Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations, ruling preparatory stay orders do not interrupt the limitation period.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for joint violation of Article 28 of Law 3996/2011. The appellant argued that the statute of limitations had expired, claiming the limitation period should include the time spent on court stays ordered by the trial court. The court rejected this, holding that the preparatory stay orders did not interrupt the limitation period because they were not annulled by the Supreme Court's previous decision. Consequently, the criminal prosecution for those specific acts definitively ceased due to expiration of the limitation period. The appeal was therefore rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the criminal proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 504, 59, 510 of the Code of Criminal Procedure; The time spent on preparatory stay orders does not interrupt the statute of limitations period for the underlying offense if those orders were not annulled by the Supreme Court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1018 / 2024 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1018/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Πετσάλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Ερασμία Λιούλη-Εισηγήτρια, Ζωή Καραχάλιου, Βαΐα Ζαρχανή και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιουλίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ελένης Κοντακτσή και του Γραμματέα Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Δ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αγαμέμνονα Τάτση, για αναίρεση της απόφασης ΖΤ 25/2024, 197/2024, 319/2024, 626/2024, 1031/2024, 1076/2024, 1229/2024, 1275/2024 του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. A. H. του V., κάτοικο ..., 2. R. H. του N., κάτοικο ... και 3. Y. Y. του H.-H., κάτοικο ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Απατσίδη.
Το του Ζ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 1-5-2024 υπ' αριθμ. ΕΜ 13/2024 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 504/2024.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 1.5.2024 και με αρ. ΕΜ 13/2024 αίτηση του Π. Δ. του Φ., για αναίρεση στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. ΖΤ 25/8.1.2024, 197/16.1.2024, 319/22.1.2024, 626/5.2.2024, 1031/26.2.2024, 1076/28.2.2024, 1229/7.3.2024, 1275/9.3.2024 καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά παραπομπή από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος με την υπ' αριθ. 1599/2023 απόφασή του αναίρεσε την υπ' αριθ.
ΖΤ 1216, 1227/2023 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ αναιρετικό λόγο και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Με την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος Π.
Δ. κηρύχθηκε ένοχος κατά συρροή για παράβαση των διατάξεων του άρθρου 28 του Ν.3996/2011 (σε συνδ. με ΑΝ 690/45 και ΑΝ 539/1945) και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης πενήντα ενός (51) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, ενώ έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη κατ' αυτού, λόγω παραγραφής για τις πράξεις που φέρονται τελεσθείσες στη ...
και στη Ρουμανία κατά το χρονικό διάστημα από 6.10.2014 έως και 2.1.2015. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα, με δήλωση του αναιρεσείοντος ενώπιον του Γραμματέα του εκδόντος την απόφαση Δικαστηρίου και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προθεσμίας των είκοσι ημερών από την καταχώριση της προσβαλλομένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο, που έλαβε χώρα στις 16.4.2024, αφού η ανωτέρω αίτηση κατατέθηκε την 1.5.2024 (άρθρα 464, 473 παρ.2,3, 474, 504 του ΚΠΔ), περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Ε', Δ' και ΣΤ', ήτοι την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και με εκ πλαγίου παραβίαση αυτής, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την παραβίαση δεδικασμένου. Είναι συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 28 Ν. 3996/2011, κάθε εργοδότης που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του Ν. 3904/2010, την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές.
Ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν βαρύτερη ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη του άρθρου μόνου παράγραφος 1 του ΑΝ 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, κατά την οποία τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές" κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή το έθιμο...", προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσης χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις (ΑΠ 498/2020, ΑΠ 1176/2016).
III. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, η καταδικαστική, για παράβαση της ως άνω διάταξης του άρθρου 28 παρ. 1 του Ν. 3996/2011, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945, απόφαση στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τα κρίσιμα για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος περιστατικά, που είναι ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών και ο χρόνος κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο (ΑΠ 938/2015).
Περαιτέρω, επί νομικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη, πρέπει να προσδιορίζεται η μορφή του νομικού προσώπου και, αν πρόκειται για εταιρία και η εταιρική μορφή αυτής, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα, την οποία είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρία αυτή κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για την καταβολή των αποδοχών. Δεν αρκεί, δηλαδή, ο χαρακτηρισμός του κατηγορουμένου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης (ΑΠ 784/2020).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
IV. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει, αποδείχθηκαν τα εξής:
"Ο κατηγορούμενος τυγχάνει καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και, παράλληλα, δραστηριοποιούνταν επιχειρηματικά στον χώρο των επενδυτικών και χρηματοοικονομικών συμβουλευτικών υπηρεσιών, των χρηματιστηριακών επενδύσεων της ανάπτυξης ακινήτων, διατηρώντας εταιρείες κυρίως εκτός Ελλάδας.
Σύναψε, ατομικά, ως εργοδότης, προφορικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας με τους υποστηρίζοντες την κατηγορία και απασχόλησε αυτούς ως υπαλλήλους του, από τον ... 2008 έως τις ...-2018 τον A. H., από τις ...-2010 έως τις ...-2018 τη R. H. και από το Σεπτέμβριο του 2008 έως τον Οκτώβριο του 2015 τον Y. Y. στην επί της οδού ... οικία του στη ..., στην επί της οδού ...
επιχείρηση (με την επωνυμία "D ΚΑΙ D ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕ") στη ..., στην οποία αυτός ήταν συνεταίρος με ποσοστό 45% καθ' όλο το χρονικό διάστημα από τη σύστασή της στις 15-11-2013 και έως και το 2018, αλλά και σε επιχειρηματικές δραστηριότητές του στη Ρουμανία, χωρίς να καταβάλει, με πρόθεση, σε αυτούς τις νόμιμες αποδοχές τους για το χρονικό διάστημα που απασχόλησε καθέναν από αυτούς.
Συγκεκριμένα, απασχόλησε τον A. H. ως υπάλληλο φύλαξης της επί της οδού ... οικίας του, ως οδηγό - συνοδό στις μετακινήσεις του στην Ελλάδα και στη Ρουμανία και ως εκπαιδευτή αυτοάμυνας για τον ίδιο (κατηγορούμενο) και τους υιούς του, με συμφωνημένο μισθό το ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαία και δεν κατέβαλε στον A. H.
