Legislator Case Law & Legislation
1018/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and decides case itself due to lack of procedural grounds for lower court.

Case Number 1018/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court of Rhodes and retained jurisdiction to decide the case itself. The appellants challenged a decision regarding a boundary dispute over a road opened in 1958, while the respondents argued for dismissal of their claim. The court ruled that no procedural grounds remained for the lower court to continue the trial, necessitating a final judgment by the Supreme Court.

Legislator headnote

AI generated

Art. 580 para. 3 KPolD; Art. 580 para. 4 KPolD: When the Supreme Court annuls a decision and no procedural grounds exist for further trial by the lower court, it may decide the case itself and declare the lower court's proceedings inadmissible.

Keywords

AI generated
retention of jurisdiction annulment of decision procedural grounds inadmissibility of proceedings final judgment by Supreme Court boundary dispute costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 580 para. 3 KPolD
Art. 580 para. 4 KPolD
Art. 178 para. 1 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 495 KPolD

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1018 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1018/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:

1) Φ., συζύγου Μ. Γ. , το γένος Ν. και Κ. Γ. , κατοίκου … Ρόδου,

2) Α. Γ. του Ν. και της Κ. (Γ.), κατοίκου ... Ρόδου,

3) Α., συζύγου Κ. Κ. , το γένος Ν. και Κ. Γ. , κατοίκου Ρόδου,

οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Αποστολά με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:

1) Σ. Π. του Ι. ,

2) Γ. Π. του Ι. , κατοίκων … Ρόδου,

οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αθανάσιο Τεγόπουλο και Γεώργιο – Μάρκο Αχουζαρίδη που ανακάλεσαν την από 22.01.2021 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκαν στο ακροατήριο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28.02.1990 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Ν. Γ. του Α. και την από 01.11.1990 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2003 μη οριστική, 261/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 184/2008 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 14.07.2009 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1468/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 44/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26.06.2018 αίτησή τους.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Α. Ο πατέρας των αναιρεσειόντων Ν. Γ. , στη θέση του οποίου υπεισήλθαν, λόγω θανάτου του, ως κληρονόμοι και καθολικοί διάδοχοι του, οι αναιρεσείοντες Φ. συζ. Μ. Γ. το γένος Ν. Γ. , Α. Γ. και Α. συζ. Κ. Κ. το γένος Ν. Γ. , άσκησε την από 28.02.1990 αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, κατά των εναγόμενων και ήδη αναιρεσιβλήτων, Σ.

Π. και Γ. Π. , στην οποία ιστορούσε ότι ο διανοιχθείς περί το έτος 1958 δρόμος, που οδηγεί από την πλατεία της ... Ρόδου προς την παραλία της, διέσχισε τις όμορες ιδιοκτησίες του ιδίου και των εναγόμενων, με αποτέλεσμα, ένα μικρό τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόμενων, εμβαδού 44 τμ, να απομείνει στην πλευρά της ιδιοκτησίας του και ένα τμήμα της δικής του ιδιοκτησίας, εμβαδού 732 τ.μ, να απομείνει στην πλευρά της ιδιοκτησίας των εναγόμενων.

Ότι κατά το έτος 1967, συμφώνησε με τον πατέρα των εναγόμενων, ο τελευταίος να του παραχωρήσει και παραδώσει κατά πλήρες δικαίωμα νομής και κατοχής το ακίνητο του, που έμεινε από την πλευρά της ιδιοκτησίας του (ενάγοντα), εμβαδού 44 τμ., το οποίο προσήρτησε στην ιδιοκτησία του και έκτοτε το νέμεται με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την άσκηση της αγωγής, έχοντας αποκτήσει την κυριότητα του με έκτακτη χρησικτησία και ο ενάγων να παραχωρήσει στο πατέρα των εναγομένων, από την ως άνω έκταση των 732 τμ., που έμεινε από την πλευρά της ιδιοκτησίας του πατέρα των εναγομένων, ένα τμήμα εμβαδού 143 τμ., ενώ το υπόλοιπο τμήμα, εμβαδού 589 τμ., παρέμεινε στην ιδιοκτησία του (ενάγοντα), το οποίο συνέχισε να κατέχει και να νέμεται.

