Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment on contract payment dispute due to inadmissibility and lack of reviewable errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the single-instance court's final judgment ordering payment of a contract balance. The appellant argued the lower court's decision was arbitrary and violated common sense, but the court found these grounds inadmissible as they relied on the court's unreviewable assessment of evidence and facts. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not review the lower court's evaluation of evidence or its application of common sense principles without specific grounds, rendering such appeals inadmissible or unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1019 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1019/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Γιαννουλάτου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νούσιο που ανακάλεσε την από 3/11/2017 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/6/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 163/2014 μη οριστική και 87ΤΜ/2016 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/8/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 87/ΤΜ/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, το οποίο, συνεκδικάζοντας ως Εφετείο αντίθετες Εφέσεις των διαδίκων κατά της 39/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Βέροιας, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κατά παραδοχή της 22-7-2013 έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης και ερεύνησε εκ νέου την από 23-6-2011 ένδικη αγωγή της, δέχτηκε αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο, (ήδη αναιρεσείοντα), να καταβάλει στην τελευταία (αναιρεσίβλητη), νομιμοτόκως από 29-7-2010, το ποσό των 11.000 ευρώ, ως υπόλοιπο της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής της, για την εκτέλεση της καταρτισθείσας μεταξύ τους σύμβασης του περιγραφόμενου σε αυτή έργου.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 53, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τα άρθρα 111 παρ.2, 118 παρ.4 και 216 ΚΠολΔικ το δικόγραφο της αγωγής εκτός από τα άλλα στοιχεία, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Η μη πλήρης αναφορά των περιστατικών αυτών καθιστά την αγωγή αόριστη και οδηγεί στην απόρριψή της ως απαράδεκτης για έλλειψη μιας διαδικαστικής προϋποθέσεως. Παράλληλα, κατά το άρθρο 681 ΑΚ, με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 682 και 694 ΑΚ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής εργολάβου που ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του, ή το υπόλοιπο αυτής, απαιτείται η επίκληση της καταρτισθείσας συμβάσεως μισθώσεως έργου, του συμφωνηθέντος έργου, της εκτελέσεως και παραδόσεως ή προσφοράς τούτου στον εργοδότη, της συμφωνηθείσας αμοιβής και της παραλαβής του έργου από τον εργοδότη (ΑΠ 1539/2008). Εξ άλλου, στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, ορίζονται, πλην άλλων, τα εξής:
"Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο:
1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου ...
5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης..." Πράγματα, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων Ολ.ΑΠ 11/1996).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ενώ η ποιοτική αοριστία, η επίκληση δηλαδή των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σε αυτή.
Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας, πρέπει η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004, ΑΠ 506/2010) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 883/2011).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βέροιας ένδικης αγωγής της εναντίον του ήδη αναιρεσείοντος, η ενάγουσα αναιρεσίβλητη ανέφερε τα εξής: Ότι δυνάμει συμβάσεως που κατήρτισε με τον εναγόμενο, στη ..., συνταχθέντος του από 19-12-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί στις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή εργασίες τοποθέτησης τμημάτων των ψυκτικών θαλάμων, στις εγκαταστάσεις του εναγομένου, έναντι συνολικού τιμήματος 16.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, το οποίο θα καταβάλλονταν τμηματικά (κατά τα προβλεπόμενα ειδικότερα στο ανωτέρω συμφωνητικό.
Ότι κατά την εκτέλεση των εργασιών χρησιμοποιήθηκαν εκ μέρους της ενάγουσας πρόσθετα υλικά και έγιναν πρόσθετες εργασίες, όπως αυτά αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή κατά ποσότητα και είδος, κατόπιν δε συμφωνίας η αμοιβή αυξήθηκε κατά το ποσό των 2.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ. Ότι οι εργασίες ολοκληρώθηκαν τον Οκτώβριο 2008, ενώ από τον Ιούλιο 2009, που πραγματοποιήθηκε η οριστική σύνδεση με το δίκτυο της ΔΕΗ, οι εγκαταστάσεις της μονάδας τέθηκαν πλήρως σε λειτουργία και ο εναγόμενος παρέλαβε αυτές χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη.
