγκαιρα οι απαιτήσεις του, θα ήταν έτοιμο προς καθελκυση περί την 10-5-2001, εξέφρασε ενδιαφέρον για τη ναύλωσή του μία Τυνησιακή εταιρεία με την επωνυμία ...... . Η ενάγουσα εταιρεία ενημέρωσε τους εναγομένους για τους προτεινόμενους όρους ναύλωσης, και επειδή αυτοί κρίθηκαν συμφέροντες από τους διαδίκους, κατόπιν συμφωνίας τους, επισκέφθηκε το ναυπηγείο Γ ομάδα εμπειρογνωμόνων της μέλλουσας ναυλώτριας εταιρείας προκειμένου να επιθεωρήσει το πλοίο.
Εν των μεταξύ, και ενώ δεν είχε προσδιορισθεί εκ των προτέρων σαφής ημερομηνία υπογραφής του οριστικού συμφωνητικού για τη μεταβίβαση του πλοίου, πλην όμως όφειλε να γίνει το συντομότερο δυνατόν, ενόψει των προπεριγραφεισών περιστάσεων (δανειοδότηση από την Τράπεζα και ληξιπρόθεσμο των δόσεων, αναζήτηση χρηματοδότη για να ολοκληρωθεί η καθέλκυση, επικείμενη ναύλωση του πλοίου κ.λ.π.), οι εναγόμενοι ζήτησαν από την ενάγουσα να αλλάξει ο τρόπος συμμετοχής τους στη χρηματοδότηση του πλοίου.
Συγκεκριμένα, αντί να μεταβιβασθεί, λόγω πωλήσεως, στον πρώτο απ' αυτούς ποσοστό 51% εξ αδιαιρέτου του πλοίου, απαίτησαν να αγορασθεί αυτό από ναυτική εταιρεία του Ν.959/1979, την οποία και θα συνέστηναν ο δεύτερος τούτων (Χ2) με συμμετοχή του στο εταιρικό κεφάλαιο κατά 51% και αφ' ετέρου η ενάγουσα με συμμετοχή της αντιστοίχως 49%.
Ενόψει της πίεσης υπό την οποία ευρίσκετο η ενάγουσα (υποχρεώσεις της στην Τράπεζα, συγκεκριμένος χρόνος ναύλωσης του πλοίου στην εταιρεία ...... κ.λ.π.) αναγκάστηκε να προσχωρήσει στην ανωτέρω πρόταση, αφού κατά ρητή διαβεβαίωση των εναγομένων οι αρχικοί όροι της συμφωνίας τους, όπως προδιαγράφηκαν, θα ετηρούντο στο ακέραιο.
Κατόπιν τούτων, στις 15-6-2001 συστήθηκε στη ......, η ναυτική εταιρεία (του Ν.959/1979) με την επωνυμία "ΠΟΛΥΓΝΩΤΟΣ Ν.Ε.", το κεφάλαιο της οποίας φέρεται ότι καλύφθηκε με την καταβολή από τον Χ2 (β' εναγόμενο) ποσού 688.000 ευρώ, που αντιστοιχούσαν σε 6.885 μετοχές και αντιστοίχως ποσοστό 51%, και από την ενάγουσα ποσού 661.500 ευρώ που αντιστοιχούσαν σε 6.615 μετοχές και ποσοστό 49%.
Έκτοτε, οι εναγόμενοι κατέβαλαν στις 18-6-2001 το ποσόν των 10.000.000 δραχμών και στις 12-7-2001 περαιτέρω 10.000.000 δρχ. έναντι των συμφωνηθέντων, ενώ ουδέποτε καταβλήθηκε πραγματικά το κεφάλαιο για τη σύσταση της παραπάνω ναυτικής εταιρείας "ΠΟΛΥΓΝΩΤΟΣ Ν.Ε.". Ο δεύτερος εναγόμενος μάλιστα, επικαλούμενος την ανωτέρω πλημμέλεια, ήγειρε αγωγή κατά της ενάγουσας και της παραπάνω εταιρείας "ΠΟΛΥΓΝΩΤΟΣ Ν.Ε.", που με δική του υπόδειξη (αλλά και του πρώτου εναγομένου-πατέρα του) είχε συσταθεί, και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 43/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας (αμετάκλητη από το έτος 2004), με την οποία κηρύχθηκε άκυρη η σύμβαση για τη σύσταση της παραπάνω ναυτικής εταιρείας.
