Legislator Case Law & Legislation
1019/2022 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against commercial agency contract dispute, remanding case for retrial on validity of oral agreement.

Case Number 1019/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a final judgment in a commercial agency dispute, finding the lower court's reasoning insufficient regarding an oral contract. The appellants argued the court failed to adequately justify rejecting a specific claim based on an unsigned agreement formed orally, violating procedural requirements for reasoning. Consequently, the court rejected the appeal arguments concerning the second and third appellants but set aside the decision regarding the first appellant, remanding the case for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(9)(c), 577(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if the lower court fails to provide sufficient reasoning to support its findings of fact or legal conclusions, particularly when rejecting claims based on oral agreements without explaining why such evidence is insufficient.

Keywords

AI generated
commercial agency contract oral agreement validity insufficient reasoning appeal admissibility remittal for retrial procedural fairness costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1019 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1019/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Π. Ρ. του Κ., 3) Ε. Ρ. του Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Σιντόρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και Ευάγγελο Ντόβα που παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα Χανιά Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Παπαντωνοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/4/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2017 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/11/2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο παραστάς στο ακροατήριο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 16-11-2017 (αριθ. καταθ. 29/17-11-2017) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 5/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, το οποίο απέρριψε την έφεση των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων, κατά της με αριθμό 30/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που είχε απορρίψει την από 10-4-2008 αγωγή, για αξιώσεις τους, από τη μεταξύ της πρώτης αυτών και της εναγομένης σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας / ναυτικής πρακτορείας και την στα πλαίσια της σύμβασης αυτής, παροχή εγγύησης υπέρ της πρώτης αυτών, εκ μέρους των λοιπών εναγόντων. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''αίτηση'', νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.

Τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας και πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι, όμως, και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης (ΑΠ 988/2021, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 54/2017, ΑΠ 431/2016).

Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, εάν το φερόμενο ως αδίκαστο αίτημα ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή αλυσιτελές ή μη νόμιμο, καθώς και όταν δεν είχε μεταβιβασθεί στο εφετείο (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 670/2016). Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης δεν μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ολόκληρη η υπόθεση, αλλά μόνο στην έκταση που καθορίζεται από το αιτητικό της έφεσης και από τους λόγους που περιέχονται στο δικόγραφό της, καθώς και στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων. Η ρύθμιση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, που αποτελεί ειδική εκδήλωση των αρχών της συζήτησης και διάθεσης, που καθιερώνονται από το άρθρο 106 ΚΠολΔ, σημαίνει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση παρά μόνο ως προς εκείνες τις διατάξεις, των οποίων την εξαφάνιση ζήτησε ο εκκαλών και, κατ' αρχήν, μόνο για τους λόγους στους οποίους στηρίχθηκε το αίτημα του εκκαλούντος και ότι αν γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, η επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης θα γίνει επίσης με γνώμονα τα αιτήματα του εκκαλούντος, με βάση, δηλαδή, τα εκκληθέντα κεφάλαια.

Ως ''κεφάλαιο'' δε, θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης, στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης (ΑΠ 344/2020). Έτσι, με βάση όσα ήδη αναφέρθηκαν, το αίτημα της έφεσης και οι λόγοι αυτής που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό της αποτέλεσμα.

Το εφετείο για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών, τους οποίους, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία ζητήματα κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο.

Τέτοια είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για τη κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών. Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που δεν έχουν προσβληθεί με λόγο έφεσης (ούτε ανήκουν στην αμέσως προηγούμενη κατηγορία), δεν εξετάζονται αυτεπάγγελτα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 536/2016, ΑΠ 431/2013, ΑΠ 532/2012, ΑΠ 1625/2011) και ως εκ τούτου, η παράλειψη της έρευνας τέτοιων σφαλμάτων, που δεν προβλήθηκαν με λόγο έφεσης, δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης (ΑΠ 535/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες, ήτοι η αρχική ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία, "...", στη θέση της οποίας, μετά την έκδοση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος αυτής, η εκκαλούσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία, "...", λόγω συγχώνευσης των δύο εταιριών, με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, και οι λοιποί ενάγοντες, Π.

