Supreme Court dismisses appeal for attorney fees as an abuse of right violating good faith and social purpose.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's award of attorney fees, ruling the claim constituted an abuse of right. The appellant, a lawyer, sought the statutory minimum fee after previously accepting a significantly lower fee four years earlier without objection. The court found this behavior violated the principles of good faith and social purpose under Article 281 of the Civil Code. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing parties' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticle 281 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The exercise of a right is prohibited if it exceeds the limits imposed by good faith, social ethics, or the social and economic purpose of the right, constituting an abuse of right when it contradicts the integrity of transactions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1020 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1020/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κοντογεώργη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1)Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΒΑ FINANCE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" (πρώην "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΞΑΓΩΓΕΣ Α.Ε."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της απορροφηθείσας από αυτήν, αρχικής εναγομένης και άλλοτε εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΕΤΒΑ bank", νόμιμα εκπροσωπουμένης πλέον από την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Παναγιώτη Τσεπενέκα και Δημήτριο Ζερδελή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/12/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8048/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/3/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 20/3/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Εξάλλου, η παραπάνω διάταξη, που έχει έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ 1, 98, 100 επ. του ΝΔ 3026/1954 "περί κώδικος των δικηγόρων".
Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: Η πρώτη αναιρεσίβλητη είναι θυγατρική της δεύτερης αναιρεσίβλητης ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ, οιονεί καθολικής διαδόχου, από 16-12-2003, μετά τη συγχώνευση δι' απορροφήσεως της αρχικής εναγομένης ΕΤΒΑ ΒΑΝΚ ΑΕ. Με την 196/1996 απόφαση του Εφετείου Κρήτης η πρώτη αναιρεσίβλητη διορίζεται (ειδική) εκκαθαρίστρια της ανώνυμης εταιρίας ΗΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ.
Ο αναιρεσείων δικηγόρος, μέλος του ΔΣΑ, συντάσσει και, δια του δικηγόρου, μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου Κρήτης, Εμμανουήλ Κλίνη, καταθέτει, την 23-2-1998, ενώπιον του Πρωτοδικείου Ηρακλείου την από 15-1-1998 αγωγή διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου. Στην αγωγή αναγράφεται ως πραγματική αξία του ακινήτου το ποσό των 2500000000 δραχμών.
Ενάγουσα είναι η ΗΩΣ ΑΕ, νομίμως εκπροσωπούμενη από την πρώτη αναιρεσίβλητη (ειδική) εκκαθαρίστρια. Η αγωγή συζητήθηκε στη δικάσιμο της 17-3-1999 και εκδόθηκε η 334/6276/835/1999 οριστική απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή. Ο αναιρεσείων συντάσσει και δια του ίδιου πιο πάνω δικηγόρου καταθέτει, την 20-2-2000 έφεση, καθώς και τις, από 27-11-2000, έγγραφες προτάσεις ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, κατά τη συζήτηση της εφέσεως.
Η έφεση απορρίφθηκε με την 430/2001 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Το κατώτατο νόμιμο όριο της δικηγορικής αμοιβής του αναιρεσείοντος, ελλείψει ειδικής συμφωνίας, προσδιορίζεται, με βάση την αξία του ακινήτου κατά το χρόνο συζήτησης στο ακροατήριο (17-3-1999), σε 174925000 δραχμές. Γι' αυτή την αξίωση ο αναιρεσείων υπέβαλε μόνο στην πρώτη αναιρεσίβλητη, για πρώτη φορά, την 2-11-2001 και για δεύτερη φορά, την 4-2-2002, δύο έγγραφά του, ήτοι τα με ημερομηνίες 1-11-2001 και 31-1-2002, αντίστοιχα, ενώ η πρώτη αναιρεσίβλητη, από την 11-2-1998, του είχε καταβάλει για δικηγορική αμοιβή του στη συγκεκριμένη υπόθεση και ειδικότερα, για τη σύνταξη της από 15-1-1998 αγωγής, μόνο το ποσό των 75000 δραχμών.
Στη δεύτερη εναγομένη ΕΤΒΑ ΒΑΝΚ ΑΕ ο αναιρεσείων ήταν, από 31-8-1984 μέχρι 18-5-1990 και από 4-8-1994 μέχρι 29-12-1998, μέλος του Νομικού Συμβουλίου της, από δε 30-12-1998 παρέχει τις υπηρεσίες του ως δικηγόρος, με πάγια μηνιαία αντιμισθία και εντάσσεται στο 4ο μισθολογικό κλιμάκιο, χωρίς να είναι ασφαλισμένος στο ΤΑΠΕΤΒΑ. Την 5-10-2003, η σύμβασή έμμισθης εντολής λύεται δι' εγγράφου κοινής συμφωνίας του αναιρεσείοντος και της δεύτερης εναγομένης ΕΤΒΑ ΒΑΝΚ, συγχρόνως ο αναιρεσείων γνωστοποιεί στη δεύτερη εναγομένη τις εκκρεμούσες μέχρι την 15-10-2003 υποθέσεις του, προκειμένου να γίνουν μεταχρεώσεις.
