Legislator Case Law & Legislation
101/2018 AI generated

101/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 101/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

101/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ άλλων, και εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής.

Keywords

AI generated
continuation of contract assignment of contract dismissal or termination of contract voluntary withdrawal delivery of possession by agreement extinction of a real right
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 101 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 101/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και με το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", η οποία ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κοσμίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη και 2) Ι. Δ. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 30-7-2010 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 2ης αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 184/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 6254/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 22-5-2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 12-10-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει εν μέρει δεκτός ο δεύτερος λόγος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την 525/16-3-2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιώς Ε. Κ. Ε., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, προκύπτει ότι νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στο δεύτερο των αναιρεσίβλητων ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε και δεν εμφανίσθηκε αυτός κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Επομένως, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ άλλων, και εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής.

Ειδικότερα, ο προσθέτως παρεμβαίνων στο δικαστήριο της ουσίας ασκεί και αυτοτελή αναίρεση, ακόμη και με λόγους διαφορετικούς έναντι του κύριου διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα, επικαλούμενη ότι κατέστη ειδική διάδοχος της πρώτης τούτων διά αποσχίσεως - αποσπάσεως από αυτήν του κλάδου παραγωγής και εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων και ποτών, παρενέβη προσθέτως υπέρ αυτής και κατά των εναγόντων (και ήδη αναιρεσιβλήτων) ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ζητώντας την απόρριψη της ένδικης αγωγής, άσκησε δε από κοινού με την εναγομένη εταιρεία έφεση κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ και η αντίθετη έφεση των αναιρεσιβλήτων εστράφη και κατ' αυτής.

Κατά συνέπεια και σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη νομιμοποιούνταν να ασκήσει αυτή αίτηση αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εφόσον ηττήθηκε η διάδικος υπέρ της οποίας είχε παρέμβει, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο πρώτος αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του ενώπιον του Αρείου Πάγου είναι αβάσιμα.

Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή αυτή που συνδέεται με την εκτίμηση του δικαστηρίου ως προς τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ καθιερώνεται η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, απόρροια δε αυτής αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, βάσει της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλο (διανομέα) τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί, τα οποία στη συνέχεια ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο.

Με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας συνήθως αναλαμβάνει την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιαστούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ εξάλλου έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές με τις οποίες μεταπωλεί τα προϊόντα προς τρίτους, αν και δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών.

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής διακρίνεται από τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία ρυθμίζεται από το π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και με την οποία ο παραγωγός αναθέτει σε μόνιμη βάση στον εμπορικό αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη μέριμνα των υποθέσεών του για ορισμένη εδαφική περιοχή, η οποία (μέριμνα) συνίσταται στη διαπραγμάτευση και στη σύναψη συμβάσεων πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.

Ωστόσο, αν και ο αποκλειστικός διανομέας συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρηματικό κίνδυνο, ενώ ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, δεν αποκλείεται μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία.

Στη σύμβαση αυτή, λόγω ελλείψεως ειδικής νομοθετικής ρυθμίσεως, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, σε συνδυασμό με εκείνες του π.δ. 219/ 1991, στις διατάξεις του οποίου ρητά πλέον παραπέμπει το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 3557/2007, ορίζοντας ότι οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργανώσεως του προμηθευτή (Ολ.

ΑΠ 16/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 παρ. 2, 3, 4 και 8 του π.δ. 219/1991, όπως ισχύει μετά τις κατά τα ανωτέρω τροποποιήσεις του: "Σύμβαση ορισμένου χρόνου την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκτελούν μετά τη λήξη της, θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου" (παρ. 2). "Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλομένους μπορεί να την καταγγείλει με τήρηση ορισμένης προθεσμίας" (παρ. 3). "Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξι μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη..." (παρ. 4). "Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων" (παρ. 8).

Περαιτέρω, στο άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α, β και γ του π.δ. 219/1991, όπως ισχύει, ορίζονται τα εξής: α. "Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.

Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β. Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ.

Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν το χαρακτηρισμό της ως ενός είδους ευλόγου ή δικαίας αποζημιώσεως, όπως ιδίως φαίνεται και από την πιο πάνω διατύπωση του άρθρου 9 παρ. 1 εδ.

α του π.δ.219/1991. Το πραγματικό του άρθρου 9 θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς: α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή σημαντικά των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά τη λύση της συμβάσεως και γ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι "δίκαιη", αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιάς συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδιαιτέρως οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς (Α.Π.1853/2013).

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του π.δ. 219/1991 προκύπτει ότι από την προβλεπόμενη στο άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α' αποζημίωση πελατείας διαφέρει η διαλαμβανόμενη στο στοιχείο γ' της ίδιας παραγράφου αξίωση για ανόρθωση της ζημίας, η οποία δεν είναι παρά η αξίωση της αποζημιώσεως του κοινού δικαίου την οποία έχει ενδεχομένως ο εμπορικός αντιπρόσωπος ή ο διανομέας.