Ρ. και Ε. Ρ., ομόρρυθμοι εταίροι της αρχικής πρώτης ενάγουσας, με την από 10-4-2008 αγωγή τους, επικαλούμενοι, α) την κατάρτιση, δυνάμει του από 10-12-1988 ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμβασης αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας μεταξύ της πρώτης αυτών και της εναγομένης, ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρίας, με την οποία η τελευταία όρισε την πρώτη αποκλειστική εμπορική αντιπρόσωπο στην περιοχή της Ηπείρου, με σκοπό την πώληση και προαγωγή των παρεχόμενων υπηρεσιών, με τα πλοία της (και μόνο), στις γραμμές, Πάτρα - Αγκώνα, Πειραιά - Κρήτη και Κρήτη - Θεσσαλονίκη και ακολούθως, στις αρχές του 2001, την κατάρτιση νέου συμφωνητικού με μερική διαφοροποίηση των όρων της άνω σύμβασης, το οποίο, όμως, αν και υπογράφηκε από τους ενάγοντες (το δεύτερο και τρίτο, ως εγγυητές), δεν υπογράφηκε από την εναγομένη, με αποτέλεσμα να μην τεθεί σε ισχύ, β) την καταγγελία της σύμβασης αυτής, την εκκαθάριση των μεταξύ τους λογαριασμών και την άρνηση της εναγομένης καταβολής του προϊόντος της εκκαθάρισης και γ) την εκ μέρους των λοιπών εναγόντων παροχή εγγύησης καλής εκτέλεσης της σύμβασης από την πρώτη αυτών, ζήτησαν, η μεν πρώτη ενάγουσα να υποχρεωθεί η εναγομένη κυρίως με βάση την ενδοσυμβατική ευθύνη και επικουρικά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να της καταβάλει, α) ποσό 165.644,80 ευρώ, που αντιστοιχεί στο πιστωτικό υπέρ αυτής αποτέλεσμα της εκκαθάρισης και β) ποσό 215.620,80 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε ανεξόφλητες οφειλές τρίτων, που έκαναν χρήση των υπηρεσιών της εναγομένης, οι δε δεύτερος και τρίτος των εναγόντων, ως εγγυητές, να αναγνωριστεί ότι ουδεμία οφειλή έχουν προς την εναγομένη, είτε με βάση την πρώτη από Δεκεμβρίου 1988 σύμβαση αντιπροσώπευσης, είτε με βάση το τελευταίο από Ιανουαρίου 2001, ανυπόστατο κατά τους ισχυρισμούς τους, συμφωνητικό.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 30/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, το οποίο, όσον αφορά τους δεύτερο και τρίτο των εναγόντων, απέρριψε την αγωγή, ως νομικά αβάσιμη, ενώ όσον αφορά την πρώτη ενάγουσα, απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά τα λοιπά.

Κατά της απόφασης αυτής, οι ενάγοντες άσκησαν την από 23-1-2013 έφεση, με την οποία ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, με σκοπό την παραδοχή της αγωγής τους. Το Εφετείο Κρήτης με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την έφεση, κατά το μέρος που αφορούσε τους δεύτερο και τρίτο των εναγόντων, ως προς τους οποίους η αγωγή είχε απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη, για το λόγο ότι, ''ουδείς από τους τρεις προβαλλόμενους με το εφετήριο λόγους, αφορά τους εν λόγω διαδίκους και το υποβληθέν από αυτούς αναγνωριστικό αίτημα, ούτε και διατυπώνεται παράπονό τους σχετικά με την απόρριψη της αγωγής, κατά το μέρος που τους αφορά''.

Οι τελευταίοι, ήδη δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων, η αγωγή των οποίων είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη, κατά τα ήδη εκτεθέντα, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την πλημμέλεια, ότι το εφετείο, απορρίπτοντας την έφεσή τους, άφησε αίτηση αδίκαστη, διότι δεν ερεύνησε, στα πλαίσια του άρθρου 522 ΚΠολΔ, το νόμω βάσιμο της αγωγής τους, το οποίο όφειλε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως, χωρίς λόγο έφεσης.

Ωστόσο, εφόσον οι άνω εκκαλούντες, ήδη αναιρεσείοντες, ουδένα απολύτως ειδικό λόγο έφεσης (παράπονο) διατύπωσαν, ως προς την απόρριψη της αγωγής, κατά το μέρος που τους αφορούσε, το σχετικό κεφάλαιο της απόφασης δεν μεταβιβάστηκε στο εφετείο και ως εκ τούτου το τελευταίο δικαστήριο δεν όφειλε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως, το νομικά βάσιμο της αγωγής.

Μη ερευνώντας επομένως, το εφετείο τη νομική βασιμότητα της αγωγής ως προς τους άνω αναιρεσείοντες, δεν άφησε την αγωγή αδίκαστη, αφού, ενόψει ότι το άνω κεφάλαιο της αγωγής, είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για να αχθεί προς έρευνα ενώπιον του εφετείου έπρεπε να προβληθεί από τους ενάγοντες σχετικός λόγος έφεσης.

Επομένως, ο άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι προς σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, σύμβαση, καθιερώνει τον κανόνα ότι η ιδιωτική αυτονομία μπορεί να παράγει ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις κατ' αρχήν μόνο μέσω σύμβασης και δεν αρκεί αντίθετα μονομερής δικαιοπραξία, αφού το να αποκτά ένα άτομο δικαιώματα και πολύ περισσότερο υποχρεώσεις με βάση τη βούληση άλλου ατόμου και χωρίς τη δική του συναίνεση προσκρούει στην αυτοδιάθεση και στην ισότητα των πολιτών, ως συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα (αρθρ. 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 παρ. 2 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος).

Συνέπεια άμεση της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που έμμεσα καθιερώνεται με την αυτή διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ ως έκφραση της οικονομικής ελευθερίας, που αποτελεί και αυτή ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 5 παρ. 1 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 4/1998).

Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση τόσο γενικά όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης. Απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους αποτελούν και οι διαμεσολαβητικές συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, στις οποίες περιλαμβάνεται και η σύμβαση πρακτορείας (ΟλΑΠ 16/2013).

