Legislator Case Law & Legislation
101/2008 AI generated

101/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 101/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/10/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 617/2006 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/10/2006 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

101/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975) έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερησίας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ιδίας εβδομαδιαίας περιόδου.

Keywords

AI generated
fixed-term work irregular working hours unpaid work deficit working hours supplementary work conditions of employment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 101 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 101/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:................., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Σέμπο, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΚΚΟΚΙΣΤΗΡΙΑ Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στο Πολυνέρι Φαρσάλων και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φανή Ζάχου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/10/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 617/2006 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/10/2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 1/11/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 32 του ν. 1545/1985, στις εργατικές διαφορές του άρθρου 663 παρ. 1, 2 και 3 Κ.Πολ.Δ η επίδοση της αναίρεσης στον αναιρεσίβλητο γίνεται μέσα σε πέντε ημέρες από την κατάθεση του δικογράφου της. Με τη διάταξη, όμως, αυτή, σε περίπτωση μη τηρήσεως αυτής της προθεσμίας, δεν θεσπίζεται ουσιαστική ή δικονομική κύρωση και κανένα απαράδεκτο του δικογράφου της αναίρεσης. Επομένως, ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης, που έχει προβληθεί με τις προτάσεις της, που κατατέθηκαν στις 5-11-2007, δηλαδή είκοσι ημέρες πριν τη δικάσιμο, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., περί απαραδέκτου της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση επειδή δεν επιδόθηκε σ’ αυτή μέσα στην παραπάνω προθεσμία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερησίας εργασίας δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου.

Περαιτέρω με το άρθρο 6 της από 24-2-1984 εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που δημοσιεύτηκε στη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ’ αριθ. 11770/20-3-1984 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ. Β. 81) η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε αυτό 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1346/1983. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του ν. 435/1976 λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία αλλά η ημερησία εργασία υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.

που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975) έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερησίας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ιδίας εβδομαδιαίας περιόδου.

Αντίθετα ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερησία αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας. Επομένως αν ο μισθωτός απασχολούμενος μετά την 1-1-1984 δεν υπερβεί κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό εβδομαδιαίο όριο των 40 ωρών δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%) διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία.

Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο των ωρών λόγω απασχολήσεως του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα αναπαύσεως, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργασίμων ημερών της ιδίας εβδομάδας στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας.

Από 1-4-2001, μετά το ν. 2874/2000 η υπερεργασία καταργείται και η απασχόληση πέρα των 40 ωρών και μέχρι 43 εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το επιβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (παρ. 2 και 4 του άρθρου 4). Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο.

Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου (δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου), σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Η αναιρεσίβλητη είναι ανώνυμη εταιρεία, που εδρεύει στο Πολυνέρι Φαρσάλων και διατηρεί στην περιοχή του Ν.

Καρδίτσας τρία εκκοκκιστήρια βάμβακος, ένα στην ......, ένα στον ..... και ένα στο ....... Για τις ανάγκες των εν λόγω εκκοκκιστηρίων της προσέλαβε τον αναιρεσείοντα, την ......, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως φύλακας των εργοστασίων και εγκαταστάσεών της, με πενθήμερη απασχόληση και οκτάωρο ημερησίως, αντί συμφωνημένου μισθού 300000 δραχμών.

Ο αναιρεσείων από της προσλήψεώς του μέχρι και την 31-1-2003 απασχολήθηκε καθημερινά επί οκτάωρο και σε επταήμερη βάση με την παραπάνω ειδικότητά του στα εκκοκκιστήρια της αναιρεσίβλητης, από 1-7-1998 έως και 30-6-2001 στην ......., από 1-7-2002 έως 31-7-2002 στον ..... και από 1-8-2002 έως 31-1-2003 στο ........ Την εργασία του αυτή ο αναιρεσείων την προσέφερε, κατ’ απαίτηση της αναιρεσίβλητης, για ολόκληρο το διάστημα της απασχόλησής του σ’ αυτήν, επί καθημερινής βάσεως, μη εξαιρουμένων των ημερών του Σαββάτου και της Κυριακής, απασχολούμενος πραγματικά επί οκτώ ώρες ημερησίως και ειδικότερα κατά τις περιόδους που εργάσθηκε στην ......

και στον .....από 23η νυκτερινή μέχρι 7η πρωϊνή και κατά την περίοδο που εργάσθηκε στο ...... άλλοτε σε πρωϊνή βάρδια και άλλοτε σε βραδυνή, ήτοι από 03μμ μέχρι 23.00 και από 23.00 μέχρι 0.7πμ. Η απασχόληση του αναιρεσείοντος πέραν του οκταώρου ημερησίως για το διάστημα που εργάσθηκε στον .... και στην ...... δεν δικαιολογείται, καθόσον από 03μμ μέχρι 23.00 η αναιρεσίβλητη απασχολούσε άλλον φύλακα (τον ......