Για τη γένεση της τελευταίας αυτής αξιώσεως απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωπευομένου ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας. Η εν λόγω αποζημίωση οφείλεται επιπλέον της αποζημιώσεως πελατείας και περιλαμβάνει τόσο τη θετική όσο και την αποθετική ζημία. Επομένως ο εμπορικός αντιπρόσωπος ή ο αποκλειστικός διανομέας δικαιούται σωρευτικά τόσο την αποζημίωση πελατείας όσο και την αποζημίωση του κοινού δικαίου, η οποία προϋποθέτει βέβαια την πρόκληση, από την αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εντολέα, ζημίας στον εμπορικό αντιπρόσωπο ή το διανομέα.

Η περαιτέρω αυτή ζημία του εμπορικού αντιπροσώπου ή του διανομέα έχει τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους και συνίσταται στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές, που αυτός θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή τη συμπλήρωση του συμβατικά καθορισμένου χρόνου διάρκειας της συμβάσεως.

Στην περίπτωση που δεν υπάρχει συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της συμβάσεως, δηλαδή στην περίπτωση συμβάσεως αόριστης διάρκειας, η προς ανόρθωση περαιτέρω ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε ο αντιπρόσωπος ή ο διανομέας από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η οριζόμενη για την καταγγελία προθεσμία από το άρθρο 8 παρ. 3 και 4 του π.δ. 219/1991 (ΑΠ 165/2015).

Είναι δε προφανές ότι ο νομοθέτης, έχοντας υπόψη τις συνέπειες της καταγγελίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας και εκείνης της αποκλειστικής διανομής για τον εμπορικό αντιπρόσωπο ή το διανομέα, διαβάθμισε την προθεσμία αυτή ανάλογα με τη διάρκεια της, αξιολογώντας ότι η κατ' ανώτατο όριο προθεσμία των έξι μηνών είναι ικανή να προστατεύσει τα συμφέροντα του εμπορικού αντιπροσώπου ή του διανομέα.

Με την έννοια δε αυτή δεν καταλείπονται περιθώρια παρεκκλίσεως από τη νομοθετική αυτή ρύθμιση με την επίκληση παραβιάσεως διατάξεων άλλων νόμων, όπως του ν. 146/1914 "περί αθέμιτου ανταγωνισμού", του άρθρου 281ΑΚ σε συνδυασμό με 914 ΑΚ ή του άρθρου 919 ΑΚ (ΑΠ 1441/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 20-12-2008 αγωγή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι ενάγοντες (και ήδη αναιρεσίβλητοι) εξέθεταν, μεταξύ άλλων, τα εξής: Ότι με την εναγομένη (και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) κατάρτισαν ο καθένας κατά τα έτη 2000 και 2005, αντίστοιχα, σύμβαση αποκλειστικής διανομής για ορισμένο χρόνο, η οποία ανανεωνόταν συνεχώς και κατέστη έτσι αορίστου χρόνου.

Ότι με τις συμβάσεις αυτές ανέλαβαν την προώθηση προς το καταναλωτικό κοινό σε συγκεκριμένες περιοχές του νομού Αττικής ο καθένας των γαλακτοκομικών προϊόντων και χυμών με το σήμα "..." αντί αμοιβής (προμήθειας), η οποία ανερχόταν αρχικά σε ποσοστό 6,2% επί της προ Φ.Π.Α. αξίας των τιμολογίων πώλησης και από 1-1-2008 σε ποσοστό 6,7% επί της παραπάνω αξίας.

Ότι ειδικότερα ο καθένας τους για τη λειτουργία της εν λόγω συμβάσεως διέθετε αυτοκίνητο - ψυγείο, με το οποίο καθημερινά μετέβαινε στα σημεία πώλησης - πελάτες και στην καθορισμένη από την εναγομένη γεωγραφική περιοχή και μεταπωλούσε τα εμπορεύματα στην ίδια τιμή που τα αγόραζε, η δε πώληση γινόταν με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή παλάμης, που ήταν συνδεδεμένος με το μηχανογραφικό σύστημα της εναγομένης και εκδιδόταν το αντίστοιχο μηχανογραφημένο δελτίο αποστολής - τιμολόγιο πώλησης από τον εκτυπωτή που είχε στο αυτοκίνητο.

Ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν ιδιαίτερες προσπάθειες και κατόρθωσαν και αυτοί με τη συμβολή τους να επιβάλουν και να καθιερώσουν το σήμα της εναγομένης στις παραχωρηθείσες περιοχές και βεβαίως να αυξήσουν σημαντικά τον κύκλο εργασιών (τζίρο). Ότι οι παραπάνω συμβάσεις λύθηκαν την 1-10-2008 χωρίς σπουδαίο λόγο και από υπαιτιότητα της εναγομένης, η οποία αρνήθηκε την αύξηση του περιθωρίου κέρδους των εναγόντων και αξίωσε τη μετατροπή τους από συμβάσεις αποκλειστικής διανομής σε συμβάσεις διακίνησης και μεταφοράς των προϊόντων της.

Ότι αν η εναγομένη δεν είχε καταγγείλει αιφνίδια και καταχρηστικά τις ως άνω συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, τότε οι ενάγοντες θα εξακολουθούσαν να λειτουργούν ως αποκλειστικοί διανομείς και θα αποκέρδαιναν τα διαφυγόντα κέρδη τουλάχιστον μιας διετίας, αφού και την υποδομή διέθεταν (φορτηγό αυτοκίνητο, βοηθό) και σταθερή πελατεία είχαν, και κατά συνέπεια θα επιτύγχαναν έσοδα (μικτά) από τη διανομή των συμβατικών προϊόντων της εναγομένης για καθένα από τα επόμενα δύο έτη τουλάχιστον ίσα με τα κέρδη που πέτυχαν κατά το τελευταίο έτος της συνεργασίας τους.

