Legislator Case Law & Legislation
101/2020 AI generated

101/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 101/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

101/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται, στη μεν περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), ο χρόνος της άσκησης της αγωγής, στη δε περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη.

Keywords

AI generated
departure of spouse participation in matrimonial property surplus extraordinary marital contribution property brought into marriage marriage allowance change of residence
AI generated
427/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
144/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
529/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
480/2013
Μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να περιέχει για το ορισμένο της τι περί διαρρήξεως αγωγή περιλαμβάνεται και το ποσό των απαίτησης και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ΄ άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και να μνημονεύονται, επίσης, στο ίδιο ότι έγινε σαφές και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
182/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 132/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/7/2019 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 101 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 101/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Β. Γ., πρώην συζύγου Σ. Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γιαννακάκι, ο οποίος ανακάλεσε την από 15-11-2019 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Α. Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πανταζή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 197/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 316/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-5-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου: "Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διήρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια". Η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι κατ` αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου άμεση ή έμμεση.

Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται, στη μεν περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), ο χρόνος της άσκησης της αγωγής, στη δε περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη.

Για την εξεύρεση όμως της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος άσκησης της αγωγής, λαμβάνεται δε υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 808/2015, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 406/2003).Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 1400 Α.Κ. προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι:

α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ) η συμβολή, με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτής της περιουσίας του υπόχρεου. Η συμβολή αυτή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίων με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών αποτιμώμενων σε χρήμα, όπως είναι και οι υπηρεσίες που παρέχονται στο συζυγικό οίκο, εφόσον όμως αυτές υπερβαίνουν το μέτρο που επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρ. 1389 και 1390 ΑΚ για την εκπλήρωση της υποχρέωσης συμβολής των συζύγων στις οικογενειακές τους ανάγκες.

Προς το σκοπό αυτό είναι αναγκαίο στη σχετική αγωγή και στην αντίστοιχη απόφαση να προσδιορίζονται και να αποτιμώνται οι παρεχόμενες στο συζυγικό οίκο υπηρεσίες, ώστε συγκρινόμενες με τις επίσης χρηματικά αποτιμώμενες οικογενειακές ανάγκες να διαπιστώνεται, αν οι υπηρεσίες αυτές υπερβαίνουν και σε ποια έκταση το επιβαλλόμενο από τις ιδιαίτερες συνθήκες και περιστάσεις μέτρο συμβολής των συζύγων στις οικογενειακές τους ανάγκες (ΑΠ 817/2013).

Η αποτίμηση των υπηρεσιών του δικαιούχου συζύγου, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, απαιτείται όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής (ΑΠ 2120/2017). Όταν όμως η αξίωση στηρίζεται στην τεκμαρτή συμβολή, τότε, μοναδική προϋπόθεση έχει, την επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου, κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία, και μόνον, ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική, κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγόμενου και την τελική, κατά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης περιουσία του, καθώς και την αξία σε χρήμα και των δύο, κατά το χρόνο αυτό και ειδικότερα, για την περίπτωση της συμπλήρωσης τριετούς διάστασης, την αξία της.

περιουσίας κατά το χρόνο παροχής της έννομης προστασίας, δηλαδή της άσκησης της αγωγής. Άρα, στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ' εαυτήν, ούτε του ποσοστού της, επομένως δε ούτε του ποσού της οφειλόμενης συνεισφοράς του, αν έχει συμβάλει με παροχές που συνιστούν εκπλήρωση της υποχρεώσεως για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας (ΑΠ 1155/2017, ΑΠ 1173/2012 , ΑΠ 411/2004).

Ο εναγόμενος περαιτέρω, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει μεταξύ άλλων ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Με τη σχετική ως άνω διάταξη δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ` απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρόμενου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.

Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 808/2015, ΑΠ 1710/2012, ΑΠ 379/2011), το βάρος απόδειξης της οποίας φέρει ο ενιστάμενος εναγόμενος.

Στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων ή η ενάγουσα, κατ` επιτρεπτή ανταπόδειξη, μπορεί να επικαλεσθεί και αποδείξει την οποιαδήποτε συμβολή έστω και αν είναι μικρότερη από το 1/3 (ΑΠ 2120/2017, ΑΠ 379/2011). Στον ανωτέρω ισχυρισμό του εναγομένου συζύγου περί μηδενικής συμβολής, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, εμπεριέχεται και ο ισχυρισμός ότι η συμβολή του ενάγοντος συζύγου ήταν κάτω από το 1/3, αφού ο τελευταίος ισχυρισμός είναι λιγότερο επωφελής για τον εναγόμενο από τον ισχυρισμό του για μηδενική συμβολή του ενάγοντος (ΑΠ 1037/2017, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 406/2003).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1390 του ιδίου Κώδικος στην υποχρέωση του προηγουμένου άρθρου περιλαμβάνονται ειδικότερα η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.

Το μέτρο της υποχρεώσεως προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση (ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 1048/2009). Ως εργασία κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή ως μέσο εκπλήρωσης της υποχρέωσης προς συνεισφορά για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών, νοείται η προσωπική εργασία, τόσο η εξωοικιακή όσο και η οικιακή, στην πρώτη δε μορφή εντάσσεται και η παροχή εργασίας από τον ένα σύζυγο στο επάγγελμα ή την επιχείρηση του άλλου, χωρίς αμοιβή, καθώς και η απασχόληση στην οικιακή οικονομία.

Επομένως, ναι μεν οι δαπάνες από την οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα του συζύγου δεν περιλαμβάνονται στην οικογενειακές ανάγκες, ωστόσο, η προσωπική εργασία του άλλου συζύγου στην επιχείρηση αυτού, αποτελεί μέσο εκπλήρωσης της προς συνεισφορά υποχρεώσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο Θρησκευτικό γάμο...

πρώτο για την ενάγουσα και δεύτερο για τον εναγόμενο, την 27.11.1993, σε ηλικία 33 ετών η ενάγουσα και 48 ετών ο εναγόμενος, από το γάμο τους δε αυτό απέκτησαν ένα ανήλικο εισέτι τέκνο, τη Δ., η οποία γεννήθηκε την 08.05.1998, ενώ ο εναγόμενος είχε ήδη αποκτήσει από τον πρώτο του γάμο δύο ακόμα άρρενα τέκνα, ηλικίας κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους 17 και 16 ετών....

Μετά την τέλεση του γάμου τους εγκαταστάθηκαν στο Κ. ... αλλά μετέβαιναν για αρκετούς μήνες κάθε έτος μέχρι τη γέννηση της θυγατέρας τους το έτος 1998 και στη Σ., όπου ο εναγόμενος δραστηριοποιείτο επαγγελματικά καθώς από το έτος 1990 διατηρούσε στο ανωτέρω νησί ξενοδοχειακό συγκρότημα 7 διαμερισμάτων, το οποίο εκμεταλλευόταν με την εκμίσθωση αυτών σε τρίτους κυρίως κατά τους θερινούς μήνες.

Από τα πρώτα έτη της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων διαφάνηκε η διαφορετικότητα των χαρακτήρων τους και η διάσταση των απόψεων τους σε διάφορα θέματα της κοινής συζυγικής τους ζωής, τα οποία είχαν πολλάκις οδηγήσει την ενάγουσα ήδη και πριν την απόκτηση του τέκνου τους κατά το έτος 1996 στην αποχώρησή της από την συζυγική τους οικία και την εγκατάστασή της στην οικία του αδελφού της στο Κ. ...,...

πλην όμως επανασυμβίωναν κατά διαστήματα και προσπαθούσαν από κοινού να αποκαταστήσουν τη σχέση τους για μια φυσιολογική και ήρεμη πλέον οικογενειακή ζωή. Παρά ταύτα η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάστηκε πλέον οριστικά την 15 η Δεκεμβρίου του έτους 2005, με την αποχώρηση της ενάγουσας μετά της ανηλίκου θυγατέρας τους από τη συζυγική οικία...

