1018/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣτην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Οι ενάγοντες (συνολικά ογδόντα ένας μεταξύ των οποίων και οι εδώ είκοσι ένας αναιρεσίβλητοι) , με την από 30-3-2014 (αρ.κατ. 127/2015) αγωγή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επικαλέσθηκαν ότι συνδέονται με το αρχικώς εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία 'Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), στη θέση του οποίου ως προς τους ήδη αναιρεσίβλητους (συν.21) υπεισήλθε το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ότι απασχολούνταν σε τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως ιατροί, ασκούντες τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντα και, τέλος, ότι συνεπεία της ως άνω εργασίας τους δικαιούνται το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ.5 περ.
Legislator headnote
AI generated1018/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Π... (μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη) έγινε δεκτή η αγωγή κατ' ουσίαν.. Κατά της απόφασης αυτής, το ηττηθέν εναγόμενο άσκησε κατά των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, και του προαναφερόμενου Α... Π..., την από 5-1-2016 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 3681/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης ως προς τον έκτο εφεσίβλητο Α...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1018 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1018/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη, Γεώργιο Δημάκη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.Π.Ε. Αττικής), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Μουζουράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) ... έως 21), που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Τάγαρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 277/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3681/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-12-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Οι ενάγοντες (συνολικά ογδόντα ένας μεταξύ των οποίων και οι εδώ είκοσι ένας αναιρεσίβλητοι) , με την από 30-3-2014 (αρ.κατ. 127/2015) αγωγή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επικαλέσθηκαν ότι συνδέονται με το αρχικώς εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία 'Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), στη θέση του οποίου ως προς τους ήδη αναιρεσίβλητους (συν.21) υπεισήλθε το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ότι απασχολούνταν σε τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως ιατροί, ασκούντες τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντα και, τέλος, ότι συνεπεία της ως άνω εργασίας τους δικαιούνται το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ.5 περ.
α' του ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο, παρά ταύτα, αρνείται να τους καταβάλει το εναγόμενο. Ζήτησαν δε, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 8παρ.5 περ.α του ν.3205/2003, άλλως με βάση την αρχή της ισότητας, κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, αλλά και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, κατά το άρθρο 22 παρ.1 εδ.
β' του Συντάγματος, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα το ποσό των 20.516,27 ευρώ, ως νοσοκομειακό επίδομα, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 μέχρι 31-10-2011, με το νόμιμο τόκο. Τα ανωτέρω ποσά οι ενάγοντες παραδεκτώς περιόρισαν σε αναγνωριστικά .Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 277/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ,με την οποία ως προς τους εδώ αναιρεσίβλητους -ενάγοντες, (συν. 21) και τον ενάγοντα Α...
Π... (μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη) έγινε δεκτή η αγωγή κατ' ουσίαν.. Κατά της απόφασης αυτής, το ηττηθέν εναγόμενο άσκησε κατά των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, και του προαναφερόμενου Α... Π..., την από 5-1-2016 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 3681/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης ως προς τον έκτο εφεσίβλητο Α...
Π..., ενώ ως προς τους λοιπούς, ήδη αναιρεσίβλητους, κατά παραδοχή της προταθείσας με λόγο έφεσης του εκκαλούντος ένστασης πενταετούς παραγραφής, έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και αφού δικάσθηκε εκ νέου η αγωγή απορρίφτηκε αυτή λόγω παραγραφής των ενδίκων απαιτήσεων του χρονικού διαστήματος από 1.1.2006 έως 31-3-2010,έγινε εν μέρει δεκτή κατά την κυρία βάση κατά τα λοιπά και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εκεί εκκαλούντος ΝΠΔΔ-ήδη αναιρεσείοντος (ως διαδόχου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ), να καταβάλει στον καθένα ενάγοντα- εδώ αναιρεσίβλητο, για το από 1-4-2010 έως 31-10-2011 χρονικό διάστημα, ποσό 5.355,47 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
2 Με το άρθρο μόνο του Π.Δ/τος 437/1977 (ΦΕΚ Α 134), εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του Ν.Δ/τος 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α 204), οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ασφαλιστικοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ (άρθρο 11 του Α.Ν. 1846/1951).
Κατόπιν αυτού, δεν έχουν εφαρμογή επί των κατά του ΙΚΑ απαιτήσεων οι περί παραγραφής διατάξεις του ως άνω Ν.Δ/τος 496/1974 και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 αυτού, που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Και τούτο διότι η παραγραφή ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 40 του Α.Ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α 179), όπως η παράγραφος 6 αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 του Ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 του Ν. 825/1978.