Στο μεταξύ, περί τα τέλη Ιουλίου-αρχές Αυγούστου του έτους 2001, η πλοιοκτήτρια ΣΤ, η οποία είχε ήδη υπό την πλοιοκτησία της το πλοίο "......" δρομολογημένο στη γραμμή ......-......το οποίο όμως αποσύρονταν και ενδιαφερόταν για καινούργιο πλοίο, εκδήλωσε ενδιαφέρον για την αγορά ολοκλήρου του πλοίου, αντί τιμήματος 540.000.000 δραχμών, καθότι η ίδια θα διέθετε μέρος από το ανωτέρω προτεινόμενο ποσό, ύψους περίπου 300.000.000 δρχ., ενώ το υπόλοιπο θα καταβάλλονταν από Γερμανούς επενδυτές με τους οποίους ευρίσκετο σε επαφή.
Η πρόταση αυτή όμως δεν έγινε δεκτή από την ενάγουσα, διότι η ίδια πίστευε ότι είχε δεσμευθεί ήδη από τη συμφωνία της με τους εναγομένους, από τους οποίους μάλιστα, κατά τα προεκτεθέντα, είχε δεχθεί και προκαταβολή συνολικού ποσού 30.000.000 δρχ., είχαν συστήσει, ήδη από 15-6-2001, τη ναυτική εταιρεία "ΠΟΛΥΓΝΩΤΟΣ ΝΕ" κλπ και πίστευε έτσι ευλόγως ότι η μεταξύ τους (των διαδίκων) σύμβαση θα ολοκληρωνόταν με την τήρηση των συμφωνηθέντων, εκ μέρους των εναγομένων.
Τα περιστατικά αυτά επιβεβαιώνονται και από τον μάρτυρα ανταπόδειξης, χωρίς να κρίνεται βάσιμος ο λόγος για τον οποίο διατείνεται ότι τελικά δεν συνήφθη η συμφωνία μεταξύ της παραπάνω πλοιοκτήτριας ΣΤ και της ενάγουσας, ήτοι ότι η ΣΤ δεν αγόρασε το επίδικο πλοίο επειδή δεν ήταν τελειωμένο και είχε βάρη.
Στην κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο, από το σύνολο των ανωτέρω αποδειχθέντων περιστατικών και ειδικότερα, από το γεγονός ότι εφόσον η ανωτέρω πλοιοκτήτρια ήταν σε θέση, όπως πρότεινε, να καταβάλει για την αγορά ολοκλήρου του πλοίου το συνολικό ποσόν των 540.000.000 δρχ. (και όχι μόνο το ποσόν των 240.000.000 δρχ.
που, όπως είχε συμφωνηθεί, θα κατέβαλαν οι εναγόμενοι για ποσοστό 51%) θα εξοφλούνταν οι υποχρεώσεις της ενάγουσας και επομένως το πλοίο (και κατά την υπεύθυνη δήλωση του κατασκευαστή- ναυπηγού) θα ήταν έτοιμο για καθέλκυση και ελεύθερο από βάρη. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί από την προσκομισθείσα από τους εναγομένους-εκκαλούντες, το πρώτον στην παρούσα δίκη ενώπιον του Εφετείου, υπ' αριθ. ......
ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβ/φου Θάσου Ελ. Μωϋσιάδου, που δόθηκε από την Ζ, αφού η τελευταία αυτή, χωρίς καθόλου να μνημονεύει οποιαδήποτε σχέση της, σε επιχειρηματικό επίπεδο, με την πλοιοκτήτρια ΣΤ εκθέτει περί της προσφοράς της τελευταίας αυτής, ως προς το πλοίο, το τίμημα κλπ επικαλούμενη το γεγονός ότι απλώς τη συνόδευσε στην επίσκεψη της στο ναυπηγείο και εν τέλει ισχυριζόμενη ότι και η ίδια μαζί με τον σύζυγο της ενδιαφέρονταν για την αγορά του πλοίου (επιδίκου), ισχυρισμό όμως που ούτε και η ενάγουσα επικαλείται, ήτοι περί της υπάρξεως περισσοτέρων υποψηφίων αγοραστών του επιδίκου πλοίου.