για το χρονικό διάστημα από 3.1.2015 μέχρι και ...-2018, διάστημα για το οποίο η ασκηθείσα ποινική δίωξη δεν έχει παραγραφεί (όπως τούτο θα αναλυθεί κατωτέρω), ήτοι για 42 μήνες και 24/30 του μήνα, το συνολικό ποσό των 108.517,96 ευρώ, που αφορά για το διάστημα αυτό: α) δεδουλευμένες αποδοχές, ποσού 85.600 ευρώ, β) επίδομα άδειας, ποσού 3.602,04 ευρώ, γ) μη ληφθείσα άδεια, ποσού 8.750,88 ευρώ, δ) δώρο Χριστουγέννων, ποσού 7.070,13 ευρώ και ε) δώρο Πάσχα, ποσού 3.495,04 ευρώ.
Επίσης, απασχόλησε την R. H. ως υπάλληλο γραφείου (ήτοι κλητήρα στην επί της οδού ... επιχείρηση για εξωτερικές εργασίες, υποδοχή πελατών, κ.λπ.), καθαρίστρια στην επί της οδού ... επιχείρηση, καθαρίστρια και οικιακή βοηθό (για εσωτερικές και εξωτερικές εργασίες) στην επί της οδού ... οικία του, καθώς και ως υπάλληλο σε εργασίες και επιχειρηματικές του δραστηριότητες στη Ρουμανία, με συμφωνημένο μισθό το ποσό των 800 ευρώ μηνιαία και δεν της κατέβαλε για το χρονικό διάστημα από 3-1-2015 μέχρι και ...-2018, διάστημα για το οποίο η ασκηθείσα ποινική δίωξη δεν έχει παραγραφεί, ήτοι για 42 μήνες και 24/30 του μήνα, το συνολικό ποσό των 52.940,15 ευρώ, που αφορά για το διάστημα αυτό:
α) δεδουλευμένες αποδοχές, ποσού 38.222,11 ευρώ, β) επίδομα άδειας, ποσού 2.314,19 ευρώ, γ) μη ληφθείσα άδεια, ποσού 5.899,12 ευρώ, δ) δώρο Χριστουγέννων, ποσού 4.278,71 ευρώ και ε) δώρο Πάσχα, ποσού 2.226,02 ευρώ. Τέλος, απασχόλησε τον Y. Y. ως εργάτη και κηπουρό στην επί της οδού ... οικία του και ως οδηγό για τις μετακινήσεις του στην εργασία του στην Ελλάδα και σε διάφορες εργασίες του στη Ρουμανία, με συμφωνημένο μισθό το ποσό των 800 ευρώ μηνιαία και δεν του κατέβαλε για το χρονικό διάστημα από 3-1-2015 μέχρι τον Οκτώβριο του 2015, διάστημα για το οποίο η ασκηθείσα ποινική δίωξη δεν έχει παραγραφεί, ήτοι για 9 μήνες, το συνολικό ποσό των 8.886,06 ευρώ, που αφορά για το διάστημα αυτό:
α) δεδουλευμένες αποδοχές, ποσού 6.322,59 ευρώ, β) επίδομα άδειας, ποσού 414 ευρώ, γ) μη ληφθείσα άδεια, ποσού 873,99 ευρώ, δ) δώρο Χριστουγέννων, ποσού 822,73 ευρώ και ε) δώρο Πάσχα, ποσού 452,75 ευρώ. Οι ως άνω αποδοχές ήταν καταβλητέες ως εξής: α) οι μηνιαίες αποδοχές στο τέλος εκάστου αντίστοιχου μήνα, β) τα δώρα Χριστουγέννων την 21η Δεκεμβρίου κάθε έτους, γ) τα δώρα Πάσχα τη Μεγάλη Τετάρτη κάθε έτους δ) τα επιδόματα και οι αποδοχές αδείας την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, εκτός ατό την περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας, οπότε ήταν άμεσα απαιτητά.
Στις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές περιλαμβάνονται όχι μόνον οι οφειλές προς τους εργαζόμενους αυτούς από τον συμφωνημένο μισθό, αλλά και οι οφειλές από την υπερωριακή εργασία τους και την εργασία τους κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες, καθόσον δεν τηρούνταν το συμφωνημένο για καθένα από αυτούς πενθήμερο εργασίας με οκτώ ώρες εργασίας καθημερινά, αλλά αυτοί εργάζονταν υπερωριακά για τέσσερις ώρες καθημερινά, Σάββατα, Κυριακές και αργίες.
Με το δεδομένο αυτό, το ακριβές ύψος των οφειλών του κατηγορουμένου προς αυτούς, από καθεμία επιμέρους αιτία, για όλο το διάστημα που εργάστηκαν σε αυτόν, υπολογίστηκε με τη συνδρομή λογιστή και αποτυπώθηκε στην από 7-2-2019 υπεύθυνη δήλωση καθενός των υποστηριζόντων την κατηγορία προς το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Γλυφάδας - Δάφνης.
Από το συνολικό ποσό των οφειλών του κατηγορουμένου προς τους υποστηρίζοντες την κατηγορία, με βάση τις από 7-2-2019 υπεύθυνες δηλώσεις τους, έχει υπολογιστεί ανωτέρω η αναλογία των οφειλών έναντι του καθένα για το διάστημα που η ασκηθείσα ποινική δίωξη δεν έχει υποκύψει στην παραγραφή. Σημειώνεται ότι οι υποστηρίζοντες την κατηγορία δεν συνδέονταν με εργασιακή σχέση με την εταιρεία με την επωνυμία "D ΚΑΙ D ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕ", όπως ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος, καθώς στις από 7-2-2019 υπεύθυνες δηλώσεις τους διευκρίνισαν ότι εργοδότης τους ήταν ατομικά ο κατηγορούμενος (όπως, άλλωστε, κατέθεσαν και προανακριτικά, αλλά και στο ακροατήριο) και όχι η εταιρεία αυτή, όπως είχαν αρχικά δηλώσει στις 20-9-2018 στην Επιθεώρηση Εργασίας.
Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι οι υποστηρίζοντες την κατηγορία διατηρούσαν για πολλά χρόνια πολύ στενή σχέση και συνεργασία μαζί του, συνεργασία που τους απέδιδε οφέλη οικονομικά και προνόμια πολύ ανώτερα του μισθού που ισχυρίζονται ότι λάμβαναν και μη προσήκοντα σε απλό υπηρετικό προσωπικό, αλλά σε υψηλόβαθμα στελέχη και ότι είχαν τοποθετηθεί, εν γνώσει τους, νόμιμοι εκπρόσωποι εταιρειών του εξωτερικού τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος.
