Legislator Case Law & Legislation
101/2022 AI generated

101/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 101/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

101/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για την συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στην συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 101 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 101/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Υ. Α. Α. Κ. Α. E.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Μ. του Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριo.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-3-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ., εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για την συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στην συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

γ' και δ' του ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, βέβαια, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως την συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο (Α.Π. 502/2020, 483/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 22-3-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 60/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, για τη συζήτηση της οποίας είχε οριστεί αρχική δικάσιμος, με πράξη της Προέδρου του Τμήματος τούτου, η 2-10-2020. Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 5606β/7-7-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πατρών Ελευθερίας Σταμούλη, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 2-10-2020, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει την συζήτηση.

Κατά την ανωτέρω αρχική δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Όπως, όμως, προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την σημερινή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε υπέβαλε την, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., δήλωση.

Ενόψει όμως του ότι η ως άνω αναιρεσίβλητη είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 2-10-2020, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας μετ' αναβολή δικασίμου, ισχύει ως κλήτευσή της για την τελευταία αυτή δικάσιμο.

Συνεπώς, πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγους της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμον ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ωσαύτως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση, και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 11/1996, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 1207/2018). Από τη διάταξη δε του άρθρου 116 ΚΠολΔ που ορίζει ότι "οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοί τους οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, να αποφεύγουν ενέργειες που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης, να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην υπόθεση, έτσι ακριβώς όπως τα γνωρίζουν, με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια, αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις" προκύπτει ότι ειδική έκφανση της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης αποτελεί και η τήρηση του καθήκοντος αληθείας, που συνιστά γνήσια υποχρέωση και όχι απλά δικονομικό βάρος των διαδίκων, των νόμιμων αντιπροσώπων και των πληρεξουσίων τους.

Στο περιεχόμενο του καθήκοντος αληθείας υπάγεται και η απαγόρευση προβολής αντιφατικών ισχυρισμών, όταν ο διάδικος που τους προτείνει έχει επίγνωση της αναλήθειας του ενός από αυτούς. Αντιφατικοί είναι οι ισχυρισμοί και δη οι ενστάσεις, όταν οι ιστορικές βάσεις τους αποκλείεται να συνυπάρχουν λογικά, όταν δηλαδή αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 771/2010, ΑΠ 341/2010).

Αφορά δε πρωτίστως τους πραγματικούς και όχι τους νομικούς ισχυρισμούς. Περαιτέρω, η παράβαση των καθηκόντων που επιβάλλει το άρθρο 116 του ΚΠολΔ στους διαδίκους, στους νόμιμους αντιπροσώπους τους και στους πληρεξουσίους τους, όπως είναι και αυτό του καθήκοντος αληθείας, μπορεί να έχει ως κύρωση, κατά το άρθρο 205 του ίδιου Κώδικα, την επιβολή χρηματικών ποινών, όχι όμως και το απαράδεκτο προβαλλόμενου ισχυρισμού, ο οποίος, κατά παράβαση του καθήκοντος αληθείας, είναι αντιφατικός με άλλον ισχυρισμό που προβλήθηκε προηγουμένως.

Και τούτο, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, ο διάδικος θα εστερείτο του κατοχυρωμένου και από το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαιώματος για παροχή έννομης προστασίας, το οποίο, κατά την αδιάστικτη διατύπωση της συνταγματικής αυτής διατάξεως, εξασφαλίζεται ακόμη και στον παραβάτη των επιταγών του άρθρου 116 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1125/2018, ΑΠ 110/2008).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δεν υπάρχει, επομένως, ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 1198/2018, ΑΠ 1995/2017).

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη σε ένα ή ορισμένα από αυτά (ΑΠ 1207/2018), στα οποία περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις, η εκτίμηση της αξιοπιστίας των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους της γενομένης εκτιμήσεώς του (ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 479/2010).

Για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται σ' αυτόν ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου, σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτό ο νόμος, και πού έγκειται, ως προς το αποδεικτικό μέσο, το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Α.Π. 491/2014, Α.Π. 2034/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα και την υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: "Στις 1 Ιανουαρίου 2013 και περί ώρα 14.10 ο πατέρας της ενάγουσας, Π.

Μ. οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ΑΧΗ ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του γαμβρού του, Ν. Μ., ο οποίος είχε εμπιστευθεί σ' αυτόν την οδήγηση του και ως εκ τούτου τελούσαν μεταξύ τους σε σχέση πρόστησης, εκινείτο επί της Παλαιάς Εθνικής Οδού Πατρών -Πύργου, η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης έχει πλάτος 10,5 μ.

και δυο λωρίδες κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας, με κατεύθυνση από τα Βραχνέϊκα προς την πόλη της Πάτρας, έχοντας καταλάβει την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με συνεπιβαίνουσα την ενάγουσα, ηλικίας τότε 20 ετών, η οποία καθόταν στη θέση του συνοδηγού δίχως να έχει δεσμευθεί με ζώνη ασφαλείας. Διακόσια περίπου μέτρα προτού φθάσει στην 2400ης χλμ θέση της ανωτέρω οδού ο πατέρας της ενάγουσας δήλωσε στην ενάγουσα ότι δεν αισθανόταν καλά, ενώ μόλις έφθασε στην 2400η χλμ.