και έκτοτε οι διάδικοι, οι οποίοι δεν επέλεξαν το σύστημα της κοινοκτημοσύνης, τελούν σε διάσταση, η οποία συμπλήρωσε τριετία την 15η Δεκεμβρίου του έτους 2008. Σημειώνεται δε ότι, έχει ήδη εκδοθεί η υπ' αριθμ. 131/2008 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου που απήγγειλε τη λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου..., πλην όμως η ανωτέρω απόφαση δεν έχει καταστεί αμετάκλητη,...

Κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και έως το κρίσιμο κατά τα ανωτέρω χρονικό σημείο της συμπλήρωσης τριών ετών από τη διάσταση της έγγαμης συμβίωσης τους (Δεκέμβριος 2008), ο εναγόμενος απέκτησε τα κάτωθι περιουσιακά στοιχεία, τα οποία είχαν την παρακάτω αναφερόμενη για έκαστο τούτων αξία κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης των συζύγων αλλά και κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, εφόσον η ενάγουσα δεν επικαλείται διαφοροποίηση της αξίας τους, ήτοι:

α) Δυνάμει του υπ' αριθμ. 12.523/08.02.1994 συμβολαίου... του συμβολαιογράφου....απέκτησε δια γονικής παροχής του πατρός του κατά το εμπράγματο δικαίωμα της ψιλής κυριότητας... ένα οικόπεδο στο Κ. ... εκτάσεως 2.500 τ.μ. μετά της εντός αυτής ισόγειας, πλινθόκτιστης και κατεδαφιστέας οικίας, στο οποίο (οικόπεδο) ο εναγόμενος ανήγειρε το έτος 2001 δυνάμει της υπ' αριθμ. 283/2001 οικοδομικής αδείας που εκδόθηκε....

στο όνομα του ως κυρίου του έργου, διώροφη οικοδομή με υπόγειο, την οποία χρησιμοποιούσαν οι διάδικοι ως συζυγική στέγη... η αξία της οποίας (μη συμπεριλαμβανομένης της αξίας του οικοπέδου, το οποίο ο εναγόμενος απέκτησε με γονική παροχή,... και επομένως δεν υπολογίζεται στην αύξηση της περιουσίας του) ανέρχεται...

στο συνολικό ποσό των 400.000 ευρώ,... β)... δυνάμει του... ...696/...08.1997 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου..., ο εναγόμενος απέκτησε... κατά ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου ένα οικόπεδο συνολικής επιφάνειας 161,14 τ. μ. (που περιλαμβάνει... κτίσματα συνολικής επιφάνειας 133,61 τ.μ.), το οποίο βρίσκεται στη θέση... δημοτικού διαμερίσματος Η.

του Δήμου ..., άρτιο και οικοδομήσιμο,... αξίας κατά τον αντικειμενικό προσδιορισμό... κατά τον ανωτέρω χρόνο της αγοραπωλησίας (1997) ανερχόμενης στο ύψος των 50.000.000 δρχ. ή 150.000 ευρώ... Στο ανωτέρω δε ακίνητο ο εναγόμενος δημιούργησε δυνάμει της με αριθμό ...31/26.06.2001 άδειας οικοδομής... μία νέα ξενοδοχειακή επιχείρηση με την επωνυμία "...", η οποία περιλαμβάνει πέντε (5) συνολικά επιπλωμένα - υπερπολυτελή διαμερίσματα - τεσσάρων (4) αστέρων, δυναμικότητας 14 κλινών....

Η εμπορική αγοραία αξία της ανωτέρω επιχείρησης,... συμπεριλαμβανομένης της αξίας τόσο του κινητού ξενοδοχειακού εξοπλισμού της όσο και της φήμης της, ανέρχεται στο συνολικό ποσό του 1.100.000 ευρώ,... Εντούτοις,... ο εναγόμενος 11/2 μήνα σχεδόν πριν τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων,... και σε κάθε περίπτωση πριν τη συμπλήρωση της τριετίας από τη διάσταση τους, που αποτελεί τον κρίσιμο χρόνο για την αποτίμηση της τελικής περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον υιό του από τον πρώτο του γάμο, Α.