Και τούτο, διότι τα ανωτέρω έγιναν αμετάκλητα δεκτά με το υπ' αριθ. 3353/2022 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο εκδόθηκε ύστερα από τη διενέργεια κύριας ανάκρισης σε βάρος του κατηγορουμένου, του Α. Β. και της Ε. Γ., για την πράξη της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, με σκοπούμενο περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, ύστερα από την από 9-8-2018 (με ABM A 2018/1536) έγκληση των νυν εγκαλούντων, ήτοι για πράξη που έχει διαφορετική ταυτότητα από αυτήν της παρούσας υπόθεσης, με συνέπεια να μην πληρούται η προϋπόθεση της ταυτότητας πράξης που απαιτείται κατ' άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΠοινΔ για τη συνδρομή του δεδικασμένου (βλ.
ΑΠ 426/2023 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Κατά το περιεχόμενο της από 9-8-2018 έγκλησης, οι εγκαλούμενοι, από το έτος 2014 και έπειτα, εκμεταλλευόμενοι το αίσθημα εμπιστοσύνης που είχε καλλιεργηθεί στους μηνυτές προς τον πρώτο των εγκαλούμενων - καθηγητή πανεπιστημίου, παρέπεισαν τους μηνυτές να υπογράφουν διάφορα έγγραφα, αποκρύπτοντας και παρασιωπώντας το γεγονός ότι αυτά τα έγγραφα αφορούσαν σε εταιρείες με έδρα στο εξωτερικό, ώστε αυτές οι εταιρείες να προβαίνουν σε ενέργειες, οι οποίες οδήγησαν στον παράνομο πλουτισμό των μηνυομένων και στην καταχρέωση των εταιρειών αυτών με ποσά που ξεπερνούν τα 15.000.000 ευρώ, για τα οποία φαίνονται να ευθύνονται οι μηνυτές, χωρίς, όμως, να έχουν προβεί σε οποιαδήποτε διαχειριστική πράξη.
Συνεπώς, στην από 9-8-2018 έγκληση περιγράφονταν πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από τη μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών από τον κατηγορούμενο προς τους εγκαλούντες, που αφορά η κρινόμενη υπόθεση.
Ο ίδιος ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί ότι οφείλει δεδουλευμένες αποδοχές και προς τους τρεις εγκαλούντες με την από 25-6-2018 υπεύθυνη δήλωσή του. Η διαφοροποίηση του περιεχομένου αυτής σε σχέση με τα παραπάνω υπολογισθέντα ποσά οφείλεται στο ότι οι εγκαλούντες, πριν από τη σύνταξη αυτής και τις συζητήσεις τους που προηγήθηκαν με τον κατηγορούμενο από τα τέλη Μαϊου του 2018, δεν είχαν συμβουλευτεί λογιστή, ο οποίος να υπολογίσει με ακρίβεια τα οφειλόμενα σε αυτούς από κάθε αιτία, όπως έπραξαν πριν υποβάλουν στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας τις από 7-2-2019 υπεύθυνες δηλώσεις τους, με βάση τις οποίες απαγγέλθηκε η κατηγορία.
Επίσης, με άλλη υπεύθυνη δήλωσή του, η οποία και αυτή καταρτίστηκε στις 25-6-2018, ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι τοποθέτησε τη δεύτερη των υποστηριζόντων την κατηγορία, εν αγνοία της, διευθύντρια της εταιρείας με την επωνυμία "SEAVIEW HOLDINGS LIMITED" και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας με την επωνυμία "DIDRAS HOLDINGS LUXEMBOURG SA" και τους πρώτο και τρίτο των υποστηριζόντων την κατηγορία, εν αγνοία τους, μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας με την επωνυμία "GREEN SOUTHEAST EUROPE INVESTMENTS SA".
Δήλωνε δε υπεύθυνα ότι η τοποθέτηση των ανωτέρω στις εταιρείες αυτές έγινε κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας, ώστε οι εταιρείες αυτές να έχουν εκπροσώπηση, εξασκούσαν δε δικές του επιχειρηματικές αποφάσεις τόσο στις λειτουργικές όσο και στις επενδυτικές δραστηριότητές τους και δεν είχαν λάβει γνώση του τρόπου με τον οποίο έγιναν οι τοποθετήσεις των κεφαλαίων που είχαν επενδυθεί μέσω των τραπεζικών τους λογαριασμών στους λογαριασμούς συνδεόμενων και μη εταιρειών.
Με την από 11-11-2019 έγκλησή του ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι υπέγραψε τις δύο αυτές υπεύθυνες δηλώσεις, αφού προηγουμένως εκβιάστηκε και απειλήθηκε από τους υποστηρίζοντες την κατηγορία. Κρίνεται ότι η υποβολή της έγκλησης αυτής από τον κατηγορούμενο συνιστά μία όψιμη προσπάθεια εκ μέρους του να αποφύγει τις σε βάρος του συνέπειες που απορρέουν από το περιεχόμενο των δύο αυτών δηλώσεων.
Από τα τέλη Μαΐου του 2018 είχε λάβει χώρα ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ του εκκαλούντος και της R. H., σχετικά με το περιεχόμενο δηλώσεων, με το οποίο ο εκκαλών θα αναλάμβανε την πλήρη ευθύνη για τις ενέργειες των υποστηριζόντων την κατηγορία ως μελών του Διοικητικού Συμβουλίου των ανωτέρω εταιρειών. Μάλιστα, ο κατηγορούμενος είχε καταρτίσει και την από 29-5-2018 υπεύθυνη δήλωσή του, την οποία δεν έχει προσβάλλει ως συνταχθείσα υπό το κράτος απειλής και εκβίασης, η οποία έχει παρόμοιο περιεχόμενο με την από 25-6-2018 υπεύθυνη δήλωσή του ("όλες οι ενέργειες στις οποίες προχώρησε το Δ.Σ.
της εταιρείας Didras Holding Luxemburg SA για τη συνολική περίοδο που ασκούν τα καθήκοντά τους έγιναν κατόπιν δικών μου οδηγιών και αναλαμβάνω την πλήρη ευθύνη"). Επίσης, ο κατηγορούμενος, με την από 23-6-2020 αγωγή του για αναγνώριση της ακυρότητας των υπεύθυνων αυτών δηλώσεων, αλλά και με τις από 3-11-2020 και 14-4-2021 ανακοπές του κατά των διαταγών πληρωμής, που εκδόθηκαν σε βάρος του από τους υποστηρίζοντες την κατηγορία με βάση την από 25-6-2018 υπεύθυνη δήλωση αναγνώρισης των οφειλών του, καταγγέλλει ένα βίαιο περιστατικό σε βάρος του με δράστες τον A.
