Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding vague payment satisfaction claims in civil proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding property division and debt satisfaction. The appellant argued that the lower court incorrectly rejected a claim of debt satisfaction due to vague wording, but the court found this ground inadmissible under the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560 of the Code of Civil Procedure: An appeal ground based on the rejection of a satisfaction claim due to quantitative vagueness is inadmissible if it falls outside the specific list of reviewable errors, and an appeal citing Article 422 of the Civil Code is baseless if the lower court did not rule on that issue.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1018 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1018/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστομένη Τσουκαλά και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. συζύγου Α. Π., το γένος Π. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ρεντούμη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/2/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 538/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2754/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/6/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 19-6-2020 (αριθ. καταθ. 58/22-6-2020) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 2754/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας ως Εφετείο, τις εφέσεις των διαδίκων, κατά της με αριθμό 538/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος - εναγομένου, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης -ενάγουσας, ακολούθως δε εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή της αναιρεσίβλητης, με αντικείμενο την επιδίκαση αποζημίωσης, λόγω της εκ μέρους του αναιρεσείοντος, αποκλειστικής χρήσης των κοινών ακινήτων τους.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθώς η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 10-3-2020, οπότε και άρχισε η κατ' άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκησή της, από τον αναιρεσείοντα, που διαμένει στην Ελλάδα, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί κατά την κατάθεση του δικογράφου της, στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 22-6-2020, διότι η λόγω προθεσμία ανεστάλη, κατά το χρονικό διάστημα από 13-3-2020 μέχρι 31-5-2020, χρόνο επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, εξαιτίας της πανδημίας του covid - 19, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 1 του ν. 4690/ 2020 και τις αναφερόμενες σ' αυτόν ΚΥΑ (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 785, 786, 787, 792 παρ. 2, 961, 962 και 1113 του ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν απ' αυτόν, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματός τους, μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα), που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της επιπλέον της ιδανικής του μερίδας χρήσης του κοινού (ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 2191/2007).
Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δεν αποκλείεται, όμως, να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα, κατά το άρθρο 1098 του ΑΚ ή και αδικοπρακτική ευθύνη του, κατά τα άρθρα 914 ή και 1099 του ΑΚ, αν παράνομα και υπαίτια εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς (ΑΠ 362/2010) ή πολύ περισσότερο αν τους απέβαλε από τη συννομή του κοινού (ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 767/2014).
Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσης κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια (ΑΠ 802/2017, ΑΠ 187/2015).
Κατά τα λοιπά, ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του το κοινό πράγμα, είναι κατ' αρχήν αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή προκειμένου για ακίνητο διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον με τον τρόπο αυτό αποκλείει στην πράξη τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί κατά την κρίση και το συμφέρον του (ΑΠ 276/2016, ΑΠ 767/2014).
Συνεπώς, στη σχετική αγωγή αποζημίωσης, καθώς και στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που θα εκδοθεί, αρκεί, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, να αναφέρεται το κοινό ακίνητο, η επ' αυτού μερίδα του ενάγοντος, ότι ο εναγόμενος έκανε κατά τον επίδικο χρόνο αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και επίσης, το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος του εναγομένου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, συνιστάμενο στην αξία αυτής, η οποία προκειμένου περί αστικού ακινήτου ταυτίζεται με τη μισθωτική αξία του μεριδίου του εκτός χρήσης κοινωνού, της οποίας, συνεπώς αρκεί η αναφορά (ΑΠ 187/2015, ΑΠ 564/2012, ΑΠ 362/2010, ΑΠ 1761/2008).
Άλλο στοιχείο δεν απαιτείται να αναφέρεται στην αγωγή και ειδικότερα άλλη έννομη σχέση, βάσει της οποίας ο εναγόμενος συγκοινωνός κάνει χρήση του κοινού πράγματος και κατά τη μερίδα του ενάγοντος, αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο η προβολή ισχυρισμού (ένστασης), ότι κατέχει το κοινό πράγμα κατά το πέραν της μερίδας του ποσοστό βάσει ορισμένης έννομης σχέσης και ότι, συνακόλουθα, δεν υποχρεούται στην καταβολή της αξιούμενης με την αγωγή αποζημιώσεως (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 1208/2018, ΑΠ 187/2015, ΑΠ 564/2012).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ''κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών,... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης''.
