1018/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1018/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πρέπει, δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα, ότι είχε προταθεί νομίμως. Εξάλλου, το ζήτημα πότε είναι νόμιμη η πρόταση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ερευνάται κατά περίπτωση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1018 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1018/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Στελιανή Κουστουμπάρδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ Των αναιρεσίβλητων:1. Δ. χας Β. Ε., κατοίκου ..., 2.Δ. Ε. του Β., 3Χ. Ε. του Β., 4.Ά. Ε. του Β., κατοίκων .... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους, Στυλιανή Μπιρμπάκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2012 του ιδίου Δικαστηρίου, 86/2016 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της ως άνω απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-1-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 15/2000).
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα, ότι είχε προταθεί νομίμως. Εξάλλου, το ζήτημα πότε είναι νόμιμη η πρόταση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ερευνάται κατά περίπτωση.
Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο προσθέτων λόγων μπορούσε να γίνει. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Σε κάθε περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και, ειδικώς, δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 428/2008).
Περαιτέρω, από το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει, δηλαδή, στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 57/1998, ΟλΑΠ 32/1996).
Επομένως, σε περίπτωση άσκησης αναίρεσης κατ' απόφασης που έκρινε την αγωγή ως ορισμένη ενώ αυτή ήταν αόριστη, πρέπει οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 8 ή 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, να διαλαμβάνουν ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής και να προσδιορίζονται οι αοριστίες αυτής. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 19 ΚΠολΔ, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που ηττήθηκε πρωτοδίκως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο, χωρίς επαρκή αιτιολογία, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που πρόβαλε με την έφεση που άσκησε κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, η οποία συνίσταται στο ότι υπάρχει μεγάλη απόκλιση του εμβαδού της επίδικης έκτασης που αναφέρεται στους αρχικούς και στους μεταγενέστερους τίτλους των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, κατά 41 στρέμματα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, αφενός διότι δεν προσδιορίζεται ποιο είναι το περιεχόμενο της πιο πάνω αγωγής, και αφετέρου, διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης προκύπτει ότι τέτοιο παράπονο δεν περιλαμβάνεται στους προβληθέντες λόγους της έφεσης ούτε ο σχετικός ισχυρισμός εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με το άρθρο 92 παρ.1 του ΕισΝΑΚ "οι σχέσεις του κληρονομικού δικαίου, αν ο κληρονομούμενος πέθανε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνονται και στο εξής κατά το έως τώρα δίκαιο", δηλαδή κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ΒΡΔ). Ειδικότερα, με τις διατάξεις των ν. 12 πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 πανδ. (11.7) και ν. 69 πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος ΒΡΔ, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομιά με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομιά).
Η δήλωση αυτή, η οποία δεν υποβαλλόταν σε μεταγραφή μπορούσε να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομιά για ανάμειξη σε αυτή και απόκτηση της. Στην τελευταία περίπτωση, επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου απαιτείται να γίνεται επίκληση συγκεκριμένων υλικών πράξεων, από τις οποίες να εμφαίνεται η βούληση του κληρονόμου να αποκτήσει την κληρονομιά, ενώ μόνη η επίκληση του γεγονότος ότι το κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε στον κληρονόμο από κληρονομική διαδοχή δεν αρκεί (ΑΠ 69/2018, ΑΠ 717/2014).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των προϊσχύσαντος Β.Ρ.Δ (ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (739) ν. 9 παρ. 1, πανδ. (50.14), ν.2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.δ. πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 (Πανδ. 23.3.), εκείνος που έχει νεμηθεί ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί τριάντα χρόνια, έχοντας τη δυνατότητα να συνυπολογίσει στη δική του νομή και την με τα ίδια προσόντα νομή του δικαιοπαρόχου του, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Ειδικότερα, "καλή πίστη" ως προϋπόθεση για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία νοείται κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ΒΡΔ (ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5-8), ν27 Πανδ. (18-1), ν. 10, 17 και 48 (Πανδ. 11.41), ν. 3 πανδ. (41.10), ν. 109 πανδ. (50.16), η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού.
Τη συνδρομή της καλής πίστης συνάγει ο δικαστής εκ του πράγματος, δηλαδή, από τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα. Η κρίση του δε ότι η νομή ασκήθηκε με καλή πίστη είναι πλήρης και ορισμένη, ενέχουσα καθ' εαυτή και χωρίς άλλη επεξήγηση την, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, έννοιά της (ΑΠ 1182/2013).
Η έκτακτη αυτή χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του Νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", με τις ως άνω προϋποθέσεις, ίσχυε και επί δημοσίων κτημάτων, ακόμη και όταν αυτά έφεραν το χαρακτήρα δασικών ή χορτολιβαδικών εκτάσεων, με την περαιτέρω προϋπόθεση ότι η τριακονταετής νομή έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11 Σεπτεμβρίου 1915, καθόσον μετά την ημερομηνία αυτή δεν ήταν επιτρεπτή χρησικτησία επί των παραπάνω κτημάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις, αφενός του ν.
ΔΞΗ/1912 και των βάσει αυτού εκδοθέντων έκτοτε μέχρι και πέραν του έτους 1926 διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", με τα οποία ανεστάλη κάθε παραγραφή και κάθε δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και αφετέρου του άρθρου 21 του από 22-4/16-5-1926 ν.δ. "περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, δυνάμει του άρθρου 53 του ΕισΝΑΚ.
Με τις διατάξεις αυτές απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων του, άρα, και η επ' αυτών χρησικτησία τρίτων, πράγμα που επαναλήφθηκε και με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 και 2 ΑΝ 1539/38 (Ολ ΑΠ 75/87). Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ. της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι "ιδιοκτησίας" θα αναγνωρίζονταν από την Γραμματεία των Οικονομικών κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου.
Κατά δε το οθωμανικό δίκαιο οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν σε δάση, που ανήκαν κατά κανόνα κατά κυριότητα στο Οθωμανικό Δημόσιο, δικαίωμα εξουσιάσεως (οιονεί επικαρπίας) με "ταπί", δηλαδή επίσημο τίτλο παραχωρήσεως, που εξέδιδε υπάλληλος του Οθωμανικού Δημοσίου (ΑΠ 1203/2012). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199, 369,1033, 1192 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική διαδοχή, από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του ή με συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041,1042,1045, 1051 ΑΚ, συνάγεται, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται η με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο άσκηση νομής επί συνεχή δεκαετία, για δε την έκτακτη χρησικτησία απαιτείται η άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1εδάφ.α' ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθμ.1εδάφ.β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).
Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι λόγοι της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "…..", εντός των εγκεκριμένων ορίων του οικισμού …. (προϋφιστάμενου του Ν.Δ 17/7/1923), όπως αυτά καθορίστηκαν με την υπ'αριθμ. 4.430/1939 απόφαση του τότε αρμόδιου Υπουργού Συγκοινωνιών και όπως η τελευταία τροποποιήθηκε εν συνεχεία με την υπ'αριθμ.
Ε 22314/29-7-1964 απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων και εντός του εγκεκριμένου πολεοδομικού σχεδίου της δημοτικής κοινότητας ….. του Δήμου ……, έχει έκταση, κατά μεν το υπ'αριθμ. …..4/17-1-1977 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Π. Π., που αποτελεί τον τίτλο κτήσεως των εναγόντων, 835 τ.μ, κατά δε το Εθνικό Κτηματολόγιο 817 τ.μ, περιγράφεται στον ως άνω τίτλο ως "αγροτεμάχιο" και ειδικότερα ως τμήμα 7 μείζονος εκτάσεως 14.490 τ.μ αγροτεμαχίου, εμφαινόμενο στο προσαρτηθέν στο υπ'αριθμ.
….9/1975 συμβόλαιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, από μηνός Ιουλίου 1974 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Π. υπό τους μερικότερους αριθμούς (6) και (8), συνορευόμενο γύρωθεν ανατολικά με ανώνυμη οδό πλάτους 6 μέτρων, στην οποία έχει πρόσοψη 20,50 μέτρα, μεσημβρινώς με το υπ'αριθμ. 4 τμήμα του ιδίου μείζονος εκτάσεως αγροτεμαχίου με αριθμό 7, ιδιοκτησίας κληρονόμων Δ.
Δ., επί πλευράς 20 μέτρων, δυτικά με τα υπ'αριθμ. 5 και 7 τμήματα του ιδίου ως άνω μείζονος έκτασης αγροτεμαχίου με αριθμό 7, ιδιοκτησίας Α. συζύγου Η. Μ. και Γ. Μ. επί πλευράς μήκους 20 μέτρων, εκείθεν δυτικώς με ανώνυμη οδό πλάτους 6 μέτρων, επί της οποίας έχει πρόσοψη 20,50 μέτρα και αρκτικώς με δημοτική οδό (γερμανικό δρόμο) επί της οποίας έχει πρόσοψη 45 μέτρων.
Σύμφωνα δε με το από 3-10-2006 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Έ. Π.-Α., το επίδικο ακίνητο έχει έκταση 816,83 τ.μ, αποτυπώνεται σε αυτό με τα στοιχεία 1.2.3.4.5.6.7.8.9.10.11.12.1 και συνορεύει βόρεια σε πλευρά με στοιχεία 4.5.6.7, συνολικού μήκους 43,08 μέτρων, με δημοτική οδό, νότια σε πλευρά με στοιχεία 8.9.10, συνολικού μήκους 20,44 μέτρων, με το ακίνητο με ΚΑΕΚ …..9002/0/0 και σε πλευρά με στοιχεία 2.3, μήκους 19,90 μέτρων, με το ακίνητο με ΚΑΕΚ …..004/0/0 και δυτικά σε πλευρά με στοιχεία 3.4, μήκους 18,89 μέτρων, με δημοτική οδό, σε πλευρά με στοιχεία 10.11.12, συνολικού μήκους 3,75 μέτρων με ακίνητο με ΚΑΕΚ ….9003/0/0 και σε πλευρά με στοιχεία 12.1.2, συνολικού μήκους 15,59 μέτρων με ακίνητο με ΚΑΕΚ ...9004/0/0.
Το επίδικο ακίνητο περιήλθε στη συγκυριότητα των εναγόντων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα εξ αγοράς από τους Η. Δ. του Δ., Θ. Δ. του Δ., Κ. Δ. του Δ. και Λ. σύζυγο Α. Κ., θυγατέρα Δ. Δ., δυνάμει του προαναφερομένου νομίμως μεταγραφέντος υπ'αριθμ. ….4/17-1-1977 πωλητηρίου συμβολαίου. Το επίδικο ως διαιρετό τμήμα, του υπ'αριθμ. 7 αγροτεμαχίου, αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης μείζονος ενιαίας έκτασης εμβαδού 195 στρεμμάτων και μετά νεώτερη καταμέτρηση, η οποία έλαβε χώρα το έτος 1973 από τον τοπογράφο- μηχανικό Δ.
Π., 231 στρεμμάτων, κειμένης στη θέση "….." της κτηματικής περιφέρειας … του τέως Δήμου …, ήδη ……, εμφαινόμενης με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΝΜΝΞΟΠΡΣΤΥΦΧΨΑ στο άνω σχεδιάγραμμα παραπάνω τοπογράφου μηχανικού, η οποία ανήκε αρχικά από αμνημονεύτων χρόνων και πάντως προ του 1821 στην αποκλειστική κυριότητα, νομή] και κατοχή του Τ.
Ν. Δ. (κτήμα Δ.), δηλαδή βρισκόταν στη νομή των δικαιοπαρόχων (άμεσων, απώτερων και απώτατων) των εναγόντων και στη συνέχεια στη νομή των ιδίων, την οποία ασκούσαν αυτοί, έκαστος κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του, συνεχώς και αδιαλείπτως όλα αυτά τα χρόνια με καλή πίστη. Συγκεκριμένα απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων ήταν ο Τ.
Ν. Δ., ο οποίος είχε λάβει ενεργό μέρος στην επανάσταση του 1821 και η ύπαρξη της οικογένειας του οποίου προκύπτει τουλάχιστον από το έτος 1809 και μάλιστα από σωζόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό του έτους αυτού που είχε συνταχθεί αναφορικά με τον έκτοτε υφιστάμενο εντός της έκτασης αυτής ανεμόμυλο, ο οποίος ανήκε στην οικογένεια Δ..
Επίσης η ύπαρξη της οικογένειας αυτής προκύπτει και από αφιερωματική επιγραφή του έτους 1835 επί παλαιάς εικόνας του Αγίου Γεωργίου, η οποία είναι τοποθετημένη εντός του κειμένου παραπλεύρως του νεκροταφείου του Μαυροβουνίου Ιερού Ναού του Αγίου Σπυρίδωνος. Ο Τ. Ν. Δ. κληρονομήθηκε από το μοναδικό τέκνο του τον Γ.
