Legislator Case Law & Legislation
1019/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of legal interest and missing grounds for appeal.

Case Number 1019/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision on divorce and child support. The appellant argued that the appeal should have been accepted to review facts regarding the marriage breakdown, but the court found no legal interest since the divorce was already finalized. Furthermore, the appeal lacked specific grounds required by law because it did not address the second respondent, the minor daughter, who was a party to the child support claim. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and ordered the return of the security deposit paid by the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 556, 559, 560, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant lacks legal interest as a successful party or fails to cite specific grounds of appeal against the correct respondent.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal lack of legal interest divorce proceedings child support claim Code of Civil Procedure security deposit return supreme court review

Cited Legislation

AI generated
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 242 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 592 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1019 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1019/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τσιούτρα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Χ. του Δ., κατοίκου ... και 2) Ε. Σ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Χατζηλάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-10-2016 και 8-11-2017 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος και των ήδη αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 316/2022 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/12/2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την παρ. 1 του άρθρου 577 του ΚΠολΔ "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και να αναφέρει, εκτός άλλων, και τους λόγους της αναιρέσεως.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναγράφεται ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως, από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ ή, αν πρόκειται για προσβολή αποφάσεως του ειρηνοδικείου ή του πρωτοδικείου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως από τους επίσης περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα και να καθορίζονται σ` αυτόν τα περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν περιέχεται στο αναιρετήριο ένας τουλάχιστον τέτοιος λόγος αναιρέσεως, υπάρχει αοριστία του αναιρετηρίου, η οποία καθιστά την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη και εξαιτίας τούτου απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1660/2022, ΑΠ 932/2018 , ΑΠ 290/2017). Επίσης, κατά το άρθρο 556 του Κ.Πολ.Δ. "1. Δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι, που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι προσεπικληθέντες, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι. 2.Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον".

Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 68 του ιδίου Κώδικα, που ορίζει ότι: "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον", συνάγεται ότι κυρία, θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον, πρέπει δηλαδή ο αναιρεσείων να υφίσταται από την προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με τον αντίδικό του, βλάβη, την άρση της οποίας επιδιώκει με την αναίρεση (ΑΠ 495/2023, ΑΠ 754/2018, ΑΠ 1081/2017).

Το έννομο συμφέρον πρέπει: α) να είναι άμεσο και ατομικό του αναιρεσείοντος, β) να προκύπτει από σφάλμα που θεμελιώνει το λόγο αναίρεσης, γ) να προκύπτει από το διατακτικό της απόφασης και δ) να θεμελιώνεται με όσα εκτίθενται στο αναιρετήριο ή να προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας (ΑΠ 495/2023, ΑΠ 1003/2017) και να υπάρχει για κάθε λόγο (ΑΠ 495/2023, ΑΠ 235/2019).

Η έλλειψη εννόμου συμφέροντος, που ερευνάται αυτεπάγγελτα σε κάθε στάση της δίκης, κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη του αίτησης αναίρεσης ή του σχετικού λόγου ως απαράδεκτου (ΑΠ 235/2019, ΑΠ 1003/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσον ισχυρά από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσεως να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα.

Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο. Έτσι ο ενάγων, για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του, θα πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα, που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσεως γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός, ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί γι' αυτόν αφόρητη.

Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιόν από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ.

Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση.

Αντικείμενο δηλαδή της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου, που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου για ισχυρό κλονισμό, από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου και το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε και τις δύο, τότε, ενόψει του, κατά τα προεκτεθέντα, αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, γιατί με την παραδοχή και των δύο αγωγών επήλθε η έννομη συνέπεια, που καθένας τους επιδίωκε με εκείνη από τις αγωγές αυτές, που έχει ασκηθεί απ' αυτόν.

Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον καθένα αιτιολογίες, δέχεται δηλαδή ότι ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν και το πρόσωπο του, δεν ασκεί καμιά δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει κατά τα προεκτεθέντα, σε άλλη δίκη(ΑΠ 1666/2022, ΑΠ 713/2022, ΑΠ 1262/2020, ΑΠ 1532/2011).

Συνεπώς ουδείς από τους διαδίκους συζύγους έχει στην περίπτωση αυτή, αν και νίκησε, έννομο συμφέρον να ασκήσει αναλόγως, είτε κατ' άρθρο 516 παρ.2 ΚΠολΔ έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, είτε κατ' άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, αναίρεση κατά της τελεσίδικης απόφασης (ΑΠ 1666/2022, ΑΠ 1532/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Ο αναιρεσείων άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης συζύγου του την από 6-10-2016 αγωγή του, με την οποία ζήτησε να κηρυχθεί λυμένος με διαζύγιο ο γάμος, που έχει τελέσει με αυτήν στις 20-6-1998 και από τον οποίο έχουν αποκτήσει δύο ανήλικα τέκνα, γιατί, από αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης, που επιδεικνύει επιθετική συμπεριφορά εις βάρος του, ο γάμος τους έχει κλονισθεί τόσο ισχυρά, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ίδιο.

Στο ίδιο δικαστήριο η πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε κατά του αναιρεσείοντος την από 8-11-2017 αγωγή της, με την οποία επικαλούμενη και αυτή τον ισχυρό κλονισμό του γάμου της με τον αναιρεσείοντα, επειδή το έτος 2014 αυτός σύναψε εξωσυζυγική σχέση με άλλη γυναίκα και στις 16-7-2016 εγκατέλειψε την συζυγική οικία, εξαιτίας δε των γεγονότων αυτών ο γάμος τους έχει κλονισθεί τόσο ισχυρά, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για την ίδια και ζήτησε και αυτή να κηρυχθεί λυμένος με διαζύγιο ο γάμος των διαδίκων και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη, από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς της, το ποσό των 10.000 ευρώ.