Ότι ο τελευταίος, παρά τα συμφωνηθέντα, κατέβαλε τμηματικά μόνο το ποσό των 10.420 ευρώ και αρνείται να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 11.000 ευρώ. Ζήτησε δε κατόπιν τούτων να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το οφειλόμενο ποσό, νομιμότοκα από την 29-7-2010, (ημερομηνία ταχθείσα με την από 22-7-2020 εξώδικη δήλωσή της), άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 681 επ. 348, 345, 346 ΑΚ αγωγή της αναιρεσίβλητης, στην οποία, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, γίνεται μνεία του χρόνου συνάψεως της εργολαβικής σύμβασης, του συμφωνηθέντος έργου, της εκτελέσεως, της παραδόσεως αυτού στον εργοδότη αναιρεσείοντα και της παραλαβής τούτου από τον τελευταίο, καθώς και της συμφωνηθείσας αμοιβής για την εκτέλεση του έργου, είναι επαρκώς ορισμένη, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔικ και ειδικότερα περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από την αναιρεσίβλητη κατά του αναιρεσείοντος, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Επομένως, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας, που έκρινε ότι η ένδικη αγωγή με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η επικαλούμενη απαίτηση της αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 361 και 694 παρ. 1α' ΑΚ που επικαλείται ο αναιρεσείων, ούτε έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και γι' αυτό ο πρώτος από το άρθρο 560 αρ. 1 και 5 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι αβάσιμος.
Με την διάταξη του άρθρου 681 του Α.Κ. καθορίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως μισθώσεως έργου, που είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 694 του ιδίου Κώδικα, καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση εκάστου τμήματος.
Ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κυρίας υποχρεώσεως του εργολάβου, συνισταμένη στην εκτέλεση και προσπόριση του έργου στον εργοδότη, στην περιέλευση δηλαδή τούτου στη σφαίρα εξουσιάσεως του τελευταίου, υπό την προϋπόθεση ότι το έργο είναι το προσήκον, ήτοι δεν είναι εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος, διότι τότε ο εργολάβος δεν θεωρείται ότι προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατ' άρθρο 694 Α.Κ.
της συμφωνηθείσας αμοιβής του. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 688, 689, 690, και 694 του Α.Κ. προκύπτει ότι ένα έργο θεωρείται περατωμένο ή εκτελεσμένο, έστω και αν έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή πραγματικά ελαττώματα, ακόμη και ουσιώδη που το καθιστούν άχρηστο. Στην περίπτωση αυτή ο κύριος του έργου έχει, υπό προϋποθέσεις, ορισμένα δικαιώματα, όπως αυτό της αναστροφής της συμβάσεως ή της μειώσεως της αμοιβής ή εκείνο της αποζημιώσεως, ενώ δεν έχει τις κατά τις γενικές διατάξεις ενστάσεις της μη εκπληρώσεως ή της μη προσήκουσας εκπληρώσεως της συμβάσεως (αρθρ. 374 Α.Κ.), ούτε τα δικαιώματα από τα άρθρα 380 επ., 383 επ.
σε συνδυασμό προς τα άρθ. 337, 343 παρ. 2, 384, 386 και 387 ΑΚ, για τις περιπτώσεις της αδυναμίας ή της υπερημερίας του εργολάβου σχετικά με τη μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, άρα ούτε απαλλαγής του από την αντιπαροχή (καταβολή της αμοιβής του εργολάβου), εκτός αν α) εξαιτίας της ελλείψεως ιδιοτήτων ή των ελαττωμάτων, το έργο, το οποίο παραδόθηκε ή είναι εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος ως εκτελεστέου, αφού τότε δεν υπάρχει εκπλήρωση της παροχής και ο εργολάβος δεν δικαιούται να αξιώσει την αμοιβή του ή β) έχει συμφωνηθεί μεταξύ κυρίου του έργου και εργολάβου αντίθετη, της προαναφερόμενης ρύθμιση, αφού οι σχετικές διατάξεις έχουν χαρακτήρα διατάξεων ενδοτικού δικαίου (Α.Π. 877/2013, ΑΠ 723/2015, ΑΠ 1070/2017).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 158, 159 και 164 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν συμφωνήθηκε η τήρηση τύπου για δικαιοπραξία, για την οποία δεν απαιτείται η τήρησή του από τον νόμο, οι τροποποιήσεις της εν λόγω δικαιοπραξίας, έστω και αν μεταβάλλουν ουσιώδη όρο της αρχικής ή αν με αυτές διευρύνονται οι υποχρεώσεις των μερών, είναι έγκυρες, έστω και αν γίνουν ατύπως. Τούτο συμβαίνει, επειδή μπορεί με νεότερη συμφωνία, έστω και σιωπηρή, να τροποποιηθεί η αρχική σύμβαση, καθόσον η νεότερη συμφωνία καταργεί αυτήν περί έγγραφης τροποποίησης της αρχικής συμφωνίας (ΑΠ 1842/2013, ΑΠ 424/2011, ΑΠ 766/ 2003).
