Legislator Case Law & Legislation
101/2009 AI generated

101/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 101/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

101/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σαν υπηρεσία ή προυπηρεσία για την εφαρμογή της Σύμβασης νοείται ο χρόνος εργασίας σε οποιαδήποτε ειδικότητα λιθογραφίας κ.λ.π όπως αναφέρονται πιο πάνω, καθώς και ο χρόνος εργασίας εάν αλλάξουν ειδικότητα". Παρόμοιο δε περιεχόμενο είχαν και οι προγενέστερες από 19-4-1999, 6-6-2000, 3-4-2001, και 27-6-2002 ΣΣΕ του ίδιου κλάδου.

Keywords

AI generated
cessation of gainful employment change of job employment status qualification redundancy abandonment of employment dismissal of civil servant
AI generated
21/2018
Στο άρθρο 15 παρ.1 του ν.
135/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
419/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα - Εισηγητή, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.
108/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1010/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/11/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 683/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 854/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/10/2006 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 101 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 101/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Βιομηχανικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ Α.Β.Ε", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Παναγιώτης Ζαχόπουλος.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Λυκοκάπη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15.12.2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 193/2006 του ίδιου δικαστηρίου και 5948/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25.09.2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 01.10.2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου και τρίτου (κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος του), λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 16-4-2003 Κλαδική ΣΣΕ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων Λιθογράφων στα Λιθογραφεία και Εργαστήρια Γραφικών Τεχνών όλης της χώρας", που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθμ. 15127/8-7-2003 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: α) Στο άρθρο 1 ορίζει τους εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων στα εργαστήρια και εργοστάσια γραφικών τεχνών στην εκτυπωτική βιομηχανία και σε όλες τις φάσεις της παραγωγικής διαδικασίας, προεκτύπωσης, εκτύπωσης και μετεκτύπωσης που επεξεργάζονται χαρτί, πλαστικό και μέταλλο σε φύλλο ή ρολό, με ίδια ή ξένα μέσα παραγωγής, ανεξαρτήτως τεχνολογίας", β) στο άρθρο 2 οι ειδικότητες (τεχνίτες, βοηθοί τεχνιτών, λαμιναριστές, κόπτες, τεχνίτες, φωτοσυνθέτες, βοηθητικό προσωπικό, κ.λ.π), οι οποίες υπάγονται σ' αυτήν και στο άρθρο 4 ότι "τα παραπάνω βασικά ημερομίσθια, προσαυξάνονται για κάθε συμπληρωμένη τριετία απασχόλησης στον κλάδο με επίδομα πέντε τοις εκατό και μέχρι έξι(6) τριετίες ...

Σαν υπηρεσία ή προυπηρεσία για την εφαρμογή της Σύμβασης νοείται ο χρόνος εργασίας σε οποιαδήποτε ειδικότητα λιθογραφίας κ.λ.π όπως αναφέρονται πιο πάνω, καθώς και ο χρόνος εργασίας εάν αλλάξουν ειδικότητα". Παρόμοιο δε περιεχόμενο είχαν και οι προγενέστερες από 19-4-1999, 6-6-2000, 3-4-2001, και 27-6-2002 ΣΣΕ του ίδιου κλάδου.

Eξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία είχε προσληφθεί από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εκδοτική επιχείρηση στις 10-12-1998 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί σ' αυτήν ως ηλεκτρονική σελιδοποιός, είχε κατά την πρόσληψή της προϋπηρεσία σε επιχειρήσεις γραφικών τεχνών 16 συνολικά ετών.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως υπολόγισε τις αποδοχές της αναιρεσίβλητης με βάση την εν λόγω προϋπηρεσία και επιδίκασε σ' αυτήν διαφορές αποδοχών αλλά και μισθούς υπερημερίας, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των παραπάνω Κλαδικών ΣΣΕ, διότι διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση, σχετικά με το ζήτημα αυτό, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δεν προσδιορίζει την ειδικότητα με την οποία εκείνη είχε απασχοληθεί στις πιο πάνω επιχειρήσεις, ώστε να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της υπαγωγής ή μη της αναιρεσίβλητης στις προαναφερθείσες ΣΣΕ, και κατ' επέκταση αν αυτές είχαν ή όχι εφαρμογή για τη διαμόρφωση των αποδοχών της, ενόψει του ότι η απασχόληση κάποιου σε επιχείρηση γραφικών τεχνών δεν οδηγεί αυτονοήτως και στο συμπέρασμα ότι αυτός απασχολήθηκε με κάποια από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στις οικείες ΣΣΕ ειδικότητα, αφού δεν αποκλείει την περίπτωση της απασχολήσεώς του ως διοικητικού υπαλλήλου, οδηγού αυτοκινήτου κ.λ.π., πολύ δε περισσότερο που η ειδικότητα της συντάκτριας, την οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, είχε δηλώσει η αναιρεσίβλητη από 1-1-1994, δεν υπάγεται στο πεδίο των προαναφερθεισών ΣΣΕ.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19, πλην αληθώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως τέτοιος. Κατά το άρθρο 669 ΑΚ η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας είναι αναιτιώδης μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του μισθωτού και του εργοδότη.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού από τον εργοδότη δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε αν η καταγγελία έγινε κατά κατάχρηση του οικείου δικαιώματος είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και αν καταστεί υπερήμερος να καταβάλει τους μισθούς του σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 ΑΚ.