Ν. Δ., ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομιά του πατέρα του με πρόθεση κληρονόμου ασκώντας τις αναφερόμενες κατωτέρω εμφανείς πράξεις νομής σε ολόκληρη την εδαφική έκταση των 231 στρεμμάτων και απεβίωσε πριν το έτος 1880 και με την υπ'αριθμ….3/22-5-1878 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Γ. Π., εγκατέστησε κληρονόμους του κατ' ισομοιρία τα δύο τέκνα του, Τ.
Δ. του Γ. και Σ. Δ. του Γ., με την παραγγελία να διανείμουν όλη την περιουσία του σε δύο ίσα μερίδια και να λάβει ο καθένας από ένα. Ο ως άνω διαθέτης δεν μνημονεύει ρητά στη διαθήκη του την κληρονομιαία περιουσία του, πλην όμως κάνει ρητή αναφορά σε αυτήν για την τύχη ενός ανεμόμυλου, που βρίσκεται στο άκρο του χωριού Μαυροβουνίου, πλησίον του ναού Αγίου Σπυρίδωνος, ορίζοντας ότι "....ούτος δε ο υιός του να κρατήση προς συντήρησίν του τον ανεμόμυλον όστις κείται εις το άκρον του χωρίου ….
πλησίον του Ναού Αγίου Σπυρίδωνος...", ο οποίος υπήρχε τουλάχιστον από το έτος 1809 μέχρι το έτος 1972 οπότε κατεδαφίστηκε από την ... και περιλαμβανόταν σε τμήμα της ως άνω μείζονος εκτάσεως δίπλα στον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα και το νεκροταφείο του Μαυροβουνίου και συγκεκριμένα μεταξύ των υπ'αριθμ. 16 και 5α γεωτεμαχίων του από Ιουλίου 1973 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Δ.
Π. πλησίον, δηλαδή του οικισμού του ….., το οποίο πουλήθηκε από τους κληρονόμους του Δ. Δ. στην ... το έτος 1972, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ'αριθμ. …0/14-8-1972 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θ. Λ., στο οποίο αναφέρεται ότι η πωληθείσα έκταση είναι αγρός (βοσκότοπος), κείμενος στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας …… του Δήμου ….., ειδικώς ονομαζόμενη "…..", εκτάσεως 1 στρέμματος περίπου "μετά του εν αυτώ ερειπίου ανεμομύλου".
Ερείπια δε του ανωτέρω ανεμόμυλου στη θέση αυτή απεικονίζονται και στη σχετική φωτογραφία από το ιδιωτικό αρχείο του Δ. Δ. του Θ., ενός εκ των κληρονόμων των ανωτέρω. Οι κληρονόμοι του Γεωργίου Δ., γιοι του Τ. Δ. και Σ. Δ., υπεισήλθαν στην κληρονομιά του πατέρα τους ασκώντας τις αναφερόμενες κατωτέρω εμφανείς πράξεις νομής σε ολόκληρη την εδαφική έκταση των 231 στρεμμάτων με πρόθεση κληρονόμου και με το νομίμως μεταγραφέν υπ'αριθμ.
….5/11-5-1880 συμβόλαιο εξώδικης διανομής του τότε συμβολαιογράφου Γ. Π. αποδέχτηκαν τη διαθήκη του πατέρα τους καθ' όλες τις διατάξεις της και διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία του, στην οποία μεταξύ άλλων περιλαμβανόταν και η ανωτέρω μείζων έκταση, που κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο συμβόλαιο αυτό αποτελείτο από δύο "αγρούς" που αναφέρονται σε αυτό με τους αριθμούς 5 και 6, κειμένους στη θέση "….." του ορίου "…." και συγκεκριμένα εκ του με αριθμό 5 αγρού και συγκεκριμένα: "5) έτερον αγρόν εις θέσιν …..
του ανωτέρω ορίου, εκ στρεμμάτων εκατόν πεντήκοντα (150), συνορευόμενου γύρωθεν με ομοίους του Α.. Δ., Π.. Δ. και άμμον θαλάσσης" και εκ του με αριθμού 6 αγρού "6) έναν αγρόν εις την αυτήν θέσιν και όριον (…..) τοιχογυρισμένου, εκ στρεμμάτων τεσσαράκοντα (40), συνορευόμενου γύρωθεν με ομοίους των Β., Δ. και κήπους της επόμενης οικίας..".
Σύμφωνα δε με την ως άνω συμβολαιογραφική πράξη διανομής όλη η ως άνω έκταση στη θέση "…" (υπ'αριθμ. 5 και 6 αγροί) περιήλθε στη μερίδα του ενός αδερφού, δηλαδή, του Τ. Δ., πλην όμως στην πράξη ουδέποτε τηρήθηκε η ανωτέρω συμφωνία με αποτέλεσμα τόσο τα δύο αδέρφια όσο και οι δικοί τους διάδοχοι να νέμονται την έκταση των 231 στρεμμάτων από κοινού κατά το αναλογούν εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο έκαστος, θεωρώντας ότι είναι συγκύριοι αυτής κατά το αντίστοιχο εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο έκαστος.
Οι Τ. και Σ. Δ. απεβίωσαν τα έτη 1884 και 1893 αντίστοιχα και κληρονομήθηκαν ο μεν πρώτος από τον γιο του Δ. Δ., ο οποίος υπεισήλθε σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου της ανωτέρω μείζονος εκτάσεως στην κληρονομιά του πατέρα του με πρόθεση κληρονόμου, ασκώντας επ'αυτής τις κατωτέρω αναφερόμενες πράξεις νομής, ο δε δεύτερος κληρονομήθηκε από τους δύο γιους του Π.
Δ. και Γ. Δ., έκαστος των οποίων υπεισήλθε στο 1/4 εξ αδιαιρέτου της ανωτέρω μείζονος έκτασης με πρόθεση κληρονόμων, ασκώντας επ'αυτής τις κατωτέρω αναφερόμενες πράξεις νομής. Ακολούθως ο Γ. Δ. του Σ. μεταβίβασε το ως άνω κληρονομικό του μερίδιο στο αδερφό του Π. Δ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ'αριθμ.
…..9/6-4-1931 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Δ. Σ. και έτσι ο τελευταίος κατέστη συγκύριος της ως άνω έκτασης κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, του λοιπού 1/2 εξ αδιαιρέτου ανήκοντος στον Δ. Δ. του Τ.. Επισημαίνεται δε ότι και στο ανωτέρω συμβόλαιο γίνεται μνεία περί υπάρξεως ανεμόμυλου στην ευρύτερη έκταση των 231 στρεμμάτων.