στην ......, τον ....... και τον ...... στο ......), ενώ από την 00.7η πρωϊνή ώρα μέχρι 0.3μμ ώρα, η φύλαξη γινόταν από το υπόλοιπο προσωπικό που απασχολούσε η αναιρεσίβλητη. Το ωράριο εργασίας του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ήταν 8ωρο ημερησίως και 40ωρο εβδομαδιαίως και οι ημέρες εργασίας πενθήμερο εβδομαδιαίως.

Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα της αγωγής για πληρωμή αμοιβής υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, ενώ το αίτημα της αγωγής για πληρωμή της ίδιας αμοιβής για τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής απορρίφθηκε ως μη νόμιμο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και ως προς τις δύο πιο πάνω παραδοχές του δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις πιο πάνω μνημονευόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού, ως προς την πρώτη παραδοχή, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το ένα σκέλος του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω διατάξεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το άλλο σκέλος του, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο, ως προς το αίτημα της αγωγής για πληρωμή αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα στο ακροατήριο .......

και τις ....., ......,...... και ....... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Καρδίτσας Φ. Μητσιάδου. Όπως, όμως, προκύπτει από τη ρητή βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα και επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το άλλο σκέλος του, από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, προβάλλεται ότι το Εφετείο, ως προς το ίδιο αίτημα της αγωγής, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι, εργαζόταν καθημερινά από ώρα 10 βραδυνή μέχρι 8 πρωϊνή, μέχρι τις 31-8-2002 και εναλλάξ από 15.00 μέχρι 23.00 ή 23.00μέχρι 00.70, για το υπόλοιπο επίδικο χρονικό διάστημα.

Το Εφετείο, όμως, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ως αβάσιμο και επομένως και ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ως προς χρόνο εργασίας του αναιρεσείοντος με βάση τα μνημονυόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν με νόμιμη επίκληση.

Επομένως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 10 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ανωτέρω χωρίς απόδειξη, είναι, επίσης, αβάσιμος και απορριπτέος.

Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας ιδρύεται όταν τα διδάγματα αφορούν την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς και όχι όταν χρησιμεύουν για την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το ένα σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο, που δέχθηκε ότι, είχε συμφωνηθεί από τους διαδίκους να συμψηφίζεται στις ανώτερες από τις νόμιμες αποδοχές, που καταβάλλονταν στον αναιρεσείοντα, η προσαύξηση για εργασία κατά τη νύκτα, παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι, η πληρωμή των αποδοχών αυτών είχε συμφωνηθεί λόγω της μη ασφάλισης του αναιρεσείοντος στο ΙΚΑ και όχι για να συμψηφισθεί η αμοιβή για παροχή νυκτερινής εργασίας στις καταβαλλόμενες αποδοχές.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί το φερόμενο ως δίδαγμα της κοινής πείρας που επικαλείται ο αναιρεσείων χρησιμεύει για την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι για την ερμηνεία κανόνων δικαίου, δηλαδή των άρθρων 7 παρ. 2 και 10 παρ. 1 του ν.1876/1990, που επιτρέπουν το συμψηφισμό αυτό, ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το άλλο σκέλος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πιο πάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, είναι επίσης απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή αυτοτελή ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος, αλλά άρνηση της αγωγής.

Τέλος, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων αναιρεσίβλητης) ούτε παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και επομένως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το άλλο σκέλος του από τους αριθμούς 11 και 12 του ίδιου άρθρου, με τους οποίο προβάλλονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ΝΔ 3755/1957, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 147/73, οι μισθωτοί που απασχολούνται κατά τις Κυριακές και τις αναφερόμενες στο άρθρο αυτό και το άρθρο 4 του ΒΔ 748/1966 εορτές, δικαιούνται την προσαύξηση από 75%, που προβλέπεται από τις 8900/46 και 25825/51 αποφάσεις των υπουργών Οικονομικών και Εργασίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς ελεγχόμενο δικόγραφο της ένδικης αγωγής ( αρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), ο αναιρεσείων ζήτησε αμοιβή εκτός από την εργασία του κατά τις Κυριακές και για την εργασία του κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή αργίες. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε σιωπηρά το αίτημα αυτό, επιδικάζοντας αμοιβή μόνο για την εργασία του αναιρεσείοντος κατά τις Κυριακές και το Εφετείο, στο οποίο μεταβιβάσθηκε με λόγο εφέσεως το αίτημα αυτό (και το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε ότι, ο αναιρεσείων εργαζόταν επί επτά ημέρες την εβδομάδα) το άφησε αδίκαστο και επιδίκασε αμοιβή μόνο για την εργασία του αναιρεσείοντος κατά τις Κυριακές.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το παραπάνω κεφάλαιο, δηλαδή για το αίτημα πληρωμή αμοιβής, για εργασία παρασχεθείσα σε ημέρες αργίας, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το κεφάλαιο αυτό, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 617/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το κεφάλαιο αυτό, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