Παράλληλα, από τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 211, 236, 361 και 424 εδ, α' ΑΚ, συνάγεται ότι για να έχει αποσβεστικό αποτέλεσμα της ενοχής η εκπλήρωση της παροχής, που συντελείται με καταβολή, πρέπει αυτή να είναι προσήκουσα, δηλαδή να υπάρχει ταυτότητα οφειλόμενης και καταβαλλόμενης παροχής, ώστε ο δανειστής να λαμβάνει ό,τι δικαιούται να αξιώσει από τον οφειλέτη σύμφωνα με το νόμο και τη σύμβαση (ΑΠ 907/2005) και να γίνει: 1) είτε προς το δανειστή προσωπικά ή τον επιτετραμμένο από το δικαστήριο ή το νόμιμο ή δικαστικό αντιπρόσωπο του δανειστή, εφοδιασμένο στην τελευταία περίπτωση με πληρεξούσιο έγγραφο, 2) είτε προς τον έχοντα ειδική εξουσιοδότηση του δανειστή, ρητή (π.χ.
με έκταξη του άρθρου 876 Α.Κ.) ή και σιωπηρή, προκύπτουσα από τη σχέση του δανειστή με τον εξουσιοδοτημένο, (π.χ. του ταμία μιας επιχειρήσεως προς είσπραξη των πωλούμενων από αυτή πραγμάτων), να λάβει την παροχή ενεργώντας στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό με τη συγκατάθεση του δανειστή, 3) είτε προς τρίτο δεκτικό καταβολής πρόσωπο, το οποίο προσδιόρισε ο δανειστής, κατόπιν συμβάσεως του με τον οφειλέτη, παρέχοντας (κληρονομητό) δικαίωμα στον οφειλέτη να καταβάλει με αποσβεστικά αποτελέσματα την παροχή προς τον δεκτικό καταβολής, ο οποίος δεν είναι μονομερώς ανακλητός.
Καταβολή που έγινε σε άλλον, εκτός από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη, έστω και αν αυτός τελούσε σε συγγνωστή πλάνη, (με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 889, 224, 1654, 1540, 1541, 426 ΑΚ και 822 ΚΠολΔ), εκτός αν ο δανειστής εγκρίνει μια τέτοια καταβολή ή ωφελείται από αυτή, λόγω αποδόσεως του ληφθέντος στο δικαιούχο ή κληρονομήσεως του ενός από αυτούς από τον άλλο ή αποσβέσεως της υποχρεώσεως αποδόσεως του καταβληθέντος από τον λαβόντα τρίτο στο δανειστή από άλλη αιτία.
Ο οφειλέτης, φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως της καταβολής κατά τον προσήκοντα τρόπο (ΑΠ 285/2011, ΑΠ 626/2010).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΠολΔ, εννοιολογικά ταυτόσιμη με εκείνη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠοΛΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του η αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Αντίστοιχα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 560 αρ.1), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 20/2005). Και τούτο για τον λόγο ότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠοΛΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Η εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας για ύπαρξη κενού στην δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στην διατύπωση αυτής και για το λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό. εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.
Παραβιάζονται ομοίως οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σε αυτές, για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων ή δεν παραθέτει πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ 16/2009).
Διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 1, εδ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία παρέλειψε η απόφαση να χρησιμοποιήσει (Ολ.ΑΠ 8, 10 και 11/2005, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 211/2011).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονας πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και κατ' επέκταση από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας, ερευνώντας στη συνέχεια την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής και των προβαλλόμενων προς αντίκρουσή της ισχυρισμών του εναγομένου δέχτηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: "Η ενάγουσα είναι τεχνική εταιρία, που αναλαμβάνει τη μελέτη, επίβλεψη και κατασκευή ιδιωτικών και δημοσίων τεχνικών έργων. 0 εναγόμενος, ο οποίος διατηρεί επιχείρηση παρασκευής προϊόντων ζύμης, πίτσας, πίπας και άλλων συναφών προϊόντων στο ..., το 2007 επρόκειτο να κατασκευάσει ιδιόκτητες ψυκτικές εγκαταστάσεις.