Στη συνέχεια ο Ι. Δ. του Σ. (εγγονός του Πέτρου Δ.), δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ'αριθμ. …..2/24-1-1933 πωλητηρίου συμβολαίου του ως άνω συμβολαιογράφου αγόρασε από τον Δ. Δ. του Τ. το 1/4 εξ αδιαιρέτου εκ του συνολικού μεριδίου του 1/2 εξ αδιαιρέτου της ως άνω έκτασης. Ενόψει των ανωτέρω μεταβιβάσεων κατά την έναρξη ισχύος του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) η ανωτέρω μείζων έκταση των 231 στρεμμάτων ανήκε κατά ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου στον Π.
Δ. του Σπυρίδωνος, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον Δ. Δ. του Τ. και κατά το λοιπό ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον Ι. Δ. του Σ.. Ακολούθως στις 9-3-1953 απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη ο Π. Δ. του Σ., ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Μ. χα Π. Δ., το γένος Π. και Ε. Λ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, δηλαδή κατά 2/16 ή 30/240 (1/4/ των 2/4) εξ αδιαιρέτου και από τα δέκα παιδιά του κατά το λοιπό ποσοστό των 3/4 εξ αδιαιρέτου, δηλαδή από τους Π.
Δ., Ε. σύζυγο Κ. Π., Σ. Δ., Ε. σύζυγο Σ. Π., Ι.-Ι. Ο., Β. Δ., Α. Δ., Σ. σύζυγο Δ. Γ., Δ. Δ. (δικαιοπάροχο των εναγόντων) και Γ. Δ., κατά ποσοστό 9/240 εξ αδιαιρέτου από καθένα εξ αυτών. Την κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα, αποδέχτηκαν άπαντες οι ανωτέρω με τις νομίμως μεταγραφείσες υπ'αριθμ. …2/17-9-1973 και ….2/9-11-1970 πράξεις αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Θ.
Λ.. Στις 13-8-1967 απεβίωσε Δ. Δ. του Τ., συγκύριος κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου της ως άνω μείζονος εκτάσεως, ο οποίος κατέλειπε την υπ'αριθμ. ….7/13-10-1964 δημόσια διαθήκη, συνταχθείσα ενώπιον του συμβολαιογράφου Θ. Λ., η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα και με την οποία εγκατέστησε ως κληρονόμους του αφενός μεν τα παιδιά του Θ.
Δ., Η. Δ. και Κ. Δ., σε καθένα των οποίων κατέλειπε την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 20/240 εξ αδιαιρέτου της ως άνω εκτάσεως, αφετέρου τη σύζυγο του Μ. χα Δ. Δ., στην οποία κατέλειπε την ισόβια επικαρπία των 60/240 εξ αδιαιρέτου. Εκ των κληρονόμων οι μεν Κ. Δ., Θ. Δ. και Μ. χα Δ. Δ. αποδέχτηκαν την επαχθείσα κληρονομιά δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας υπ'αριθμ……1/17-9-1973 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Θ.
Λ., ο δε Η. Δ. αποδέχτηκε την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας υπ'αριθμ. …6/20-10-1969 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου - Αθηνών Α. Κ.-Α.. Στη συνέχεια ο Η. Δ. του Δ. δώρισε με το νομίμως μεταγραφέν υπ'αριθμ. …..7/20-10-1969 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της ανωτέρω συμβολαιογράφου στη Λ.
θυγ. Δ. Δ., συζ. Α. Κ., τα 3/60 ή 1/20 ή 12/240 ποσοστά εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας του όλου ακινήτου, κειμένου στη θέση "…." …, που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του. Ακολούθως με το νομίμως μεταγραφέν υπ'αριθμ. ….8/15-3-1973 αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ.-Α., όπως διορθώθηκε από το επίσης νομίμως μεταγραφέν υπ'αριθμ.
….3/26-6-1973 διορθωτικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Β. Π., στο οποίο επισυνάφθηκε το από Ιουνίου 1973 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Π. και με το οποίο διορθώθηκε η αναφερόμενη στην ως άνω πράξη αποδοχής έκταση από 600 στρέμματα σε 231 στρέμματα, ο Ι. Δ. του Σ. πώλησε στον Η. Δ. του Δ. το 1/4 εξ αδιαιρέτου της ως άνω έκτασης;
το οποίο είχε αγοράσει .από τον Δ. Δ. του Τ.. Κατόπιν των ανωτέρω διαδοχικών μεταβιβάσεων συγκύριοι της ανωτέρω έκτασης ήταν οι παρακάτω: 1) Η Μ. χα Π. Δ., το γένος Π. και Ε. Λ., κατά 30/240 ποσοστά εξ αδιαιρέτου, 2) Οι Δ. Π. Δ., Γ. Π. Δ., Σ. Π. Δ., Π. Π. Δ., Ε. σύζυγος Κ. Π., Ε. σύζυγο Σ. Π., Ι.-Ι. Ο., Β. Δ., Α. Δ., Σ. σύζυγο Δ. Γ. κατά ποσοστό 9/240 εξ αδιαιρέτου έκαστος, 3) Ο Η.
Δ. Δ. (δικαιοπάροχος των εναγόντων), ενώ στο μεταξύ απεβίωσε η επικαρπώτρια μητέρα του, κατά ποσοστό 68/240 εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας, 4) Οι Κ. Δ. Δ. και Θ. Δ. Δ. (δικαιοπάροχοι των εναγόντων), ενώ στο μεταξύ απεβίωσε η επικαρπώτρια μητέρα τους, κατά ποσοστό 20/240 εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας έκαστος, 5) Η Λ.
Δ. Δ.. (δικαιοπάροχος των εναγόντων), ενώ στο μεταξύ απεβίωσε η επικαρπώτρια μητέρα της, κατά ποσοστό 12/240 εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας. Περαιτέρω, οι ανωτέρω συγκληρονόμοι του Π. Δ., έχοντες το 1/2 εξ αδιαιρέτου των 231 στρεμμάτων και οι συγκληρονόμοι του Δ. Δ., έχοντες το λοιπό 1/2 εξ αδιαιρέτου της ως άνω εδαφικής έκτασης, επιθυμούντες να ενεργήσουν μερική διανομή με τέτοιο τρόπο ώστε οι κληρονόμοι του Π.