Αποδείχθηκε επίσης, ότι μετά την τελευταία ως άνω καταβολή, στις 12-7-2001, οι εναγόμενοι διέκοψαν αδικαιολόγητα οποιαδήποτε συναλλακτική επαφή με την ενάγουσα. Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς τους αυτής ήταν να αναγκαστεί η ενάγουσα να αποστείλει την από 27-9-2001 εξώδικη πρόσκληση-διαμαρτυρία της, με την οποία καλούσε τον δεύτερο εναγόμενο, ως Πρόεδρο της ήδη συσταθείσας ναυτικής εταιρείας "ΠΟΛΥΓΝΩΤΟΣ Ν.Ε.", να προβεί (αυτή) στην αγορά του πλοίου, τηρώντας τα συμφωνηθέντα.
Την ίδια χρονική περίοδο και παρότι οι εναγόμενοι προέβαιναν σε προφορικές διαβεβαιώσεις ότι θα αγοράσουν το πλοίο (βλ. κατάθεση μάρτυρα αποδείξεως) αποδείχθηκε ότι αυτοί εξερευνούσαν τη δυνατότητα αγοράς άλλου πλοίου, ειδικότερα δε προέκυψε ότι η αρχική πρόθεση των εναγομένων, και ενόσω διαρκούσε το στάδιο των διαπραγματεύσεων με την ενάγουσα, ήταν να αγοράσουν το επίδικο πλοίο, με σκοπό να διενεργεί πλόες στη γραμμή ......-......, προκειμένου να αντικαταστήσουν το υπό την πλοιοκτησία τους πλοίο "......", το οποίο και θα απεσύρετο από τη γραμμή αυτή στις 31-12-2001.
Παρότι όμως, είχαν ήδη προβεί σε όλες τις προαναφερθείσες ενέργειες και με τη συμπεριφορά τους είχαν δημιουργήσει στην ενάγουσα την πεποίθηση ότι θα αγόραζαν το 51% του επιδίκου πλοίου, ότι ουδέποτε απάντησαν στο παραπάνω εξώδικο και ότι διέδιδαν στον εφοπλιστικό κόσμο, κυρίως της ......, πως πράγματι θα το αγόραζαν (βλ.
κατάθεση μάρτυρα απόδειξης), αυτοί συμφώνησαν την αγορά άλλου πλοίου. Συγκεκριμένα, στις αρχές Μαρτίου 2002 αγοράστηκε από τη ναυτική εταιρεία "ΠΟΡΘΜΕΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Ν.Ε.", με μέτοχο τον πρώτο εναγόμενο, το ήδη δρομολογημένο στη γραμμή ......-......, πλοίου "......", και αντιστοίχως το πλοίο τους "'......" αποσύρθηκε.
Ωστόσο, αν και τυπικά η μεταβίβαση του ανωτέρω ποσού έγινε την προαναφερθείσα ημερομηνία, ουσιαστικά οι εναγόμενοι το εκμεταλλεύονταν ήδη από τα τέλη του έτους 2001, γεγονός που ομολόγησε σε συνάντηση τους με τον μάρτυρα απόδειξης, ο πρώτος εναγόμενος, σε σχετική δε ερώτηση-διαμαρτυρία ο τελευταίος απάντησε ότι ανεξαρτήτως από την αγορά του πλοίου "......" οι εναγόμενοι θα αγόραζαν και το επίδικο πλοίο της ενάγουσας (βλ.
κατάθεση μάρτυρα απόδειξης). Ενόψει δε της συνεχιζόμενης αδιαφορίας των εναγομένων να τηρήσουν τα συμφωνηθέντα και δοθέντος ότι ένεκα της ολιγωρίας τους, η ενάγουσα είχε καθυστερήσει σημαντικά την καθέλκυση του πλοίου και την εξόφληση των υποχρεώσεων της προς την Τράπεζα, αναγκάστηκε να προβεί εκ νέου στην αποστολή και δεύτερης από 21-2-2002 εξώδικης διαμαρτυρίας, με την οποία δήλωσε στους εναγομένους ότι πλέον, λόγω της συμπεριφοράς τους, θεωρεί δεδομένη την ακύρωση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων και τους κάλεσε να παύσουν να παρακωλύουν το ενδιαφέρον άλλων υποψηφίων αγοραστών (βλ.