Η απαρίθμηση των παραπάνω λόγων αναίρεσης είναι περιοριστική, όπως συνάγεται από την αναφερόμενη στην άνω διάταξη λέξη, ''μόνο'', και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναίρεσης κατά των άνω αποφάσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που ιδρύεται, ''αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο'' (ΑΠ 196/2020, 1702/2018).
Ακολούθως, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται, ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, προκειμένου δε περί απόφασης ειρηνοδικείου, ως παραβίαση από το άνω άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (OλΑΠ 112/08, ΑΠ 59/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, εξέθεσε σ' αυτή, ότι είναι συγκύρια κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου των περιγραφομένων σ' αυτή ακινήτων και ότι ο εναγόμενος, ήδη αναιρεσείων, ετεροθαλής αδελφός της, που είναι συγκύριος των ίδιων ακινήτων κατά τα υπόλοιπο ποσοστό, χρησιμοποιεί αποκλειστικά ο ίδιος τα ακίνητα, εκμισθώνοντας αυτά σε τρίτους, χωρίς να της αποδίδει την αναλογία της από τα εισπραχθέντα από αυτόν μισθώματα.
Ζήτησε δε ακολούθως με την αγωγή της, όπως περιορίστηκε παραδεκτά πρωτοδίκως, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, λόγω της αποκλειστικής εκ μέρους του χρήσης των κοινών ακινήτων, με την εκμίσθωσή τους σε τρίτους, να καταβάλει σ' αυτήν ως αποζημίωση, την αντιστοιχούσα στην μερίδα της συγκυριότητας της, μισθωτική αξία των ακινήτων, όπως αναλυτικά προσδιορίζεται στην αγωγή και ανέρχεται, για την επίδικη χρονική περίοδο (από το μήνα Μάρτιο του έτους 2009 μέχρι την πιθανή συζήτηση της αγωγής στις 22-5-2013) στο συνολικό ποσό των 7.995 ευρώ.
Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στο Εφετείο την από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις ότι, το Εφετείο κρίνοντας ορισμένη την ένδικη αγωγή και απορρίπτοντας τον αντίστοιχο λόγο έφεσής του, κατά της πρωτόδικης απόφασης, που αποφάνθηκε με τον ίδιο τρόπο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διότι όσον αφορά τη νομική πληρότητα της αγωγής αρκέστηκε σε λιγότερα / διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτούν οι διατάξεις αυτές, καθώς η αναιρεσίβλητη δεν αξίωσε την ωφέλεια που αποκόμισε ο ίδιος από την αποκλειστική χρήση των κοινών ακινήτων, αλλά την απόδοση συγκεκριμένων μισθωμάτων, τα οποία ο ίδιος εισέπραξε από την άνω χρήση των κοινών ακινήτων.
Ωστόσο, η αγωγή υπό το ως άνω περιεχόμενο της, είναι πλήρης και επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει τα στοιχεία, τα οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είναι αναγκαία για την νομική θεμελίωσή της, ως αγωγής αποζημίωσης από την αποκλειστική χρήση των κοινών ακινήτων, και δη την περιγραφή των κοινών ακινήτων, την επ' αυτών μερίδα της ενάγουσας, την αποκλειστική παρά του εναγομένου χρήση των ακινήτων, με την εκ μέρους του εκμίσθωση σε τρίτους και τα εισπραχθέντα από αυτόν μισθώματα, κατά το μέρος που αντιστοιχούν στη μερίδα συγκυριότητά της.
Τα μισθώματα δε αυτά, συνιστούν το όφελος του εναγομένου, από την εκ μέρους του αποκλειστική χρήση, που ταυτίζεται με τη μισθωτική αξία του μεριδίου της ενάγουσας, χωρίς πράγματι αυτά να αποτελούν μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια.