Δ. να παραμείνουν μόνοι αυτοί σε μερικότερη κοινωνία στο ήμισυ της εκτάσεως των 231 στρεμμάτων και οι κληρονόμοι του Δ. Δ. να παραμείνουν μόνοι αυτοί σε μερικότερη κοινωνία στο έτερο ήμισυ της ανωτέρω έκτασης, ανέθεσαν στον τοπογράφο μηχανικό Δ. Π. να εκπονήσει τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της όλης έκτασης, με το οποίο η έκταση αυτή των 231 στρεμμάτων να κατατμηθεί σε μερικότερα ακίνητα.
Πράγματι ο τελευταίος συνέταξε το από Ιουλίου 1973 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Α, προσυπογραφέν από όλους τους ανωτέρω συγκληρονόμους, με το οποίο η ανωτέρω μείζων εδαφική έκταση κατατμήθηκε σε 29 μερικότερα ακίνητα με τα αριθμητικά στοιχεία 1 έως 29.
Εν συνεχεία οι κληρονόμοι του Π. και Δ. Δ. προέβησαν στην κατάρτιση του νομίμως μεταγραφέντος υπ'αριθμ. ……3/17-9- 1973 συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Θ. Λ. και το οποίο κατά την επισκόπησή του ταυτίζεται πλήρως κατά θέση, έκταση και όρια με την προπεριγραφείσα έκταση, την οποία νέμονταν αδιαλείπτως ο Τ.
Ν. Δ. και οι εξ αυτού κληρονόμοι (κτήμα Δ.), στο οποίο διανεμητήριο συμβόλαιο επισυνάφθηκε και το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα. Δυνάμει της ανωτέρω πράξης διανομής οι κληρονόμοι του Π. Δ., δηλαδή η σύζυγος του και τα δέκα τέκνα της έλαβαν στη συγκυριότητά τους ως μερίδιο από το διανεμόμενο ακίνητο, η μεν πρώτη εξ αυτών ποσοστό 30/120 εξ αδιαιρέτου, οι δε λοιποί κατά 9/120 εξ αδιαιρέτου ο καθέvας τα ακίνητα με τους ζυγούς αριθμούς 2, 4, 6, 8, 10, 17, 19, 20, 22, 24. 26, 28 και 14, συνολικής εκτάσεως κατά το ως άνω συμβόλαιο 88.955 τ.μ, οι δε υπόλοιποι πέντε έλαβαν τα υπόλοιπα αγροτεμάχια, μεταξύ των οποίων και το με αριθμό 7, εκτάσεως 14.490 τ.μ, κατά τα παρακάτω ποσοστά εξ αδιαιρέτου έκαστος και συγκεκριμένα ο Η.
Δ. κατά πλήρη κυριότητα κατά 60/120 εξ αδιαιρέτου και κατά ψιλή κυριότητα κατά 20/120 εξ αδιαιρέτου, οι Κ. και Θ. Δ. κατά ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 12/120 εξ αδιαιρέτου έκαστος, η Λ. σύζυγος Α. Κ. κατά ψιλή κυριότητα κατά 12/120 εξ αδιαιρέτου και η Μ. χα Δ. Δ. κατά ποσοστό 60/120 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας. Το έτος 1974 η Μ.
χα Δ.-Δ. με την υπ'αριθμ. ….8/22-2-1974 πράξη παραίτησης του συμβολαιογράφου Θ. Λ., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα, παραιτήθηκε από το δικαίωμα της ισόβιας επικαρπίας κατά το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό της υπέρ των τέκνων της Η. Δ., Κ. Δ., Θ. Δ. και Λ. συζύγου Α. Κ., οπότε τα τελευταία απέκτησαν, πλην της ψιλής κυριότητας και την επικαρπία και στο, μεταξύ άλλων, υπ'αριθμ. 7 αγροτεμάχιο, εκτάσεως 14.490 τ.μ, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο, κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά έκαστος.
Οι ανωτέρω προέβησαν σε περαιτέρω κατάτμηση, μεταξύ άλλων, και του υπ'αριθμ. 7 αγροτεμαχίου σε 41 μικρότερης έκτασης διαιρετά τμήματα, τα οποία απεικόνισαν στο από Ιουλίου 1974 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Π., με αριθμούς από το 1 έως και το 41. Εν συνεχεία το έτος 1977 με το νομίμως μεταγραφέν υπ'αριθμ.
….4/1977 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Π. Π. οι ως άνω αναφερόμενοι μεταβίβασαν στους ενάγοντες ως ενιαίο πλέον αγροτεμάχιο τα μερικότερα διαιρετά τμήματα του υπ'αριθμ. 7 αγροτεμαχίου, δηλαδή τα τμήματα με αριθμούς (6) και (8), εκτάσεως 495 και 340 τ.μ αντίστοιχα, συνολικής έκτασης κατά τον ως άνω τίτλο 835 τ.μ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι καθ' όλη την χρονική περίοδο, τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνα, και πάντως, από την έναρξη της ελληνικής επανάστασης και εντεύθεν μέχρι την 11-9-1915, αλλά και μετά το έτος αυτό μέχρι και την προς τους ενάγοντες μεταβίβαση το έτος 1977, όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και ο απώτερος αυτών Τ.
Ν. Δ., ο καθένας κατά το αναφερόμενο ανωτέρω χρονικό διάστημα, ασκούσαν επί της ευρύτερης έκτασης των 231 στρεμμάτων, κειμένης στη θέση "Μούντα", γνωστή και ως "κτήμα Δ.", οριοθετούμενη ανατολικά και νότια με θάλασσα, βόρεια και βορειοδυτικά με υφιστάμενο οικισμό Μαυροβουνίου και δυτικά με μαντρότοιχο, συνεχώς και αδιαλείπτως όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό της διακατοχικές πράξεις με διάνοια αληθινών συγκυρίων, καθένας κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του και με καλή πίστη, έχοντας δηλαδή την πεποίθηση ότι τόσο κατά την κτήση της νομής όσο και καθ' όλο το χρονικό διάστημα ενάσκησης αυτής από τους ίδιους, ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων και δη του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά αντίθετα η από αυτούς διακατεχόμενη έκταση αποτελούσε ιδιοκτησία τους.