Μ., το ανωτέρω ποσοστό του (75%) επί του ως άνω ακινήτου στο οποίο λειτουργεί η ανωτέρω ξενοδοχειακή μονάδα, αντί τιμήματος 130.000 ευρώ, δυνάμει του υπ' αριθμόν ...61/01.11.2005 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου....

Συνεπώς, εφόσον το ανωτέρω περιουσιακό στοιχείο δεν υφίσταται κατά τον κρίσιμο χρόνο της αποτίμησης της τελικής περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, καθώς αυτό έχει εκποιηθεί από τον τελευταίο ήδη σε προγενέστερο της διάσπασης τους χρόνο, η σχετική αξίωση του δικαιούχου συζύγου μετατίθεται ... ήτοι στο τίμημα που εισέπραξε ο εναγόμενος από αυτήν, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν δύναται να είναι μικρότερο της ανωτέρω αναφερόμενης εμπορικής αξίας της επιχείρησης,...

Περαιτέρω, ...αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα και έως το κρίσιμο χρονικό σημείο της συμπλήρωσης τριών ετών από τη διάσταση της έγγαμης συμβίωσης τους (Δεκέμβριος 2008) ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής MERCENDES, τύπου ...,... μεταχειρισμένο... η αξία δε του άνω οχήματος, κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής, ανερχόταν..., στο ποσό των 10.000 ευρώ.

Επίσης, απέκτησε μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης τους και πριν τη συμπλήρωση τριετίας από αυτή δύο ακόμα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα εργοστασίου κατασκευής ... (ένα συλλεκτικό τύπου "αντίκα" και ένα αγωνιστικό), εκ των οποίων το μεν συλλεκτικό τύπου 1602 "αντίκα" έτους κατασκευής 1975 με αριθμό πλαισίου ...48 πώλησε έναντι τιμήματος 500 ευρώ και ως εκ τούτου στην τελική περιουσία του περιλαμβάνεται το τίμημα που έλαβε από την πώληση του, εφόσον αυτή έλαβε χώρα την 03.04.2014, ήτοι μετά την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, το δε αγωνιστικό έχει αξία κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής..., στο συνολικό ποσό των 3.000 ευρώ...

Τέλος, αποδείχθηκε ότι η περιουσία του εναγομένου αυξήθηκε κατά το ποσό των 36.774 ευρώ (ήτοι 2.000 ευρώ/τ.μ.),... με την εμφύτευση σουλτανίνας με τη δημιουργία γραμμικού συστήματος (παλμέτα) στους τρεις (3) συνεχόμενους χέρσους αγρούς στο... που απέκτησε δια αγοράς πριν από την τέλεση του γάμου τους, συνολικής εκτάσεως 24.387 τ.μ. (ήτοι 24.387 τ.μ.

X 2.000 ευρώ/τ.μ. = 48.774 - 12.000 αξία χέρσων πριν την αξιοποίηση τους κατά τον ανωτέρω τρόπο), αφού από την ανωτέρω αξιοποίηση των τριών (3) χέρσων αγρών του δημιούργησε τις προϋποθέσεις μιας νέας σταθερής ετήσιας πηγής αύξησης των εσόδων του, ανεξάρτητα αν θέλησε να την εκμεταλλευτεί τελικά κατά τον προορισμό της ή όχι.