Ως εκ τούτου είναι σαφές, ότι με την ένδικη αγωγή, κατά τη δέουσα εκτίμησή της, διώκεται η επιδίκαση αποζημίωσης χρήσης, συνιστάμενη στην απόδοση του οφέλους του εναγομένου, από την αποκλειστική χρήση των κοινών ακινήτων, έστω και αν το όφελος αυτό αναφέρεται στην αγωγή, ως μέρος των μισθωμάτων, αφού πράγματι με βάση όσα αναφέρονται σ' αυτή, δεν πρόκειται για μισθωτική σχέση μεταξύ των διαδίκων, από την οποία αξιώνονται μισθώματα, αλλά αξιώνεται η επιδίκαση αποζημίωσης, από την αποκλειστική χρήση των κοινών ακινήτων.
Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλομένη απόφαση ορισμένη την ένδικη αγωγή, δεχόμενο ότι περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για τη νομική της επάρκεια στοιχεία, μεταξύ των οποίων, ''το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος του εναγομένου - κοινωνού από την αποκλειστική χρήση των κοινών ακινήτων και η ανάλογη μερίδα της ενάγουσας επί του οφέλους τούτου'' και απορρίπτοντας τον αντίστοιχο λόγο έφεσης του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο παραπάνω περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΟλΑΠ 15/2006). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 441/2020, ΑΠ 852/2019, AΠ 802/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά το αναιρετικά ενδιαφέρον μέρος της, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της με αρ. .../11-7-2007 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Γκίκα, που μεταγράφηκε νόμιμα ........, η ενάγουσα κατέστη κυρία κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, μεταξύ άλλων, στα ακόλουθα ακίνητα: 1) στο μισό 1/2 εξ αδιαιρέτου, του με στοιχεία (Α-4) διαμερίσματος, που βρίσκεται στον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο πολυκατοικίας, κτισμένης σε οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο στο Δήμο … εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, στη θέση ''...'' ή ''...'', στη συμβολή των οδών ...
και ..., ..... έχει συνολική επιφάνεια 30 τμ ...., 2) στο 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου .....μετά των επ' αυτού υφιστάμενων ισόγειων κτισμάτων, που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του Δήμου ... ..... Στο εν λόγω αγροτεμάχιο υφίσταται μία ισόγεια αποθήκη, επιφάνειας 50,34 τμ και ένα ισόγειο βοηθητικό κτίσμα επιφάνειας 44,16 τμ, 3) Στο 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου ....
που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ... ..... Η αξία των άνω όμορων ακινήτων στα οποία από το 2012 στεγαζόταν επιχείρηση οινοποιείου με πλήρη εξοπλισμό και γεφυροπλάστιγγα εξήντα τόνων, αποτιμάται σε 455 ευρώ, ανά τμ. Επίσης, δυνάμει της .../30-11-2007 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών, που καταχωρήθηκε νόμιμα στο κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Σπάτων ....
η ενάγουσα κατέστη συγκυρία κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στο 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του 1/3 εξ αδιαιρέτου, άλλως στα 16,66667/οο εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου, μετά των επ' αυτού υφιστάμενων κτισμάτων, που βρίσκεται στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου ..., .... επί των οδών ... ... έκτασης 670,61 τμ ....
Στο οικόπεδο αυτό υφίστανται τα ακόλουθα κτίσματα: α) ένα διόροφο κτίσμα που ανεγέρθηκε πριν το έτος 1983, αποτελούμενο από, ι) μία ισόγεια οικία που έχει επιφάνεια 121,17 τμ και ιι) μία οικία του πρώτου ορόφου, εν μέρει τελειωμένη και εν μέρει ημιτελή .... συνολικής επιφάνειας 64,54 τμ, β) ένα ισόγειο κτίσμα που ανεγέρθηκε πριν το 1983, αποτελούμενο από μία ισόγεια οικία επιφάνειας 77,92 τμ και γ) ένα ισόγειο κτίσμα, ανεγερθέν προ του 1983, αποτελούμενο από μία ισόγεια οικία, επιφάνειας 70,97 τμ.....