H. και τον Y. Y. που φέρεται να έλαβε χώρα το μεσημέρι της 23-6-2018 στο εμπορικό κέντρο της Βούλας. Κρίνεται ότι δεν υπάρχει άλλη εξήγηση για την καθυστερημένη καταγγελία του περιστατικού αυτού - δηλαδή μετά και την από 11-11-2019 μήνυσή του κατά των υποστηριζόντων την κατηγορία για εκβίαση και απειλή, στην οποία το περιστατικό ουδόλως αναφέρεται - πέραν από το ότι τούτο αποτέλεσε προϊόν έμπνευσης κατά το χρόνο σύνταξης των εν λόγω ενδίκων βοηθημάτων του και μόνο, ώστε αυτά να τύχουν αίσιας έκβασης για τον ίδιο.
Σε κάθε περίπτωση, συγχρόνως σχεδόν με τον επικαλούμενο χρόνο που το περιστατικό αυτό έλαβε χώρα (στην αγωγή αναφέρεται ότι έλαβε χώρα στις 15.00' το μεσημέρι), ο στενός συνεργάτης του, Α. Β., απέστειλε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (στις 15.49') προς τον A. H., με το οποίο τον ενημέρωνε για την κατάρτιση της υπεύθυνης δήλωσης ως προς την πραγματική θέση των υποστηριζόντων την κατηγορία στις εταιρείες συμφερόντων του κατηγορουμένου, την οποία θα συμπλήρωνε με τα στοιχεία των ομολογιακών δανείων που είχαν συναφθεί.
Το μήνυμα αυτό συντάχθηκε από τον Α. Β. ύστερα από οδηγίες που είχε λάβει από τον κατηγορούμενο, οι οποίες προηγούνταν χρονικά του όψιμα ισχυριζόμενου περιστατικού βίας και απειλής και ήταν ανεξάρτητες αυτού, ενώ δεν μπορεί να γίνει πιστευτό ότι ο Α. Β. λειτούργησε με δική του πρωτοβουλία κατά την αποστολή του μηνύματος, δοθέντος ότι οι ενέργειές του αυτές γεννούσαν υποχρεώσεις σε βάρος του κατηγορουμένου.
Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε πλήρη γνώση των ενεργειών του Α. Β. σχετικά με το ζήτημα της κατάρτισης των υπεύθυνων δηλώσεων αποδεικνύεται και από το ότι στις 9-6-2018 ο Α. Β. είχε στείλει με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στον A. H. μία κατάσταση με τις κινήσεις των λογαριασμών των A. H., R. H., N. T.
από λογαριασμούς στο Λιχτενστάιν και στη Ρουμανία, τιτλοφορώντας το "αμοιβές" και αναφέροντας στο σχετικό μήνυμα ότι του αποστέλλει το αρχείο με τις αμοιβές που είχε λάβει ο A. H., η R. H. και ο N. T. Στις 10-6-2018 ο κατηγορούμενος, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς τον A. H., έστειλε σε αυτόν το ίδιο συνημμένο έγγραφο που είχε στείλει την προηγούμενη ημέρα ο Α.
Β., χωρίς να τιτλοφορήσει αυτό "αμοιβές" αλλά "λογαριασμοί", και τον ενημέρωσε για τα ποσά που είχαν κινηθεί από τους τρεις λογαριασμούς, ήτοι ουσιαστικά προσδιόρισε ότι τα ποσά που κατατίθεντο στους λογαριασμούς αυτούς δεν αποτελούσαν αμοιβές των δικαιούχων των λογαριασμών. Εν τέλει, η έγκληση αυτή του κατηγορουμένου απορρίφθηκε κατ' άρθρο 51 παρ. 3 ΚΠοινΔ, με την υπ' αριθ. 868/2022 Διάταξη της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, η δε προσφυγή του κατά της Διάταξης αυτής απορρίφθηκε με την υπ' αριθ.
ΠΡΦ 22- 480 Διάταξη της Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Ο κατηγορούμενος, αρνούμενος την κατηγορία, ισχυρίζεται ότι οι υποστηρίζοντες την κατηγορία ήταν στην πραγματικότητα υψηλόβαθμα στελέχη των ανωτέρω εταιρειών και αποκόμιζαν υψηλές διαχειριστικές αμοιβές. Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι οι υποστηρίζοντες την κατηγορία τοποθετήθηκαν από τον κατηγορούμενο στις ως άνω εταιρείες χωρίς να έχουν επιχειρηματικές γνώσεις και εμπειρία σχετικά με τα οικονομικά, τις επενδύσεις ή τη διοίκηση επιχειρήσεων.
Υπέγραφαν όποια έγγραφα τους έδινε να υπογράψουν, χωρίς να ελέγχουν και να κατανοούν το περιεχόμενό τους και ταξίδευαν κατ' εντολή του στη Ρουμανία για να μεταφέρουν έγγραφα, φακέλους και χρήματα, χωρίς να λαμβάνουν οι ίδιοι τις διαχειριστικές αμοιβές που πιστώνονταν σε λογαριασμούς τους. Ο ρόλος των εγκαλούντων ως παρένθετων προσώπων στις εταιρείες αυτές αποδεικνύεται, εκτός από την από 25-6-2018 σαφή υπεύθυνη δήλωση του κατηγορουμένου και από τα εξής στοιχεία:
α) την από 3-11-2020 δήλωση της N. - S. I. T., συνεργάτριας του κατηγορουμένου στις επιχειρήσεις του στη Ρουμανία, η οποία δήλωσε ότι ανέλαβε ποσά από τραπεζικούς λογαριασμούς της δεύτερης των υποστηριζόντων την κατηγορία στην Alpha Bank Romania και στην Banca Transilvania κατ' εντολή του κατηγορουμένου (εργοδότη της R. H.) και του συνεργάτη του, Α.
Β., στους οποίους και τα παρέδιδε, β) τις οδηγίες που λαμβάνει η δεύτερη των υποστηριζόντων την κατηγορία για τα έγγραφα που πρέπει να υπογράψει και να επιστρέψει στον κατηγορούμενο, οδηγίες που δεν συνάδουν με έμπειρο επιχειρηματία, αλλά με άπειρο εκτελεστικό όργανο (βλ. σελ. 122-123 και 240-241 της έκθεσης πρακτικών της παρούσας), αλλά και τα επαναλαμβανόμενα μηνύματα που της στέλνει ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της εργασίας της σε αυτόν με τα οποία της ζητά να του φτιάξει καφέ, να του αγοράσει τσιγάρα και να του κλείσει αεροπορικά εισιτήρια, αλλά και τα αντίστοιχα αυτής με τα οποία του παρέχει υπηρεσίες γραμματέα, γ) την κατάθεση στο ακροατήριο του στενού συνεργάτη του κατηγορουμένου, Α.