Τα ως άνω ακίνητα και κινητά υπήρχαν κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετίας από τη διάσταση των συζύγων (Δεκέμβριος του έτους 2008), αλλά και κατά το χρόνο άσκησης της... αγωγής, με αποτέλεσμα η περιουσία του εναγομένου να έχει αυξηθεί κατά την αξία τούτων. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η αγοραστική αξία των περιουσιακών στοιχείων που είχε ο εναγόμενος κατά τον κρίσιμο χρόνο της συμπλήρωσης τριετίας από τη διάσταση του με την ενάγουσα σύζυγο του (Δεκέμβριος του έτους 2008) και συνθέτουν την κατά το χρόνο γένεσης της αξίωσης της ενάγουσας καθαρή τελική περιουσία τούτου, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 1.550.274 ευρώ (400.000 + 1.100.000 + 10.000 + 500 + 3.000 + 36.774).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, τόσο πριν από το γάμο του όσο και μετά, εκμεταλλευόταν ξενοδοχειακή επιχείρηση - τύπου επιπλωμένων διαμερισμάτων στο ..., την οποία με τη μεθοδική του και σκληρή εργασία, που του απέφερε διαρκώς αυξανόμενα κέρδη, κατάφερε με την πάροδο των ετών να επεκτείνει, διαμορφώσει και μετατρέψει από παραδοσιακό κτίριο σε ένα υπερπολυτελές ξενοδοχειακό συγκρότημα με πισίνα, δυναμικότητας 14 κλινών, αποτελούμενο από τρία (3) δίκλινα διαμερίσματα - σουίτες και δύο (2) τετράκλινα διαμερίσματα - σουίτες,....

Τα ετήσια δε, εισοδήματα του εναγομένου από τις άνω δραστηριότητες του κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, συνεκτιμωμένων και των επικρατουσών οικονομικών συνθηκών ανέρχονταν κατά μέσο όρο στο ποσό των 40.000 ευρώ... Επιπλέον, ο εναγόμενος..., μετά την τέλεση του γάμου του αξιοποίησε προσοδοφόρα τους τρεις (3) συνεχόμενους χέρσους αγρούς που είχε αποκτήσει δια αγοράς ήδη πριν από το γάμο του στο ..., συνολικής εκτάσεως 24.387 τ.μ., με την εμφύτευση σε αυτούς σουλτανίνας με τη δημιουργία γραμμικού συστήματος (παλμέτα), γεγονός που αύξησε την αξία τους καθώς τους μετέτρεψε σε μια πλήρως παραγωγική σταφιδάμπελο, η οποία δύναται να του αποδώσει καθαρό ετήσιο εισόδημα ύψους τουλάχιστον 20.000 ευρώ.

Ωστόσο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, ο εναγόμενος αποκομίζει στην πραγματικότητα εισοδήματα από την εκμετάλλευση της ανωτέρω διαμορφωθείσας σταφιδαμπέλου,... δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα συνέβαλε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην αξιοποίηση του ανωτέρω περιουσιακού του στοιχείου του συζύγου της και δη με την καταβολή σε αυτόν μέσω του αδελφού της του ποσού των 3.000.000 δρχ.

ή 9.000 ευρώ ή με την προσωπική εργασία του τελευταίου...,. Τονίζεται ότι, η ενάγουσα ουδεμία σχέση ή γνώση έχει σχετικά με την διοίκηση των επιχειρήσεων και κατά συνέπεια ήταν αδύνατον να διευθύνει η ίδια μόνη της την ξενοδοχειακή επιχείρηση του εναγομένου, ο οποίος, αντιθέτως, έχει μια επιτυχημένη και ακμάζουσα πορεία στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις.

Εξάλλου, το γεγονός ότι, ο αδελφός της ενάγουσας μετέρχεται κατ' επάγγελμα αγροτικές εργασίες δεν συνεπάγεται άνευ άλλου τινός και την παροχή βοήθειας άνευ ανταλλάγματος στις γεωργικές εργασίες των κτημάτων του γαμπρού του,.... Περαιτέρω,... ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά τα άνω έτη 1993, οπότε και τελέσθηκε ο γάμος της με τον εναγόμενο, έως το έτος 2005, όπου διασπάστηκε οριστικά η έγγαμη συμβίωση τους εργαζόταν ανελλιπώς στην ξενοδοχειακή επιχείρηση του τελευταίου για 12 και πλέον ώρες ημερησίως, ήτοι από το πρωί έως τις 23.30 το βράδυ, παρέχοντας τόσο υπηρεσίες καθαριότητας σε όλο το ξενοδοχειακό συγκρότημα, αφού, όπως ισχυρίζεται η ίδια, δεν διέθεταν μέχρι το 2001 υπαλλήλους καθαρίστριες, όσο και ως ρεσεψιονίστ, έχοντας στην πραγματικότητα τη γενική επιστασία ολόκληρης της ξενοδοχειακής μονάδας στη Σ., στην οποία διέμεναν για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 8 μηνών κάθε έτος και δη, από το Φεβρουάριο έως τον Οκτώβριο, λόγω των ανωτέρω επαγγελματικών υποχρεώσεων του συζύγου της.

