Legislator Case Law & Legislation
101/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds citing Article 559 of the Civil Procedure Code.

Case Number 101/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of their claim due to missing land registry entries. The appellant argued procedural errors but failed to specify which Article 559 provision was violated in the contested judgment. The court ruled that vague citations without linking them to specific defects in the lower court's decision render the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Civil Procedure Code: An appeal must clearly and specifically identify the legal error in the contested decision; vague citations of statutory articles without connecting them to specific defects are inadmissible.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal inadmissibility Vague grounds Article 559 Specific defect requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 528 of the Civil Procedure Code
Article 559 of the Civil Procedure Code
Article 552 of the Civil Procedure Code
Article 553 of the Civil Procedure Code
Article 556 of the Civil Procedure Code
Article 558 of the Civil Procedure Code
Article 564 of the Civil Procedure Code
Article 566 of the Civil Procedure Code
Article 577 of the Civil Procedure Code
Article 562 of the Civil Procedure Code
Article 9 of Law 3226/2004
Article 106 of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
Article 189 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 420/2020
Supreme Court Case 100/2019
Supreme Court Case 275/2017
Supreme Court Case 47/2023
Supreme Court Case 1401/2022
Supreme Court Case 2095/2022
Supreme Court Case 1104/2020
Supreme Court Case 399/2020

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 101 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 101 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Γ. και της Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Ψωμιάδου, και κατέθεσε προτάσεις. Η ως άνω δικηγόρος διορίστηκε σύμφωνα με το ν. 3226/2004 και την 287/2022 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΜΕ-ΚΑ Ανώνυμος Τεχνική, Ναυτιλιακή, Τουριστική, Βιομηχανική, Γεωργική και Εμπορική Εταιρεία" με αριθμό ΓΕΜΗ ..., και Α.Φ.Μ. : ..., που εδρεύει στο Δήμο Αθηναίων οδός ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Αποστολάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 9-11-2017 ανταγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2022 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-8-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 29.8.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 71/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν, κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, την έφεση του ενάγοντος - αντεναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και διακρατώντας και δικάζοντας επί της αγωγής του αναιρεσείοντος και της ανταγωγής της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω μη εγγραφής της στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων του υποθηκοφυλακείου της περιφέρειας του ενδίκου ακινήτου και δέχθηκε εν μέρει την ανταγωγή ως ουσία βάσιμη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ, "κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη".

Η αρχή αυτή του δικαίου της αναίρεσης αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της γενικότερης δικονομικής αρχής που διατυπώνεται στο άρθρο 160 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία δεν έχει δικαίωμα να προτείνει τη (δικονομική) ακυρότητα εκείνος που είχε ενεργήσει την προσβαλλόμενη ως άκυρη πράξη ή εκείνος, του οποίου η συμπεριφορά προκάλεσε την ακυρότητα.

Αυτό σημαίνει ότι απαραδέκτως προτείνεται λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε πράξη, την οποία έχει ενεργήσει ο αναιρεσείων και, γενικότερα, την οποία προκάλεσε η συμπεριφορά του (ΟλΑΠ 27/2003, ΑΠ 20/2022, ΑΠ 1641/2018, ΑΠ 1322/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του αντίστοιχου, χωρίς αρίθμηση, λόγου αναίρεσης, την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή του ως απαράδεκτη λόγω μη εγγραφής της στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων του υποθηκοφυλακείου της περιφέρειας του ενδίκου ακινήτου, παράλειψη οφειλόμενη στην τότε αυτεπαγγέλτως διορισθείσα δικηγόρο του και όχι δική του, ο οποίος είναι μη εγγράμματος και δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να γνωρίζει ότι, για να είναι παραδεκτώς ασκηθείσα η αγωγή του, θα έπρεπε να μεταγραφεί στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι, κατ' αντίθεση προς την αρχή της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 562 παρ. 3 του ΚΠολΔ, πλήττει παράλειψη του ιδίου του αναιρεσείοντος, με αίτηση του οποίου, ως ενάγοντος, έπρεπε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 220 παρ. 1 ΚΠολΔ, να γίνει η επικαλούμενη εγγραφή στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων του υποθηκοφυλακείου της περιφέρειας του ακινήτου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή είτε μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, είτε, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά. (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον χωρίς αρίθμηση, αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, με εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη αιτιολογία, αναγνώρισε την αναιρεσίβλητη κυρία του ενδίκου ακινήτου και στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν καθορίζονται με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και δεν εκτίθενται παντάπασιν οι παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη εκ μέρους του δικάσαντος δικαστηρίου παραβίαση. Στην πραγματικότητα, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου, πλήττεται η εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, ούτε με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση και χωρίς να αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης άνευ προσδιορισμού των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ` αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 420/2020, ΑΠ 100/2019, ΑΠ 275/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τους χωρίς αρίθμηση λόγους αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 10, 11, 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων απλώς επικαλείται και παραθέτει το κείμενο των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς να τις συνδέει με συγκεκριμένη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Διάταξη για την τύχη του προβλεπόμενου στον νόμο παραβόλου για την παραδεκτή άσκηση της αναίρεσης δεν περιλαμβάνεται στην απόφαση αυτή, διότι δεν καταβλήθηκε τέτοιο, εξαιτίας του ότι ο αναιρεσείων έτυχε του ευεργετήματος της παροχής νομικής βοήθειας (άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3226/2004).

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η παροχή του ευεργετήματος της παροχής νομικής βοήθειας, θεσμός που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 και 9 του ν. 3226/2004 για τη "Νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος ...", δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου που έλαβε τη νομική βοήθεια, όπως στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τις υπ' αριθ. 253/2022 και 287/2022 πράξεις της Προέδρου του Αρείου Πάγου, να επιβάλλει εις βάρος του τα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου του, η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν παύσουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή του ευεργετήματος της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμόδιου δικαστή (ΑΠ 47/2023, ΑΠ 1401/2022, ΑΠ 2095/2022, ΑΠ 1104/2020, ΑΠ 399/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29.8.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 71/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