Legislator Case Law & Legislation
101/2011 AI generated

101/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 101/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 101 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 101/2011

Legislator headnote

AI generated

101/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 101 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 101/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 101 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 101/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Α. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λουκά Δημόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Α. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μικρό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με την από 4-9-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Καρλοβασίου Σάμου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-5-2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 3-12-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μίμη Γραμματικούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 3, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα, όσον αφορά το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, που συντρέχει όταν ο δικαστής εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί ή παρέλειψε να εφαρμόσει εκείνον που έπρεπε να εφαρμοσθεί ή έδωσε στον κανόνα που εφάρμοσε έννοια διαφορετική από εκείνην που πραγματικά έχει, για να είναι ορισμένος, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διάταξη ουσιαστικού δικαίου παραβιάστηκε και που έγκειται το σφάλμα, με βάση τα περιστατικά που έγιναν δεκτά, καθώς και οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας που δίκασε, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην αποδοχή ή απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν βάσιμης ή όχι. Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου αναίρεσης σε περίπτωση παραβίασης περισσοτέρων της μιας διατάξεως, πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά απ' αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου κατά υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, η πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, γιατί, με το να δεχθεί αυτό, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Δ. Ρ. είχε γεννηθεί το έτος 1914 και συνεπώς κατά το χρόνο θανάτου του πατέρα του το έτος 1914 ήταν μόλις δέκα (10) ετών και ως εκ τούτου είναι λογικά αδύνατο να του είχε δωρήσει άτυπα ο πατέρας του το επίδικο, ενώ, σύμφωνα με το λόγο αυτό αναίρεσης, η δωρεά αυτή πράγματι έγινε προς τον ανωτέρω απώτερο δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος και υπήρξε το αφετήριο γεγονός της κτήσεως, από μέρους του, της κυριότητας του επιδίκου με χρησικτησία, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του μέχρι του έτους 1914 ισχύοντος Ν. ΧΠΘ' της 17/23 Αυγούστου 1861 "περί ανηλίκων, επιτροπείας, χειραφεσίας και κηδεμονίας αυτών" από τα άρθρα του οποίου προκύπτει ότι δεν αποκλείεται ο ανήλικος, που έχει τη συναίνεση του πατρός του, να αποκτά επ' ωφελεία του περιουσιακά στοιχεία, αρχή που διέπει και τις αντίστοιχες διατάξεις του Σαμιακού Κώδικα". Ο λόγος αυτός, όμως, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνονται στο ακροατήριο οι συγκεκριμένες ουσιαστικές διατάξεις του ν. ΧΠΘ'/1861, που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και δεν εξειδικεύεται επίσης στο αναιρετήριο το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή αν η παραβίαση της καθεμιάς από τις πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις - του ν. ΧΠΘ'/1861 - οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της.

ΙΙ. Για τη δημιουργία εθίμου, το οποίο συνιστά αυτοτελή πηγή δικαίου (άρθρο 1 ΑΚ) και η παραβίαση του οποίου, προκειμένου περί αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ιδρύει τον από το άρθρο 560 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται μακρά, αδιάκοπη και ομοιόμορφη άσκηση καθώς και κοινή συνείδηση ή θέληση είτε των πολιτών ολόκληρου του Κράτους, είτε Τμήματος αυτού ή των ανηκόντων σε μια τάξη ή επάγγελμα προσώπων, ότι το εφαρμοζόμενο ισχύει ως κανόνας δικαίου. Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, προκειμένου περί των αυτών ως άνω αποφάσεων, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνας δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Με τον πρώτο κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, η πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, γιατί, με το να δεχθεί τα ανωτέρω, ήτοι ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Δ. Ρ. είχε γεννηθεί το έτος 1914 και συνεπώς κατά το χρόνο θανάτου του πατέρα του το έτος 1914 ήταν μόλις δέκα (10) ετών και, έτσι ήταν λογικά αδύνατο να του είχε δωρήσει άτυπα ο πατέρας του το επίδικο, παραβίασε έθιμο, το οποίο υπήρχε ανέκαθεν στην Ελλάδα και επομένως και στη Σάμο το έτος 1914, σύμφωνα με το οποίο ο ανήλικος που έχει τη συναίνεση του πατέρα του μπορεί να αποκτά επ' ωφελεία του περιουσιακά στοιχεία, αφού σύνηθες είναι να προσδιορίζει ο πατέρας τα περιουσιακά στοιχεία που περιέρχονται ή θα περιέλθουν σε κάθε παιδί του ανεξάρτητα από την ηλικία του. Ο λόγος αυτός, όμως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι τα επικαλούμενα ανωτέρω περιστατικά δεν συνιστούν έθιμο με την προεκτιθέμενη έννοια, αφού δεν συντρέχουν εδώ τα στοιχεία της μακράς, αδιάκοπης και ομοιόμορφης άσκησης με την πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου. Εξάλλου, ο ίδιος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο η πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδαφ. β' του ΚΠολΔ, γιατί με το να δεχθεί τα ίδια ως άνω περιστατικά, ήτοι ότι ο Διαμαντής Ρέθας, που κατά τα θάνατο του πατέρα του το έτος 1914 ήταν μόλις δέκα (10) ετών και ως εκ τούτου ήταν λογικά αδύνατο να του είχε δωρήσει άτυπα ο πατέρας του το επίδικο, παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας, ότι ο ανήλικος που έχει τη συναίνεση του πατέρα του μπορεί να αποκτά επ' ωφελεία του περιουσιακά στοιχεία, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού, το αναφερόμενο ως δίδαγμα κοινής πείρας πραγματικό περιστατικό, παρεκτός του ότι δεν συγκροτεί την έννοια τέτοιου διδάγματος, δεν αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτές, αλλά αναφέρεται στην ουσία της υπόθεσης.