Ειδικότερα, στις σύγχρονες εμπορικές συναλλαγές καθοριστικός είναι ο ρόλος των διαμεσολαβητικών υπηρεσιών που προσφέρουν ανεξάρτητες επιχειρήσεις στον εντολέα τους ή ευρύτερα στο κοινό, όπως είναι και οι επιχειρήσεις πρακτορείας. Η σχετική μ' αυτές ρύθμιση στο νόμο είναι εξαιρετικά ελλιπής, αφού ως γενική διάταξη υπάρχει μόνο αυτή του άρθρου 2 του από 2 (14).5.1835 διατάγματος ''περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων'', σύμφωνα με την οποία θεωρείται ως πράξη εμπορική και η επιχείρηση πρακτορείας, ενώ ειδικές διατάξεις υπάρχουν μόνο για ορισμένες μορφές πρακτορικής δράσης, όπως αυτή του ναυτικού πράκτορα, που ρυθμίζεται από το π.δ. 229/1995 και το τροποποιητικό αυτού π.δ. 427/1995, μόνον, όμως, ως προς την οργάνωση και την άσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού πράκτορα και όχι ως προς τη σύμβαση καθ' εαυτή της ναυτικής πρακτορείας.

Σε όλες πάντως, τις περιπτώσεις, η επιχείρηση πρακτορείας έχει ως αντικείμενο την έναντι ανταλλάγματος παροχή προς το κοινό ιδιωτικών υπηρεσιών κάθε φύσης, ειδικότερα δε ναυτικός πράκτορας είναι ο ανεξάρτητος επιχειρηματίας (φυσικό ή νομικό πρόσωπο), που παρέχει με αμοιβή υπηρεσίες σχετικές με τη θαλάσσια αποστολή, σε ορισμένη συνήθως γεωγραφική περιοχή και αναλόγως σε μόνιμη ή πρόσκαιρη βάση, διαθέτοντας προς το σκοπό αυτό πλήρως οργανωμένο γραφείο, στελεχωμένο με πρόσωπα της δικής του επιλογής, τα οποία προσλαμβάνει και απολύει ο ίδιος.

Πράκτορες, με την ανωτέρω έννοια, είναι και οι πράκτορες ταξιδιών, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο πράκτορας, ο οποίος κρατεί θέσεις για θαλάσσιο ταξίδι και εκδίδει το εισιτήριο με καταβολή του αντίστοιχου τιμήματος (ΑΠ 445/2012). Κατά την έννοια αυτή οι παρεχόμενες προς το κοινό υπηρεσίες του ναυτικού πράκτορα μπορούν να αφορούν έναν ή περισσότερους εφοπλιστές ή πλοιοκτήτες, για λογαριασμό των οποίων αυτός ενεργεί είτε στο όνομά τους είτε στο δικό του όνομα.

Αντίστοιχα, η σχέση του ναυτικού πράκτορα μ' αυτούς προσλαμβάνει το χαρακτήρα, είτε της εμπορικής αντιπροσωπείας προς παροχή υπηρεσιών, είτε της παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, αφού κύριο μεν γνώρισμα του εμπορικού αντιπροσώπου είναι ότι ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ αντίθετα ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί με το δικό του όνομα για λογαριασμό, όμως, του αντιπροσωπευόμενου (άρθρ. 90 ΕμπΝ).

Κατά την αυτή διάκριση και η σχέση των λοιπών πρακτόρων με τους εντολείς τους ταυτίζεται ή έστω ομοιάζει με αυτή του εμπορικού ή του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου.

Συνεπώς, εφόσον η σύμβαση πρακτορείας έχει σε κάθε περίπτωση, τα στοιχεία εντολής και η ρύθμισή της, μολονότι αναγκαία, είναι ελλιπής, καταλείποντας ακούσιο (γνήσιο) κενό, εφαρμόζονται αναλογικά σ' αυτή οι διατάξεις κατ' αρχήν του ΑΚ για την εντολή (άρθρα 713-729), στις οποίες μάλιστα ρητά, ως προς τη σύμβαση παραγγελίας παραπέμπει το άρθρ. 91 του ΕμπΝ, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του ΕισΝΑΚ (ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ 159/2018, ΑΠ 16/2013, ΑΠ 2219/2014).

Ήδη ορίστηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007 ότι, στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του πδ/τος 219/1991, ''περί εμπορικών αντιπροσώπων'', όπως τροποποιήθηκε με τα πδ/τα 249/1993, 88/1994 και 312/1995. Επομένως, οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται έκτοτε αναμφίβολα και στις συμβάσεις πρακτορείας, με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας.

Οι διατάξεις του ίδιου π.δ/τος ορίστηκε με το ως άνω άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3577/2007, ότι εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, που σημαίνει κυρίως ότι ακολουθεί τις οδηγίες του ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων και την εμφάνιση των προϊόντων, δικαιούμενος να χρησιμοποιεί τα σήματά του, αλλά και υποχρεούμενος να παρέχει σ` αυτόν πληροφορίες σχετικά με το πελατολόγιό του και τις εξελίξεις στην αγορά ευθύνης του.