Ότι επικουρικά ο πρώτος ενάγων δικαιούται τα διαφυγόντα κέρδη ενός εξαμήνου, δηλαδή όσο το χρονικό διάστημα για την προμήνυση τακτικής καταγγελίας που όφειλε να τηρήσει η εναγομένη, αφού η σύμβαση αποκλειστικής διανομής είχε διαρκέσει πέραν των πέντε ετών, ενώ ο δεύτερος τα διαφυγόντα κέρδη τριών μηνών, εφόσον η ανάλογη σύμβαση είχε διαρκέσει 3 έτη και 8 μήνες.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή ήταν επαρκώς ορισμένη ως προς το αίτημα αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως της πρώτης αναιρεσείουσας σε αποζημίωση των αναιρεσίβλητων λόγω διαφυγόντων κερδών για χρονικό διάστημα έξι και τριών μηνών, αντίστοιχα, αφού περιείχε όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη νομική θεμελίωση του αιτήματος αυτού.

Ειδικότερα οι αναιρεσίβλητοι εξέθεταν αναλυτικά στην αγωγή τους αφενός μεν τα ποσά των κερδών που αποκόμιζαν κατά το προ της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως χρονικό διάστημα, τα οποία (ποσά) με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα εξακολουθούσαν να αποκομίζουν και κατά το επίδικο διάστημα, αν εξακολουθούσαν να λειτουργούν οι ένδικες συμβάσεις, αφετέρου δε ανέφεραν συγκεκριμένα περιστατικά, περιστάσεις και προπαρασκευαστικά μέτρα, που καθιστούσαν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια και είναι τα ίδια με εκείνα του προ της καταγγελίας διαστήματος (υποδομή, εξοπλισμός, πελατολόγιο), τα οποία αιτιολογούν την πραγματοποίηση και κατά το επίδικο διάστημα πωλήσεων των ίδιων προϊόντων προς τους ίδιους πελάτες και με το ίδιο τίμημα, τα περιστατικά δε αυτά κάλυπταν επαρκώς το πραγματικό των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν.

Κατά συνέπεια, το Εφετείο που δέχθηκε τα ίδια και έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ως προς το ως άνω επικουρικό αίτημα των εναγόντων για την καταβολή αποζημιώσεως λόγω διαφυγόντων κερδών ίσης με την απρόθεσμη καταγγελία έξι και τριών μηνών, αντίστοιχα, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 2, 3 και 4, 9 παρ. 1 περ.

γ' του π.δ. 219/1991, 297, 298, 330, 361 ΑΚ, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε αόριστο το δικόγραφο της ένδικης αγωγής τους, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι αναίρεσε ίο υ σες με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμα. Εξάλλου, η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή (άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ) λόγω αντιφατικών ισχυρισμών των εναγόντων, οι οποίοι, ενώ ισχυρίζονται ότι δεν είχαν καμιά εμπειρία από τη διανομή γαλακτοκομικών και ότι η πολιτική της εταιρείας δεν επέτρεπε την ανάπτυξη του "τζίρου", ο οποίος ήταν σταθερός με μικρές αυξομειώσεις, στη συνέχεια αναφέρουν ότι συνέβαλαν στην καθιέρωση του σήματος της εταιρείας και την αύξηση του "τζίρου", είναι επίσης αβάσιμη, το μεν γιατί τα περιστατικά αυτά δεν αποτελούν άνευ ετέρου στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου, το δε γιατί σε κάθε περίπτωση δεν είναι αντιφατικά μεταξύ τους, αφού η αρχική απειρία των αναιρεσίβλητων δεν απέκλειε στη συνέχεια τη συμβολή αυτών τόσο στην καθιέρωση του σήματος της εταιρείας όσο και στη διατήρηση τουλάχιστον σταθερού του "τζίρου" των πωλήσεων.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με το οποίο οι αναιρεσείουσες μέμφονται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη την ως άνω ένσταση απαραδέκτου, είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο την έλαβε υπόψη και την απέρριψε εκ των πραγμάτων, με το να δεχθεί τα αντίθετα, ότι δηλαδή η ένδικη αγωγή ήταν ορισμένη και νόμιμη ως προς το κονδύλιο αυτό.

Τέλος, ο ίδιος λόγος, κατά το τρίτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 11β ΚΠολΔ, με το οποίο οι αναιρεσείουσες μέμφονται το Εφετείο, ότι δέχθηκε ομολογία τους αναφορικά με το ύψος του ετήσιου "τζίρου" των αναιρεσίβλητων, παρά το ότι ρητά με τις προτάσεις τους αμφισβήτησαν τα σχετικά στοιχεία, είναι επίσης αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο δεν στήριξε την κρίση του για το ως άνω ζήτημα στην ομολογία των αναιρεσειουσών, αλλά στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν, και ως ενισχυτικό της κρίσεώς του αυτής επικαλέσθηκε ότι οι αναιρεσείουσες δεν αμφισβήτησαν ειδικά το ύψος του τζίρου κατά το τελευταίο έτος της μεταξύ τους συνεργασίας με τους αναιρεσίβλητους.