Β., ότι τις αποφάσεις για τη στρατηγική τοποθέτησης είκοσι εκατομμυρίων ευρώ της εταιρείας με την επωνυμία "GREEN SOUTHEAST EUROPE INVESTMENTS SA" από το 2016 και μετά (όταν αποχώρησε ο συνιδρυτής της εταιρείας Didras Α. Δ.) τις έπαιρνε αποκλειστικά ο κατηγορούμενος (βλ. σελ. 236 της έκθεσης των πρακτικών), δ) την κατάθεση του ίδιου (βλ.
σελ. 239 της έκθεσης των πρακτικών) ότι η εταιρεία "Αρχάγγελος Αναπτύξεις Ακινήτων Α.Ε.", στην οποία αναφέρεται ότι η δεύτερη των υποστηριζόντων την κατηγορία κατέχει το μετοχικό κεφάλαιο ύψους 100.000 ευρώ, ουσιαστικά δεν συστάθηκε ποτέ ούτε καταβλήθηκε το μετοχικό της κεφάλαιο (περί τούτου βλ. και έγγραφο του ΓΕΜΗ για τη μη πιστοποίηση καταβολής του μετοχικού κεφαλαίου), ε) το φυλλάδιο με την παρουσίαση όλων των στελεχών των εταιρειών του ομίλου "DIDRAS GROUP" (στον οποίο ανήκαν και οι ως άνω εταιρείες όπου είχαν τοποθετηθεί οι υποστηρίζοντες την κατηγορία) του Ιανουαρίου του 2015 και του Ιουλίου του 2016, από το οποίο απουσιάζουν πλήρως οι υποστηρίζοντες την κατηγορία (ο μάρτυρας υπεράσπισης, Χ.
Σ., μάλιστα, κατέθεσε ότι δεν είχαν καλό βιογραφικό για να φαίνονται στο φυλλάδιο, δεν είχαν δουλέψει ούτε σε τράπεζες ούτε σε εταιρείες, βλ. σελ. 270 της έκθεσης πρακτικών), στ) το ότι οι υποστηρίζοντες την κατηγορία ουδέποτε προέβησαν σε συγκεκριμένη πρωτοβουλία που να συνδέεται με την ιδιότητα που τους αποδίδει ο κατηγορούμενος, καθώς ούτε ο μάρτυρας υπεράσπισης, Σ.
Χ. (βλ. σελ. 268, 269, 271 της έκθεσης πρακτικών) ούτε ο κατηγορούμενος στην απολογία του (βλ. σελ. 442-443) κατέθεσαν ότι οι υποστηρίζοντες την κατηγορία ήταν εκείνοι που έρχονταν σε οποιαδήποτε επαφή με επενδυτές ούτε ότι έκαναν κάποιες επενδυτικές προτάσεις, δράση, όμως, που θα ήταν αναμενόμενη, εάν, όντως, είχαν ουσιαστικό ρόλο στις εταιρείες, ζ) το ότι και άλλα πρόσωπα της απόλυτης εμπιστοσύνης του κατηγορουμένου, που δεν είχαν καμία επιχειρηματική εμπειρία, χρησιμοποιούνταν από αυτόν ως παρένθετα πρόσωπα σε εταιρείες συμφερόντων του, όπως, για παράδειγμα η Α.
Β., η οποία ήταν στενή οικογενειακή φίλη που έκανε παρέα στον ηλικιωμένο πατέρα του κατηγορουμένου, αλλά υπήρξε αντιπρόεδρος της εταιρείας "Αουρέλια Νέπα" και από την 5-2-2019 διευθύντρια της εταιρείας "Didras" χωρίς καμία ουσιαστική ανάμειξη, όπως παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος στην απολογία του (βλ. σελ. 455 της έκθεσης πρακτικών) ή η γραμματέας του, Ε.
Γ., στην οποία, σύμφωνα με το από 3-12-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταβίβασε το 51% των μετοχών της εταιρείας Didras χωρίς, όμως, οποιαδήποτε αναφορά σε καταβολή τιμήματος, η) τον τρόπο ίδρυσης των εταιρειών του εξωτερικού, η οποία ανετίθετο σε ένα νομικό γραφείο, στο οποίο αποστέλλονταν τα στοιχεία ταυτότητας των επιθυμητών, από τον κατηγορούμενο, προσώπων για τη συγκρότηση του διοικητικού συμβουλίου τους [βλ.
κατάθεση του μάρτυρα Κ. στις σελ. 151 επ. της έκθεσης πρακτικών, όπου εξηγείται ότι τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με ημερομηνίες 19-12-2014 (προς το νομικό γραφείο της εταιρείας Stanley Ross στο Λουξεμβούργο, κοινοποιούμενο στον κατηγορούμενο και στην T. S.) και 8-1-2016 (προς τον Γ. Π.) αφορούν επικοινωνία με τους εκεί συνεργάτες του κατηγορουμένου, οι οποίοι επιμελούνται την ίδρυση εταιρείας κατ' εντολή του, αλλά και τη διεκπεραίωση των απαραίτητων συναφών θεμάτων, βλ.
επίσης και σελ. 122 της από 18- 12-2019 αίτησης εξυγίανσης του κατηγορουμένου, όπου αυτός αναλαμβάνει τις οφειλές προς το εν λόγω νομικό γραφείο], θ) το ότι στις από 14-6-2019 και 18-12-2019 αιτήσεις εξυγίανσης ο κατηγορούμενος συνομολογεί ότι ευθύνεται ο ίδιος προσωπικά για το χρέος των εταιρειών αυτών και ι) στο από 19-9-2018 συμφωνητικό αγοράς - πώλησης μεταξύ "GREEN SOUTHEA EUROPE INVESTMENTS SA" και "Soleone Ltd", στο οποίο συμβάλλεται ως εγγυητής κατηγορούμενος, αναφέρεται (Τμήμα 2.02.δ) ότι ο εγγυητής είναι ο πραγματικός δικαιούχος των εταιρειών του Παραρτήματος Ε' του παρόντος, στη σελίδα δε 69 του αγγλικού παραρτήματος αναφέρεται η εταιρεία Didras Holdings Luxembourg......
Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, κρίνεται ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 28 παρ. 1 του Ν. 3996/2011 κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής". Στη συνέχεια κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ένοχο για το ότι: "Στη ...