Με δεδομένο ωστόσο, ότι η σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας παρουσιάζει μεγαλύτερη λειτουργική ομοιότητα με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας απ' ότι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αφού ο αποκλειστικός διανομέας ενεργεί διαμεσολαβητικές εμπορικές πράξεις στο όνομα και για λογαριασμό του, ενώ ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί μεν στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του εντολέα του, για λογαριασμό όμως του οποίου, αλλά και στο όνομά του, δηλαδή του εντολέα, ενεργεί και ο εμπορικός αντιπρόσωπος, πρέπει για την ταυτότητα του νομικού λόγου, σε συνδυασμό και με τις αρχές τις ισότητας και της καλής πίστης (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 288 ΑΚ), να γίνει δεκτό ότι με βάση την αυτή διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 3577/2007, οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας και συνεπώς και στις συμβάσεις πρακτορείας, όταν έχουν το χαρακτήρα αυτό (ΟλΑΠ 15/2013).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, σε συμμόρφωση προς την οποία εκδόθηκε το πδ/γμα 219/1991, ''κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να λάβει από το άλλο μέρος, αφού το ζητήσει, ενυπόγραφο έγγραφο που θα αναφέρει το περιεχόμενο της συμβάσεως, καθώς και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της. Δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα ( παρ. 1).

Η παράγραφος 1 δεν παρεμποδίζει κράτος μέλος να ορίσει ότι η σύμβαση είναι έγκυρη μόνο αν καταρτισθεί εγγράφως'' (παρ. 2). Με βάση την παρεχόμενη από τις διατάξεις αυτές της Οδηγίας ευχέρεια, ο έλληνας νομοθέτης, με το άρθρο 8 παρ. 1α του πδ/τος κατά την αρχική διατύπωση του, όρισε τον έγγραφο τύπο, ως προϋπόθεση για την εφαρμογή του εν λόγω διατάγματος.

Με τη διάταξη του άρθρου 6 του πδ/τος 312/1995, αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 8 του του πδ/τος 219/1991, στην οποία ορίζεται πλέον ότι, ''1.α) Δια την εφαρμογή του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας πρέπει να συνομολογηθεί εγγράφως, β) Κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να λάβει από το άλλο, αφού το ζητήσει, ενυπόγραφο έγγραφο που θα αναφέρει το περιεχόμενο της σύμβασης καθώς και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της.

Δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα''. Οι ρυθμίσεις αυτές ως προς τον τύπο της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αντιφατικές, αφού με την πρώτη απαιτείται έγγραφος τύπος και με τη δεύτερη παρέχεται το δικαίωμα, από το οποίο μάλιστα τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να παραιτηθούν, να ζητήσει κάθε μέρος ενυπόγραφο έγγραφο με το περιεχόμενο της συμβάσεως και τις τροποποιήσεις της.

Ενόψει των ρυθμίσεων αυτών, ορθότερη είναι η άποψη ότι ή σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας καταρτίζεται ατύπως, το δε "ενυπόγραφο έγγραφο" που αναφέρει το άρθρο 8 παρ. 1 περ. β' του πδ/τος 219/1991, δεν συνιστά συστατικό τύπο, αλλά προβλέπεται για λόγους αποδεικτικής διευκόλυνσης των μερών, αναφορικά με το περιεχόμενο της σύμβασης.

Ο ως άνω άτυπος χαρακτήρας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας συνεπάγεται επομένως, χωρίς αμφιβολία, ότι η μη εγγράφως καταρτισθείσα σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και έγκυρη είναι και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του προαναφερθέντος πδ/τος 219/1991 ''περί εμπορικών αντιπροσώπων'', το ίδιο δε ισχύει και επί της σύμβασης πρακτορείας, κατά την ανάλογη εφαρμογή επ' αυτής του εν λόγω π.δ/τος.

Η τυχόν μη έγγραφη κατάρτιση της οικείας σύμβασης, ως μόνη συνέπεια μπορεί να έχει απλώς την πρόκληση αποδεικτικών δυσχερειών σε σχέση με το περιεχόμενο της συναφθείσας συμφωνίας και όχι την ακυρότητα της ή το ανεφάρμοστο των προστατευτικών υπέρ του εμπορικού αντιπροσώπου διατάξεων του πδ/τος 219/1991.

Η άποψη αυτή ενισχύεται άλλωστε και από τη νέα νομοθετική ρύθμιση της παρ. 3 στοιχ. α του άρθρου 14 του ν. 3557/2007, με την οποία αντικαταστάθηκε η περίπτωση α της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του πδ/τος 219/1991 (που προέβλεπε τον έγγραφο τύπο της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας για την εφαρμογή του ως άνω π.δ/τος), που ρητά ορίζει πλέον ότι, ''για την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος δεν απαιτείται η τήρηση εγγράφου τύπου'', με παράλληλη διαγραφή από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 β του πδ/τος 219/1991 της φράσης ''δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα'' (άρθρο 14 παρ. 3β του ν. 3555/2007, ΑΠ 191/2016, ΑΠ 355/2015).

Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι κατά το νόμο αναγκαία για την εφαρμογή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 532/2018, ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).

Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 681/2014).