Κατά το χρόνο ανέγερσης των εγκαταστάσεων αυτών, μέσω του υπεργολάβου που κατασκεύαζε το φέροντα οργανισμό του κτιρίου, ήρθε σε επαφή με τον Θ. Σ., εργολάβο δημοσίων έργων, ο οποίος του συνέστησε για την προμήθεια και εγκατάσταση των ψυκτικών θαλάμων την ενάγουσα, με την οποία είχε συνεργαστεί στο παρελθόν.
Κατόπιν αιτήσεως του Θ. Σ. η ενάγουσα απέστειλε προς αυτόν την από 20-10-2007 προσφορά της, σχετικά με το κόστος αγοράς των μηχανισμών και εξαρτημάτων των ψυγείων και ψυκτικών θαλάμων, καθώς και το εκτιμώμενο κόστος μεταφοράς αυτών, την οποία ο τελευταίος εγχείρησε στον εναγόμενο. Ακολούθως, με το από 19-12-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ των διαδίκων στη ..., η ενάγουσα ανέλαβε το έργο της τοποθέτησης των παραγγελθέντων τμημάτων των ψυκτικών εγκαταστάσεων και τη θέση σε λειτουργία των ψυκτικών μονάδων.
Ειδικότερα, ανέλαβε: α) την τοποθέτηση των ειδικών ψυκτικών πάνελ πολυουρεθάνης, πάχους 120mm, για την πλήρη κατασκευή των τεσσάρων ψυκτικών θαλάμων, προέλευσης της ιταλικής εταιρίας Frigor Box, β) την τοποθέτηση των ψυκτικών και λοιπών θυρών προέλευσης της ίδιας ως άνω ιταλικής εταιρίας, γ) την εγκατάσταση και θέση σε λειτουργία των ψυκτικών μονάδων των παραπάνω ψυκτικών θαλάμων, προέλευσης της ίδιας εταιρίας, δ) την εγκατάσταση και θέση σε λειτουργία του θαλάμου ταχείας κατάψυξης της ίδιας εταιρίας, ε) την τοποθέτηση δύο χειροκίνητων ανασυρόμενων θυρών στα σημεία φορτοεκφόρτωσης και στ) την τοποθέτηση δύο αεροφρακτών στα σημεία φορτοεκφόρτωσης.
Η οφειλόμενη για το προαναφερθέν έργο αμοιβή της ενάγουσας ορίσθηκε στο συνολικό ποσό των 16,000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19%, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί τμηματικά και συγκεκριμένα το ποσό των 3.000 ευρώ με την έναρξη των εργασιών ως προκαταβολή, το ποσό των 3.000 ευρώ με την τοποθέτηση των πάνελ, το ποσό των 5.000 ευρώ με την τοποθέτηση των θυρών και το ποσό των 3.000 ευρώ με την εγκατάσταση των μηχανημάτων, ενώ η εξόφληση του υπολοίπου με την θέση σε λειτουργία του εξοπλισμού.
Η εκτέλεση του έργου ξεκίνησε στο Μάρτιο του 2008 και ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του ίδιου έτους, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας της ενάγουσας, ο οποίος απασχολήθηκε ως τεχνικός καθ' όλη τη διάρκεια των εργασιών. Μάλιστα ο ίδιος έκανε και την τελική δοκιμή και έθεσε σε λειτουργία τους θαλάμους χρησιμοποιώντας, όπως διευκρίνισε, το εργοταξιακό ρεύμα, δεδομένου ότι δεν είχε χορηγηθεί ακόμη στην επιχείρηση η οριστική παροχή ρεύματος, γεγονός που έλαβε χώρα το επόμενο έτος.
Ωστόσο, κατά την εκτέλεση των εργασιών χρησιμοποιήθηκαν εκ μέρους της ενάγουσας επιπλέον των προβλεφθέντων υλικών και εκτελέσθηκαν επιπλέον εργασίες των συμφωνηθεισών, με αποτέλεσμα το κόστος του έργου να αυξηθεί κατά το ποσό των 2.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ. Η ανωτέρω επιβάρυνση αφορούσε στην αγορά και εγκατάσταση φρέον, δύο ηλεκτρικών αντιστάσεων αποχέτευσης, καναλιών όδευσης ηλεκτρικών καλωδίων και 15 μέτρων σωλήνων συμπυκνωμάτων.