και στη Ρουμανία, κατά το χρονικό διάστημα από τις 3-1-2015 μέχρι και τις ...-2018, με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, παρέβη τις διατάξεις του αρθρ. 28 του Ν. 3996/2011, κατά τις οποίες "κάθε εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του ν. 3904/2010 (Α' 218), την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές".
Ειδικότερα, ως εργοδότης των H. A., H. R. και Y. Y., αν και απασχόλησε αυτούς ως υπαλλήλους του (ως εκτίθεται κατωτέρω) κατά το ανωτέρω διάστημα, στην επί της οδού ... οικία του, στην επί της οδού ... στη ... επιχείρηση (με την επωνυμία "D ΚΑΙ D ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕ"), στην οποία αυτός ήταν συνεταίρος με ποσοστό 45% καθ' όλο το χρονικό διάστημα από τη σύστασή της στις 15-11-2013 και έως και το 2018, αλλά και σε επιχειρηματικές του δραστηριότητες στη Ρουμανία, δεν κατέβαλε σ' αυτούς τις νόμιμες αποδοχές τους, για το χρονικό διάστημα που απασχόλησε έκαστο εξ αυτών, πλέον δε συγκεκριμένα, αν και απασχόλησε:
Α) Τον H. A. ως υπάλληλο φύλαξης της επί της οδού ... οικίας του, ως οδηγό - συνοδό στις μετακινήσεις του στην Ελλάδα και στη Ρουμανία και ως εκπαιδευτή αυτοάμυνας για τον ίδιο (κατηγορούμενο) και για τους υιούς του, κατά το χρονικό διάστημα από 3-1-2015 έως ...-2018, δεν κατέβαλε σ' αυτόν το συνολικό χρηματικό ποσό των 108.517,96 €, που αφορά:
Δεδουλευμένες αποδοχές για το διάστημα αυτό, ποσού 85.600 €, Επίδομα αδείας για το διάστημα αυτό, ποσού 3.602,04 €, Μη ληφθείσα άδεια για το διάστημα αυτό, ποσού 8.750,88 €, Δώρο Χριστουγέννων για το διάστημα αυτό, ποσού 7.070,13 €, Δώρο Πάσχα για το διάστημα αυτό, ποσού 3.495,04 €, Β) Την H. R. ως υπάλληλο γραφείου (ήτοι κλητήρα στην επί της οδού ...
επιχείρηση για εξωτερικές εργασίες, υποδοχή πελατών, κ.λπ.), καθαρίστρια στην επί της οδού ... επιχείρηση, καθαρίστρια και οικιακή βοηθό (για εσωτερικές και εξωτερικές εργασίες) στην επί της οδού ... οικία του, καθώς και ως υπάλληλο σε εργασίες και επιχειρηματικές του δραστηριότητες στη Ρουμανία, κατά το χρονικό διάστημα από 3-1-2015 έως ...-2018, δεν κατέβαλε σ' αυτήν το συνολικό χρηματικό ποσό των 52.940,15 € που αφορά: -Δεδουλευμένες αποδοχές για το διάστημα αυτό, ποσού 38.222,11 €, -Επίδομα αδείας για το διάστημα αυτό, ποσού 2.314,19 €, -Μη ληφθείσα άδεια για το διάστημα αυτό, ποσού 5.899,12 €, -Δώρο Χριστουγέννων για το διάστημα αυτό, ποσού 4.278,71 €, -Δώρο Πάσχα για το διάστημα αυτό, ποσού 2.226,02 €, Γ) Τον Y.
Y. ως εργάτη και κηπουρό στην επί της οδού ... οικία του και ως οδηγό για τις μετακινήσεις του (κατηγορουμένου) στην εργασία του στην Ελλάδα και σε διάφορες εργασίες του στη Ρουμανία, κατά το χρονικό διάστημα από 3-1-2015 έως τον Οκτώβριο του 2015, δεν κατέβαλε σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 8.886,06 €, που αφορά: -Δεδουλευμένες αποδοχές για το διάστημα αυτό, ποσού 6.322,59 €, -Επίδομα αδείας για το διάστημα αυτό, ποσού 414 €, -Μη ληφθείσα άδεια για το διάστημα αυτό, ποσού 873,99 €, -Δώρο Χριστουγέννων για το διάστημα αυτό, ποσού 822,73 €, -Δώρο Πάσχα για το διάστημα αυτό, ποσού 452,75 €, Και συνολικά δεν τους κατέβαλε το χρηματικό ποσό των 170.344,17 €, αν και τους τα όφειλε συνεπεία της σχέσης εργασίας ως αποδοχές της αντίστοιχης κατηγορίας".
V. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε ορθώς η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 εδ. α, 27 παρ.1, 94, 98 παρ.1 ΠΚ και του άρθρου 28 παρ.1 του Ν. 3996/2011 (σε συνδυασμό με το άρθρο μόνο του Α.Ν. 690/1945 και ΑΝ 539/1945), χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα, αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκώς ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος τέλεσε τις ως άνω πράξεις και δη ο χρόνος που διήρκεσε για κάθε εργαζόμενο η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες συμφωνηθείσες με κάθε σύμβαση τακτικές αποδοχές, οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, καθώς και ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν, κατ' είδος.
Περαιτέρω, σε σχέση με τις προβαλλόμενες ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τον πρώτο, τέταρτο και πέμπτο από τους λόγους αναιρέσεως, σχετικά με την ιδιότητά του ως εργοδότη των εγκαλούντων, από τις άνω παραδοχές του αιτιολογικού, όπως παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται με το διατακτικό, προκύπτει με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις η ποινική ευθύνη του ως εργοδότη, αφού διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο κατηγορούμενος, που ήταν καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και, παράλληλα, δραστηριοποιείτο επιχειρηματικά στον χώρο των επενδυτικών και χρηματοοικονομικών συμβουλευτικών υπηρεσιών, διατηρώντας εταιρείες και εκτός Ελλάδας, συνήψε, ατομικά, ως εργοδότης, προφορικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας με τους υποστηρίζοντες την κατηγορία και απασχόλησε αυτούς ως υπαλλήλους του, από τον ... 2008 έως τις 27.7.2018 τον A.