θέση απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του, το οποίο παρεξέκλινε της πορείας του προς τ' αριστερά και προσέκρουσε στο κράσπεδο της δiαχωριστικής νησίδας και στη συνέχεια, περιστράφηκε ανθωρολογιακά και προσέκρουσε με τη δεξιά πλευρά του, ήτοι από την πλευρά του συνοδηγού, στην επί της νησίδας τσιμεντένια κολώνα φωτισμού με συνέπεια τον σοβαρό τραυματισμό της ενάγουσας, τον θανάσιμο τραυματισμό του πατέρα αυτής αλλά και την ολοσχερή καταστροφή του οχήματος στο οποίο επέβαιναν.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το όχημα του ενάγοντος εκινείτο με ταχύτητα που προσέγγιζε τα 100 χλμ/ώρα μολονότι βρισκόταν σε κατοικημένη περιοχή και ως εκ τούτου δεν έπρεπε να κινείται με ταχύτητα μεγαλύτερη των 50 χλμ/ώρα. Η ταχύτητα αυτή επιβεβαιώνεται από την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Ι. Μ. (το όνομα του οποίου αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας που συντάχθηκε από το αρμόδιο αστυνομικό όργανο), ο οποίος εξεταζόμενος ενόρκως στα πλαίσια προανάκρισης από προανακριτικό υπάλληλο (αστυνομικό) την επομένη του ατυχήματος κατέθεσε ενόρκως ότι το όχημα που οδηγούσε ο πατέρας της ενάγουσας εκινείτο με ιλιγγιώδη ταχύτητα ενώ σε ειδικότερη ερώτηση σχετικά με την ταχύτητα αυτού κατέθεσε ότι κινούνταν με ταχύτητα μεγαλύτερη των 100 χλμ.

Επιβεβαιώνεται, επίσης και από την κατάθεση του Ι. Ρ., αυτόπτη μάρτυρα, ο οποίος εξεταζόμενος ενόρκως από προανακριτικό υπάλληλο (αστυνομικό) κατέθεσε ενόρκως ότι το επίδικο ατύχημα οφειλόταν, κατά την δική του εκτίμηση, στην υπερβολική ταχύτητα με την οποία εκινείτο. Επιβεβαιώνεται, επίσης, και από την κατάθεση της ιδίας της ενάγουσας, η οποία εξεταζόμενη από προανακριτικό υπάλληλο (αστυνομικό), κατέθεσε ενόρκως επί λέξει: "η ταχύτητα μας ήταν λίγο μεγάλη χωρίς όμως να μπορώ να προσδιορίσω πόσο πήγαινε".

Επιβεβαιώνεται, άλλωστε και από το γεγονός ότι ενώ η ενάγουσα καθόταν στη θέση του συνοδηγού, μετά την πρόσκρουση του οχήματος στο κράσπεδο της διαχωριστικής νησίδας, την περιστροφή του οχήματος γύρω από τον άξονα του και την πρόσκρουση στην τσιμεντένια κολώνα βρέθηκε στο πίσω κάθισμα, όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα, Ι.

Μ.. Εξάλλου, το γεγονός ότι το όχημα αυτό εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα επιβεβαιώνεται και από την συμπεριφορά του οχήματος μετά την πρόσκρουση στο κράσπεδο της διαχωριστικής νησίδας καθώς περιστράφηκε γύρω από τον άξονα του και ακινητοποιήθηκε λόγω πρόσκρουσης στην τσιμεντένια κολώνα, αλλά και την ολοσχερή καταστροφή αυτού, όπως βεβαιώνεται στην με ημερομηνία 10-6-2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξαν οι α) Θ.

Χ., Μηχανολόγος Μηχανικός και β) Π. Π., Μηχανολόγος Μηχανικός, οι οποίοι διορίστηκαν από τον διενεργήσαντα την προανάκριση αστυνομικό. Τέλος, η ταχύτητα αυτή αποδεικνύεται και από το ότι η ταχύτητα με την οποία προσέκρουσε με την δεξιά πλευρά αυτού στην τσιμεντένια κολώνα ηλεκτροφωτισμού ανερχόταν σε 40 - 46 χλμ/ώρα (ταχύτητα πλευρικής σύγκρουσης), όπως βεβαιώνεται από τους ανωτέρω πραγματογνώμονες στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης.

Δηλαδή μετά την πρόσκρουση του οχήματος στο κράσπεδο της νησίδας και την ως εκ τούτου ανακοπή της ταχύτητας του και μετά την περιστροφή αυτού γύρω από τον άξονα του και την ως εκ τούτου εκ νέου μείωση της ταχύτητας του, το όχημα προσέκρουσε πλευρικά στην τσιμεντένια κολώνα με ταχύτητα 40 - 46 χλμ/ώρα. Εκ της τελικής αυτής ταχύτητας δύναται να υπολογιστεί και η αρχική ταχύτητα του οχήματος.