Απεναντίας, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα βοηθούσε τα πρώτα έτη του έγγαμου βίου της τον εναγόμενο σύζυγο της στην άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας παρέχοντας την προσωπική της εργασία στην ξενοδοχειακή του επιχείρηση, όχι όμως συστηματικά και με πλήρες "ωράριο, αλλά περιστασιακά και πάντως μέχρι να κυοφορήσει και να γεννήσει τη θυγατέρα τους, οπότε σαφώς από το χρονικό αυτό σημείο και έπειτα δεν θα ηδύνατο να μετέρχεται κοπιώδεις και απαιτούσες διαρκή ορθοστασία εργασίες στην ξενοδοχειακή επιχείρηση του συζύγου της....

Κατά συνέπεια, εκ των πραγμάτων η ενάγουσα δεν ήταν σε θέση ούτε να εργαστεί επί 12ωρο στην επιχείρηση του εναγομένου, πολύ περισσότερο δε να ασκήσει διοίκηση σε αυτή. Εξάλλου, ένα ξενοδοχειακό συγκρότημα τέτοιων απαιτήσεων,... δεν δύναται να εξυπηρετείται από ένα μόνο άτομο και δη την ενάγουσα που πλέον είχε επιμεληθεί και της φροντίδας ενός βρέφους και να μην διαθέτει τουλάχιστον το στοιχειώδες προσωπικό για την κάλυψη των απαραίτητων εργασιών σε αυτό και επομένως, δεν υπήρχε επιτακτική ανάγκη εργασίας της ενάγουσας σε αυτό.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, αλλά και το ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η ενάγουσα παράλληλα με την περιστασιακή απασχόληση της στην επιχείρηση του συζύγου της, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, παρείχε τις υπηρεσίες της και στη συζυγική οικία για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας της (σίτιση του τέκνου, προμήθεια απαραίτητων ειδών διατροφής, επιμέλεια ενδυμάτων οικογένειας), συνάγεται ότι πράγματι συνεισέφερε στις οικογενειακές ανάγκες, όσον αφορά λειτουργία του οίκου και τη φροντίδα του τέκνου τους, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι οι παρεχόμενες από αυτήν υπηρεσίες στο συζυγικό οίκο υπερέβαιναν την εκ του άρθρου 1389 ΑΚ επιβαλλόμενη υποχρέωση συνεισφοράς της στα βάρη του γάμου, ενόψει της άνετης διαβίωσης που προσέφερε σε αυτήν και το τέκνο τους ο εναγόμενος και του γεγονότος ότι, ο τελευταίος κάλυπτε το σύνολο των οικογενειακών τους αναγκών και των εν γένει δαπανών διαβίωσης τους.

Ο ισχυρισμός συνεπώς, του εναγομένου ότι, η ενάγουσα δεν απασχολήθηκε ουσιαστικά στην εν λόγω επιχείρηση του, παρά μόνο περιοδικά και σε έκτακτες περιπτώσεις και ότι η απόκτηση της ανωτέρω περιγραφόμενης περιουσίας εκ μέρους του έγινε αποκλειστικά και μόνον από τα εισοδήματα που αποκόμιζε από την ανωτέρω επικερδή επαγγελματική του δραστηριότητα, κρίνεται ως ουσιαστικά βάσιμος, εφόσον ο ίδιος γνώριζε καλά το αντικείμενο των εργασιών του, δούλευε σκληρά πολλές ώρες καθημερινά και κατάφερε να εξελιχθεί επαγγελματικά και να επεκτείνει την ξενοδοχειακή του επιχείρηση, χωρίς την ουσιαστική - υλική ή ηθική - συνδρομή της ενάγουσας, με την οποία, άλλωστε,...