H., από τις 10.8.2010 έως τις 27.7.2018 τη R. H. και από το Σεπτέμβριο του 2008 έως τον Οκτώβριο του 2015 τον Y. Y. στην επί της οδού ... οικία του στη ..., στην επί της οδού ... επιχείρηση (με την επωνυμία "D ΚΑΙ D ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕ") στη ..., στην οποία αυτός ήταν συνεταίρος με ποσοστό 45% καθ' όλο το χρονικό διάστημα από τη σύστασή της στις 15.11.2013 και έως και το 2018, αλλά και σε επιχειρηματικές δραστηριότητές του στη Ρουμανία, χωρίς να καταβάλει, με πρόθεση, σε αυτούς τις νόμιμες αποδοχές τους για το χρονικό διάστημα που απασχόλησε καθέναν από αυτούς και ότι συγκεκριμένα, απασχόλησε τον A.
H. ως υπάλληλο φύλαξης της οικίας του, ως οδηγό - συνοδό στις μετακινήσεις του στην Ελλάδα και στη Ρουμανία και ως εκπαιδευτή αυτοάμυνας για τον ίδιο (κατηγορούμενο) και τους υιούς του, με συμφωνημένο μισθό το ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαία, ότι απασχόλησε την R. H. ως υπάλληλο γραφείου (ήτοι κλητήρα στην επί της οδού ...
επιχείρηση για εξωτερικές εργασίες, υποδοχή πελατών, κ.λπ.), καθαρίστρια στην επί της οδού ... επιχείρηση, καθαρίστρια και οικιακή βοηθό στην οικία του, καθώς και ως υπάλληλο σε εργασίες και επιχειρηματικές του δραστηριότητες στη Ρουμανία, με συμφωνημένο μισθό το ποσό των 800 ευρώ μηνιαία και τον Y. Y. ως εργάτη και κηπουρό στην οικία του και ως οδηγό για τις μετακινήσεις του στην εργασία του στην Ελλάδα και σε διάφορες εργασίες του στη Ρουμανία, με συμφωνημένο μισθό το ποσό των 800 ευρώ μηνιαία, ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί ότι οφείλει δεδουλευμένες αποδοχές και προς τους τρεις εγκαλούντες με την από 25-6-2018 υπεύθυνη δήλωσή του.
Συνεπώς, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, οι παραπάνω, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης.
Περαιτέρω, οι ειδικότερες, συναπτόμενες με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ως προς την ιδιότητά του ως εργοδότη, είναι απαράδεκτες, καθόσον, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας, συνιστούν δε διαφορετική αξιολόγηση του περιεχομένου των αποδείξεων και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης του Δικαστηρίου, η οποία, όμως, είναι ανέλεγκτη αναιρετικά.
VΙ. Κατά το άρθρο 57 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ του ΚΠΔ, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μία αξιόποινη πράξη ή την κηρύσσει απαράδεκτη (τυπικό δεδικασμένο), β) ταυτότητα προσώπου, και γ) ταυτότητα πράξης, ως προς το πραγματικό σκέλος της στο σύνολό του (τρόπο, χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τέλεσής της) και ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό της, που περιλαμβάνει τόσο την πράξη του δράστη (ενέργεια ή παράλειψη) όσο και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή, αμέσως μετά την τέλεσή της ή σε μεταγενέστερο χρόνο.
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δεδικασμένο εξαντλείται στην ταυτότητα της αξιόποινης πράξης για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και δεν εμποδίζει νέα δίωξη για άλλη αξιόποινη πράξη, που δεν κρίθηκε, έστω και αν στα στοιχεία της πράξης αυτής περιλαμβάνεται και εκείνη, που επίσης αποτέλεσε στοιχείο του κριθέντος αδικήματος.
Δεν υφίσταται ταυτότητα πράξης και ως εκ τούτου δεδικασμένο, όταν τα περισσότερα αποτελέσματα μιας φυσικής πράξης έχουν αυτοτελή υλική υπόσταση και αποτελούν εξωτερικώς καθένα ίδιο έγκλημα που δεν τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου που έκρινε άλλη αξιόποινη πράξη.
Εξάλλου, η ταυτότητα πράξης που υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά από τα οποία αποτελείται και η κατηγορία, για την βασιμότητα ή μη της οποίας έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα, προκύπτει μόνο από το διατακτικό και όχι από τις αιτιολογίες της αμετάκλητης δικαστικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου ή του βουλεύματος δικαστικού συμβουλίου που καταδίκασε ή αθώωσε ή έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για το ίδιο πρόσωπο που διώκεται εκ νέου για την ίδια πράξη (ΑΠ 743/2020, ΑΠ 872/2015, ΑΠ 2211/2009, ΑΠ 1405/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλει τον ισχυρισμό του δεδικασμένου, απορρέοντος από το υπ' αριθμ. 3.353/2022 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος αυτού και των δύο εκεί συγκατηγορουμένων του ύστερα από την από 9.8.2018 έγκληση σε βάρος τους από τους νυν υποστηρίζοντες την κατηγορία, για την πράξη της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, με σκοπούμενο περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, με την οποία ειδικότερα ισχυρίστηκαν ότι ο κατηγορούμενος τους τοποθέτησε ως παρένθετα πρόσωπα εν αγνοία τους, σε εταιρίες συμφερόντων του, χωρίς να έχουν αυτοί καμιά επιχειρηματική εμπειρία. Τα περιστατικά αυτά επικαλέστηκαν οι υποστηρίζοντες την κατηγορία για τη θεμελίωση της πράξης της απάτης. Η πράξη της απάτης δεν ταυτίζεται, όμως, κατά τα στοιχεία που τη θεμελιώνουν, με την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 28 του Ν. 3996/2011, που αφορά στις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Συνεπώς, δεν παρήχθη δεδικασμένο που να προκύπτει από το άνω αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ως προς την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 28 του Ν. 3996/2011. Η προσβαλλομένη απόφαση ορθά απέρριψε τον περί δεδικασμένου από το άνω βούλευμα ισχυρισμό του κατηγορουμένου με την αιτιολογία που αναφέρεται στο σκεπτικό της και οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 εδ. ΣΤ' είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
VIΙ. Κατά το άρθρο 504 παρ.1 ΚΠΔ "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 368)" κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου "Αν ζητηθεί η αναίρεση σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, θεωρούνται ότι προσβάλλονται μαζί και οι προπαρασκευαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από αυτήν που προσβάλλεται".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 548 του ισχύοντος 1-7-2019 ΚΠΔ (κατά τα εκτιθέμενα και στην αιτιολογική έκθεση), προπαρασκευαστικές αποφάσεις είναι οι αποφάσεις που δεν αποφαίνονται τελειωτικώς επί της κατηγορίας, αλλά μόνο επί κάποιου ζητήματος που αναφύεται. Οι αποφάσεις αυτές, ως μη "τελειωτικές" επί της κατηγορίας, δεν υπόκεινται σε αναίρεση αυτοτελώς, αλλά μόνο εάν ζητηθεί η αναίρεση της τελειωτικής απόφασης, θεωρούνται, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 504 παρ.4 ΚΠΔ, ότι προσβάλλονται μαζί και οι εν λόγω προπαρασκευαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από αυτήν που προσβάλλεται (ΑΠ 1122/2020, ΑΠ 307/2018).