Ότι, οι εναγόμενοι κατά τα έτη 1988 διατάραξαν τη νομή και προσέβαλλαν το δικαίωμα της νομής και κυριότητας του, επί του τμήματος των 589 τμ.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε:

(α) να αναγνωρισθεί αποκλειστικός κύριος και νομέας του ως άνω ακινήτου, εμβαδού 589 τμ. και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να παύσουν κάθε μελλοντική διατάραξη επί του ακινήτου αυτού με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης για κάθε μελλοντική διατάραξη της νομής και κυριότητας τους και

(β) να αναγνωρισθεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του, η δεκαπενταετής κτητική παραγραφή, κατ’ άρθρο 63 του ισχύοντος στη Ρόδο Κτηματολογικού Κανονισμού, για την κτήση κυριότητας του επί του προαναφερομένου ακινήτου, εμβαδού 44 τμ.

Β. Οι ενάγοντες Σ. Π. και Γ. Π. (εναγόμενοι της πρώτης αγωγής) άσκησαν την από 01.11.1990, αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, εναντίον του εναγόμενου Ν. Γ. (ενάγοντος της πρώτης αγωγής), στη θέση του οποίου υπεισήλθαν, λόγω θανάτου του, οι Φ. συζ. Μ. Γ. το γένος Ν. Γ. , Α. Γ. και Α. συζ. Κ. Κ. το γένος Ν. Γ. , ως κληρονόμοι και καθολικοί του διάδοχοι, στην οποία ιστορούσαν ότι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός όμορου του δικού τους ακινήτου, εμβαδού 628 τμ., που αποκόπηκε από την ιδιοκτησία του εναγομένου και απέμεινε στην πλευρά της δικής τους ιδιοκτησίας, κατά τη διάνοιξη το έτος 1964 του δρόμου που οδηγεί από τη Λίνδο προς την παραλία.

Ότι, το έτος 1970 ο πατέρας τους και ο εναγόμενος συμφώνησαν να ανταλλάξουν το τμήμα αυτό των 628 τ.μ, με το τμήμα ακινήτου τους, εμβαδού 135 τμ., που κατά την πιο πάνω διάνοιξη του δρόμου απέμεινε από τη πλευρά της ιδιοκτησίας του εναγομένου και ότι έκτοτε ο δικαιοπάροχος πατέρας τους και, στη συνέχεια, αυτοί, νέμονται συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου, μέχρι την άσκηση της αγωγής, το πιο πάνω ακίνητο των 628 τ.

μ και ότι έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπο τους η δεκαπενταετής κτητική παραγραφή επί του ακινήτου αυτού, την οποία αμφισβητεί ο εναγόμενος. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο τους η δεκαπενταετής κτητική παραγραφή του κτηματολογικού κανονισμού επί του ως άνω ακινήτου, εμβαδού 628 τμ.

Επί των αγωγών αυτών, εκδόθηκε αρχικά η υπ’ αριθμ. 72/1991 πράξη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία διέταξε τη διεξαγωγή αποδείξεων, στη συνέχεια, η υπ’ αριθμ. 116/2003 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η οποία διέταξε τη διεξαγωγή τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, ακολούθησε η υπ’ αριθμ. 177/2005 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση των αγωγών λόγω μη προσκομιδής της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και, τέλος, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 261/2006 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία:

(α) έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του Ν. Γ. , αναγνωρίστηκε ο ενάγων κύριος, με δεκαπενταετή κτητική παραγραφή, εδαφικής εκτάσεως 108 τμ., ενώ απορρίφθηκε η σωρευόμενη αρνητική και διατάραξη5της νομής αγωγή του επί ακινήτου, εμβαδού 589 τμ, και

(β) έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή των Σ. Π. και Γ. Π. και αναγνωρίστηκαν αυτοί κύριοι, με δεκαπενταετή κτητική παραγραφή, επί ακινήτου εμβαδού 582,10 τμ.

Κατά της ως άνω αποφάσεως, ο Ν. Γ. , για τους αναφερόμενους σ’ αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, άσκησε την από 24.10.2006 έφεσή του, με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης ως προς τα κεφάλαιά της, με τα οποία έγινε δεκτή η αγωγή των αντιδίκων του και απορρίφθηκε η σωρευόμενη αρνητική και διατάραξης της νομής αγωγή του, επί ακινήτου εμβαδού 589 τ.μ. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από τα υπ’ αριθμ. 184/12.10.2008 πρακτικά του Εφετείου Δωδεκανήσου, πριν από τη συζήτηση της παραπάνω έφεσης, ο εκκαλών Ν. Γ. , με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε από την αρνητική κυριότητας και προστασίας της νομής αγωγή.