ουδέποτε συμβίωσε ομαλά καθώς η σχέση τους καθ' όλη σχεδόν τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους, με εξαίρεση το πρώτο έτος μετά το γάμο τους και ένα έτος πριν και μετά τη γέννηση της θυγατέρας τους, διακρινόταν από συνεχείς έριδες, εντάσεις, χωρισμούς και επανασυνδέσεις. Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, συνέβαλε οικονομικά τόσο στην ανέγερση της μεζονέτας στο οικόπεδο ιδιοκτησίας του εναγομένου στο Κ. ...

που αποτελούσε τη συζυγική τους στέγη όσο και στην αγορά των επίπλων αυτής. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο, εφόσον η τελευταία δεν είχε δικά της εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή, ληφθέντος υπόψη ότι, ουδέποτε εργάσθηκε καθ' όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της με τον εναγόμενο, ούτε είχε περιουσία από την εκμετάλλευση της οποίας αποκόμιζε οιουδήποτε ύψους εισοδήματα, τα οποία θα μπορούσε να διαθέσει για την ανέγερση της συζυγικής τους κατοικίας ή για την αγορά του οικιακού τους εξοπλισμού και επίπλων, η όποια δε, συμβολή της εξαντλείτο στην παροχή των υπηρεσιών που προσέφερε εντός της οικίας ή για την ανατροφή του τέκνου της με τον εναγόμενο, η οποία ωστόσο, τηρουμένων των μεταξύ τους αναλογιών, σε καμία δεν ξεπερνούσε το μέτρο που της αναλογούσε για την κάλυψη των οικογενειακών τους αναγκών, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα.

Σημειώνεται δε ότι, για την κατασκευή της ως άνω οικίας ο εναγόμενος έλαβε δάνειο στο όνομά του από την ..., όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ....75/15.10.2002 σύμβαση στεγαστικού δανείου, τις δε μηνιαίες δόσεις καταβάλει ο ίδιος και όχι η ενάγουσα,.... Ομοίως, απορριπτέος στην ουσία του τυγχάνει και ο έτερος ισχυρισμός της ότι, συνέβαλλε αποφασιστικά στην επαγγελματική ανέλιξη του συζύγου της και συγκεκριμένα στην επέκταση της ξενοδοχειακής του μονάδας και τη μετατροπή της από ένα παραδοσιακό κτίριο σε ένα υπερπολυτελές ξενοδοχειακό συγκρότημα με πισίνα, τόσο με την αδιάκοπη επί σειρά ετών εργασία της σε αυτό όσο και με την αμέριστη συμπαράσταση στο σύζυγο της, που δημιουργούσε ασφάλεια στο συζυγικό οίκο, αλλά και το κατάλληλο κοινωνικό και ψυχολογικό κλίμα για την απρόσκοπτη ενασχόληση του τελευταίου με την εργασία του, αφού, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, ουδέποτε εργάσθηκε συστηματικά στην ανωτέρω ξενοδοχειακή επιχείρηση του συζύγου της και σε κάθε περίπτωση η όποια περιστασιακή της απασχόληση δεν υπερέβαινε...

το μέτρο της υποχρέωσής της για συμβολή στις οικογενειακές τους ανάγκες. Άλλωστε, η διαρκής ένταση που επικρατούσε στη σχέση τους και το γεγονός ότι, η σχέση αυτή είχε διασπασθεί για μεγάλα χρονικά διαστήματα, δεν δικαιολογεί συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, όπως αυτή αβάσιμα ισχυρίζεται με την...

αγωγή της.... Κατά συνέπεια, η περιουσία του εναγόμενου αυξήθηκε μεν, κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου του με την ενάγουσα, πλην όμως η αύξηση αυτή δεν αποδίδεται στη συμβολή της τελευταίας, παρά μόνον στην δική του συστηματική και αδιάκοπη επί σειρά ετών εργασία και προσπάθεια". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή της ως αβάσιμη, κρίνοντας ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε καμμία συμμετοχή στην απόκτηση των ένδικων περιουσιακών στοιχείων από τον αναιρεσίβλητο, κατά τη βάσιμη περί αυτού ένσταση τούτου, από το άρθρο 1400 παρ. 1 εδ.