Ο εναγόμενος κατέστη συγκύριος των άνω ακινήτων, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκ κληρονομίας του ... Ι. Π., .....την οποία κληρονομία αποδέχθηκε νόμιμα δυνάμει της 14133/2005 πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών, Αικατερίνης Γκίκα, που μεταγράφηκε νόμιμα και κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου εκ κληρονομίας του Α.
Π. ...., την οποία κληρονομία αποδέχθηκε νόμιμα με την .../30-11-2007 πράξη αποδοχής κληρονομίας της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Επομένως η ενάγουσα και ο εναγόμενος τυγχάνουν συγκύριοι στα παραπάνω ακίνητα, το ποσοστό δε της ενάγουσας ανέρχεται στο 1/8 ή 12,5% εξ αδιαιρέτου, του λοιπού ανήκοντος στον εναγόμενο.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων με το από 4-8-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσε στον H. A. του I. ένα δωμάτιο με μπάνιο, γραφείο και 140 τμ (κατά το συμφωνητικό) αποθηκευτικούς χώρους, που βρίσκονται στην ... στην οδό ... και στάση ..., αντί μηνιαίου μισθώματος 300 ευρώ, για το διάστημα από 1-9-2010 έως 1-9-2016. Πρόκειται για τα κτίσματα που υπάρχουν στο περιγραφέν παραπάνω κοινό ακίνητο των διαδίκων στην ....
Επίσης, με το από 1-7-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσε στον Δ. Μ. του Γ., το διαμέρισμα του Α ορόφου 30 τμ, στην οδό ... και ... 16-18, αντί μηνιαίου μισθώματος 250 ευρώ και με διάρκεια από 1-7-2005 έως 1-6-2007. Πρόκειται για το κοινό διαμέρισμα των αντιδίκων στην Αθήνα, που προπεριγράφηκε. Επιπλέον ο ενάγων εκμίσθωσε στον A.
S. του H. και R., ένα δυάρι 35 τμ, στην ... στην οδό ..., από την 1η-10-2010 έως την 1-10-2013 αντί μισθώματος 220 ευρώ, δυνάμει του από 28-9-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού που υπογράφηκε στα πλαίσια ανανέωσης προϋπάρχοντος συμβολαίου που είχε λήξει, με το από 11-4-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσε στον S. M. του G., ένα τριάρι 65 τμ. Στην ..., στην οδό ..., που κατά το συμφωνητικό φέρεται αποτελούμενο από δύο δωμάτια, κουζίνα και μπάνιο, αντί μηνιαίου μισθώματος 200 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 11-4-2011 έως 11-4-2013, με το από 1-10-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσε στον S. P. ισόγεια οικία, που φέρεται να έχει επιφάνεια 45 τμ στην ...
στην οδό ... 10 αντί μηνιαίου μισθώματος 220 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-10-2007 έως 1-10-2009, με το από 1-11-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσε στον Έ. Τ. του F., ισόγεια οικία, που φέρεται να έχει εμβαδόν 55 τμ στην ..., στην οδό ..., αποτελούμενης από δύο δωμάτια, κουζίνα καθιστικό και μπάνιο, αντί μηνιαίου μισθώματος 260 ευρώ, για δύο χρόνια από 1-11-2007 έως 1-11-2009 και με το από 14-4-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσε στον K.
R. του M. γκαρσονιέρα με ένα δωμάτιο, μπάνιο και κουζίνα στην ..., στην οδό ..., αντί μηνιαίου μισθώματος 180 ευρώ, για ένα έτος, από 1-5-2011 έως 1-5-2012. Τέλος, στις 23-5-2016 εκμίσθωσε στον A. L. ισόγειο στον ... στην ..., 45 τμ, αντί μηνιαίου μισθώματος 150 ευρώ, για το διάστημα από 23-5-2016 έως 23-5-2018. Οι παραπάνω εκμισθωσείσες οικίες στην περιοχή της ...