προσκομιζόμενα εξώδικα). Ας σημειωθεί ότι οι εναγόμενοι δεν απάντησαν καθόλου σε κανένα από τα εξώδικα της ενάγουσας ούτε κατ' άλλον τρόπο εξεδήλωσαν άλλες προθέσεις τους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τελικά η ενάγουσα, ενόψει της δυσμενούς κατάστασης που δημιουργήθηκε, εξαιτίας της αθέτησης της υπόσχεσης των εναγομένων, αναγκάστηκε να πωλήσει ολόκληρο το επίδικο πλοίο στις 10-7-2002 στην "ναυτική εταιρεία ......" αντί τιμήματος 380.000.000 δραχμών.
Με βάση συνεπώς όλα τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι πράγματι, μεταξύ των διαδίκων, έλαβε χώρα στάδιο διαπραγματεύσεων, που ξεκίνησε με την εκδήλωση ενδιαφέροντος τον Φεβρουάριο του 2001 από την ενάγουσα για την ανεύρεση χρηματοδότη προκειμένου να ολοκληρώσει την ναυπήγηση του πλοίου της "......" και διήρκεσε μέχρι τη λήξη τους με την προαναφερθείσα από 21-2-2002 εξώδικη διαμαρτυρία της ενάγουσας (δοθέντος ότι η σύσταση ναυτικής εταιρείας, η οποία εκ των υστέρων ακυρώθηκε λόγω της παραλείψεως τηρήσεως των προβλεπομένων από το Ν.959/1979 υποχρεώσεων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως το σημείο λήξης των διαπραγματεύσεων, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας), εξαιτίας της αντισυναλλακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων.
Η αναλυτικά δε προπεριγραφόμενη στάση τους, συνιστά κατά την κρίση του Δικαστηρίου υπαίτια παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Ειδικότερα, μετά από διαβουλεύσεις, την ανταλλαγή απόψεων και την παροχή όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης και αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα (υπεύθυνες δηλώσεις, πιστοποιητικά βαρών, σύμβαση και εγγραφές υποθηκών από την δανειοδότρια τράπεζα) των εγγράφων που απαίτησαν οι εναγόμενοι, οι διάδικοι κατέληξαν στην ως άνω συμφωνία, για την εξαγορά ποσοστού 51% του επίδικου πλοίου.
Την περίοδο μάλιστα που διεξάγονταν αρχικά οι διαπραγματεύσεις, οι εναγόμενοι επισκέφθηκαν το ναυπηγείο, όπου και ενημερώθηκαν τόσο για τα όποια τεχνικά προβλήματα και τις τυχόν ελλείψεις που υπήρχαν, αλλά και για οφειλές της ενάγουσας σχετικά με το επίδικο πλοίο, δοθέντος ότι οι εναγόμενοι διαθέτουν σχετική πείρα από την μακρόχρονη παρουσία τους στην εφοπλιστική δραστηριότητα (βλ.
κατάθεση μάρτυρα απόδειξης). Εξάλλου, αν πράγματι υπήρχε σημαντικό τεχνικό πρόβλημα στο επίδικο πλοίο, που θα επηρέαζε καθοριστικά τη διαδικασία ολοκλήρωσης και καθέλκυσής του, οι εναγόμενοι είχαν τον χρόνο να το ελέγξουν και να παρέμβουν αφού από τον Φεβρουάριο του 2001 οπότε ήρθαν σε επαφή με την ενάγουσα έως την 10-5-2001 που το ναυπηγείο είχε βεβαιώσει ότι το πλοίο θα ήταν έτοιμο προς καθέλκυση, μεσολαβούσε χρονικό στάδιο που ακόμα το πλοίο δεν θα είχε εξοπλιστεί με τις μηχανές του και οι εναγόμενοι αντίστοιχα θα είχαν λόγο (ως συγκύριοι κατά 51%) να μεριμνήσουν να δώσουν αντίστοιχες οδηγίες αφ' ετέρου δε το επικαλούμενο δήθεν τεχνικό πρόβλημα θα είχε διαπιστωθεί και κατά την επιθεώρηση του από τους εμπειρογνώμονες της ως άνω Τυνησιακής εταιρείας, με την οποία μετά από συναίνεση και των εναγομένων, συμφώνησαν την εκμίσθωση του.