Ειδικότερα, τα ανωτέρω μέλη της οικογένειας του Τ. Ν. Δ., του οποίου η ύπαρξη αποτελεί αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός, τοπικό πασίδηλο στην περιοχή του ….. και όλης της ….. και ο οποίος κατά την Ελληνική Επανάσταση, ων οπλαρχηγός στρατιωτικού σώματος Μανιατών με το γιο του Γ. Ν. Δ., χρησιμοποιούσε ολόκληρη την έκταση των 231 στρεμμάτων για τη συντήρηση των στρατιωτών του, καλλιεργούσαν κυρίως με κριθάρι και λούπινα τα τμήματα της ως άνω έκτασης, που ήταν επιδεκτικά καλλιέργειας με αξίνες και εν μέρει με μικρό άροτρο, παραδεδεγμένο τρόπο καλλιέργειας σε όλη την περιοχή της Μάνης, εξαιτίας του κατά κύριο λόγο πετρώδους εδάφους αυτής, εκμίσθωναν τα μη καλλιεργήσιμα τμήματα αυτής ως βοσκότοπους σε βοσκούς με αντάλλαγμα κυρίως τυρί και τυροκομικά προϊόντα, εντός της μείζονος έκτασης είχαν ανεγείρει πέτρινα μαντριά για να παραχειμάζουν οι βοσκοί τα κοπάδια τους αρχικά στο βόρειο τμήμα της και στη συνέχεια και στο νότιο, πέτρινα αλώνια και πέτρινους οικίσκους, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν ως αποθηκευτικοί χώροι αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων που παράγονταν από την ευρύτερη περιοχή και ως οικίες όσων εργάζονταν στην ανωτέρω εδαφική έκταση, εκμεταλλεύονταν τον αναφερόμενο στην ως άνω δημόσια διαθήκη του Γ.
Ν. ανεμόμυλο, ο οποίος κατασκευάστηκε το έτος 1809 εντός της μείζονος εκτάσεως και λειτουργούσε συνεχώς έκτοτε, προκειμένου να αλέθουν το σιτάρι, προέβαιναν σε οριοθετήσεις της ευρύτερης έκτασης και επόπτευαν αυτήν, αποτρέποντας επεμβάσεις τρίτων. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από το γεγονός ότι ίχνη καλλιέργειας και γενικά εκμετάλλευσης, όπως αναβαθμίδες, που χρησίμευαν για τη στήριξη του καλλιεργήσιμου εδάφους της έκτασης αυτής καθώς και θεμέλια παλαιών οικίσκων, αποθηκευτικών χώρων, αλωνιών, διαχωριστικών μαντρότοιχων, ορνιθοτροφείου και μαντριών διαπιστώθηκαν σε όλη την ευρύτερη έκταση, όπως τούτο προκύπτει από το σκεπτικό της υπ'αριθμ. 55/2010 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας, που έκρινε επί τμήματος της ανωτέρω ευρύτερης έκτασης ανήκουσας στο υπ'αριθμ 2 αγροτεμάχιο, βασιζόμενη για την κρίση αυτή στις καταθέσεις των δασικών υπαλλήλων, οι οποίοι είχαν εξεταστεί ως μάρτυρες κατά την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γυθείου εκδίκαση της από 17-10-1978 ανακοπής των κληρονόμων του Δ.και Π.
Δ. κατά του υπ'αριθμ. …..3/1/1978 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του τότε Δασάρχη …. Α. Κ., το οποίο αφορούσε έκταση 194,578 στρεμμάτων στη θέση "…..", η οποία περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της ευρύτερης εκτάσεως των 231 στρεμμάτων, εντός της οποίας βρίσκεται και το επίδικο και το οποίο πρωτόκολλο ακυρώθηκε τελεσίδικα με την υπ'αριθμ. 19/1979 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, η οποία εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ'αριθμ. 1/1979 απόφασης του Ειρηνοδικείου Γυθείου, η οποία είχε εκδοθεί επί σχετικής ανακοπής των ως άνω αναφερομένων στο.
πρωτόκολλο ως κληρονόμων του Π. και Δ. Δ.. Το ως άνω πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής ακυρώθηκε με την αιτιολογία ότι η επίδικη εδαφική έκταση αποτελούσε ιδιωτική έκταση, η οποία ανήκε πολύ πριν το 1821 στην οικογένεια του Τ. Ν. ή Δ., τα μέλη της οποίας ανέκαθεν την νέμονταν με τις προαναφερόμενες πράξεις νομής, καλή πίστη και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 30 ετών προ της 11-9-1915, συνυπολογιζομένου του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, καθιστάμενοι έτσι κύριοι αυτής με τα προσόντα της έκτακτης έκτακτης χρησικτησίας κατά της διατάξεις του β.ρ.δ.
Την ύπαρξη των ιχνών καλλιέργειας και εν γένει εκμετάλλευσης της έκτασης αυτής επιβεβαιώνει και ο τότε Επιθεωρητής Δασών Πελοποννήσου και Δυτικής Στερεάς Ελλάδας με το υπ'αριθμ. ….8/2-9-1978 έγγραφο του αναφορικά με τον χαρακτηρισμό της περιοχής, που αφορούσε το ως άνω εκδοθέν πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και ειδικότερα αναφέρει ότι μέρος της όλης έκτασης, 40 με 50 στρεμμάτων, παλαιότερα πιθανώς να καλλιεργείτο.
Πέραν των ανωτέρω τα μέλη της οικογένειας Δ. προέβησαν σε δωρεές τμημάτων της μείζονος εκτάσεως των 231 στρεμμάτων προς το Δήμο …. και συγκεκριμένα το έτος 1916 έκταση 3 στρεμμάτων δωρήθηκε από τον Δ. Δ. του Τ. στην τότε κοινότητα ….., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ'αριθμ. ….9/16-1-1916 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Π.
Μ., δωρεά την οποία αποδέχτηκε ο Πρόεδρος της Κοινότητας …, Ν. Π., με την υπ'αριθμ. 3/15-1-1916 πράξη του κοινοτικού συμβουλίου, γεγονός το οποίο υποδηλώνει αφενός μεν ότι οι κληρονόμοι του Τ. και Σ. Δ. και, ιδίως, Δ. Δ. του Τ., δικαιοπάροχος των εναγόντων, είχε υπεισέλθει στην κληρονομιά του πατέρα του, στην οποία περιλαμβανόταν και η μείζονα έκταση των 231 στρεμμάτων με πράξεις που εκδήλωναν την πρόθεσή του να νέμεται αυτήν ως κληρονόμος του, αφετέρου δε ότι η Κοινότητα ….
αναγνώριζε την οικογένεια Δ. ως ιδιοκτήτη της μείζονος αυτής εκτάσεως, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι εντός της έκτασης που δωρήθηκε υπήρχε το νεκροταφείο του οικισμού ….. Παράλληλα οι κληρονόμοι του Τ. και Σ. Δ. και, συγκεκριμένα, οι Δ. Δ. και Π. Δ.ς προέβαιναν σε πωλήσεις τμημάτων της ευρύτερης έκτασης είτε σε μέλη της οικογένειας Δ.