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 290/2017, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως προς την ουσία της υπόθεσης, όσον αφορά την πρώτη ενάγουσα, τα ακόλουθα:

Η εναγοµένη και εφεσίβλητη (...), ήδη αναιρεσίβλητη, είναι ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρία, η οποία περί το έτος 1988 αποφάσισε τη δρομολόγηση πλοίων της και στις ακτοπλοϊκές γραµµές µε προορισμό την Ιταλία και δη στη γραμμή Πάτρα - Ανκόνα. Ενόψει αυτού συνήψε στα Χανιά µε την πρώτη (αρχικώς) ενάγουσα ομόρρυθµη εταιρία µε την επωνυμία, "...", της οποίας οι λοιποί ενάγοντες (δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων) ήταν ομόρρυθµοι εταίροι, διατηρούσε δε αυτή γραφείο γενικού τουρισμού στην Ηγουμενίτσα, την από 10 Δεκεμβρίου 1988 ''σύμβαση πρακτόρευσης'', µε την οποία η ενάγουσα εταιρία ανέλαβε την αντιπροσώπευση της ...

στην Ηπειρο, µε σκοπό την πώληση και προαγωγή των παρεχοµένων υπηρεσιών µε τα πλοία της στη γραμμή Πάτρα - Ανκόνα, Πειραιάς - Κρήτη και Κρήτη - Θεσσαλονίκη (άρθρο 2 τ?ς συµβάσεως), ήτοι τη διάθεση εισιτηρίων επιβατών και οχημάτων, επιβατικών και φορτηγών, αντί αμοιβής, συνιστάµενης σε συμφωνημένο ποσοστό προμήθειας επί τ?ν ναύλων των εκδιδόµενων εισιτηρίων (άρθρα 7 και 8) και µε τη ρητή απαγόρευση αντιπροσώπευσης άλλων ναυτιλιακών εταιριών, εκτός εάν αυτές εκτελούσαν δρομολόγια σε λιμάνια που δεν θα προσέγγιζαν τα πλοία της ..., της απαγόρευσης αυτής αφορώσας τόσο τη συμβαλλομένη ομόρρυθµη εταιρία όσο και τις θυγατρικές αυτής εταιρίες (υφιστάμενες ή µέλλουσες να ιδρυθούν) καθώς και τους εταίρους αυτής ατοµικά και τους συγγενείς αυτών πρώτου βαθμού (άρθρο 3).

Επίσης, η ενάγουσα εταιρία ήταν υποχρεωμένη να προάγει και να επεκτείνει την κίνηση επιβατών και οχημάτων στην Ήπειρο µε τα πλοία της ..., να διανέµει µε δαπάνες της τα διαφημιστικά φυλλάδια των δρομολογίων της .... στους ταξιδιωτικούς οργανισμούς και τα τουριστικά γραφεία της Ηπείρου, να οργανώνει και να υλοποιεί µε δικές της δαπάνες τη διαφημιστική προβολή της ...

στην Ήπειρο (µε διαφημιστικές πινακίδες, καταχωρίσεις κ.λπ.) και να εξοπλίσει τα γραφεία της µε τις απαραίτητες εγκαταστάσεις και προσωπικό, ώστε να καταστεί δυνατή η εφαρµογή της μεταξύ τους συμφωνίας (άρθρα 4, 5 και 6). Τέλος, η σύμβαση ορίστηκε αορίστου χρόνου, δυνάµενη να καταγγελθεί μονομερώς από τα συμβαλλόμενα µέρη, µε έγγραφη καταγγελία εντός των οριζόµενων προθεσμιών (άρθρο 9).

Σύμφωνα µε τα παραπάνω και µε βάση τη φύση και το περιεχόµενο της συγκεκριμένης σύμβασης, µε γνώμονα την οικονομική λειτουργία της και την έννομη θέση των συμβαλλομένων, η συμβατική σχέση που συνέδεε τις εταιρίες ήταν η επιχείρηση πρακτορείας, έχουσας το χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας, καθόσον κυρίαρχο στοιχείο της ένδικης σύμβασης ήταν η διαμεσολάβηση της ενάγουσας οµόρρυθµης εταιρίας, που ενεργούσε στο όνοµα και για λογαριασμό της εναγοµένης, στην πώληση εισιτηρίων κ.λπ.

µε τα πλοία της τελευταίας, που αποτελούσε κοινό στόχο των συμβαλλομένων, µε την επίτευξη οικονομικού κέρδους. Στοιχείο που συνδράµει στα ανωτέρω είναι και το γεγονός ότι η εφεσίβλητη ήταν αυτή που διαμόρφωνε την εμπορική της πολιτική, καθορίζοντας η ίδια μονομερώς τις τιµές για τα εισιτήρια και τους ναύλους, τις προβλεπόμενες εκπτώσεις και προσφορές, έχοντας άµεση και ευθεία πρόσβαση, διά του εγκατεστηµένου από την ενάγουσα εταιρία λογισμικού, στα πλήρη στοιχεία της πελατείας της, των πωλούμενων εισιτηρίων κ.λπ.

