Legislator Case Law & Legislation
101/2017 AI generated

101/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 101/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-11-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4994/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1984/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

101/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 8-3-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό και κατά τα λοιπά να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 101 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 101/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." με έδρα την …, νομίμως εκπροσωπουμένης ως (οιονεί) καθολικής διαδόχου της στην … εδρεύουσας ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελίδου Ζωγραφιά, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: G. (Τ.) D. B. (Ν. Μ.), ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-11-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4994/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1984/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-7-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 8-3-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό και κατά τα λοιπά να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την διατήρηση της αναστολής καθώς και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. ι, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Κατά δε τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. 2 και 3 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευση του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο.

Εξάλλου, ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα οποία περιλαμβάνεται και η Ιταλία, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εφαρμόζεται ο Κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών. Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω 1393/2007 Κανονισμού τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής παραλήπτες, διαβιβάζονται απ’ ευθείας μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών των ενδιαφερόμενων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, το οποίο αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του Κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 5/11/1965 Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 19 ίδιου Κανονισμού, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση βάσει του παρόντος Κανονισμού και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση απόφασης μέχρις ότου διαπιστωθεί α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους παραλαβής ..., ή β) ότι ή πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλον τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα Κανονισμό καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 23 παρ. 1, κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του παρά την παρ. 1, μπορούν να εκδώσουν απόφαση, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο στον παρόντα Κανονισμό, β) από τη διαβίβαση της πράξης έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μήνες και γ) δεν έχει παραληφθεί καμία βεβαίωση, μολονότι έχει καταβληθεί κάθε εύλογη προσπάθεια μέσω των αρμόδιων αρχών ή φορέων του κράτους - μέλους παραλαβής.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η επίδοση της αίτησης για αναίρεση με κλήση για συζήτηση αυτής, όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής στο κράτος μέλος της Ε.Ε., όπως και η Ιταλία, ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτών στον αναιρεσίβλητο, η οποία αποδεικνύεται με την κατά το άνω άρθρο 19 του Κανονισμού βεβαίωση και δεν αρκεί η κατά τα άρθρα 134 και 136 ΚΠολΔ πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Όμως, οι διατάξεις του Κανονισμού αυτού δεν ισχύουν σε περίπτωση που η διεύθυνση του παραλήπτη της πράξης είναι άγνωστη. Διαφορετικά, δηλαδή εφόσον η διαμονή του παραλήπτη είναι άγνωστη, εφαρμόζονται οι διατάξεις του εθνικού δικαίου (lex fori) και στην περίπτωση που εφαρμοστέο είναι το ελληνικό δίκαιο εφαρμόζεται το άρθρο 135 ΚΠολΔ, το οποίο αναφέρεται στις επιδόσεις σε διάδικο άγνωστης διαμονής στο εσωτερικό ή το εξωτερικό.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 135 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 134 και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του Δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του Εισαγγελέα, στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος, φερόμενος κάτοικος Ιταλίας, δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε και κατέθεσε δήλωση κατά τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Για τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ορίστηκε αρχικά δικάσιμος η 21/3/2016 και μετά από αναβολή η 5/12/2016.

Κατά δε την αρχική δικάσιμο, ο αναιρεσίβλητος δεν είχε παρασταθεί, ούτε εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από την .../14.12.2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Φ. Σ. προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (21/3/2016) επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος με το από 14/12/2015 έγγραφο του διαβίβασε τα προς επίδοση έγγραφα στις αρμόδιες Αρχές της Ιταλίας, προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσίβλητος για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο.

Σύμφωνα, όμως, με την συνημμένη στο ...7.3.2016 έγγραφο της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, βεβαίωση των αρμόδιων Ιταλικών Αρχών, τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο, καθόσον έχει εγκαταλείψει τη δοθείσα διεύθυνση και έχει μεταφερθεί στη Βραζιλία (χωρίς να προσδιορίζεται ή να προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο διεύθυνση του εκεί).

Επομένως, πρόκειται για διάδικο άγνωστης διαμονής. Κατά συνέπεια, η επίδοση των ανωτέρω δικογράφων δεν ενέπιπτε, πλέον, στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω Κανονισμού, αλλ’ ούτε στο πεδίο της Σύμβασης της Χάγης της 15/11/1965, εφόσον και για την εφαρμογή αυτής απαιτείται η συνδρομή της ίδιας ως άνω προϋποθέσεως (ήτοι το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται το έγγραφο να έχει γνωστή διαμονή το εξωτερικό).

Ως εκ τούτου, έπρεπε να τηρηθούν όλες οι κατά τα άρθρα 134 παρ. 1 και 135 παρ. ι ΚΠολΔ διατυπώσεις, οι οποίες δεν τηρήθηκαν, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι έλαβαν χώρα οι κατά το άρθρο 134 παρ. 1 ΚΠολΔ δημοσιεύσεις, κάτι που δεν επικαλείται ούτε η αναιρεσείουσα. Κατ’ ακολουθιαν των ανωτέρω, εφόσον δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσίβλητος στο παρόν δικαστήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο, ούτε αποδεικνύεται νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, ώστε η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο να ισχύει ως κλήτευση του για την προκείμενη δικάσιμο, πρέπει να κηρυχτεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