δεν είναι άλλες από τις κοινές οικίες (τρεις ισόγειες και μία στον πρώτο όροφο του διώροφου κτιρίου) της ενάγουσας και του εναγομένου, που βρίσκονται στο ακίνητο στην περιοχή της ..., όπως αυτές παραπάνω περιγράφηκαν και περιλαμβάνονται .... ... Επομένως, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εκμεταλλευόταν διαρκώς από το έτος 2008 χωρίς να μεσολαβήσουν κενά διαστήματα τα άνω αναφερόμενα κοινά ακίνητα, εκμισθώνοντάς τα σε τρίτους και εισπράττοντας αντίστοιχα τα συμφωνηθέντα μισθώματα.
Περαιτέρω, από τα προσκομισθέντα από την ενάγουσα ως άνω ιδιωτικά συμφωνητικά σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εισέπραττε κατά τα παραπάνω έτη κατά μέσο όρο μίσθωμα, ύψους 300 ευρώ, για την εκμίσθωση του ακινήτου στην ..., 250 ευρώ για την εκμίσθωση του διαμερίσματος στην …, για δε τα τέσσερα ακίνητα στην ...
κατά μέσο όρο, μίσθωμα 220 ευρώ για τη μία ισόγεια οικία, 150 ευρώ για την ισόγεια οικία που χαρακτήριζε ως γκαρσονιέρα στα ιδιωτικά συμφωνητικά που σύναπτε και 200 ευρώ κατά μέσο όρο για την καθεμία από τις άλλες δύο οικίες (μία ισόγεια και μία του πρώτου ορόφου), ήτοι συνολικά (300 + 250+ 220 + 150 + 200 + 200) 1.300 ευρώ μηνιαίως.
Επομένως, στην ενάγουσα αναλογούσε το ποσό των 165 (1320 Χ 1/8) ευρώ μηνιαίως. Παρότι, όμως, ο εναγόμενος εκμίσθωνε τα παραπάνω κοινά ακίνητα, σύναπτε ως μοναδικός κύριος τις επίμαχες μισθωτικές συμβάσεις με τους μισθωτές του, χωρίς να ενημερώνει την ενάγουσα, η οποία δεν γνώριζε συγκεκριμένα ούτε τα μισθωτήρια συμβόλαια, ούτε το συμφωνηθέν μίσθωμα, ούτε τους μισθωτές των ακινήτων.
Το 2008 μέχρι και το Φεβρουάριο του 2009, όπως η ίδια η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της, ο εναγόμενος της κατέβαλε το ποσό των 2.654,30 ευρώ, ως αναλογία της στα μισθώματα των κοινών ακινήτων τους, για δε τους μήνες Νοέμβριο του 2009 έως και το Μάρτιο του 2010 της κατέβαλε το ποσό των 993 ευρώ. Έκτοτε δεν της απέδωσε κανένα ποσό και η ενάγουσα του απέστειλε στις 26-10-2010, την από 25-10-2010 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία και πρόσκληση, με την οποία αφού διαμαρτυρόταν για την κατά τα άνω συμπεριφορά του, τον καλούσε να της παραδώσει αναλυτικό κατάλογο των πεπραγμένων μέχρι το χρόνο εκείνο και αναλυτικό λογαριασμό εισπράξεων μισθωμάτων όσον αφορά στα κοινά ακίνητα, να της καταβάλει τα χρήματα που της αναλογούν στα εισπραχθέντα μισθώματα και να της χορηγήσει αντίγραφα των συναφθέντων ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης, τάσσοντάς του σχετική προθεσμία, η οποία παρήλθε, όμως, άπρακτη.
Στο μεταξύ στην προσπάθειά της να πληροφορηθεί τους όρους των μισθώσεων που συνήπτε ο εναγόμενος, είχε προβεί και στην κοινοποίηση εξώδικων δηλώσεων και στους μισθωτές των κοινών ακινήτων, ζητώντας από αυτούς να καταβάλουν σε εκείνη το αναλογούν στο ποσοστό της συγκυριότητάς της μίσθωμα και να της προσκομίσουν τα ιδιωτικά συμφωνητικά που είχαν συνάψει με τον εναγόμενο, πλην, όμως, δίχως αποτέλεσμα.