Συγκεκριμένα, την προπαρασκευαστική απόφαση δικαιούται ο αναιρεσείων να συμπροσβάλλει, μόνο εφόσον προσβάλει την "τελειωτική" επί της κατηγορίας απόφαση και μόνο εφόσον προβάλει παραδεκτά λόγο αναίρεσης και κατ' αυτής, σε περίπτωση δε που αναιρεθεί η "τελειωτική" απόφαση δεν αναιρείται άνευ ετέρου και η μη προσβληθείσα με αναιρετικό λόγο προπαρασκευαστική απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το, ενδιαφέρον την έρευνα του έκτου αναιρετικού λόγου, ζήτημα δέχθηκε τα εξής: "Ως προς το ζήτημα της παραγραφής επιμέρους πράξεων του ερευνώμενου κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, λεκτέα τα εξής: Δυνάμει των υπ' αριθ. ΖΤ 578/20-9-2021, ΖΤ 1611/2-6-2022 και ΖΤ 2025/20-9-2022 αποφάσεών του το παρόν Δικαστήριο ανέβαλε κατ' άρθρο 59 παρ. 1 του ΚΠοινΔ κάθε περαιτέρω ενέργεια επί της υπό κρίση δικογραφίας έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της ποινικής δίωξης, η οποία ασκήθηκε σε βάρος του εκκαλούντος (μεταξύ λοιπών κατηγορουμένων), κατόπιν της από 9-8-2018 έγκλησης των νυν υποστηριζόντων την κατηγορία (με στοιχεία ABM A 2018/1536), για την πράξη της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, με σκοπούμενο περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, με φερόμενο χρόνο τέλεσης από τα τέλη του έτους 2013 έως τα μέσα του έτους 2018.
Μετά το πέρας της διενεργηθείσας κύριας ανάκρισης εκδόθηκε το υπ' αριθ. 3353/27-9-2022 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του νυν εκκαλούντος και των λοιπών εκεί κατηγορουμένων για την ερευνηθείσα πράξη. Το βούλευμα αυτό κατέστη αμετάκλητο στις 27-11-2022, με την άπρακτη παρέλευση των προθεσμιών για την άσκηση έφεσης και αναίρεσης κατ' αυτού (άρθρα 480 εδ.
α', 483 παρ. 3 του ΚΠοινΔ). Επομένως, το χρονικό διάστημα από 20-9-2021 έως 27-11-2022 (ήτοι 14 μήνες και 7 ημέρες) δεν υπολογίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 113 παρ. 2 εδ. β' του ΠΚ, στην τριετή προθεσμία αναστολής της παραγραφής του ερευνώμενου αδικήματος. Άρα, έχουν υποκύψει στην παραγραφή επιμέρους πράξεις του ερευνώμενου κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλειά τους, για τις οποίες μέχρι σήμερα έχει συμπληρωθεί οκταετία από τον χρόνο τέλεσής τους, οκταετία στην οποία πρέπει να προστεθεί και το ανωτέρω διάστημα των δεκατεσσάρων (14) μηνών και επτά (7) ημερών.
Ήτοι, έχουν παραγραφεί επιμέρους πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος (αναφορικά με το χρόνο τέλεσης αυτού που έχει μεταβιβαστεί προς κρίση στο παρόν Δικαστήριο) με χρόνο τέλεσης από 6-10-2014 έως και 2-1-2015 και πρέπει ως προς αυτές να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη. Σημειώνεται ότι οι προπαρασκευαστικές αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου περί αναβολής της δίκης κατ' άρθρο 59 παρ. 1 ΚΠοινΔ θεωρούνται μεν, κατ' άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠοινΔ, ότι συμπροσβάλλονται με τις υπ' αριθ. 1216, 1227/2023 τελειωτικές αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου που προσβλήθηκαν ενώπιον του Αρείου Πάγου και αναιρέθηκαν με την υπ' αριθ. 1599/2023 απόφαση αυτού.
Το γεγονός αυτό όμως δεν συνεπάγεται ότι, εάν αναιρεθεί η τελειωτική απόφαση, συναναιρείται άνευ ετέρου και η προπαρασκευαστική, διότι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, κατά νόμο, δεν θα υπήρχε καν λόγος να θεωρείται ως συμπροσβληθείσα, αφού ούτως ή άλλως η αναίρεση της οριστικής απόφασης θα επέφερε και την αυτοδίκαια αναίρεση της προπαρασκευαστικής, οπότε θα εμφανιζόταν το άτοπο να θεωρείται ως συναναιρεθείσα και προπαρασκευαστική απόφαση, κατά της οποίας αυτοτελώς, κατά νόμο, δεν επιτρέπεται αναίρεση (βλ.
ΣυμβΠλημΘεσσ 431/1980 ΠοινΧρον 1980.174). Από το περιεχόμενο δε της υπ' αριθ.1599/2023 απόφασης του Αρείου Πάγου προκύπτει ότι δεν αναιρέθηκαν οι εν λόγω προπαρασκευαστικές αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, αφού δεν αποδόθηκε συγκεκριμένη πλημμέλεια σε αυτές". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ερμήνευσε ορθά τη διάταξη του άρθρου 113 παρ. 2βΠΚ, με το να δεχθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση οι προπαρασκευαστικές, από το άρθρο 59 ΚΠΔ, αποφάσεις του δικαστηρίου δεν έχασαν την ισχύ τους, αφού δεν συναναιρέθηκαν με την 1599/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου και συνεπώς, το χρονικό διάστημα των αναβολών της δίκης, που διατάχθηκαν με αυτές, δεν συνυπολογίζεται στην παραγραφή του αδικήματος.
Συνεπώς, ο έκτος λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, όπως ορίζονται στο διατακτικό (άρθρο 578 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 1.5.2024 και με αρ. ΕΜ 13/2024 αίτηση του Π. Δ. του Φ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΖΤ 25/8.1.2024, 197/16.1.2024, 319/22.1.2024, 626/5.2.2024, 1031/26.2.2024, 1076/28.2.2024, 1229/7.3.2024, 1275/9.3.2024 αποφάσεως του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών,
Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Αυγούστου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