η οποία στο τελευταίο εδάφιο της ορίζει ότι "πάσα άλλη (εκτός ορισμένων απαιτήσεων περί των οποίων δεν πρόκειται ενταύθα) οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν". Στις εν λόγω απαιτήσεις περιλαμβάνονται επομένως και οι απαιτήσεις εκ καθυστερουμένων αποδοχών των υπαλλήλων του ΙΚΑ κατ' αυτού.
Η πενταετία αυτή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 696/2015,). Επισημαίνεται ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ 3 του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ A 247), που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου από τη γέννησή τους (ανεξαρτήτως της αιτίας γέννησης αυτών, δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, διότι με αυτήν ρυθμίζεται η παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου μόνο και δεν αφορά την παραγραφή των αξιώσεων κατά του ΙΚΑ, καθότι όπου ο νομοθέτης θέλησε να εξομοιώσει το ΙΚΑ με το Δημόσιο το έπραξε με ρητές διατάξεις (ΑΠ 25/2018, ΑΠ 121/2016, ΣτΕ 1297/2011,).
Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 του ΑΝ 1846/1951, με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαμβάνει όλων των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, σαν να είναι το ίδιο το Δημόσιο, αφού έναντι αυτής υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ.6 του ιδίου νόμου (ΑΝ 1846/1951) που ρυθμίζει ειδικά τα της παραγραφής αξιώσεων κατά του ΙΚΑ ή από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 3210/1955, με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου και επ' αυτού ως ενάγοντος ή εναγομένου εφαρμόζονται όλες οι εκάστοτε ισχύουσες για το Δημόσιο διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου και της πολιτικής δικονομίας, η οποία ως εκ του περιεχομένου της δεν αφορά ουσιαστικά προνόμια, όπως η συντομότερη παραγραφή (ΑΠ1389/2019, 25/2018.).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το Δικαστήριο της ουσίας με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.
ΑΠ 1/2020, 6/2019, 1/2016).
3. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως ψέγεται η προσβαλλομένη απόφαση ότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι οι κατά του ΙΚΑ μισθολογικές αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων υπόκεινται σε πενταετή και όχι σε διετή παραγραφή, Ειδικότερα, με τον αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. υποστηρίζει ότι, εφόσον το ΙΚΑ εξομοιώνεται με το Δημόσιο ως προς τα οικονομικά και δικονομικά του προνόμια (άρθρα 19 παρ.1 του Α.Ν 1846/1951 και 5 του Ν. 3210/ 1955), εξυπακούεται ότι απολαμβάνει και του (οικονομικού) προνομίου της διετούς παραγραφής των κατά του Δημοσίου εξ αποδοχών αξιώσεων των υπαλλήλων του, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του Ν. 2362/1995.
Κατά τους ισχυρισμούς του, η τελευταία αυτή διάταξη είναι ειδικότερη, αφού ρυθμίζει παραγραφή αξιώσεων εξ απολαβών, σε σχέση με εκείνη της παρ.6 του άρθρου 40 του Α.Ν. 1846/1951. Όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 παρ.2 του Ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 παρ.1 του Ν. 825/1978, που είναι γενική και ρυθμίζει τα της παραγραφής γενικά οποιασδήποτε απαίτησης κατά του ΙΚΑ και, ως εκ τούτου, κατισχύει της τελευταίας.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα και την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΚΠολΔ 561αρ.2), κατά παραδοχή της παραδεκτώς με λόγο έφεσης προταθείσας επικουρικώς, ένστασης του εναγομένου περί πενταετούς παραγραφής, κατά το άρθρο 40 του ΑΝ 1846/1951, απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που αφορά τις αξιώσεις των εναγόντων, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-3-2010, διότι από το χρόνο που γεννήθηκαν μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής, που έλαβε χώρα την 1-4-2015, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών, ενώ απέρριψε εκ του πράγματος την προταθείσα κυρίως ένσταση του εναγομένου περί διετούς παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων κατά το άρθρο 90 παρ.3 του ν.2362/1995.
Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και προσηκόντως εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951 που ήταν εφαρμοστέα, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες στην παρούσα ανωτέρω με αρ.2 ουσιαστικές διατάξεις. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος 4.
Επειδή, με το ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ" ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την από 1-1-2004 κατάργησή του με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003, είχε εφαρμογή στους μη ανήκοντες στο ΕΣΥ ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ.
Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.7 του ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ). Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 2716/1999, η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των Κέντρων Υγείας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας.
Η καταβολή του επιδόματος διατηρήθηκε και μετά τη δημοσίευση του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ" (που, όπως αναφέρθηκε, κατάργησε το ν. 2470/1997).Σύμφωνα με το άρθρο 8 υπό στ.Ααρ..5 του ανωτέρω ν.3205/2003 χορηγήθηκε επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των Κέντρων Υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας και κατά την υπό στΒ αρ 5 του ίδιου άρθρου 8 το νοσοκομειακό επίδομα καταβάλλεται, με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του.
Για τη συνδρομή της ανωτέρω προϋπόθεσης εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση. Με την με αριθμό 2/4302/22/28.1/29-02-04 (ΦΕΚ Β' 200/04) ΚΥΑ Οικονομίας και Οικονομικών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν. 3205/2003, αποφασίσθηκε η επέκταση από 01-01-2004 των διατάξεων του Α" μέρους του Ν. 3205/2003 στους γιατρούς που υπηρετούν στο ΙΚΑ, ως μόνιμοι και με σύμβαση αορίστου χρόνου (Ν. 1476/84, Ν. 1579/85),με σύμβαση ορισμένου χρόνου (Ν. 1057/80) καθώς και με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του ΝΔ 1204/72.
που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους γιατρούς με τον Ν. 2150/1993. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 εδ. β' σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 3235/2004, από την 18-2-2004, κατά την οποία άρχισε η ισχύς του, η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται και από τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), που μετονομάζονται σε Κέντρα Υγείας του οικείου ΟΚΑ.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται: 1) ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος προβλέφθηκε όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση. 2) ότι, αν και, αρχικά, το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας) περίθαλψη, σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών και 3) τέλος ότι οι νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την 18-2-2004 εξομοιώνονται με τα κέντρα υγείας.
Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τους νόμους 2740/1997 και 3205/2003, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους εργαζόμενους των κέντρων υγείας του ΙΚΑ (ΑΠ 1389/2019, 832/2015).
5. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, προσλήφθηκαν από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και υπηρετούν ως ιατροί - υπάλληλοι, με συμβάσεις Ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, πλήρους απασχολήσεως, σε υγειονομικούς σχηματισμούς του αναιρεσείοντος ,στην περιφέρεια του Νομού Αττικής.
Ότι αυτοί κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-4-2010 έως 31-10- 2011 υπηρετούν με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση σε τοπικές και Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, ήδη Κέντρα Υγείας, και παρέχουν στους ασφαλισμένους του αναιρεσείοντος, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και στις αντίστοιχες ειδικότητες, ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές)..Με βάση τις παραδοχές αυτές κατέληξε ότι το διεκδικούμενο νοσοκομειακό επίδομα, που δεν καταβαλλόταν στους ενάγοντες, εδώ αναιρεσίβλητους κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, το δικαιούνται και αυτοί με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 εδ.
β' του ν. 3235/2004 και 8 παρ.5 του ν. 3205/2003. Με την κρίση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού αυτές, κατά τα αναφερόμενα στις νομικές σκέψεις της παρούσας, εφαρμόζονται και ισχύουν και επί των αναιρεσιβλήτων ιατρών, που υπηρετούσαν με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, με τις αντιστοίχως αναφερόμενες ειδικότητες, στις μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του αναιρεσείοντος.
Εξ άλλου, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, σε σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα, πλήττουν αποκλειστικά την ουσία της υπόθεσης ,που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο..
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως κατά το μέρος που αποδίδεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση ων ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ακόμη, ενόψει του ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στο άρθρο 4 του Συντάγματος η αποδιδόμενη με τον δεύτερο λόγο ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της αρχής της ισότητας και ο κατά το μέρος αυτό δεύτερος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Τέλος, η αποδιδόμενη από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, χωρίς αντίστοιχο πραγματικό, είναι απαράδεκτη.
6.Με τις σκέψεις αυτές και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Παρατηρείται ότι το αναιρεσείον δεν εκπροσωπήθηκε μέσω του νομικού συμβουλίου του Κράτους ώστε να συντρέχει περίπτωση επιβολής μειωμένων σε βάρος του δικαστικών εξόδων (ΑΠ 18/2020).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-12-2017 αίτηση για αναίρεση της 3681/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