Κατόπιν όλων όσων παραπάνω εκτέθηκαν, ο εναγόμενος πρέπει να αποδώσει στην ενάγουσα το αναλογούν στο ποσοστό συγκυριότητάς της στα επίδικα ακίνητα, όπως παραπάνω αυτά εκτέθηκαν, μίσθωμα ύψους 165 ευρώ το μήνα, για τους μήνες Μάρτιο έως και Οκτώβριο του 2009, ήτοι για οκτώ μήνες, συνολικού ποσού 1320 (165 ευρώ Χ 8 μήνες) ευρώ, για τους μήνες Απρίλιο έως και Δεκέμβριο του 2010, συνολικού ποσού 1.485 (165 ευρώ Χ 9 μήνες) ευρώ, για όλο το 2011 και όλο το 2012 συνολικά το ποσό των 3.960 (165 ευρώ Χ 24 μήνες) ευρώ και τέλος, για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2013 το ποσό των 330 (165 ευρώ Χ 2 μήνες) ευρώ.
Επομένως, ο εναγόμενος πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει συνολικά στην ενάγουσα το ποσό των (1.320 + 1.485 + 3.960 + 330) 7.095 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση. Επίσης ο εναγόμενος πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα και την αναλογία της στα μισθώματα των μηνών, Μαρτίου 2013 έως και 22-5-2013 (χρόνος συζήτησης της αγωγής), ήτοι για δύο μήνες και 22 ημέρες, ποσού 451 ευρώ, το οποίο εισέπραξε και δεν της απέδωσε.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε την αγωγή βάσιμη μόνο ως προς την αναλογία της ενάγουσας στο μίσθωμα του επίκοινου διαμερίσματος που βρίσκεται στο Δήμο … στη συμβολή των οδών ... και ..., την οποία όρισε στο ποσό των 35 ευρώ μηνιαίως, ήτοι το 1/8 επί μισθώματος ύψους 280 ευρώ, αφού στο ποσό αυτό όρισε τη μισθωτική αξία του ακινήτου, δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις, δεκτού γενομένου ως βάσιμου του κύριου λόγου έφεσης της υπό στοιχ.
Α εκκαλούσας. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως κατ' ουσία βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί εκ νέου η αγωγή από το παρόν δικαστήριο, να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 7.546 ευρώ, εκ των οποίων το ποσό των 7.095 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής έως την οριστική εξόφληση".
Δέχθηκε έτσι, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι διάδικοι είναι συγκύριοι στα περιγραφόμενα σ' αυτή κοινά ακίνητα, τα οποία χρησιμοποιούσε αποκλειστικά ο εναγόμενος, με την εκμίσθωσή τους σε τρίτους, εισπράττοντας ο ίδιος τα μισθώματα, χωρίς να αποδίδει στην ενάγουσα το ποσοστό που αναλογούσε στη μερίδα της συγκυριότητάς της στα κοινά ακίνητα.
Τα μισθώματα αυτά κατά το μέρος που αναλογούν στην μερίδα συγκυριότητας της ενάγουσας, συνιστούν το όφελος του εναγομένου - συγκοινωνού, από την εκ μέρους του αποκλειστική χρήση, που ταυτίζεται με τη μισθωτική αξία του μεριδίου της ενάγουσας, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν και στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Έτσι είναι σαφές, ότι παρά το γεγονός ότι το όφελος αυτό αναφέρεται ως μίσθωμα στην προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω της ταύτισης του οφέλους από την αποκλειστική χρήση με τη μισθωτική αξία της μερίδας της ενάγουσας επί των κοινών ακινήτων, ως εκτός της της χρήσης αυτών κοινωνού, αυτά πράγματι συνιστούν αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, ωφέλεια, ενόψει και του ότι ουδεμία αναφορά γίνεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σε μισθωτική σχέση μεταξύ των διαδίκων, ούτε και πράγματι υπάρχει τέτοια σχέση, αλλά μόνο σχέση κοινωνίας, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, στα πλαίσια της οποίας επιδικάστηκαν τα άνω μισθώματα, όχι πράγματι ως μισθώματα, αλλά ως αποδοτέα ωφέλεια.