Συνεπώς, η επίδικη σχέση, κατά την έναρξη της οποίας δεν υπήρχε το π.δ. 219/1991, διέπεται αναλογικώς απ' αυτό ως προς τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών από την 01η Ιανουαρίου 1994 (άρθρο 11 παρ. 2 του π.δ. αυτού), οπότε η σύμβαση ήταν ακόµα σε ισχύ, σύμφωνα και µε όσα αναλυτικά εκτέθηκαν στην υπό

ΙΙ σκέψη της παρούσας. Η σύμβαση λειτούργησε κανονικά µέχρι τις αρχές του έτους 2001, οπότε μεταξύ της εναγοµένης, της ενάγουσας καθώς και των ομορρύθμων αυτής µελών Π. Ρ. του Κ. και Ε. Ρ. του Κ., που συµβλήθηκαν και ατοµικώς ως εγγυητές, συνήφθη η από 29 Ιανουαρίου 2001 σύμβαση, µε το ίδιο εν γένει αντικείµενο µε την πρώτη ως άνω σύμβαση και ενώ ήδη η ...

εκτελούσε δρομολόγια και στη γραμμή Πάτρα - Ηγουμενίτσα - Κέρκυρα - Τεργέστη. Με τη νέα σύμβαση επαναλήφθηκε η δέσμευση του ''γενικού αντιπροσώπου'' να αντιπροσωπεύει στην Ήπειρο µόνο την ..., απαγορευοµένης ρητώς της αντιπροσώπευσης στην Ήπειρο ή σε οποιοδήποτε άλλο διαμέρισμα της Ελλάδας άλλων ναυτιλιακών εταιριών, που τα πλοία τους εκτελούν δρομολόγια στις γραµµές Ελλάδας - Ιταλίας (χωρίς να γίνεται διάκριση ως προς το λιμένα προσέγγισης στην Ιταλία) και Πειραιά - Κρήτης, ενώ διευρύνθηκε ο κύκλος των προσώπων που δεσμεύονταν από τη ρήτρα αυτή.

Τέλος, µε το άρθρο 6 της συµβάσεως άλλαξαν τα ποσοστά της προμήθειας της ενάγουσας, καθώς και η κατ' αποκοπή αμοιβή της για τις παρεχόμενες απ' αυτήν υπηρεσίες στην εξυπηρέτηση των πλοίων της ... στο λιμένα της Ηγουμενίτσας, ενώ στο άρθρο 5 καθορίστηκε ο τρόπος διευθέτησης των εκατέρωθεν οικονοµικών υποχρεώσεων.

Ειδικότερα, η ενάγουσα ομόρρυθµη εταιρία, εκτός των χρημάτων που εισέπραττε για τα εισιτήρια που η ίδια εξέδιδε, συγκέντρωνε και τις αντίστοιχες εισπράξεις των συμβληθέντων µε την ίδια υποπρακτόρων της περιοχής της ευθύνης της (της Ηπείρου), αφαιρουµένων των ποσών των προμηθειών που είχε συμφωνηθεί ότι οι τελευταίοι δικαιούντο.

Στη συνέχεια, υποχρεούτο να αποδίδει στην ... µε µετρητά τους ναύλους για τους επιβάτες και τα Ι.Χ. που είχε εκδώσει η ίδια ή τα συνεργαζόµενα µε αυτή (υπο)πρακτορεία και µε µετρητά ή µε επιταγές τους ναύλους των φορτηγών, εντός των οριζόµενων µε τη σύμβαση προθεσµιών, παρακρατώντας τα ποσά προμηθειών και αμοιβών που δικαιούτο η ίδια.

Αντίστοιχα, η ... υποχρεούτο να εµβάζει στην ομόρρυθµη εταιρία σε µετρητά τα έξοδα των πλοίων και τις υποχρεώσεις της ..., που πλήρωνε για λογαριασμό της. Εξάλλου, στην παράγραφο 5. 3 προβλέφθηκε ειδικώς ότι, ''ο γενικός αντιπρόσωπος είναι υπεύθυνος για την απόδοση στην ... όλων των ναύλων των εισιτηρίων που θα εκδίδονται, είτε απευθείας από το γραφείο του, είτε από οποιαδήποτε ταξιδιωτικά γραφεία, τα οποία αυτός θα έχει ορίσει, χωρίς να έχει το δικαίωµα να καθυστερεί την πληρωμή των ναύλων στην ..., επικαλούμενος καθυστερήσεις ή αρνήσεις ή αδυναμία από αυτούς τους τρίτους''.

Περαιτέρω, παρελθούσης της 31ης Οκτωβρίου 2002, που µε το άρθρο 8 της ως άνω από 29-01-2001 συµβάσεως είχε ορισθεί ως η ηµεροµηνία λήξης της ισχύος της σύμβασης, οι δύο συµβληθείσες εταιρίες συνέχισαν να ενεργούν στα πλαίσιά της, ώστε, σύμφωνα µε την αναλογικώς εφαρμοζόµενη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του πδ 219/1991, αυτή μετετράπη σε αορίστου χρόνου.

Τελικώς, η σύμβαση καταγγέλθηκε από την ..., η οποία επέδωσε στις 28 Νοεμβρίου 2005 στην ενάγουσα εταιρία και στα ομόρρυθµα αυτής µέλη, την από 25-11-2005 εξώδικη δήλωση - καταγγελία της, µε την οποία τους δήλωνε ότι καταγγέλλει τη μεταξύ τους σύμβαση, της συνεργασίας τους λυθησοµένης στις 31 Δεκεμβρίου 2005 (βλ. τις υπ' αριθμ. .....

εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιµελητή στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, Α. Ν.), ενώ από τις 05 Ιανουαρίου 2006 αποκλείστηκε και η πρόσβαση της ενάγουσας εταιρίας στο ηλεκτρονικό σύστηµα κρατήσεων της ..., µε την κατάργηση του κατά το παρελθόν χορηγηθέντος σε αυτή σχετικού κωδικού. Η ενάγουσα ομόρρυθµη εταιρία πρωτοδίκως και ήδη η εφεσίβλητη, µε τους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόµενης ?φεσής της ισχυρίζονται ότι µόνη ισχύουσα και ρυθµίζουσα τις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων εταιριών σύμβαση είναι αυτή του έτους 1988 και ότι ουδέποτε συνήφθη νέα μεταξύ των εταιριών σύμβαση και συνεπώς οι ομόρρυθμοι εταίροι της ενάγουσας ουδέποτε εγγυήθηκαν υπέρ της καλής εκτέλεσης αυτής, καθώς το από 29 Ιανουαρίου 2001 ιδιωτικό συμφωνητικό δεν φέρει την υπογραφή των νοµίµων εκπροσώπων της εναγοµένης ανώνυμης εταιρίας, επρόκειτο δε για ''σχέδιο'', που δεν απέκτησε νομική ισχύ.

Ωστόσο, ενόψει της αναλογικής εφαρµογής του πδ 219/1991 και των ρυθμίσεων στο άρθρο 8 αυτού, η επίδικη σύμβαση (ακόµα και πριν την ισχύ ο του π.δ. 3557/2007), μπορούσε να καταρτισθεί και ατύπως, το δε αναφερόμενο στις διατάξεις του ''ενυπόγραφο έγγραφο'' δεν αποτελούσε προϋπόθεση για την εφαρµογή των ως άνω διατάξεων, αλλά προβλεπόταν µόνο για λόγους αποδεικτικής διευκόλυνσης των µερών, σύμφωνα και µε όσα στην υπό

ΙΙΙ σκέψη της παρούσας εκτέθηκαν. Ενδεικτικό της ισχύος της νέας συµβάσεως είναι και το γεγονός ότι η ενάγουσα εταιρία εισέπραττε ''πρακτορειακά δικαιώµατα εξωτερικού'', ήτοι την κατ' αποκοπή αμοιβή της για κάθε προσέγγιση πλοίου της ... στην Ηγουμενίτσα, υπολογιζόµενα µε το ποσό των 15.000 δραχμών (και στη συνέχεια των 44,02 ευρώ), που προβλέφθηκε µε το άρθρο 6.Ι.ε της από 29.01.2001 συµβάσεως και μάλιστα αναδρομικά από την 01 Φεβρουαρίου 2000 (άρθρο 6.1), αντί αυτού των 4.000 ευρώ, που προβλεπόταν µε την πρώτη σύμβαση του 1988 (βλ.

τα υπ' αριθ. .../23.03.2000, .../12.04.2000, .../28.06.2000, .../20.02.2001, .../31.12.2004, .../25.05.2005 και .../12.11.2005 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών εκδόσεως της "...."). Ενόψει της ισχύος της συµβάσεως του 2001 και του προμνησθέντος υπ' αριθ. 5.3 όρου αυτής, η εταιρία "..." δεν δικαιούτο να αναζητήσει από την ... τα µη καταβληθέντα και ακόµα οφειλόµενα ποσά, είτε αυτά προέρχονταν από τρίτους που έκαναν χρήση των υπηρεσιών της ... (επιβάτες κ.λπ.), είτε από τους υποπράκτορες και συνεπώς η τελευταία δεν υποχρεούται να της αποδώσει το µε την αγωγή αιτούμενο ποσό των 215.620,80 ευρώ, παρά τα όσα αντιθέτως ισχυρίζεται και η εκκαλούσα µε τον ίδιο ως άνω πρώτο λόγο της έφεσής της.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και απέρριψε το σχετικό κεφάλαιο της αγωγής, ως ουσιαστικά αβάσιµο, ορθώς εφάρμοσε το νόµο και εκτίμησε το σύνολο των αποδείξεων, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις της εκκαλούσας εταιρίας. Σημειώνεται ότι µε την κρινόµενη έφεση δεν προσβάλλεται το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης, µε το οποίο απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιµο και το έτερο µε την αγωγή αιτούμενο κονδύλιο των 165.644,850 ευρώ, που αφορούσε το κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς πιστωτικό υπέρ της ενάγουσας εταιρίας κατάλοιπο του οικονομικού λογαριασμού του µηνός Ιανουαρίου 2005".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε, ειδικότερα, ότι μεταξύ της εναγομένης και της πρώτης ενάγουσας, καταρτίστηκε αρχικά η από 10 Δεκεμβρίου 1988 σύμβαση πρακτορείας, με χαρακτηριστικά εμπορικής αντιπροσωπείας, την καλή εκτέλεση της οποίας εγγυήθηκαν οι λοιποί ενάγοντες, ότι ακολούθως, από τον Ιανουάριο του 2001 καταρτίστηκε νέα σύμβαση με το από 29-1-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο δεν έφερε την υπογραφή των εκπροσώπων της εναγομένης, αλλά μόνο τις υπογραφές της ενάγουσας και των ομορρύθμων μελών της, ότι η σύμβαση αυτή είναι ισχυρή, καθώς λειτούργησε μεταξύ των διαδίκων και εφαρμόστηκαν οι όροι της, όπως συνομολογήθηκαν με το τελευταίο συμφωνητικό και ότι μετά την πάροδο του χρόνου διάρκειάς της, η νέα σύμβαση συνεχίστηκε ως αορίστου χρόνου, μέχρι την καταγγελία της από την εναγομένη.