Με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες μέμφονται το Εφετείο, ότι παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, τις διατάξεις του άρθρου 9 π.δ. 219/1991, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 14 παρ. 4 ν. 3557/2007, κρίνοντας ότι οι συμβάσεις που είχαν καταρτίσει οι αναιρεσίβλητοι ήσαν αποκλειστικής διανομής, ενώ δεν συνέτρεχαν οι εκ του νόμου προϋποθέσεις, καθόσον αυτοί δεν ενεργούσαν ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εταιρείας, ουδόλως συνέβαλαν στην επέκταση πελατείας και ουδέποτε είχαν δικό τους πελατολόγιο, καθώς η πελατεία ήταν εξαρχής της εταιρείας και παρέμεινε σ'αυτήν.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "... Στην πράξη, οι άνω συμβάσεις λειτουργούσαν ως εξής: Οι ενάγοντες, διαθέτοντας την προς διανομή των προϊόντων της ... υποδομή (επαγγελματική πείρα, κεφάλαια, κατάλληλο βοηθητικό προσωπικό (συνήθως ένα βοηθό), ιδιόκτητο φορτηγό αυτοκίνητο εφοδιασμένο με ισόθερμο ψυκτικό θάλαμο, και ψυκτικό μηχάνημα, (το οποίο, σε περίπτωση που δεν διέθεταν, φρόντιζε να τους εξασφαλίσει η εναγομένη με δαπάνες τους), δικά τους μηχανογραφικά-ηλεκτρονικά μέσα, καθώς και λογιστική υποστήριξη, παραλάμβαναν καθημερινά το συντηρούμενο με δαπάνες τους, φορτηγό αυτοκίνητο τους από της εγκαταστάσεις της ..., το οποίο η τελευταία-είχε επαρκώς και κατάλληλα εφοδιάσει με προϊόντα της, η ποσότητα και το είδος των οποίων προσδιορίζονταν την προηγούμενη ημέρα από τον κάθε ενάγοντα, ανάλογα με τις διαπιστωμένες από τον ίδιο ανάγκες των σημείων πώλησης που αυτός εξυπηρετούσε.

Ακολούθως, οι ενάγοντες αγόραζαν από την εναγομένη τα άνω προϊόντα, τα οποία μεταπωλούσαν στη συνέχεια στο όνομα και για λογαριασμό τους, στα σημεία λιανικής πώλησης και σε πελάτες, που τους υποδείκνυε η εναγομένη. Η τελευταία εξέδιδε στο όνομα των εναγόντων πιστωτικό τιμολόγιο για τα προϊόντα που παραλάμβανε ο καθένας κάθε πρωί, στο οποίο η αξία των προϊόντων ήταν μειωμένη κατά ποσοστό 6,2% από την προ ΦΠΑ αξία, στην οποία θα τα μεταπωλούσαν οι ενάγοντες, στην τιμή μεταπώλησης, που καθόριζε η εναγομένη.

Το ως άνω ποσοστό (6,2%) αντιστοιχούσε στη συμφωνηθείσα αμοιβή των εναγόντων για τις, εκ μέρους του παρεχόμενες στην εναγομένη υπηρεσίες, επιπλέον δε η τελευταία, χορηγούσε σ'αυτούς πρόσθετη αμοιβή (bonus) σε περίπτωση επίτευξης των τιθέμενων από την ίδια, δι' εγκυκλίων της, στόχων πωλήσεων. Στη συνέχεια, καθένας των εναγόντων ξεκινούσε το δρομολόγιό του για να διαθέσει τα προϊόντα της εναγομένης στα σημεία λιανικής πώλησης, που η ίδια είχε υποδείξει, όπου και μεταπωλούσε αυτά, στο δικό του όνομα και για λογαριασμό του, συνεπικουρούμενος από ένα βοηθό.

Μετά το πέρας κάθε ημερήσιου δρομολογίου, καθένας των εναγόντων, επέστρεφε το φορτηγό αυτοκίνητο του στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, προκειμένου αυτό να φορτωθεί με τα προς πώληση προϊόντα της επόμενης ημέρας. Παράλληλα, απέδιδε καθημερινά στην εναγομένη λογαριασμό για τις ημερήσιες διανομές και τις εισπράξεις από την πώληση των προϊόντων είτε με μετρητά που εισέπραττε από τους μικροπωλητές, είτε με μεταχρονολογημένες επιταγές (προκειμένου για τις πωλήσεις σε μεγάλα σούπερ μάρκετ, αλυσίδες καταστημάτων κλπ), τις οποίες παρέδινε αυθημερόν στην εναγομένη μαζί με τα δελτία παραγγελιών για την επόμενη ημέρα διανομής.