Επομένως, με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων, 785, 786, 787, 792 παρ. 2, 961, 962 και 1113 ΑΚ, οι οποίες σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη ήταν εφαρμοστέες, ενώ διέλαβε, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για παραβίαση των άνω διατάξεων με την εσφαλμένη εφαρμογή τους και από τον αριθμό 6 του ίδιου άρθρου, για έλλειψη νόμιμης βάσης, με τις αιτιάσεις ότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν μη εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, καθώς στην ελάσσονα πρόταση ουδεμία αναφορά γίνεται σε όφελός του, από την αποκλειστική χρήση των κοινών ακινήτων, παρά μόνο σε μισθώματα τα οποία εισέπραττε και στην καταβολή των οποίων υποχρεώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμα, καθώς, όπως ήδη αναφέρθηκε, τα πιο πάνω μισθώματα, πράγματι συνιστούν το όφελος του εναγομένου από την αποκλειστική χρήση των κοινών ακινήτων, το οποίο και επιδικάστηκε.
Συνακόλουθα, ο πιο πάνω άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άλλως απορρίπτεται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, που ορίζει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής (ΑΠ 123/2020, ΑΠ 417/2018, ΑΠ 818/2017). Ο αναιρεσείων, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 560 αρ. 1 αποδίδει στο Εφετείο ότι απέρριψε εσφαλμένα ως αόριστο τον πρωτοδίκως προταθέντα και με λόγο έφεσης επαναφερθέντα σ'αυτό, προς απόκρουση της αγωγής ισχυρισμό εξόφλησης των ένδικων αξιώσεων της αναιρεσίβλητης, με μερικότερες καταβολές, που έλαβαν χώρα με την παρακατάθεση των ποσών τους, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, για τις οποίες εκδόθηκαν τα ακόλουθα γραμμάτια του τελευταίου Ταμείου και συγκεκριμένα:
α) το υπ' αρ. 671287 γραμμάτιο, ποσού 910 ευρώ για το χρονικό διάστημα από Απρίλιο 2012 έως και Αύγουστο 2012, β) το υπ' αρ. 670889 γραμμάτιο, ποσού 903 ευρώ για το χρονικό διάστημα από Οκτώβριο 2011 έως και Μάρτιο 2012, γ) το υπ' αρ. 658741 γραμμάτιο, ποσού 910 ευρώ για το χρονικό διάστημα από Μάϊο 2011 έως και Σεπτέμβριο 2011 και δ) το υπ' αρ. 646109 γραμμάτιο, ποσού 726 ευρώ για το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο 2010 έως και Απρίλιο 2011, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του παρέδωσε στην ενάγουσα, με την από 10-5-2013 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση παραλαβής τους, για το λόγο ότι ο εναγόμενος δεν προσδιόριζε ποιο επιμέρους ποσό κατέβαλε για καθεμία από τις ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας και κατόπιν τούτου (απέρριψε) και το σχετικό λόγο της έφεσης, ως αβάσιμο.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος όπως εκτιμάται υπάγεται στο άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, εφόσον εδώ υφίσταται περίπτωση απόρριψης, λόγω ποσοτικής αοριστίας, ένστασης εξόφλησης, είναι απαράδεκτος, διότι βρίσκεται εκτός του πεδίου του άρθρου 560 ΚΠολΔ, στο οποίο, όπως αναφέρθηκε, καθορίζονται περιοριστικά οι λόγοι, για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση κατά αποφάσεων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων.
Επίσης, ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος του που, με την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας, από τον αριθμό 1 άρθρου 560 ΚΠολΔ, αποδίδεται, στο Εφετείο ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ (καταλογισμός σε περίπτωση περισσότερων χρεών), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν περιέλαβε κρίση σχετικά με ζήτημα περί εφαρμογής ή μη της διάταξης αυτής, η οποία, σε κάθε περίπτωση, μετά την απόρριψη, κατά τα ως άνω, της ένστασης εξόφλησης, που προέβαλε ο αναιρεσείων, ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, δεν ευρίσκει πεδίο εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-6-2020 (αριθμ. καταθ. 58/22-6-2020) αίτηση αναίρεσης της 2754/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μάϊου 2022.
Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