Η ανωτέρω πρόσθετη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, αν και καταρτίστηκε προφορικά, είναι καθ' όλα έγκυρη, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη ανωτέρω μείζονα σκέψη, αφού ο έγγραφος τύπος για την επίδικη σύμβαση έργου δεν προβλέπεται από το νόμο, αλλά ορίσθηκε από τα διάδικα μέρη, τα οποία, ενεργώντας στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), κατήργησαν, με την άνω πρόσθετη συμφωνία, τα αντιθέτως οριζόμενα στην παράγραφο Γ2 του από 19-12-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, στην οποία ορίζεται ότι "Για τυχόν νέες εργασίες (εργασίες που δεν προβλέπονται) συμφωνείται από τώρα ότι οι τιμές με τις οποίες θα πληρωθεί η εργολάβος εταιρεία θα προσυμφωνούνται με νέο έγγραφο και θα εκτελούνται από αυτήν".
Συνεπώς, η εν λόγω πρόσθετη συμφωνία, με την οποία επιβαρύνθηκε ο εναγόμενος το επιπλέον ποσό των 2.000, πλέον ΦΠΑ, είναι έγκυρη, έστω και αν έγινε ατύπως, αφού η νεότερη συμφωνία καταργεί αυτήν, περί εγγράφου τροποποιήσεως της αρχικής συμφωνίας, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου, ισχυρισμού του εναγομένου.
Συνεπώς, το συνολικό κόστος του έργου ανήλθε σε 18.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, προς μερική εξόφληση του οποίου ο εναγόμενος κατέβαλε στις 06-06-2008 στον Θ. Σ. το ποσό των 14.000 ευρώ. Προς τούτο ο τελευταίος εξέδωσε την από 06-06-2008 απόδειξη πληρωμής, στην οποία αναφέρεται ως αιτιολογία καταβολής η εν μέρει εξόφληση της ανωτέρω οφειλής, ενώ γίνεται μνεία και περί της υποχρέωσης έκδοσης σχετικού τιμολογίου.
Ωστόσο, από το ανωτέρω ποσό ο Θ. Σ. κατέθεσε στις 10-06-2008 σε τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας στην ... μόνο το ποσό των 7,000 ευρώ, για το οποίο η τελευταία εξέδωσε την υπ: αριθ. 328/10-06-2008 απόδειξη είσπραξης ποσού 6.698,80 ευρώ, την οποία απέστειλε στον εναγόμενο, χωρίς ποτέ ο τελευταίος να διαμαρτυρηθεί διότι το ποσό που αναγράφηκε στο ανωτέρω παραστατικό αφορούσε στο ήμισυ του ποσού που καταβλήθηκε από αυτόν.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η γενόμενη από τον εναγόμενο καταβολή δεν έχει τα αποτελέσματα που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 ΑΚ, ... Και τούτο διότι ο Θ. Σ., στον οποίο έγινε η καταβολή δεν ήταν εφοδιασμένος με ειδική εξουσιοδότηση από την ενάγουσα προκειμένου να λάβει το αντίστοιχο ποσό.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο Θ. Σ. παρέδωσε στο λογιστήριο της ενάγουσας την εκδοθείσα από 06-06-2008 απόδειξη πληρωμής, αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε κάτι σχετικό. Αντίθετα, η τελευταία εξέδωσε την υπ' αριθ. 328/10-06-2008 απόδειξη είσπραξης ποσού 6.688,80 ευρώ, μόλις έγινε η κατάθεση του ποσού των 7.000 ευρώ στον τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην ..., ενώ για το υπόλοιπο ποσό δεν προέβη στην έκδοση απόδειξης αφού ουδέποτε το έλαβε.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν γνώριζε τον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας, αφού είχε συμφωνηθεί ότι η καταβολή του οφειλόμενου ποσού να γίνει στον Θ. Σ., δεν κρίνεται πειστικός, διότι το ποσό που αντιστοιχούσε στον ΦΠΑ το κατέβαλε ο ίδιος στον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας.
Η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν υφίστατο καμία συνεργασία μεταξύ της ενάγουσας και του Θ. Σ. ενισχύεται και από το γεγονός ότι η προσφορά της ενάγουσας για την προμήθεια των υλικών δεν απευθυνόταν στον εναγόμενο αλλά στον ίδιο τον Θ. Σ.. Εξάλλου, η εν λόγω προσφορά φέρει στο τέλος της τα στοιχεία του στελέχους της ενάγουσας εταιρίας Α.