Στη συνέχεια δε, δεχόμενο ως ισχυρή την τελευταία σύμβαση, για την οποία το άνω ανυπόγραφο από την εναγομένη, ως αντιπροσωπευομένη, από 29-1-2001 έγγραφο, απέρριψε το αγωγικό κονδύλιο των 215.620,80 ευρώ, για τις ανεξόφλητες οφειλές, δεχόμενο ότι η εταιρία, "..." (πρώτη ενάγουσα) με βάση τον με αριθμό 5.3 (έγκυρο) όρο αυτής, δεν δικαιούτο να αναζητήσει από την ...

τα µη καταβληθέντα και ακόµα οφειλόµενα ποσά, είτε αυτά προέρχονταν από τρίτους που έκαναν χρήση των υπηρεσιών της ... (επιβάτες κ.λπ.), είτε από τους υποπράκτορες και συνεπώς η τελευταία δεν υποχρεούται να της αποδώσει το µε την αγωγή αιτούμενο ποσό των 215.620,80 ευρώ, για τις ανεξόφλητες οφειλές, απορρίπτοντας τους αντίθετους ισχυρισμούς της πρώτης ενάγουσας, ότι η τελευταία σύμβαση ως ανυπόγραφη από την εναγομένη, δεν παράγει έννομα αποτελέσματα.

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της πρώτης αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή της, με όμοια κρίση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με την κατάρτιση της νέας σύμβασης πρακτορείας - εμπορικής αντιπροσωπείας, μεταξύ της εναγομένης και της πρώτης ενάγουσας και τη συνομολόγηση των όρων της, οι οποίες και καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες εφάρμοσε και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Το Εφετείο, δηλαδή, αν και ορθά δέχθηκε ότι η ένδικη σύμβασης πρακτορείας με χαρακτηριστικά εμπορικής αντιπροσωπείας, μπορούσε να καταρτιστεί και ατύπως, στη συνέχεια το ίδιο δέχθηκε έγγραφη κατάρτιση της σύμβασης και έγγραφη συνομολόγηση των όρων της, με το άνω από 29-1-2001 έγγραφο, το οποίο, όμως, δεν είχε υπογραφεί από την εναγομένη (αντιπροσωπευόμενη), χωρίς περαιτέρω να δέχεται ότι το περιεχόμενο του άνω εγγράφου (όπου περιλήφθηκε ο πιο πάνω όρος 5.3) συνομολογήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, προφορικά ή προέκυψε από άλλο τρόπο.

Έτσι, το πόρισμα στο οποίο κατέληξε η προσβαλλόμενη, δεν είναι σαφές, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτή, ως συμπέρασμα που προέκυψε από τις αποδείξεις, ο τρόπος κατάρτισης της άνω νέας σύμβασης και η συνομολόγηση των όρων της, μεταξύ των οποίων ο προαναφερθείς με αριθμό 5.3, κατ' εφαρμογή του οποίου απορρίφθηκε το πιο πάνω αγωγικό κονδύλιο, των 215.620,80 ευρώ, για τις ανεξόφλητες οφειλές, αντίθετα γίνεται λόγος για κατάρτιση της σύμβασης με ανυπόγραφο έγγραφο, όρος του οποίου εφαρμόστηκε, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε προφορική συνομολόγηση, τόσο της νέας σύμβασης, όσο και των όρων της, ενόψει και του ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, για την κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης, δεν είναι αναγκαία η τήρηση του έγγραφου τύπου.

Έτσι, δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκής αιτιολογία για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, αφού ουδόλως αιτιολογείται γιατί η νέα σύμβαση πρακτορείας, αν και ανυπόγραφη παράγει έννομα αποτελέσματα και οι όροι της είναι έγκυροι, ώστε ακολούθως να δικαιολογείται η απόρριψη του αγωγικού κονδυλίου, των 215.620 ευρώ για τις ανεξόφλητες οφειλές τρίτων, με μόνη απόδειξη, όσον αφορά το κονδύλιο αυτό, τον όρο 5.3 της άνω νέας ανυπόγραφης σύμβασης.

Κατόπιν αυτών, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο τρίτος λόγος, κατ' εκτίμηση ομοίως από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, που προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση εκ πλαγίου παραβίαση των άνω διατάξεων, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων και να καταδικασθούν οι τελευταίοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (αρθρ. 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), στη συνέχεια δε, να αναιρεθεί η πιο πάνω απόφαση ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα κατά παραδοχή των άνω λόγων της και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ανωτέρω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (αρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (αρθρ. 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (αρθρ. 495 παρ. 3Γ ΚΠολΔ), στον καταθέσαντα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-11-2017 (αρ. καταθ. 29/17-11-2017) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5/2017 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Αναιρεί την άνω απόφαση, ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή στον καταθέσαντα του παραβόλου για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