είτε σε τρίτα πρόσωπα, τα οποία ανοικοδόμησαν οικίες στην έκταση αυτή, με πρώτο το Γ. Μ., ο οποίος οικοδόμησε την οικία του σε τμήμα της παραπάνω έκτασης μετά από αγορά από τους κληρονόμους Δ., ενώ το έτος 1973 οι κληρονόμοι των αμέσως αναφερομένων δικαιοπαρόχων των εναγόντων προέβησαν σε κατάτμηση της ευρύτερης έκτασης σε περισσότερα διαιρετά τμήματα, τα οποία στη συνέχεια πώλησαν σε τρίτα άτομα.
Μάλιστα το χρονικό διάστημα από το έτος 1954 έως το έτος 1965 οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων παραχωρούσαν την ευρύτερη έκταση συνιδιοκτησίας τους στη "…." στον Τ. Κ., το προβατοποίμνιο του οποίου, όταν κάθε έτος παραχείμαζε στο …., έβοσκε στη "….", όπως αυτό συνάγεται από την από 5-3-1974 βεβαίωση του Αγρονόμου ….
Π. Μ.. Ο ανωτέρω έδινε το μίσθωμα για την παραχώρηση της χρήσης της ανωτέρω έκτασης, το οποίο συνίστατο σε τυροκομικά προϊόντα, στους κληρονόμους του Π. Δ. και στο Δ. Δ.. Έτσι όλοι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, ο καθένας από αυτούς κατά το ανωτέρω αναφερόμενο χρονικό διάστημα από τουλάχιστον το έτος 1821 μέχρι και την 11-9-1915 οι εξ αυτών, Γ.
Δ., γιος του Τ. Ν. Δ., τέκνα αυτού, Τ. και Σ. Δ. του Γ. και τα δικά τους τέκνα Δ. Δ. του Τ. και Γ. και Π. Δ. του Σ., είχαν υπεισέλθει στην κληρονομιά των αποβιωσάντων πατέρων τους, στην οποία περιλαμβανόταν και η μείζονα έκταση των 231 στρεμμάτων, τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο ακίνητο και ασκούσαν επ' αυτής συνεχώς και αδιαλείπτως τις παραπάνω αναφερόμενες πράξεις, με τις οποίες εκδήλωναν τη βούλησή τους να νέμονται αυτήν ως κληρονόμοι, έκαστος κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του και με καλή πίστη, αφετέρου δε κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1915 έως το έτος 1977, τόσο οι κληρονόμοι του Τ.
και του Σ. Δ., όσο και οι δικοί τους εν συνεχεία κληρονόμοι ασκούσαν επί της ανωτέρω ευρύτερης έκτασης τις ανωτέρω αναφερόμενες πράξεις συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια αληθινών συγκυρίων, καθένας κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του και με καλή πίστη, δηλαδή, με την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαίωμα του Ελληνικού Δημοσίου.
Το γεγονός δε ότι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι του Δ. Δ. νέμονταν την ως άνω έκταση με καλή πίστη συνάγεται από το ότι ο Σ. και Τ. Δ.ς στηρίζονταν στη δημόσια διαθήκη του πατέρα τους Γ. Ν. ή Δ., συνταχθείσα το έτος 1878, που αφορούσε την μείζονα έκταση για να προβούν στην κατάρτιση του υπ'αριθμ. …..5/1880 διανεμητηρίου συμβολαίου, όπου και χαρακτήρισαν την έκταση αυτή ως αγρό και όχι ως αγρίωμα ή χέρσο, έχοντας την πεποίθηση ότι αυτή ανήκει στην οικογένεια Δ., δεδομένου δε ότι τόσο οι ίδιοι όσο και οι ανιόντες αυτών νέμονταν ακώλυτα την ευρύτερη έκταση, αφετέρου δε οι ίδιοι αλλά και οι διάδοχοι αυτών Δ., Γ.
και Π. Δ. συνέχισαν την άσκηση της νομής επί της ως άνω έκτασης χωρίς ποτέ να παρεμποδιστούν από κάποιον τρίτο βασιζόμενοι στους προαναφερθέντες τίτλους, έχοντας και αυτοί την πεποίθηση ότι η έκταση αυτή ανήκει στην οικογένεια τους και ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων και δη του Ελληνικού Δημοσίου.
Συνεπώς με τη συμπλήρωση στο πρόσωπο των ανωτέρω αδιάλειπτης νομής με καλή πίστη επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 30ετίας από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι την 11-9-1915, με την προσμέτρηση στο χρόνο συννομής τους και εκείνου των δικαιοπαρόχων τους, αυτοί απέκτησαν σε κάθε περίπτωση με έκτακτη χρησικτησία κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του β.ρ.δ την κυριότητα ολόκληρης της έκτασης των 213 στρεμμάτων στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας ….
και, επομένως, και του επίδικου ακινήτου, ως μικρότερου εδαφικού τμήματος αυτής, το οποίο έκτοτε ως ιδιωτική ιδιοκτησία κατέστη δεκτικό μεταβίβασης με παράγωγο τρόπο και συνέχισε να είναι δεκτικό χρησικτησίας και μετά την ανωτέρω ημερομηνία, μη εφαρμοζομένων επομένως των διατάξεων των άρθρων 215 του Ν.4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τον Α.Ν 1539/1938 και του άρθρου 16 του Ν.Δ 86/1969 και 2 και 4 του Α.Ν 1539/1938, υπό την παραδοχή ότι το επίδικο κατά την έναρξη ισχύος των ανωτέρω νόμων ήταν δάσος ή δασική έκταση ή χορτολιβαδική έκταση, περί αποκλειστικής νομής του Ελληνικού Δημοσίου και, κατ'ακολουθίαν, τούτου της αδυναμίας κτήσεως και ασκήσεως νομής όπως εκτέθηκε στην προγηθείσα νομική σκέψη.
Περαιτέρω, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι κατά την απελευθέρωση του Ελληνικού Έθνους από τον τουρκικό ζυγό η μείζων έκταση των 231 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, περιήλθε στο Ελληνικό κράτος υπό την ιδιότητα αυτού ως διαδόχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την συνθήκη της Κωνσταντινούπολης της 9-7-1832 και τα από 3 Φεβρουαρίου, 4-16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου-1 Ιουλίου του 1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου ή ότι περιήλθε στο Ελληνικό κράτος ως κτήμα ανήκον σε Οθωμανούς, το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο κατέλαβε και δήμευσε κατά τη διάρκεια του αγώνα ή ως κτήμα εγκαταλελειμμένο κατά την υπογραφή των πρωτοκόλλων του Λονδίνου, από τους τέως κυρίους του Οθωμανούς, οι οποίοι αποχώρησαν από τις χώρες, οι οποίες προσδιορίστηκε να αποτελέσουν το Ελληνικό κράτος και, επομένως, δεν δεσποζόταν πλέον από αυτούς, λαμβανομένου δε υπόψη ότι και οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι ο Τ.