Ως τέτοια εκκρεμούσα υπόθεση ο αναιρεσείων γνωστοποίησε στη δεύτερη εναγομένη και την ΗΩΣ ΑΕ και η μεταχρέωση της υποθέσεως αυτής έγινε την 30-10-2003 στο δικηγόρο Παπαϊωάννου, ενώ δεν της γνωστοποίησε τότε (15-10-2003), ούτε σε οποιονδήποτε άλλο χρόνο την αξίωσή του, που ήδη επιδιώκει. Ο αναιρεσείων γνωστοποίησε στην πρώτη αναιρεσίβλητη την επίδικη αξίωσή του την 2-11-2001 και για δεύτερη φορά την 4-2-2002, ουδέποτε άλλοτε ούτε την 11-2-1998, οπότε η αναιρεσίβλητη αυτή κατέβαλε στον αναιρεσείοντα, ως δικηγορική αμοιβή του, για τη σύνταξη της από 15-1-1998 αγωγής μόνο το ποσό των 75000 δραχμών.
Εξάλλου, συμφωνούνται, την 15-10-2003, για τη λύση της συμβάσεως έμμισθης εντολής ότι : Η εντολέας (δεύτερη εναγομένη ΕΤΒΑ ΒΑΝΚ) καταβάλει στον εντολοδόχο (αναιρεσείοντα) οικειοθελώς το ποσό των 88750 ευρώ (από το οποίο θα αφαιρεθεί από τη Τράπεζα και θα αποδοθεί ο αναλογούν φόρος, ποσού 13750 ευρώ). Στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται :
α. Η κατά ο άρθρο 94 του Κώδικα Δικηγόρων αποζημίωση, που ανέρχεται σε ευρώ 26919. β. Ποσό 61831 ευρώ, ως επιπλέον αποζημίωση της εντολέως προς τον εντολοδόχο. Τα ποσά α και β καταβάλλονται, παρά την κοινή συμφωνία των μερών για τη λύση της συμβάσεως της έμμισθης εντολής, για λόγους καλής συναλλακτικής πίστης, ενόψει της προϋπάρξασας μεταξύ τους συνεργασίας.
Για το λόγο αυτό ο εντολοδόχος δηλώνει ότι ουδεμία έχει ή διατηρεί αξίωση κατά της εντολέως του από οποιαδήποτε αιτία, ειδικότερα δε, από τη μεταξύ τους υφιστάμενη και σήμερα λυόμενη σύμβαση εμμίσθου εντολής. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούν την κρίση ότι η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος να επιδιώξει εκ των υστέρων το κατώτατο νόμιμο όριο της δικηγορικής αμοιβής του για συγκεκριμένη υπόθεση, έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και την εντιμότητα στις συναλλαγές και αρκούν να προσδώσουν χαρακτήρα καταχρηστικό χαρακτήρα στην άσκηση του αγωγικού δικαιώματος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου έγινε δεκτή η ένσταση των αναιρεσιβλήτων για καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος και απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσείοντος για πληρωμή σ' αυτόν της νόμιμης δικηγορικής αμοιβής του για τις παραπάνω δικαστικές ενέργειές του. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, γιατί διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, αν ληφθούν υπόψη τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ανέλεγκτα το Εφετείο και συγκεκριμένα α) ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν άσκησε για δικό της λογαριασμό τη διεκδικητική αγωγή, αλλά την άσκησε, ως ειδική εκκαθαρίστρια, για λογαριασμό της πιο πάνω ανώνυμης εταιρείας (ΗΩΣ ΑΕ), η οποία ήταν και η κυρία του επίμαχου ακινήτου, β) ότι ο αναιρεσείων ήταν νομικός σύμβουλος της δεύτερης εναγομένης ΕΤΒΑ ΒΑΝΚ ΑΕ από το έτος 1984, γ) ότι κατά τη λύση της σύμβασης έμμισθης εντολής ο αναιρεσείων δήλωσε ότι, δεν διατηρεί κάποια αξίωση κατά της δεύτερης εναγομένης από τη σύμβαση αυτή και δ) ότι ο αναιρεσείων ζήτησε αμοιβή από την πρώτη αναιρεσίβλητη μετά πάροδο τεσσάρων ετών περίπου από την ανάθεση σ' αυτόν της εντολής και δέχθηκε να λάβει ως αμοιβή, στις 11-2-1998, χωρίς να διαμαρτυρηθεί, μόνο 75000 δραχμές, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσείοντος υπερβαίνει πράγματι, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Επομένως, οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται αντίστοιχα ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι αναιρεσίβλητες, όπως προκύπτει από τις προτάσεις τους, είχαν προβάλλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όλα τα πιο πάνω περιστατικά τα οποία καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσείουσας.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι, το Εφετείο, ως προς την παραπάνω ένσταση, έλαβε υπόψη περιστατικά τα οποία δεν είχαν προταθεί, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως αβάσιμη και απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 341/19-3-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 8048/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