Κατά την εξέλιξη της προαναφερόμενης συνεργασίας, οι ενάγοντες είχαν αναλάβει, μεταξύ άλλων, και τις ακόλουθες υποχρεώσεις: α) να μεριμνούν ώστε τα χρησιμοποιούμενα από τους ίδιους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους IX φορτηγά αυτοκίνητα να φέρουν τα χρώματα και τα σήματα της εναγομένης, καθώς και να είναι εφοδιασμένα με φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή, στον οποίο ήταν καταχωρημένο το πελατολόγιο τους και στον οποίο είχε πρόσβαση η εναγομένη, β) να διακινούν τα προϊόντα της εναγομένης αυστηρά μόνο μέσα στα όρια της περιοχής που τους είχε ανατεθεί, γ) να διακινούν όλα τα προϊόντα της εναγομένης και ιδίως να προωθούν τα εκάστοτε νέα προϊόντα της, καθώς και εκείνα για τα οποία γινόταν ειδική προς τούτο αναφορά στις κατά καιρούς εγκυκλίους της, δ) να επισκέπτονται τακτικά τους πελάτες τους, να συνεννοούνται με αυτούς και να επιβλέπουν τα σημεία πώλησης, ε) να μην συνεργάζονται με ανταγωνιστές της εναγομένης και να μην την ανταγωνίζονται εν γένει στην περιοχή που τους είχε ανατεθεί, τόσο κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, όσο και για ένα έτος μετά τη λύση της, στ) να επιβαρύνονται οι ίδιοι με τα λειτουργικά έξοδα της επιχείρησης τους όπως τα έξοδα απόκτησης, κίνησης, συντήρησης και ασφάλισης του φορτηγού αυτοκινήτου τους, τις αμοιβές και την ασφάλιση του προσωπικού τους κλπ, ζ) να ευθύνονται, εφόσον οι εξυπηρετούμενοι από τους ίδιους πελάτες πλήρωναν μέσω αξιόγραφων για την πλήρη εξόφληση αυτών από τους πελάτες μέχρι την πραγματική είσπραξη των αντίστοιχων ποσών από την εναγομένη και η) να επιστρέφουν στην εναγομένη όσα προϊόντα δεν είχαν κατορθώσει να διαθέσουν, καθώς και όσα από αυτά είχε λήξει η ημερομηνία ανάλωσης τους, επιβαρυνόμενοι οι ίδιοι με το κόστος των επιστρεφόμενων προϊόντων, τα οποία ήταν από υπαιτιότητα τους κατεστραμμένα, φθαρμένα, μη σωστά συντηρημένα και γενικότερα ακατάλληλα προς πώληση, εξαιρουμένης της περίπτωσης των ληγμένων προϊόντων.

Έτσι, χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μεταξύ των διαδίκων, συνεργασίας, ήταν τα εξής: α) οι ενάγοντες προμηθεύονταν κατ' αποκλειστικότητα τα προϊόντα της εναγομένης, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλούσαν σε τρίτους πελάτες, στο όνομά τους και για δικό τους λογαριασμό, β) οι ίδιοι ήταν σε σχέση με την εναγομένη ανεξάρτητοι επαγγελματίες με δική τους υποδομή, φέροντες το βάρος των λειτουργικών εξόδων των επιχειρήσεων τους, ενταγμένοι στο δίκτυο της εμπορικής οργάνωσης της τελευταίας για την προώθηση των προϊόντων, της, γ) τελούσαν σε έντονη επιχειρησιακή εξάρτηση, από την εναγομένη, η οποία προκαθόριζε το δρομολόγιο και το πελατολόγιό τους, την ανώτατη τιμή μεταπώλησης την ανώτατη τιμή μεταπώλησης των προϊόντων τους, αλλά και το ποσοστό αμοιβής τους, δ) συνέβαλαν στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης, μεριμνώντας για την καλή εμφάνιση των σημείων λιανικής πώλησης των προϊόντων της, διαφημίζοντας με τα αυτοκίνητά τους το σήμα της εναγομένης και διανέμοντας το διαφημιστικό υλικό αυτής, ε) είχαν αναλάβει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζονται την εναγομένη τόσο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, όσο και για ένα έτος μετά τη λύση της, στ) το πελατολόγιό τους ήταν σε γνώση της εναγομένης, καθόσον αυτή προσδιόριζε τα σημεία λιανικής πώλησης, μετά δε τη λύση των συμβάσεων είχε συμφωνηθεί να περιέρχεται τούτο σ'αυτή και ζ) η αμοιβή τους καθοριζόταν σε ποσοστό επί των πωλήσεων και επιπλέον λάμβαναν πρόσθετη αμοιβή σε περίπτωση επίτευξης του ετήσιου στόχου πωλήσεων.

Με βάση τα παραπάνω, οι ένδικες συμβάσεις φέρουν το χαρακτήρα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, της οποίας αποδείχθηκε, ότι συντρέχουν τα κύρια χαρακτηριστικά, που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη και ειδικότερα αυτά, της μεταπώλησης από τους ως άνω διανομείς των, κατ' αποκλειστικότητα, αγοραζομένων από την εναγομένη, προϊόντων σε τρίτους πελάτες στο όνομα τους και για δικό τους λογαριασμό (διανομέων) και της υποχρέωσης των διανομέων, να ακολουθούν τις οδηγίες της εναγομένης ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων, να διαθέτουν προσωπικό για τις πωλήσεις και να διαφημίζουν το σήμα της εναγομένης, διατηρώντας με δικά τους έξοδα, κατάλληλη οργάνωση και υποδομή.

Παράλληλα οι ενάγοντες (διανομείς) ενεργούσαν ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης; έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από την τελευταία, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, συνέβαλαν στην επέκταση της πελατείας της αντισυμβαλλομένης του5κατά τα προαναφερθέντα, επιτελώντας σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του.

εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενοι μέ το δίκτυο πωλήσεων της εναγομένης, ανέλαβαν την υποχρέωση να μην ανταγωνίζονται την αντισυμβαλλόμενη τους εναγομένη, το πελατολόγιο τους, ήταν σε γνώση της τελευταίας και μάλιστα, μετά τη λύση. της σύμβασης διανομής, περιέρχονταν οι πελάτες τους σ αυτή, ενώ τα οικονομικά τους οφέλη (προμήθειες και bonus) ήταν όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου.

Ενόψει αυτών στις επίδικες συμβάσεις αποκλειστικής διανομής εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του πδ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων". Περαιτέρω, η ένδικη εμπορική συνεργασία των εναγόντων με την εναγομένη, είχε μακροχρόνια διάρκεια, λειτούργησε δε, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών όλοι οι διέποντες τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι, αλλά εξακολουθούσαν να ισχύουν οι περιεχόμενοι στις προγενέστερες συμβάσεις.

Έτσι πρόκειται για μια ενιαία συμβατική σχέση, αόριστης διάρκειας, στην οποία εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, ... και ιδίως εκείνες του άρθρου 8 για την καταγγελία της σύμβασης ...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι οι συμβάσεις που είχαν καταρτίσει οι αναιρεσίβλητοι με την πρώτη αναιρεσείουσα είχε το χαρακτήρα της αποκλειστικής διανομής και λόγω της καταγγελίας τούτων χωρίς την προμήνυση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 4 π.δ. 219/1991 έκρινε ότι δικαιούνται ανάλογη αποζημίωση λόγω διαφυγόντων κερδών κατ' άρθρο 9 παρ. 1γ π.δ. 219/1991.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 4 και 9 παρ. 1γ π.δ. 219/1991, όπως ερμηνεύθηκαν αυτές στη μείζονα σκέψη, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των συμβάσεων μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και των αναιρεσίβλητων ως συμβάσεων αποκλειστικής διανομής, οι οποίες και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι ένδικες συμβάσεις φέρουν όλα τα χαρακτηριστικά της αποκλειστικής διανομής, και ειδικότερα την αγορά αποκλειστικά από την πρώτη αναιρεσείουσα των προϊόντων της και τη μεταπώλησή τους από τους αναιρεσίβλητους σε τρίτους πελάτες στο όνομά τους και για δικό τους λογαριασμό, με την υποχρέωση να ακολουθούν τις οδηγίες της ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτουν προσωπικό για τις πωλήσεις και να διαφημίζουν το σήμα της, διατηρώντας με δικά τους έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ παράλληλα ότι ενεργούσαν ως τμήμα της εμπορικής της οργάνωσης, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από εκείνη, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, συμβάλλοντας στην επέκταση της πελατείας της και έχοντας την υποχρέωση να μην ανταγωνίζονται την πωλήτρια εταιρεία, ενώ και το πελατολόγιο τους ήταν γνωστό σ' αυτήν, και μάλιστα μετά τη λύση της συμβάσεως οι πελάτες τους περιέρχονταν σ' αυτήν, τα δε οικονομικά τους οφέλη (προμήθειες και bonus) ήσαν όμοια με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου.

Κατά συνέπεια ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, προβάλλοντας ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν ενεργούσαν ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εταιρείας, ουδόλως συνέβαλαν στην επέκταση της πελατείας τους, ούτε είχαν δικό τους πελατολόγιο, εφόσον ρητά στις συμβάσεις τους προβλεπόταν ότι η πελατεία ήταν εξαρχής και παρέμενε περιουσία της εταιρείας, είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί υπό την κατ' επίφαση επίκληση πλημμελειών για παράβαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο διέλαβε παραδοχές, με βάση τις οποίες οι συμβάσεις που είχαν καταρτίσει οι αναιρεσίβλητοι με την πρώτη αναιρεσείουσα ήσαν αποκλειστικής διανομής και καλώς εφαρμόσθηκαν ως προς την καταγγελία τούτων αναλογικώς οι διατάξεις του π.δ. 219/1991.

Με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες μέμφονται το Εφετείο, ότι παραβίασε ευθέως, σε κάθε δε περίπτωση εκ πλαγίου, τις διατάξεις του άρθρου 298 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 9 παρ. 1γ π.δ. 219/1991. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο το μεν δεν αναφέρει ότι η επελθούσα στους αναιρεσίβλητους ζημία οφείλεται σε υπαιτιότητα της πρώτης τούτων, το δε υπολόγισε την αποζημίωση των αναιρεσίβλητων επί των μεικτών και όχι των καθαρών κερδών που είχαν πραγματοποιήσει αυτοί, σε κάθε δε περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογιών σχετικά με το ζήτημα της υπαιτιότητας, ούτε αναφέρει ποια θα ήταν τα καθαρά εισοδήματα αυτών κατά το χρονικό διάστημα της προμήνυσης της καταγγελίας, ενώ περιέλαβε και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ύψος των διαφυγόντων κερδών, και ειδικότερα, ενώ σε άλλο σημείο της αποφάσεως έλαβε υπόψη τις ετήσιες καθαρές απολαβές τους, ωστόσο υπολόγισε το ποσό της αποζημιώσεως με βάση τα μεικτά κέρδη των αναιρεσίβλητων, με αποτέλεσμα να μη είναι σαφές, ποιο ποσό εκτιμήθηκε ως διαφυγόν κέρδος τούτων.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Οι ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν με την από 16-9-2008 εξώδικη δήλωσή τους προς την εναγομένη, δηλώνοντας προς αυτήν ότι δεν συμφωνούν στην τροποποίηση του καθεστώτος εργασίας τους από αποκλειστικούς διανομείς σε διακινητές μεταφορείς που επιχειρείτο με τις τελευταίες συμβάσεις.

