1019/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/5/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1270/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 5637/2008 μη οριστική και 7645/2009 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4/2/2010 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1019/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διάταξη αυτή, είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.
Full text
Απόφαση 1019 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1019/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ. του Δ., έως και 30) Φ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευαγγελία Σκαλτσά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/5/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1270/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 5637/2008 μη οριστική και 7645/2009 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4/2/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 5/1/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 498, 229, 230, 271 επ. και 139 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσείων, ο οποίος είχε επισπεύσει τη συζήτηση, ο Άρειος Πάγος, προκειμένου να προχωρήσει στην ερήμην αυτού συζήτηση, οφείλει να εξετάσει αν αυτός είχε εγκύρως επισπεύσει, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη την κατά την παρ. 3 του άρθρου 139 ΚΠολΔ επισημείωση του δικαστικού επιμελητή επάνω στο δικόγραφο που επιδόθηκε (αναιρετήριο ή κλήση), το οποίο πρέπει να προσκομίζεται από τον αναιρεσίβλητο. Εφόσον αυτό δεν προσκομίζεται η συζήτηση είναι απαράδεκτη για όλους (άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο. Το αναιρεσίβλητο προσκομίζει ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως για αναίρεση με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, που έχει επιδοθεί νομίμως στον Υπουργό Οικονομικών από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την επ' αυτού επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών .... Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες και ο απολειπόμενοι αναιρεσείοντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις και καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεως της".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου, "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Η διάταξη αυτή, είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.
α, και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006, ΑΠ 808/2008). Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 ν.δ. 31/1968 και στις χρηματικές αξιώσεις κατά των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΑΠ 281/2009). Η βραχυπρόθεσμη αυτή παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθμ. 6 και 17 του ΑΚ, για παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθρο 86 παρ. 2 του ιδίου νόμου χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων των ΟΤΑ κατά τρίτων (που είναι πενταετής), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Εξάλλου, με τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής δε δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με το Δημόσιο, ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου, αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.
Συνεπώς, η διάταξη αυτή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2392/1995, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις προαναφερόμενες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων.
Επίσης, η άνω διάταξη δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (Ε.Σ.Δ.Α.), που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών) και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους.
Άλλωστε από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτιθέμενα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου (πρβλ.
ΑΕΔ 9/2009, Ολ.ΑΠ 31/2007, Ολ.ΑΠ 29/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δικαιούνται την παροχή του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002 για το χρονικό διάστημα από 8-5-2004 έως και την 2-5-2006 (χρόνος σύνταξης της αγωγής) δεδομένου ότι για το προγενέστερο διάστημα έχει επέλθει παραγραφή της αξιώσεως, καθόσον το διακοπτικό της παραγραφής γεγονός επήλθε στις 8-5-2006, με την επίδοση της αγωγής στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο.
Με την κρίση του αυτή, ότι οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπόκεινται στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, που αρχίζει από της γενέσεως τους, το Δικαστήριο της ουσίας, ορθώς έκρινε. Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος αναιρέσεως, (και όχι από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ) με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα ότι οι αξιώσεις αυτές υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, κατ' άρθρο 250 Α.Κ., και ότι με την ανωτέρω κρίση του το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1, 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6, 13, 14 της ΕΣΔΑ, 2, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997) και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, σε συνδ.
με εκείνες του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (Β.Δ. της 26.6/10.7.1944), που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (αρθρ. 109 παρ. 2 Εισ.ΝΑΚ), ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του Δημοσίου ανέρχεται σε 6% ετησίως και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής. Ως "αγωγή" νοείται εν προκειμένω τόσο η καταψηφιστική, όσο και η αναγνωριστική αγωγή (ΑΕΔ 7/2011, αντίθ. Ολ.ΑΠ 10/2008). Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345 και 346 ΑΚ, προκύπτει ότι επί χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως αυτού προς πληρωμή τόκων υπερημερίας αποτελεί η επίδοση αντιγράφου αγωγής και δεν αρκεί η υπερημερία που επήλθε με εξώδικη όχληση ή με την παρέλευση της δήλης ημέρας εκπληρώσεως της χρηματικής οφειλής, ανεξάρτητα από τη φύση της ενοχής και αν αυτή πηγάζει από σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου (Ολ.ΑΠ 3/2006, Ολ.ΑΠ 7/2000, ΑΠ 1214/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (που δίκασε ως Εφετείο) δέχθηκε, εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό που επιδίκασε "με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, καθόσον είναι μη νόμιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο το αίτημα περί καταβολής τόκου από τότε που κάθε επί μέρους μηνιαία παροχή κατέστη απαιτητή".
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., (και όχι από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ) οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, ότι εσφαλμένως επιδίκασε τόκους από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και όχι από την (δήλη) ημέρα που κατέστη απαιτητό κάθε επί μέρους ποσό. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τα ανωτέρω τόκοι υπερημερίας οφείλονται από το Ελληνικό Δημόσιο μόνο με την επίδοση αντιγράφου της αγωγής και όχι με την παρέλευση της δήλης ημέρας εκπληρώσεως της χρηματικής οφειλής (ή την επίδοση εξώδικης όχλησης). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-2-2010 αίτηση των αναιρεσειόντων Α. Μ. κλπ. για αναίρεση της 7645/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