ΙΙΙ. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 560 περίπτωση 1α του ΚΠολΔ, ψέγεται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1813, 1820 του ΑΚ, διότι δέχτηκε, ότι μετά το θάνατο του απώτερου δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, Δ. Ρ., το έτος 1974, η αδελφή του Ε., επειδή ήταν η μοναδική εν ζωή κληρονόμος του κατά το έτος 1914 αποβιώσαντος πατέρα τους Γ. Ρ., και είχε επίγνωση των ανύπαρκτων σχέσεων του αδελφού της Δ. με τη σύζυγο και τις κόρες του, δεν προέβλεψε ότι οι τελευταίες θα προέβαλαν αξιώσεις επί της αδιανέμητης περιουσίας, που είχε αφήσει στους κατιόντες του ο Γ. Ρ., γιαυτό θεώρησε τον εαυτό της, λόγω της προφανούς άγνοιας εκ μέρους της των νομικών κανόνων περί κληρονομικής διαδοχής, αποκλειστική δικαιούχο της κτηματικής περιουσίας εκείνου, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο, και έτσι, έχοντας την πεποίθηση κυρίας αυτού, παρέδωσε το κλειδί της οικίας στον Ε. Α. και του έδωσε την άδεια να χρησιμοποιεί το οικόπεδο και την υπάρχουσα σ' αυτό οικία. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως αλυσιτελής, διότι πλήττει αιτιολογία που δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασης, αφού η αιτιολογία αυτής, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη διεκδικητική αγωγή του επίδικου ακινήτου του αναιρεσείοντος, είναι η κτήση της κυριότητας τούτου, με έκτακτη χρησικτησία, από τον πατέρα και δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου, Ε. Α., με την άσκηση σ' αυτό, από μέρους του των αναφερόμενων στην απόφαση πράξεων νομής με διάνοια κυρίου από τον κατά την 6-1-1979 θάνατο της ανωτέρω Ε. Ρ. έως και το έτος 2003, οπότε με το .../22-7-2003 συμβόλαιο γονικής παροχής, του αναφερόμενου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε τούτο στον αναιρεσίβλητο. Επειδή, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή ένστασης ιδίας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου,με την αιτιολογία ότι: ο δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου, Ε. Α., αμέσως μετά τον θάνατο της Ε.Ρ., στις 6-1-1979 και μέχρι το έτος 2003 κατείχε το επίδικο με ακλόνητη πεποίθηση ότι είναι κύριός του και ασκώντας ανενόχλητα όλες τις σχετικές διακατοχικές πράξεις. Συγκεκριμένα, κρατούσε τα κλειδιά του οικίσκου και τον χρησιμοποιούσε για την αποθήκευση γεωργικών εργαλείων, προέβαινε στις αναγκαίες επισκευές του κτίσματος και στη συντήρησή του, καθάριζε το οικόπεδο και καλλιεργούσε σε αυτό κηπευτικά, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1980 φρόντισε και για την παροχή νερού στο επίδικο με σχετικές ενέργειες του προς την Κοινότητα ... . Καθόλο το παραπάνω χρονικό διάστημα και μέχρι το 2003 ούτε οι θυγατέρες του Δ. Ρ., ούτε ο αδελφός του και ήδη αναρεσείων ενοχλήθηκαν από τις ενέργειες του Ε. Α. και διαμαρτυρήθηκαν γι' αυτές.

Συνεπώς,αυτός ήδη από το 1999 είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και άρα εγκύρως τη μεταβίβασε στο γιο του και ήδη αναιρεσίβλητο με το .../22-7-2003 συμβόλαιο γονικής παροχής, του αναφερόμενου στην απόφαση συμβολαιογράφου. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, ο δε ερευνώμενος τρίτος λόγος αναίρεσης

είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από την ίδια διάταξη, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της διάταξης του άρθρου 810ΑΚ είναι αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου Ε. Α. κατείχε το επίδικο δυνάμει σύμβασης χρησιδανείου, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της Ε. Ρ., αλλά ότι, από τον θάνατο της τελευταίας, (6-1-1979) και εφεξής μέχρι το 2003, κατείχε αυτό, ως κύριος, ασκώντας σ' αυτό όλες τις ανωτέρω αναφερόμενες εμφανείς διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-5-2006 αίτηση του Ε. Α. του Ι. για αναίρεση της 13/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου, που δίκασε ως Εφετείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία προσδιορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