Επί της ως άνω εφέσεως εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 184/2008 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας επί των παραπάνω αγωγών, απέρριψε την αγωγή των Σ. (Π.) και Γ. Π. και δέχθηκε την αγωγή του Ν. Γ. , τον οποίο αναγνώρισε κύριο νομέα και κάτοχο των 582,10 τ.μ, υποχρέωσε τους εναγόμενους να παύσουν κάθε μελλοντική διατάραξη της νομής ή κυριότητας του προαναφερομένου ακινήτου και απείλησε εις βάρος των εναγομένων, χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση. Τέλος, αναγνώρισε ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του Ν. Γ. , η δεκαπενταετής κτητική παραγραφή, για την κτήση με έκτακτη χρησικτησία της κυριότητας επί του τμήματος του ακινήτου του εναγομένου, εμβαδού 108 τ.μ.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε εκ μέρους των εναγόντων – εναγομένων Ν. Π. και Σ. Π. , η από 14.07.2009 αίτηση αναίρεσης τους, με την οποία ζητούσαν την αναίρεση της ως άνω αποφάσεως, επικαλούμενοι ότι το εφετείο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθ. 8, 9 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ότι υπέπεσε:

(1) στην πλημμέλεια από τους αριθμ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου Ν. Γ. και την αναγνώριση του ως κυρίου και νομέα του ακινήτου εμβαδού 108 τ.μ, μολονότι η σχετική διάταξη της πρωτοβάθμιας απόφασης δεν προσβλήθηκε με έφεση και δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο το αντίστοιχο κεφάλαιο, [ενώ εκκρεμούσε η από 22.06.2009 έφεση των αναιρεσειόντων (Σ.Π και Γ. Π.)],

(2) στην πλημμέλεια από τον άριθμ.9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την παραδοχή της αρνητικής περί κυριότητας και προστασίας της νομής του αγωγή (Ν. Γ. ), μολονότι με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, συνεδρίασης του Εφετείου, ο ενάγων παραιτήθηκε από τις αγωγές αυτές και

(3) την πλημμέλεια από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης από αυτούς (αναιρεσείοντες) κυριότητας του επιδίκου ακινήτου των 582,10 τ.μ, με τον επικαλούμενο στην αγωγή τους πρωτότυπο τρόπο.

Με την υπ’ αριθ. 1468/2014 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, αναιρέθηκε η υπ’ αριθ. 184/2008 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, κατά παραδοχή των από τους αριθμ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης, ως προς τα κεφάλαια που προαναφέρθηκαν και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, για περαιτέρω εκδίκαση, με άλλη σύνθεση.

Το τελευταίο με την υπ'αριθμ. 44/2018 προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού συνεκδίκασε την από 24.10.2006 έφεση του Ν. Γ. , την οποία επανέφεραν με την 108/26-10-2015 κλήση τους οι αναιρεσίβλητοι και την από 22.06.2009 έφεση τους, την οποία εν τω μεταξύ άσκησαν αυτοί και ζητούσαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης (261/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου), ως προς το κεφάλαιο της, με το οποίο είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αντιδίκου τους (Ν.

Γ. ), ώστε αυτή να απορριφθεί, στη συνέχεια, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσία την από 24.10.2006 έφεση του Ν. Γ. , ενώ δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 22.06.2009 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 185/30.6.2009) έφεση των Σ. (Π.) και Γ. Π. . Ακολούθως, αφού εξαφάνισε την υπ’ αριθμ. 261/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, κατά το μέρος της, που αφορούσε στην υπ’ αριθμ.

εκθ. καταθ. 194/5.3.1990 αγωγή (Ν. Γ. ), κράτησε και δίκασε επί της ουσίας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αυτή και αναγνώρισε ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο των Φ. Γ. , Α. Γ. και Α. Γ. , καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος, ο νόμιμος χρόνος νομής για την κτητική παραγραφή επί ακινήτου 44 τ.μ, που αποτελούσε τμήμα της κτηματολογικής μερίδας ... , τόμος γαιών Λίνδου …, φύλλο …, φάκελος …, όπως αυτό εμφαίνεται με στοιχεία … στο συνημμένο στην αγωγή σχεδιάγραμμα.

Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, οι Φ. συζ. Μ. Γ. το γένος Ν. Γ. , Α. Γ. και Α. συζ. Κ. Κ. το γένος Ν. Γ. , άσκησαν την υπό κρίση αναίρεση. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

[II] Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 570 παρ. 2, 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 (όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01.01.2016, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015) και 581 παρ. 2 του ΚΠολΔ (όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω) προκύπτει, ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή, κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) στα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.

Η έκταση της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει δε κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως ως ολικής. Η μερική αναίρεση αναφέρεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο της αποφάσεως, στο οποίο αφορά ο λόγος αναιρέσεως, που έγινε δεκτός.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς ως προς κάποιο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να εξετάσει λόγους που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση. Έτσι, κατά τη νέα εκδίκαση της υποθέσεως, οι μη αναιρεθείσες διατάξεις διατηρούν την ισχύ τους και δεσμεύουν το τμήμα της παραπομπής λόγω του υπάρχοντος και μη ανατραπέντος με την αναιρετική απόφαση δεδικασμένου από την αμετάκλητη ήδη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς να εξετάζονται εκ νέου τα κεφάλαια της διαφοράς που αντιστοιχούν σ’ αυτές, διότι διαφορετικά θα προσέβαλε το δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 322 του ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 762/2020, ΑΠ 561/2013).

Κατά την διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, αυτός δε ο λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΟλΑΠ 8/2017). Με τον όρο «απαράδεκτο» νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση – παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020).

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ’ όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004).

Επίσης, ως αίτηση, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρείται και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ 615/2013).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 15 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αν η ανάκληση γίνει κατόπιν παραδοχής ενδίκου μέσου. (ΑΠ 716/2015).

[III] Με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 14, 8,9 και 15 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, εκθέτουν στους παραπάνω λόγους, όπως ισχυρίστηκαν και ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με την υπ'αριθ.1468/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου δεν αναιρέθηκε στο σύνολο της η υπ’ αριθμ. 184/2008 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου και, συγκεκριμένα, δεν αναιρέθηκε, ως προς το κεφάλαιο αυτής, που αφορούσε την αγωγή χρησικτησίας των εναγόντων Σ. (Π.) και Γ. Π. και ήδη αναιρεσιβλήτων, η οποία παρέμεινε τελεσίδικη, με το εξ αυτής προκύπτον δεδικασμένο. Συγκεκριμένα, με τον πρώτο, από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αποδίδουν την πλημμέλεια στη προσβαλλόμενη απόφαση ότι έπρεπε να απορρίψει ως απαράδεκτη την κλήση των ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία επανέφεραν προς επανάληψη της δίκης για συζήτηση, ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου, την υπ’ αριθμ. κατ. 301/2006 έφεση του δικαιοπαρόχου τους Ν. Γ. , αναφορικά με τους λόγους έφεσης, με τους οποίους ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης ως προς το κεφάλαιο της αγωγής χρησικτησίας των ήδη αναιρεσιβλήτων Σ. (Π.) και Γ. Π. .

Με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους, από τους αριθμούς 8, 9 και 15 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά τον προβαλλόμενο ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμό τους ότι η έφεση του Ν. Γ. , στη θέση του οποίου υπεισήλθαν, δεν εκκρεμούσε ως προς την αγωγή χρησικτησίας των αντιδίκων τους (Σ. Π. και Γ. Π. ), το Εφετείο προχώρησε στην εκδίκαση της έφεσης αυτής, λαμβάνοντας υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν ζητήθηκαν και ανακάλεσε σιωπηρά την 184/2014 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου , ως προς το πιο πάνω κεφάλαιο, παρά το νόμο, αφού επρόκειτο περί τελεσίδικης και μη δυναμένης να ανακληθεί απόφασης, ως προς το κεφάλαιο αυτό.