Γ., πολιτικού μηχανικού, ενώ στη συνέχεια έχει τεθεί χειρόγραφο κείμενο, το οποίο υπογράφει ο Θ. Σ., θέτοντας και τη σφραγίδα του, το οποίο αφορά στο κόστος αγοράς και εγκατάστασης των μηχανημάτων, στο κόστος μεταφοράς τους από την Ι. και στον τρόπο πληρωμής. Η ως άνω χειρόγραφη σημείωση του Θ. Σ. επί της προσφοράς της ενάγουσας δεν αποτελεί απόδειξη περί της συνεργασίας αυτού με την ενάγουσα, αφού ουδόλως αποδείχθηκε ότι έγινε κατόπιν συνεννόησης με αυτήν.
Και τούτο διότι αν ο Θ. Σ. ήταν συνεργάτης της ενάγουσας, η προσφορά δεν θα απευθυνόταν προς αυτόν αλλά προς τον εναγόμενο, ενώ η σημείωση θα είχε τεθεί εξ αρχής στο κείμενο της προσφοράς από την ενάγουσα και όχι χειρόγραφα από αυτόν. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εξέδωσε το υπ' αριθ. 32/03-12-2009 τιμολόγιο ποσού 18,000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19% ποσού 3.420 ευρώ, στο οποίο συμπεριλήφθηκαν και οι επιπλέον δαπάνες.
Ο εναγόμενος την 19-01-2010 κατέβαλε στον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας στην ... το ποσό των 3.420 ευρώ, αναγνωρίζοντας έτσι με τον τρόπο αυτό το ύφος της οφειλής του, δεδομένου ότι η καταβολή αυτή αντιστοιχούσε στο ποσοστό ΦΠΑ του τιμολογίου. Επιπρόσθετα, το έργο μετά την ολοκλήρωσή του και μετά την τελική δοκιμή παραδόθηκε στον εναγόμενο, ο οποίος για μία διετία δεν όχλησε την ενάγουσα καθ' οιονδήποτε τρόπο, ζητώντας την παράδοση αυτού, κάνοντας για πρώτη φορά αναφορά τον Ιούλιο του 2010, οπότε της κοινοποίησε την από 28-06-2010 εξώδικη πρόσκλησή του, με την οποία την καλούσε να προβεί στην διόρθωση των ελαττωμάτων που έφερε το έργο, αρνούμενος να καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν παραδόθηκε το έργο, αφού ουδέποτε συντάχθηκε πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής, γεγονός που αποτελεί ρητό όρο και προϋπόθεση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 694 ΑΚ, η οποία θέτει ρητά την παράδοση του έργου ως αναγκαία προϋπόθεση εξόφλησης του τιμήματος, πρέπει να απορριφθεί.
Ειδικότερα, το από 19- 12-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό σε κανένα σημείο δεν αναφέρει ότι η παράδοση και παραλαβή του έργου πρέπει να γίνει εγγράφως, η πρόβλεψη δε κατάπτωσης ποινικής ρήτρας δεν συνεπάγεται και την υποχρέωση έγγραφης παράδοσης και παραλαβής του έργου, εφόσον αυτό δεν ορίζεται ρητά στο συμφωνητικό.
Απορριπτέα τυγχάνει και η προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, με την οποία αρνείται να καταβάλει στην εργολάβο εταιρία την εργολαβική της αμοιβή μέχρι την αποκατάσταση από την τελευταία των κακοτεχνιών του έργου και μέχρι την παράδοση αυτού (έργου) σύμφωνα με την συμφωνία και τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης, αφού σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές το έργο παραδόθηκε στον εναγόμενο, ενώ ο τελευταίος δεν επικαλείται - ούτε εξάλλου αποδείχθηκε - ότι το εκτελεσθέν έργο είναι παντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη.
Η απλή δε αναφορά της ύπαρξης ελαττωμάτων και κακοτεχνιών, που δε συνοδεύεται ρητά και από τη νομότυπη άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχει ο νόμος, αλυσιτελώς προβάλλεται και συνεπώς δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα δίκη. Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή και υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 11.000 ευρώ (21.420 - 7. 000 - 3.420), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 22-07-2010 εξώδικης πρόσκλησης της ενάγουσας, ήτοι από 29-07-2010.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 4.000 ευρώ, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις. Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί η υπό στοιχείο (II) έφεση του εναγομένου, να γίνει δεκτή η υπό στοιχείο (ι) έφεση της ενάγουσας και ως ουσιαστικώς βάσιμη και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή πρέπει αυτή να γίνει δεκτή και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 11.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 22-07-2010 εξώδικης πρόσκλησης της ενάγουσας, ήτοι από 29-07-2010".