Εξάλλου, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Ελέγχεται όμως αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχειρήσεως και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομέ νου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητος, προσόν- των και υπηρεσιακής αποδόσεως, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητος, η οποία, ως αντικειμενικό κριτήριο, εκτιμάται υπό την έννοια της διάρκειας της απασχόλησης του εργαζομένου στη συγκεκριμένη επιχείρηση χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία του σε άλλους εργοδότες, της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης κάθε μισθωτού, της αποδοτικότητος και τη δυνατότητα εξεύρεσης απ' αυτόν άλλης εργασίας ή έστω να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σ' αυτή.

Στην προκείμενη υπόθεση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Η αναιρεσείουσα στις 30-11-2004 κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας της αναιρεσίβλητης, προσφέροντας σ' αυτήν τη νόμιμη αποζημίωση, για λόγους οικονομοτεχνικούς και συγκεκριμένα λόγω μείωσης των εργασιών στο τμήμα της φωτοσυνθέσεως (ατελιέ) και της ανάγκης αναδιατάξεως του απασχολουμένου εκεί προσωπικού της.

Όμως, η εν λόγω καταγγελία είναι καταχρηστική και κατά συνέπεια άκυρη, διότι η εκ μέρους της αναιρεσείουσας δια των νομίμων εκπροσώπων της άσκηση του σχετικού δικαιώματος, υπερβαίνει προφανώς τα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ, λόγω μη ορθής επιλογής της αναιρεσείουσας, η οποία είναι ηλικίας 45 ετών με ένα ανήλικο τέκνο και προϋπηρεσία 16 ετών πριν από την πρόσληψή της στην αναιρεσίβλητη, έναντι των Α και Β, που υπηρετούσαν στο ίδιο τμήμα με την ίδια ειδικότητα (της σελιδοποιού) και την αυτή υπηρεσιακή απόδοση και από τις οποίες, η πρώτη ήταν νεώτερη σε ηλικία, άγαμη χωρίς τέκνα και με προϋπηρεσία κατά την πρόσληψή της στην αναιρεσείουσα 3 ετών, η δε δεύτερη, ήταν νεώτερη επίσης από την αναιρεσίβλητη, έγγαμη χωρίς τέκνα και προϋπηρεσία κατά την πρόσληψή της 8 ετών.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ διότι διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα της ορθής επιλογής της αναιρεσίβλητης ως απολυτέας έναντι των προαναφερομένων συναδέλφων της, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα δεν αναφέρει επακριβώς την ηλικία των συγκρινομένων (μη καλυπτομένης της ελλείψεως αυτής από την αναφορά ότι ήταν νεώτερες) και τη διάρκεια της απασχολήσεως τους στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, δηλαδή την αρχαιότητα τους σ' αυτήν, ενώ επιπλέον δεν προσδιορίζεται καθόλου η οικονομική κατάσταση τόσο της αναιρεσίβλητης όσο και των συγκρινομένων, η οποία, σε συνδυασμό και με τα υπόλοιπα κριτήρια(κοινωνικά και αρχαιότητα) προσέδιδαν στην αναιρεσίβλητη προβάδισμα στη διατήρηση της θέσεως εργασίας.

Οι ελλείψεις δε αυτές καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως. Έτσι, ο δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 19 αληθώς όμως από τον αριθμό 19 επίσης του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Μετά δε από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, αφού αυτό είναι εφικτό(άρθρό 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5948/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς νέα εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