Παρόλα αυτά συμφώνησαν για την ως άνω αγορά και πιθανώς, ακριβώς επειδή γνώριζαν τις υποχρεώσεις της ενάγουσας σχετικά με την καθέλκυση του επίδικου πλοίου, απαίτησαν τη σύσταση της ανώνυμης ναυτικής εταιρείας. Η κατάρτιση δε αυτής αποτέλεσε στάδιο των διαπραγματεύσεων με επιβεβαιωτικό της συμφωνίας τους χαρακτήρα και όχι την απαρχή αυτών, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.
Εξάλλου, ακόμα και ο μάρτυρας ανταπόδειξης κατέθεσε ότι η ναυτική εταιρεία "ΠΟΛΥΓΝΩΤΟΣ Ν.Ε." συστήθηκε με σκοπό την αγορά του πλοίου, μετά από πολλές συζητήσεις. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός τους περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης. Ομοίως από τα προαποδειχθέντα, αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η ενάγουσα ήταν κατάχρεη, γεγονός που ανακάλυψαν μετά τη σύσταση της εταιρείας.
Ειδικότερα, η πληθώρα, των σχετικών εγγράφων που προσκομίζεται από τους εναγόμενους αφορά σε μεγάλο μέρος ατομικά τα μέλη της ενάγουσας και όχι την εταιρεία και μάλιστα σε χρόνους προγενεστέρους των διαπραγματεύσεων, με αποτέλεσμα να μην ασκούν επιρροή. Εξάλλου, δεν υπάρχει υποχρέωση ανακοίνωσης περιστατικών τα οποία ο επιμελής συναλλασσόμενος μπορεί και μόνος του, χωρίς ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή να αντιληφθεί.
Το γεγονός δε, ότι μπόρεσαν να τα συγκεντρώσουν (αποφάσεις κυρίως δικαστηρίων, διαταγές πληρωμές κ.λ.π.) ενόψει της δίκης, σε συνδυασμό με την εμπειρία τους, το χρονικό διάστημα των τεσσάρων περίπου μηνών που μεσολάβησαν από την αρχική τους επαφή (Φεβρουάριος 2001) έως τη σύσταση εταιρείας "ΠΟΛΥΓΝΩΤΟΣ Ν.Ε." (Ιούνιος 2001), καταδεικνύει ότι ήταν εύκολο και απόλυτα προσβάσιμο, ενόψει της δημοσιότητας που διέπει όλες τις διαδικασίες έκδοσης αποφάσεων και την τήρηση των μερίδων στα υποθηκοφυλακεία, για τους εναγόμενους να συλλέξουν το σχετικό υλικό, πριν ακόμα καταλήξουν και επικυρώσουν τη συμφωνία τους. 'Αλλωστε, ο ίδιος ο μάρτυρας ανταπόδειξης που ήταν υπάλληλος των εναγόμενων, κατέθεσε ότι ο ίδιος βρισκόταν σε δικαστική διαμάχη με το ναυπηγείο που κατασκεύαζε το επίδικο πλοίο, για υπόθεση που το αφορούσε και επομένως γνώριζε τις όποιες τυχόν υποχρεώσεις το βαρύνουν.
Εξάλλου, μεταξύ των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από τα μέρη κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, που κρίνονται εκάστοτε κατά τις περιστάσεις και τη φύση της σκοπούμενης σύμβασης, περιλαμβάνεται η από κάθε μέρος, χάριν του άλλου ταχεία προώθηση των διαπραγματεύσεων ή η ταχεία αναγγελία της τυχόν απόφασης διακοπής τους.