Συνακόλουθα, το ατύχημα οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά του πατέρα της ενάγουσας και συγκεκριμένα αφενός μεν στο ότι έτρεχε με ταχύτητα που προσέγγιζε τα 100 χλμ/ώρα με συνέπεια να προσκρούσει με βιαιότητα στο κράσπεδο της διαχωριστικής νησίδας και να επακολουθήσουν όσα προαναφέρθηκαν, αφετέρου δε στο ότι δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα μόλις ένιωσε αδιαθεσία και ειδικότερα δεν ακινητοποίησε το όχημα του στην λωρίδα έκτακτης ανάγκης, ούτε μείωσε την ταχύτητα του οχήματος του μόλις ένιωσε αδιαθεσία μολονότι θα μπορούσε να το πράξει κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από της συνειδητοποιήσεως της αδιαθεσίας του αυτής μέχρις πληροφορήσεως της ενάγουσας για την κατάσταση του αυτή και παρ' ότι υπείχε ιδιαίτερη υποχρέωση καθώς είχε συνεπιβάτη και μάλιστα την κόρη του, με συνεπεία να προσκρούσει λόγω της αδιαθεσίας του στο κράσπεδο της διαχωριστικής νησίδας, με μεγάλη ταχύτητα και να επακολουθήσουν όσα προαναφέρθηκαν".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300 του Α.Κ. και 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3, 20 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. (οι οποίες, ναι μεν δεν αναγράφονται στην απόφαση, αναφέρονται όμως σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε, ανέλεγκτα, ότι αποδείχθηκαν και υπάγονται σ' αυτές), και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η υπαιτιότητα του οδηγού του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ΑΧΗ- ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαινε η τραυματισθείσα ενάγουσα- ήδη αναιρεσίβλητη, και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και επάρκεια τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, την οποία επέδειξε ο προαναφερθείς οδηγός, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δεχθέν ότι ο τελευταίος οδηγούσε το όχημά του χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα περίπου 100 χιλ./ω, η οποία ξεπερνούσε το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο των 50 χιλ./ω, επιπλέον δε, παρότι αισθάνθηκε αδιαθεσία, δεν ακινητοποίησε το όχημά του, ούτε μείωσε την ταχύτητά του, ώστε να αποφευχθεί η βίαιη πρόσκρουσή του στο κράσπεδο της διαχωριστικής νησίδας, συνεπεία της οποίας τραυματίστηκε η ενάγουσα- αναιρεσίβλητη.

Επομένως ο αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., (πέραν της αοριστίας του, λόγω του ότι δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, που τον καθιστά προεχόντως απαράδεκτο), είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες από αυτήν, προς αντίκρουση της κατ' αυτής αγωγής, ισχυρισμούς 1) περί απαραδέκτου, λόγω παράβασης του άρθρου 116 του ΚΠολΔ, ενόψει του ότι, ενώ σε προγενέστερη αγωγή (η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη), δεν υπήρχε αναφορά περιστατικών υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου σ' αυτήν αυτοκινήτου, στην υπό κρίση αγωγή περιγράφονται τέτοια περιστατικά, χωρίς επίκληση πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων που δικαιολογούν τη μεταστροφή και 2) της ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης, λόγω του ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε ανώτερη βία ή τυχαίο γεγονός.

Η πρώτη από τις ως άνω αιτιάσεις είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, ενόψει του ότι η επικαλούμενη δικονομική συμπεριφορά της ενάγουσας συνιστά επιτρεπόμενη συμπλήρωση της αοριστίας της πρώτης, απορριφθείσας ως απαράδεκτης, αγωγής της, και συνεπώς δεν υπήρξε παράβαση της διατάξεως του άρθρου 116 του ΚΠολΔ, σε κάθε δε περίπτωση, τυχόν παράβαση του καθήκοντος αληθείας δεν συνεπάγεται, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, το απαράδεκτο των ισχυρισμών των διαδίκων.

Επίσης, ο ισχυρισμός περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης, δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αιτιολογημένη άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού περί υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη- αναιρεσείουσα αυτοκινήτου. Κατά συνέπειαν, αφού δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., δεν ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ανεξάρτητα του ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε κατ' ουσίαν.

Τέλος, η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, με την αιτίαση (όπως εκτιμάται) ότι το Εφετείο προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην ανωμοτί κατάθεση της ενάγουσας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, ενόψει του ότι δεν εκτίθεται με επάρκεια στο αναιρετήριο ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από το δικαστήριο, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτό ο νόμος, και ποιο το νομικό σφάλμα της προσβαλλόμενης στην αξιολόγηση του μέσου αυτού.

Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές που διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, ουδόλως υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., καθόσον, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσέδωσε στα αποδεικτικά μέσα την αποδεικτική δύναμη που έχουν εκ του νόμου, και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, εκτιμώντας την αξιοπιστία ισοδύναμων αποδεικτικών μέσων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης σε βάρος της αναιρεσείουσας και υπέρ της αναιρεσίβλητης δεν ορίζεται, ελλείψει σχετικού αιτήματος, λόγω της απουσίας της τελευταίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.3.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 11/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 60/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