Επίσης διαμαρτυρήθηκαν για το περιθώριο κέρδους τους, το οποία αν και αυξήθηκε από ποσοστό 6,2% σε ποσοστό 6,7%, ισχυρίζονταν ότι δεν ήταν εύλογο για τις υπηρεσίες που προσέφεραν στην εναγομένη και τέλος δήλωναν την πρόθεσή τους να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Δηλαδή με τη διαμαρτυρία τους αυτή οι ενάγοντες εκφράζουν τις απόψεις τους και την αιτίασή τους σε συγκεκριμένα θέματα, με σκοπό τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων τους, που θεωρούσαν ότι πλήττονται και όχι τη διακοπή της συνεργασίας τους με την εναγομένη, άλλωστε και μετά την αποστολή της παραπάνω εξώδικης διαμαρτυρίας στην εναγομένη αυτοί συνέχισαν να προσέρχονται κανονικά στην εργασία τους μέχρι 1-10-2008, οπότε η εναγομένη έπαυσε τη συνεργασία με αυτούς, και ειδικότερα έπαυσε να τους χορηγεί εμπορεύματα.

Επομένως η διαμαρτυρία αυτή των εναγόντων, που αποτελεί άσκηση νόμιμου δικαιώματος τους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καταγγελία της σύμβασής τους, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, ούτε γεγονός που κλονίζει την εμπιστοσύνη της σ' αυτούς. Αντίθετα, τις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής μεταξύ των εναγόντων και εναγομένης κατήγγειλε χωρίς σπουδαίο λόγο και χωρίς την τήρηση προθεσμίας προμήνυσης η τελευταία με την από 1-10-2008 εξώδικη δήλωσή της, έκτοτε δε αρνήθηκε τη συνεργασία με τους ενάγοντες.

Η καταγγελία αυτή δεν είναι καταχρηστική εκ του λόγου ότι έγινε απρόθεσμα και χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, εντάσσεται δε στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον αντισυμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του ασκούντος το δικαίωμα και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του. ...

Ενόψει όλων των παραπάνω και όλων των συνθηκών της ένδικης υπόθεσης δεν στοιχειοθετείται συμπεριφορά της εναγομένης αντικείμενη στα χρηστά ήθη κατά την έννοια του άρθρου 1 ν. 146/1914, ούτε συμπεριφορά που να πληροί το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε συμπεριφορά αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη που να πληροί το πραγματικό του άρθρου 919 ΑΚ.

Συνεπώς δεν θεμελιώνονται αξιώσεις των εναγόντων για διαφυγόντα κέρδη του προβλεπόμενου στο άρθρο 8 παρ. 4 π.δ. 219/1991 διαστήματος (έξι μηνών για τον πρώτο ενάγοντα και τριών μηνών για το δεύτερο ενάγοντα) με βάση τις διατάξεις του άρθρου 1 ν. 146/1914, 281, 288, 914, 919 ΑΚ, ... Θεμελιώνεται όμως η παραπάνω αξίωση στη συμβατική σχέση των διαδίκων ... και δεδομένου ότι η εναγομένη κατήγγειλε τις ένδικες συμβάσεις χωρίς την τήρηση προθεσμίας προμήνυσης. Έτσι με βάση τα παραπάνω και τους πραγματοποιηθέντες τζίρους που δεν αμφισβητούνται ειδικά από την εναγομένη, οι ενάγοντες για την αιτία αυτή δικαιούνται α) ο πρώτος ενάγων, τζίρος από 1-10-2007 έως 30-9-2008 919.541 ευρώ Χ 6,7% = 61.609 ευρώ : 2 = 30.804 ευρώ, β) ο δεύτερος ενάγων, τζίρος από 1- 10-2007 έως 30-9-2008 939.510 ευρώ Χ 6,7% = 62.947 : 12 = 5.245 Χ 3 = 15.736 ευρώ". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε το σχετικό λόγο εφέσεως των αναιρεσίβλητων και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή στο σύνολο της και τη δέχθηκε εν μέρει για τα διαφυγόντα κέρδη αυτών λόγω μη τηρήσεως της προμήνυσης καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεών τους.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 4 και 9 παρ. 1γ π.δ. 219/1991 σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 297, 298, 330 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του κατ' αρχήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την χωρίς προμήνυση καταγγελία των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής των αναιρεσίβλητων, οι οποίες και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, με σαφήνεια και διά μακρών δέχεται το Εφετείο, (όπως εκτέθηκε ανωτέρω κατά την έρευνα του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως), ότι η συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων ήταν αυτή της αποκλειστικής διανομής και ότι η εναγομένη (και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) κατάγγειλε τις συμβάσεις αυτές χωρίς σπουδαίο λόγο και χωρίς την τήρηση προθεσμίας προμήνυσης, και κατά συνέπεια εμμέσως πλην σαφώς δέχθηκε ότι η υπαιτιότητα για τη λύση των συμβάσεων αυτών βάρυνε την ίδια, στοιχείο που τίθεται από το νόμο ως προϋπόθεση για τη γένεση της αξιώσεως προς καταβολή διαφυγόντων κερδών, χωρίς να χρειάζεται άλλη περαιτέρω αιτιολογία για την άσκηση αυτής της αξιώσεως.

Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι οι αναιρεσίβλητοι διέθεταν την κατάλληλη υποδομή (αυτοκίνητο, βοηθό) και την ανάλογη πελατεία, δηλαδή όλα εκείνα τα προπαρασκευαστικά μέτρα για τη λειτουργία της σύμβασης, ώστε να είναι δυνατή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων η επίτευξη των διαφυγόντων κερδών κατά το διάστημα της προμήνυσης της καταγγελίας των συμβάσεων.

Ωστόσο, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 298 ΑΚ και 9 παρ. 1γ π.δ. 219/1991, ως προς τον υπολογισμό των διαφυγόντων κερδών των αναιρεσίβλητων, στερώντας την προσβαλλόμενη απόφαση επαρκών αιτιολογιών, και σε κάθε περίπτωση διαλαμβάνοντας αντιφατικές αιτιολογίες κατά τον υπολογισμό των σχετικών κονδυλίων.

Συγκεκριμένα, δεν αιτιολογείται επαρκώς, γιατί ελήφθησαν ως βάση υπολογισμού τα μεικτά και όχι τα καθαρά κέρδη που πραγματοποίησε ο καθένας τους κατά το τελευταίο προς της καταγγελίας των συμβάσεων έτος, παρά το ότι οι αναιρεσείουσες, όπως προκύπτει από τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, είχαν επικαλεσθεί ρητά, έστω και προς υποστήριξη άλλων ισχυρισμών τους, ότι από τις αμοιβές που θα εισέπραττε ο καθένας τους κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη των συμβάσεων, θα έπρεπε να αφαιρεθούν τα έξοδα τα οποία αυτοί εξοικονόμησαν από την πρόωρη λήξη της μεταξύ τους συνεργασίας.

Εξάλλου, το Εφετείο, με αφορμή την έρευνα του κονδυλίου της αγωγής για τη διαφορά μεταξύ εύλογης και καταβληθείσας αμοιβής στους αναιρεσίβλητους, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμο, προσδιόρισε το ύψος των πραγματικών (καθαρών) κερδών τούτων καθ' όλη τη διάρκεια των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων, χωρίς ωστόσο, αντιφατικά προς την ως άνω παραδοχή του, να λάβει τα ποσά αυτά ως βάση και για τον υπολογισμό των διαφυγόντων κερδών τους κατά έξι και τρεις μήνες, αντίστοιχα, αλλά, αντιθέτως, υπολόγισε αυτά με βάση τον "τζίρο" (μεικτά κέρδη) αυτών κατά το τελευταίο προ της καταγγελίας έτος.

Ο πρώτος αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος. Ειδικότερα επικαλείται ότι η εναγομένη - αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι πρότεινε τον ισχυρισμό της αυτό στο Εφετείο, σε κάθε περίπτωση ότι τον ισχυρισμό περί καθαρών κερδών τον πρότεινε στα πλαίσια έρευνας του κονδυλίου αποζημιώσεως για τη διαφορά μεταξύ εύλογης και καταβληθείσης αμοιβής στους αναιρεσίβλητους, και σε κάθε περίπτωση ότι το Εφετείο όφειλε να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό αυτό μόνο αν ήταν ορισμένος με προσδιορισμό εκ μέρους τους των δαπανών που εξοικονομήθηκαν, ώστε να προκύπτουν τα καθαρά κέρδη.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, οι αναιρεσείουσες είχαν επικαλεσθεί με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, έστω και προς αντίκρουση άλλων αγωγικών κονδυλίων, ότι για τον υπολογισμό των διαφυγόντων κερδών θα έπρεπε να αφαιρεθούν τα έξοδα τα οποία εξοικονόμησαν οι αναιρεσίβλητοι από την πρόωρη λήξη της μεταξύ τους συνεργασίας, ενόψει δε του ότι οι προτάσεις των διαδίκων λαμβάνονται υπόψη συνολικά και όχι μεμονωμένα προς εκτίμηση των προβαλλόμενων ισχυρισμών, όφειλε το Εφετείο κατά τον υπολογισμό των διαφυγόντων κερδών να τα προσδιορίσει με βάση και τις δαπάνες που εξοικονόμησαν οι αναιρεσίβλητοι από την πρόωρη λήξη των συμβάσεών τους, όπως αυτές προέκυψαν από τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν.

Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός είναι βάσιμος ως προς το εν λόγω κονδύλιο, ενώ κατά τα λοιπά είναι αβάσιμος.

Συνακόλουθα των όσων έγιναν δεκτά παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του οικείου παραβόλου στις αναιρεσείουσες, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει για το λόγο που αναφέρεται στο σκεπτικό την 6254/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών και τα ορίζει στις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στις αναιρεσείουσες.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