Οι εναγόμενοι όμως, ακόμα και στην περίπτωση που ο ανωτέρω ισχυρισμός τους κρινόταν βάσιμος, παραβίασαν την ανωτέρω υποχρέωση, εφόσον, όχι μόνο δεν ειδοποίησαν έγκαιρα την ενάγουσα για την πρόθεση τους να υπαναχωρήσουν από τα συμφωνηθέντα, αλλά συνέχισαν να τη διαβεβαιώνουν ότι τελικά θα προβούν στην αγορά του πλοίου (βλ.
κατάθεση μάρτυρα απόδειξης). Ακόμα δε ενδεικτικότερο της ανωτέρω αντίθετης στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφοράς τους, είναι το γεγονός ότι ακολούθησαν την ίδια τακτική ακόμα και μετά την αποστολή των ως άνω εξώδικων, παρότι γνώριζαν τη δυσμενή θέση της ενάγουσας ιδίως ως προς την αναγκαιότητα εξόφλησης της δανειοδότριας Τράπεζας και του ναυπηγείου προκειμένου να καθελκυστεί το πλοίο.
Μάλιστα, ο μάρτυρας ανταπόδειξης καταθέτει ότι σκόπιμα δεν απάντησαν, επειδή οι εναγόμενοι αναζητούσαν πρόσθετες εγγυήσεις για το τυχόν επιπλέον τίμημα που θα προέκυπτε κατά την ολοκλήρωση της καθέλκυσης του επιδίκου πλοίου, τις οποίες όμως, όπως αποδείχθηκε, τους ενημέρωσε ότι ήταν πρόθυμος να τους παράσχει ο μάρτυρας απόδειξης από την προσωπική του περιουσία.
Επίσης, αβάσιμος και ήκιστα πειστικός είναι ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι το ποσόν των 30.000.000 δραχμών το έδωσαν στην ενάγουσα για βοήθεια., Τούτο δε διότι ο ισχυρισμός αυτός προσκρούει στους κανόνες της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής. Ειδικότερα αποδείχθηκε, ότι οι διάδικοι δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους μέχρι τον Φεβρουάριο του 2001, οπότε και ο μάρτυρας απόδειξης προσήγγισε αρχικώς τον πρώτο εναγόμενο προκειμένου να του εκθέσει την πρόθεση της ενάγουσας για την μερική πώληση του πλοίου και συνεπώς δεν δικαιολογείται πώς οι εναγόμενοι, στις 29-3-2001, κατέθεσαν 10.000.000 δρχ.
στην Εμπορική Τράπεζα για λογαριασμό της ενάγουσας και στη συνέχεια, από 10.000.000 δρχ. επίσης στις 18-6-2001 και 12-7-2001, ημερομηνίες μετά τη σύσταση της "ΠΟΛΥΓΝΩΤΟΣ Ν.Ε.". Ούτε αντιστοίχως δικαιολογούν οι εναγόμενοι πώς δεν υπεγράφη, μεταξύ των διαδίκων έστω ένα πρόχειρο έγγραφο σχετικά με τις τρεις αυτές καταβολές, συνολικού ποσού 30.000.000 δρχ., που χορηγούν στην άγνωστη μέχρι τότε ενάγουσα και στον μάρτυρα αποδείξεως Δ καθώς και στη σύζυγο του Η (μη διαδίκους στην παρούσα δίκη).
Είναι δε άκρως ενδεικτικό ότι στις από 10-5-2002 (χρονικό σημείο οπότε οι εναγόμενοι είχαν ήδη αγοράσει το άλλο πλοίο "......") εξώδικες προσκλήσεις που απευθύνει ο πρώτος εναγόμενος προς τους Δ και τη σύζυγο του Η (πεθερικά του Ψ, προέδρου του ΔΣ της ενάγουσας) οι οποίες και τους επιδόθηκαν στις 18-6-2002, καθώς και σ' αυτήν προς τον Ψ, που του επιδόθηκε στις 19-6-2002, αυτός (πρώτος εναγόμενος) αποφεύγει επιμελώς να μνημονεύσει οποιαδήποτε αιτία για την οποία προέβη στις παραπάνω καταβολές, ενώ αντιστοίχως αναφέρεται σε δύο μόνον απ' αυτές ήτοι αυτήν στις 2-7-2001 και την τοιαύτη στις 30-3-2001, αναφέροντας απλώς ότι κατέβαλε τα παραπάνω ποσά για λογαριασμό τους στην Εμπορική Τράπεζα.