Από όσα ανωτέρω διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας που δίκασε την προκείμενη διαφορά ως Εφετείο, δέχτηκε ότι οι διάδικοι, παρά τα οριζόμενα στην παράγραφο Γ2 του από 19-12-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, ότι "Για τυχόν νέες εργασίες (εργασίες που δεν προβλέπονται), συμφωνείται από τώρα ότι οι τιμές με τις οποίες θα πληρωθεί η εργολάβος εταιρεία θα προσυμφωνούνται με νέο έγγραφο και θα εκτελούνται από αυτήν", συμφώνησαν κατόπιν προφορικώς και τροποποίησαν την αρχική σύμβαση, όσον αφορά το κόστος των επιπλέον υλικών και εργασιών που εκτελέστηκαν στο επίμαχο έργο.
Κατά τα εκτιθέμενα στην αντίστοιχη μείζονα σκέψη της παρούσας, η πρόσθετη αυτή προφορική συμφωνία των διαδίκων είναι έγκυρη, αφού η τήρηση του έγγραφου τύπου για την επίδικη σύμβαση έργου δεν προβλέπεται από το νόμο, αλλά ορίστηκε από τα διάδικα μέρη τα οποία, ενεργώντας στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), κατήργησαν με τη νεώτερη αυτή συμφωνία τους, τα αντιθέτως οριζόμενα στην παράγραφο Γ2 του από 19-12-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, όπως ορθά δέχτηκε και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Παράλληλα, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με τις ως άνω αιτιολογίες και παραδοχές του, δεν διαπίστωσε ούτε άμεσα ούτε έμμεσα κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις της βουλήσεως των διαδίκων στην έγγραφη σύμβαση και ειδικότερα ως προς το θέμα ότι τα διάδικα μέρη, με προφορική μεταγενέστερη συμφωνία τροποποίησαν το σχετικό με τον καθορισμό του ύψους της αμοιβής της ενάγουσας έγγραφο όρο της συμβάσεως για την εκτέλεση τυχόν νέων εργασιών στο συγκεκριμένο έργο.
Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε ανάγκη το Δικαστήριο αυτό να προσφύγει και δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, όσον αφορά το ζήτημα της κατάργησης της αρχικής έγγραφης συμφωνίας των διαδίκων, με την νεώτερη προφορική συμφωνία τους, για τη συνδρομή των προϋποθέσεων επαύξησης της αμοιβής της αναιρεσίβλητης κατά το ποσό των 2000 ευρώ και της εγκυρότητας της συμφωνίας αυτής.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπό τις ως άνω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, την οποία άλλωστε ούτε ο αναιρεσείων προσδιορίζει, αναφορικά με τα ζητήματα της μερικής εξόφλησης της αναιρεσίβλητης και της εξουσιοδότησης του Θ.
Σ., ως προς την είσπραξη χρημάτων για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, αλλά με σαφείς, επαρκείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 416 και 417 ΑΚ, κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμά του, περί της μερικής εξόφλησης της ενάγουσας αναιρεσίβλητης και ότι ο Θ.
Σ., στον οποίο έγινε η καταβολή, δεν ήταν εφοδιασμένος με ειδική εξουσιοδότηση από την ενάγουσα αναιρεσίβλητη, προκειμένου να λάβει το οφειλόμενο από τον εναγόμενο αναιρεσείοντα υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής της, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες, τις οποίες άλλωστε ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται.
Επομένως, ο τρίτος, κατά το οικείο σκέλος του, από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι αβάσιμος. O ίδιος λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας, καθόσον για τη θεμελίωσή του δεν περιέχονται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν και σε τι συνίσταται η παράβαση (ΑΠ 474/2010, ΑΠ 225/2009).
Ωσαύτως, όλες οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται στους ίδιους ως άνω (πρώτο έως τρίτο) λόγους αναίρεσης, ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, καθώς και σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον 'Αρειο Πάγο, (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος τους, είναι απαράδεκτοι.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 ν. 4335/2015, η εισαγωγή εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.85/ΑΝΡ/2016 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-8-2016 αίτηση του Κ. Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 87ΤΜ/2016 απόφασης το Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.