Από την επισκόπηση κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, του περιεχομένου της 1468/2014 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος, δικάζοντας επί της από 14.07.2009 αιτήσεως αναιρέσεως των Σ. (Π.) και Γ. Π. , αναίρεσε την 184/2008 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, κατά παραδοχή των πρώτου, δεύτερου τρίτου και τέταρτου λόγων αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 9 ΚΠολΔ, μόνο κατά τα κεφάλαια της απόφασης που αφορούσαν την παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της αρνητικής περί κυριότητας και περί προστασίας της νομής του περιγραφομένου ακινήτου 589 τ.μ αγωγής καθώς και της αναγνωριστικής περί κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επί ακινήτου εμβαδού 108 τ.μ αγωγής, του Ν. Γ. κατά των Γ. (Π.) και Σ. Π. , οι οποίες είχαν σωρευθεί στο ίδιο δικόγραφο, απορρίπτοντας σιωπηρά τον προβληθέντα, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, που αφορούσε το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης από τους ενάγοντες Γ. και Σ. Π. της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου 582,10 τ.μ, με τον επικαλούμενο στην από 01.11.1990 αγωγή τους πρωτότυπο τρόπο.

Συνεπώς, προκύπτει ότι η αναίρεση της εν λόγω δευτεροβάθμιας απόφασης είναι μερική και εντοπίζεται μόνο στους προαναφερόμενους λόγους, από τους αριθμούς 8,9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που έγιναν δεκτοί με την πιο πάνω απόφαση. Αντίθετα, δεν αναιρέθηκε η διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης (184/2008 του Εφετείου Δωδεκανήσου), περί παραδοχής τυπικά και κατ’ ουσίαν της από 24.10.2006 έφεσης του Ν. Γ. , αναφορικά με το κεφάλαιο της από 01.11.1990 αγωγής χρησικτησίας των αναιρεσιβλήτων Γ. και Σ. Π. κατά Ν. Γ. , με αποτέλεσμα να καταστεί αμετάκλητη και να δεσμεύει το Δικαστήριο της παραπομπής, λόγω του υπάρχοντος και μη ανατραπέντος με την αναιρετική απόφαση δεδικασμένου ως προς το κεφάλαιο αυτό. Συνακόλουθα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (44/2018), που δίκασε κατά παραπομπή την υπόθεση, παρά το νόμο:

(1) δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπ’ αριθ. 108/26-10-2015 κλήσης των εναγόντων – εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων Σ. και Γ. Π. για συζήτηση και επανάληψη της δίκης (άρθρο 291 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως προς την υπ’ αριθ. 301/24-10- 2006 έφεση του εναγομένου – εκκαλούντος Ν. Γ. , στην θέση του οποίου υπεισήλθαν μετά το θάνατο του οι καθών η κλήση και ήδη αναιρεσείοντες (τέκνα του).

(2) έλαβε υπόψη, αν και δεν είχε προταθεί παραδεκτά, το λόγο της πιο πάνω έφεσης, η οποία στρεφόταν κατά της 261/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την παραδοχή της από 01.11.1990 αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας των αναιρεσιβλήτων για το ακίνητο εμβαδού 582.10 τ.μ.

(3) απέρριψε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση αυτή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κάνει δεκτή την προαναφερόμενη αγωγή με αποτέλεσμα ν’ αναγνωριστούν οι αναιρεσίβλητοι κύριοι του εν λόγω ακινήτου, μολονότι η αγωγή αυτή είχε απορριφθεί αμετακλήτως, με την 184/2008 προγενέστερη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, αφού κατά το κεφάλαιο αυτό η τελευταία, δεν αναιρέθηκε με την 1468/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και 4)ανακάλεσε την 184/2008 οριστική απόφαση του, ως προς τη σχετική με το παραπάνω (μη αναιρεθέν) κεφάλαιο απορριπτική της διάταξη.

Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθ. 14,8,9,και 15, του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντρες με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί, ενώ παρέλκει η έρευνα του επικουρικού πέμπτου λόγου αναίρεσης από τους αριθ.1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφορικά με την αοριστία της προαναφερόμενης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, καθόσον ο λόγος αυτός κρίνεται πλέον ως αλυσιτελής.

[IV] Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295, 296 και 297 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο καθώς και από το δικαίωμα οποιασδήποτε διαδικαστικής πράξης (αγωγής, ανταγωγής, ενδίκου μέσου, ανακοπής κλπ) γίνεται είτε με δήλωση του παραιτούμενου, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του, έχει δε ως αποτέλεσμα ότι η εν λόγω διαδικαστική πράξη στην οποία αφορά η παραίτηση θεωρείται ότι δεν έγινε. Η κατά τις παραπάνω διατάξεις, παραίτηση, ειδικότερα ως προς την αγωγή, μπορεί να γίνει και κατά το στάδιο της κατ’ έφεση δίκης επιφέρει, δε, την κατάργηση όχι μόνο της δευτεροβάθμιας δίκης, αλλά και ολόκληρης της δίκης που ανοίχθηκε με την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 934/2014) και δεν επιδέχεται ανάκληση (ΑΠ 718/2006).

Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στο Εφετείο, την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν εξέτασε την έφεση του Ν. Γ. , στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι αναιρεσείοντες, ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε την απόρριψη με την εκκαλουμένη της αρνητικής αγωγής κυριότητας του και την ενωμένη περί προστασίας της νομής του επί του επιδίκου, με την αιτιολογία ότι «Ο ενάγων Ν.

Γ. παραιτήθηκε νόμιμα ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ως προς τις σωρευθείσες στο δικόγραφο της αγωγής του, αρνητική κυριότητας και προστασίας της νομής αγωγές», αν και οι ίδιοι κατά την συζήτηση της έφεσης μετά την αναίρεση της 184/2008 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, δήλωσαν ενώπιον του Εφετείου ότι «εμείς δεν υποβάλλουμε καμία δήλωση περί παραιτήσεως από το δικόγραφο της αγωγής ολικά ή μερικά» και ότι «δεν επαναλαμβάνουμε την δήλωση παραιτήσεως η οποία δήλωση του πατέρα μας Ν.

Γ. θα θεωρηθεί ως μη γενομένη». Ο λόγος αυτός τυγχάνει απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με όσα στη παραπάνω νομική σκέψη αναφέρονται η νομίμως ασκηθείσα από τον πατέρα των αναιρεσειόντων δήλωση περί παραιτήσεως από το δικόγραφο της αγωγής του, έχει ως συνέπεια ότι η αγωγή θεωρείται ότι δεν έχει ασκηθεί και αίρονται αναδρομικώς οι συνέπειες της άσκησής της, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η αναβίωσή της (αγωγής), με την απαραδέκτως υποβληθείσα από τους αναιρεσείοντες δήλωση περί μη παραιτήσεως από το δικόγραφο της αγωγής και περί θεωρήσεως ως μη γενομένης της δήλωσης αυτής από τον αρχικό ενάγοντα και εκκαλούντα πατέρα τους, στη θέση του οποίου υπεισήλθαν, και την οποία το Εφετείο, ορθά, δεν έλαβε υπόψη του.

[V] Κατ’ ακολουθία, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την υπ'αριθ. 301/2006 έφεση του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, Ν. Γ. , ως προς το κεφάλαιο της, που αφορά την από 01.11.1990 αγωγή των Γ. και Σ. Π. κατά Ν. Γ. . Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠοΛΔ, όπως ισχύει, η επιστροφή του παραβόλου σε εκείνον που το έθεσε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική από 26-6-2018 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Δωδεκανήσου.

[VI] Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: «Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση [...]».

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι «Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν», συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται, δε, μόνον η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1086/2017).

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, δεδομένου ότι δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, να κρατηθεί και να δικαστεί αυτή από το παρόν Δικαστήριο και, ακολούθως, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπ'αριθ. 108/26-10-2015 κλήσης των αναιρεσιβλήτων περί επανάληψης της δίκης για συζήτηση της υπ'αριθ.κατ. 301/24-10-2006 εφέσεως του αρχικού ενάγοντος Ν.

Γ. , κατά της 261/2006 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, αναφορικά με το κεφάλαιο της που αφορούσε την από 01.11.1990 αγωγή των αναιρεσιβλήτων (Σ. και Γ. Π. ).

Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, στο σύνολο τους, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρ. 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθ. 44/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

ΚΡΑΤΕΙ ΚΑΙ ΔΙΚΑΖΕΙ την παραπάνω υπόθεση, κατά το μέρος αυτό.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της υπ’ αριθ. 108/26-10-2015 κλήσης των αναιρεσιβλήτων Σ. και Γ. Π. περί επανάληψης της δίκης για συζήτηση, της υπ' αριθ.κατ. 301/24-10-2006 εφέσεως του αρχικού ενάγοντος Ν. Γ. κατά της 261/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε την από 01.11.1990 και με αριθ. κατ. 807/1990 αγωγή των αναιρεσιβλήτων (Σ. και Γ. Π. ).

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου σ’ εκείνον που το κατέθεσε.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης καθώς

και των αρχαιοτέρων

Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων

από την Υπηρεσία,

η αμέσως αρχαιότερη

της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

Μαρία Μουλιανιτάκη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Αυγούστου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