Μεταγενέστερα, ο πρώτος εναγόμενος με σχετική αγωγή του (υπ' αριθ. Καταθ. 6582/ΤΠ/446/2006) που κατέθεσε στις 28-12-2006, και της οποίας η δικονομική εξέλιξη δεν προκύπτει, επικαλείται τις παραπάνω καταβολές τις οποίες επιχειρεί να επιστηρίξει στη νομική βάση συμβάσεως ατόκου δανείου. Οι ισχυρισμοί του αυτοί όμως είναι απορριπτέοι στο σύνολο τους, ως ουσιαστικά αβάσιμοι και για τον πρόσθετο λόγο ότι κυρίως ο πρώτος εναγόμενος (πατέρας του δευτέρου τούτων, ώριμος στην ηλικία, με τεράστια επαγγελματική εμπειρία σε πλοιοκτησία-εφοπλισμό) είχε επισκεφθεί, μαζί με τον δεύτερο εναγόμενο, επανειλημμένως το υπό ναυπήγηση πλοίο τόσο κατά την έναρξη των διαπραγματεύσεων όσον και μεταγενέστερα κατά τη διάρκεια αυτών, γνώριζε την εξέλιξη, τις ελλείψεις, τις απαιτούμενες δαπάνες κ.λ.π., όπως ευκρινώς κατέθεσε ο μάρτυρας ανταπόδειξης σε πολλά σημεία της καταθέσεως του.
Συνεπεία, όλων των ανωτέρω η ενάγουσα υπέστη ζημία, η οποία αντιστοιχεί στη διαφορά του ποσού που θα αποκόμιζε από την πώληση ολοκλήρου του πλοίου "......" στη ΣΤ ήτοι 540.000.000 δρχ., και στο ποσό που τελικά αναγκάστηκε να το πωλήσει, κατά τα προαναφερθέντα, ήτοι 380.000.000 δρχ. και επομένως η ζημία της ανέρχεται στο ποσόν των 160.000.000 δρχ.
ή 469.000 ευρώ. Τέλος, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη διότι εξαιτίας της ανωτέρω αντισυμβατικής και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων, επέδειξε αφερεγγυότητα στην δανειοδότρια Εμπορική Τράπεζα, η οποία μάλιστα γνώριζε, τις διαπραγματεύσεις της και περαιτέρω προκάλεσε δυσμενή εντύπωση στον οικείο εφοπλιστικό κύκλο, εξαιτίας της οποίας τελικά υποχρεώθηκε να πωλήσει το πλοίο σε κατώτερη τιμή, αλλά και στο ευρύτερο επαγγελματικό της περιβάλλον, επειδή, συνεπεία των ανωτέρω, αναγκάσθηκε να αθετήσει τη συμφωνία ναύλωσης του επιδίκου πλοίου με την Τυνησιακή εταιρεία "......".
Εύλογη δε χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που η ενάγουσα υπέστη, ανέρχεται στο ποσόν των 5.000 ευρώ. Επομένως η συνολική ζημία της ενάγουσας ανέρχεται σε (469.000 + 5000) 474.000 ευρώ". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώθηκαν οι ηττηθέντες εκκαλούντες, εναγόμενοι 1) Χ και 2) Χ2 με την ένδικη 9/5-2-2008 αίτηση αναιρέσεως, μετά την άσκηση της οποίας, στις 16-11-2008, απεβίωσε ο πρώτος τούτων, γεγονός που γνωστοποίησαν οι ι)Χ1 και ιι) ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, σύζυγος και υιός του, αντίστοιχα, ως μόνοι εξ αδιαθέτου αυτού κληρονόμοι (ΑΚ 1710 παρ. 2, 1813 παρ. 1, 1820 εδ. 1), με δήλωση τους, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, με άμεση επανάληψη της εντεύθεν διακοπείσης δίκης και υπεισέλευση τους στη δικονομική αυτού θέση. (Κ.πολ.Δ 286α, 287 παρ. 1, 290).
Με βάση την δικονομική αυτή ιδιότητα των διαδίκων ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι με την ένδικη αίτηση λόγοι αναίρεσης.