β' του ΑΚ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών ως προς το κρίσιμο ζήτημα του προσδιορισμού της συμβολής ή μη της αναιρεσείουσας στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου με την παροχή υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο και την ξενοδοχειακή επιχείρηση του αναιρεσιβλήτου πέραν του αναλογούντος σ' αυτή μέτρου, το οποίο ζήτημα ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ενόψει της ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου ότι δεν υπήρξε καμιά συμβολή της αναιρεσείουσας στην αύξηση της περιουσίας του, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1400 ΑΚ.

Ειδικότερα, ενώ κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η αναιρεσείουσα α) "βοηθούσε τα πρώτα έτη του έγγαμου βίου της τον εναγόμενο σύζυγο της στην άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας παρέχοντας την προσωπική της εργασία στην ξενοδοχειακή του επιχείρηση, όχι όμως συστηματικά και με πλήρες ωράριο, αλλά περιστασιακά και πάντως μέχρι να κυοφορήσει και να γεννήσει τη θυγατέρα τους", και β) "παράλληλα με την περιστασιακή απασχόληση της στην επιχείρηση του συζύγου της...

παρείχε τις υπηρεσίες της και στη συζυγική οικία για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας της (σίτιση του τέκνου, προμήθεια απαραίτητων ειδών διατροφής, επιμέλεια ενδυμάτων οικογένειας)", δεχόμενη ότι αυτή "πράγματι συνεισέφερε στις οικογενειακές ανάγκες όσον αφορά λειτουργία του οίκου και τη φροντίδα του τέκνου τους", παρ' όλα αυτά δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί μηδενικής συμβολής της αναιρεσείουσας στην επαύξηση της περιουσίας του, χωρίς να διαλαμβάνονται παραδοχές για το είδος της προσωπικής εργασίας της αναιρεσείουσας στην ανωτέρω ξενοδοχειακή επιχείρηση του αναιρεσιβλήτου καθώς και για τη χρονική διάρκεια της απασχόλησής της σε αυτή, ημερησίως και μηνιαίως (δηλαδή πόσες ώρες, έστω και κατά μέσο όρο, εργαζόταν την ημέρα, πόσες ημέρες το μήνα και πόσους μήνες ανά έτος), με αντίστοιχη σε χρήμα μηνιαία αποτίμηση της ως άνω απασχόλησής της, με αποτέλεσμα να προκαλείται ασάφεια σχετικά με το τί δέχεται το Δικαστήριο ως περιστασιακή απασχόληση και, συνακόλουθα, ενόψει και του ότι α) δεν αποτιμώνται συνολικά σε χρήμα οι ανωτέρω υπηρεσίες της αναιρεσείουσας στο συζυγικό οίκο και την ξενοδοχειακή επιχείρηση, β) δεν προσδιορίζεται το ποσό των οικογενειακών αναγκών, και γ) δεν καθορίζεται το ποσό κατά το οποίο με βάση τις δυνάμεις της ήταν υποχρεωμένη η αναιρεσείουσα να συμβάλλει στην αντιμετώπιση των αναγκών αυτών, να μη μπορεί να κριθεί, εάν η παροχή των ανωτέρω υπηρεσιών της αναιρεσείουσας στο συζυγικό οίκο και στην ξενοδοχειακή επιχείρηση του αναιρεσιβλήτου υπερέβαινε ή όχι το μέτρο που επιβάλλεται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ υποχρέωση συνεισφοράς της στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών (βλ.

ΑΠ 1690/2009, ΑΠ 1889/2007, ΑΠ 447/2006), σε καταφατική δε περίπτωση, ποια η συμβολή της αναιρεσείουσας στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, έστω και αν αυτή είναι μικρότερη από το 1/3. Κατά συνέπεια, οι πρώτος, τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος, τέταρτος και πέμπτος, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους καταλογίζονται στο Εφετείο οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι.

Επομένως, κατά παραδοχή των προαναφερόμενων λόγων αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 316/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου. Και Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