Με την ίδια αγωγή, η πρώτη αναιρεσίβλητη, ενεργούσα στο όνομα και για λογαριασμό της γεννηθείσας στις 7-4-2004 και ανήλικης τότε, ήδη ενηλικιωθείσας, δεύτερης αναιρεσίβλητης - τέκνου του αναιρεσείοντος και της ιδίας, της οποίας είχε την επιμέλεια του προσώπου, δυνάμει απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, ζήτησε να της ανατεθεί οριστικά η άσκηση της επιμέλειας της ανήλικης και να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να της προκαταβάλει ως διατροφή αυτής το ποσό των 450 ευρώ μηνιαίως.

Το ανωτέρω δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις αγωγές κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση και απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης, ακολούθως έκανε δεκτή την αγωγή του αναιρεσείοντος και εν μέρει δεκτή την αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης, απήγγειλε την λύση του γάμου των διαδίκων, ανέθεσε οριστικά και αποκλειστικά στην πρώτη αναιρεσίβλητη την άσκηση της επιμέλειας του προσώπου της δεύτερης αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει μηνιαίως στην πρώτη αναιρεσίβλητη ως διατροφή της δεύτερης αναιρεσίβλητης το ποσό των 270 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης την από 9-10-2020 έφεσή ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία ζήτησε να γίνει δεκτή η αγωγή του ως προς τα κλονιστικά γεγονότα, που αναφέρονται σε αυτήν και να απορριφθεί η αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης, επί της οποίας έφεσης εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως απαράδεκτη, κατά μεν το σκέλος, που αφορά στην αγωγή του ιδίου του αναιρεσείοντος και στην αγωγή διαζυγίου της πρώτης αναιρεσίβλητης, που είχαν γίνει δεκτές πρωτοδίκως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος, γιατί "η μοναδική έννομη συνέπεια, που απορρέει από την εκκαλούμενη οριστική απόφαση, είναι η λύση του γάμου του με την εφεσσίβλητη, η οποία επιδιώκεται και από τον ίδιο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, που περιέχονται στην αγωγή του...το γεγονός δε ότι η εκκαλούμενη απόφαση περιέχει δυσμενείς αιτιολογίες για αυτόν...δεν ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή, καθόσον οι αιτιολογίες αυτές δεν έχουν τα προσόντα διατακτικού και δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας, το οποίο να μπορεί να χρησιμεύσει σε άλλη δίκη", κατά δε το σκέλος, που αφορά στην αγωγή διατροφής της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων, ως παθητικά ανομιμοποίητη, γιατί η έφεση στρέφετο ατομικά κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης και όχι με την ιδιότητα, που άσκησε αυτή την αγωγή διατροφής, δηλαδή στο όνομα και για λογαριασμό της ανήλικης.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της, ο αναιρεσείων, με τους τρείς λόγους αυτής, εκτιμώμενους ως σύνολο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από μη κατονομαζόμενους αριθμούς του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεσή του, κατά το σκέλος της, που αφορούσε την λύση του γάμου του με την πρώτη αναιρεσίβλητη και έτσι δεν εξετάστηκαν τα επικαλούμενα στην αγωγή του κλονιστικά γεγονότα του γάμου.

Με το περιεχόμενο αυτό, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα, καθόσον μεν στρέφεται κατά της ήδη ενηλικιωθείσας ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων-δεύτερης αναιρεσίβλητης, γιατί σε αυτήν δεν περιλαμβάνεται λόγος αναίρεσης, που να αφορά στην δεύτερη αναιρεσίβλητη, αφού όλοι οι λόγοι αφορούν στις αγωγές διαζυγίου, καθόσον δε στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, γιατί με την πρωτόδικη παραδοχή και των δύο αγωγών διαζυγίου, που επικυρώθηκε από το Εφετείο με την απόρριψη της έφεσης του αναιρεσείοντος, επήλθε το επιδιωκόμενο και από τους δύο διαδίκους(αναιρεσείοντα και πρώτη αναιρεσίβλητη) διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου τους και ως εκ τούτου ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον ως νικήσας διάδικος να ασκήσει το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο αναιρεσείων δεν υποχρεούτο στην καταβολή παραβόλου για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, αφού δεν υπάρχει τέτοια υποχρέωση για τις διαφορές του άρθρου 592 παρ. 1 ΚΠολΔ, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αγωγή διαζυγίου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ και συνεπώς πρέπει να διαταχθεί η απόδοση σε αυτόν του παραβόλου ποσού 450 ευρώ, το οποίο κατέβαλε αχρεωστήτως, κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης(ΑΠ 1548/2022). Διάταξη για την επιβολή δικαστικών εξόδων σε κάποιο διάδικο δεν θα περιληφθεί στην απόφαση, γιατί οι αναιρεσίβλητες, που νικούν και δικαιούνται έξοδα(άρθρα 176 και 183ΚΠολΔ), παραστάθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσουν προτάσεις και συνεπώς δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα κατά το άρθρο191 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 27-12-2022 αίτηση του Χ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 316/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Και - Διατάσσει την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