Ειδικότερα κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικά τεκμηρίων προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο πραγματικά γεγονότα, που έχουν αυτήν την επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ (ΟλΑΠ 2/2008). Με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο του κυρίου δικογράφου προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ Κ.Πολ.Δ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δε έλαβε υπόψη, πλην άλλων, α)χειρόγραφο FAX, το οποίο εστάλη κατά μήνα Οκτώβριο του έτους 2001 από τον πρόεδρο του δ.
ε της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας Ψ προς τον Θ, ναυτικό πράκτορα στην ......, κατά το περιεχόμενο του οποίου πρόσφερε προς πώληση το πλοίο "......", αντί τιμήματος, ως έχει, 460.000.000 δρχ και ετοίμου 500.000.000 δρχ. και β) την ενώπιον της συμβ/φου Κέρκυρας Ιωάννας Ζωχίου ...... ένορκη βεβαίωση του εν λόγω Θ, με την οποία επιβεβαιώνει την αποστολή του τηλετυπήματος αυτού κατά το στάδιο ναυπηγήσεως του πλοίου, με σημαντικές ελλείψεις κατ' εκείνο τον χρόνο για την αποπεράτωση του.
Τα αποδεικτικά αυτά μέσα νομότυπα επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες με τις ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις του και προσκόμισαν κατά την ενώπιον αυτού συζήτηση της υποθέσεως προς ανταπόδειξη, πλην άλλων, και του ισχυρισμού τους ότι κατ' εκείνο το χρόνο δεν είχε αποπερατωθεί η ναυπήγηση του πλοίου, με απαιτούμενη προς τούτο δαπάνη ολοκληρώσεώς της και της ετοιμότητάς του προς δρομολόγησή του πλέον των 200.000.000 δραχμών λόγο για τον οποίο και δεν υπήρξε ενδιαφέρον για την αγορά αυτού, πραγματική αυτού κατάσταση η οποία συνδέεται παράλληλα αναγκαίως και με την αγοραία αυτού αξία και το δυνάμενο να επιτευχθεί με την εκποίησή του τίμημα.
Από το σύνολο των αμέσως πιο πάνω σημειουμένων αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ιδία την παραδοχή της ότι η αναιρεσίβλητη σε πολύ προγενέστερο χρόνο, τέλη Ιουλίου - αρχές Αυγούστου του έτους 2001, απέκρουσε πρόταση της πλοιοκτήτριας ΣΤ για την αγορά ετοίμου του πλοίου αντί τιμήματος 540.000.000 δρχ λόγω της δεσμεύσεως της από τη συμφωνία της με τους αναιρεσείοντες, σε συνδυασμό με εκείνη ότι τελικά αναγκάστηκε σε πώληση αυτού στις 10-7-2002 στην "ναυτική εταιρεία ......" αντί τιμήματος 380.000.000 δρχ., με αποτίμηση της εντεύθεν ζημίας της αναιρεσίβλητης στην προκύπτουσα διαφορά των (540.000.000 - 380.000.000) 160.000.000 δρχ, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, αλλά αντιθέτως ικανές δημιουργούνται αμφιβολίες , ότι το δικαστήριο της ουσίας, παρά την βεβαίωση με την αιτιολόγηση του ότι την περί πραγμάτων κρίση του στήριξε και στα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα και την ......
ένορκη βεβαίωση, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αποδεικτικά αυτά μέσα, κατά την βάσιμα διατυπούμενη περί τούτου αναιρετική αιτίαση. Η παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, με αναιρετική εμβέλεια στο σύνολο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των διατυπούμενων, με το κύριο και πρόσθετο αυτής, δικόγραφο, λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Σε συνέπεια με τις παραδοχές αυτές, πρέπει, κατ' αποδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, να αναιρεθεί η πληττόμενη δ' αυτής 707/2007 απόφαση του Εφετείου Θράκης και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της ενώπιον του αυτού Εφετείου Θράκης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (Κ.Πολ.Δ 580 παρ. 3).
Τέλος πρέπει, να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία όριζε στο ποσό των 2.000,00 ευρώ (Κ.Πολ.Δ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 707/30-10-2007 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο αυτό Εφετείο Θράκης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, προς περαιτέρω εκδίκαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