Ν. Δ. είχε παρουσιάσει τους τυχόν υπάρχοντες νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας τους στη Γραμματεία Οικονομικών εντός της προβλεπόμενης νόμιμης προθεσμίας, και πάλι σε αυτή την περίπτωση, η τυχόν υπάρξασα κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου απωλέσθη, εφόσον τα προαναφερόμενα μέλη της οικογένειας Δ. με τις πράξεις νομής και τους αναφερθέντες τρόπους διαδοχής κατείχαν και νέμονταν την μείζονα έκταση για χρονικό διάστημα πλέον των 30 ετών μέχρι και την 11-9-1915, καθιστάμενοι κύριοι της έκτασης αυτής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά το β.ρ.δ, αδιάφορα από τη μορφολογία που εμφάνιζε η έκταση αυτή (δάσος, δασική ή χορτολιβαδική) και, συνεπώς, οι σχετικοί ισχυρισμοί του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, περί περιελεύσεως του επιδίκου στην κυριότητά του πρέπει να απορριφθούν.
Άλλωστε το τελευταίο από πλευράς του Υπουργείου Οικονομικών ουδέποτε διεκδίκησε στο παρελθόν δικαιώματα επί του επιδίκου ακινήτου, όπως συνάγεται από το υπ'αριθμ. πρωτ. Γ. ……1/12-11-1964 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας του ως άνω Υπουργείου, σύμφωνα με το οποίο "το Δημόσιο ουδέν δικαίωμα κυριότητας κέκτηται επί του ακινήτου του Δ..
Δ. κειμένου στη θέση "…." του χωρίου …. του Δήμου …". Αλλά και μετά το έτος 1915, οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, Δ. Δ., Π. Δ. και οι καθολικοί διάδοχοι τους, μεταξύ των οποίων και οι αναφερόμενοι ανωτέρω άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, όσο και ο Ι. Δ. του Σ. και ο ειδικός διάδοχος του Η. Δ. του Δ., ασκούσαν συνεχώς και αδιατάρακτα τις ίδιες πράξεις νομής και γενικότερα επέβλεπαν και επιτηρούσαν την ευρύτερη έκταση και στη συνέχεια τα τμήματα στα οποία διαιρέθηκε αυτή, καθένας κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του, εκδηλώνοντας τη βούλησή τους να νέμονται αυτό σαν αληθινοί συγκύριοι και με καλή πίστη, βασιζόμενοι για την καλή πίστη τους;
στην ύπαρξη τίτλων και δη διαθηκών, συμβολαίων πώλησης, δωρεάς, διανομής, καταστάντες έτσι κύριοι με έκτακτη χρησικτησία, με την προσμέτρηση στο χρόνο συννομής του και αυτού των δικαιοπαρόχων τους, οι οποίοι νέμονταν την αυτή μείζονα έκταση και στη συνέχεια τα επιμέρους τμήματα αυτής, με τα ίδια με αυτούς προσόντα.
Συνεπώς οι ενάγοντες έχουν αποκτήσει τη συγκυριότητα του επιδίκου, τα οποίο είχε καταστεί ιδιωτικό κατά την 11-9-1915, πέραν του παράγωγου τρόπου και με πρωτότυπο με τα προσόντα τόσο της τακτικής όσο και της έκτακτης χρησικτησίας. Περαιτέρω με την υπ'αριθμ. 283/2/2005 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΟΚΧΕ διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρησης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου …., ενώ με την υπ'αριθμ. 284/2/2005 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ιδίου ως άνω οργανισμού ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή του … η 17-3-2005.
Οι ενάγοντες υπέβαλαν στον ΟΚΧΕ κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής του …. δήλωση για το εγγραπτέο δικαίωμα τους, πλην όμως το αναφερόμενο ως άνω επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε στα οικεία κτηματολογικά βιβλία με αρχική εγγραφή κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, λαμβάνοντας ΚΑΕΚ ...9005/0/0, με έκταση 817 τ.μ και με φερόμενο δικαιούχο πλήρους κυριότητας το Ελληνικό Δημόσιο, κατόπιν της υποβολής από το τελευταίο της με αριθμό …..2/2003 ένστασής του, με λόγο ότι το επίδικο αποτελεί δημόσια δασική έκταση, η οποία (ένσταση) έγινε δέκτη.
Όμως από τα αυτά αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχτηκε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν δάσος ή ότι έφερε το χαρακτήρα δασικής έκτασης πριν το έτος 1915 ή ότι είχε τη μορφή ιδιωτικού δάσους ή ότι χρησιμοποιείτο ως βοσκότοπος ή ως χορτολιβαδική έκταση κατά την έννοια των β.δ 3/15-12-1833 και 17/29-11-1836. Αντίθετα σε όλα τα συμβόλαια ή έγγραφα που υπάρχουν πριν το έτος 1915, η μείζονα έκταση αρχικά των 195 στρεμμάτων και κατά νεότερη καταμέτρηση των 231 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, αναφέρεται ως "αγρός", τα δε προσκομιζόμενα από το εναγόμενο στοιχεία αφορούν το χρονικό διάστημα μετά το έτος 1945.
Ωστόσο και αν ακόμη η έκταση των 231 στρεμμάτων, τμήμα της οποίας αποτελεί και το επίδικο, έφερε χαρακτήρα δασικής έκτασης (δημόσιας ή ιδιωτικής) ή βοσκότοπου ή χορτολιβαδικής έκτασης πριν το έτος 1915 γεγονός, το οποίο δεν αποδείχτηκε, ή αν απέκτησε εκ των υστέρων θαμνώδη βλάστηση λόγω της μη καλλιέργειάς για κάποια έτη των καλλιεργήσιμων τμημάτων της, κυρίως μετά το έτος 1945, αυτό δεν ασκεί έννομη επιρροή καθόσον οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα και αν είχε το εναγόμενο, το δικαίωμα αυτό απωλέσθηκε με τη συμπλήρωση στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων των εναγόντων αδιάλειπτης καλόπιστης νομής για χρονικό διάστημα πλέον των 30 ετών μέχρι την 11-9-1915.
Περαιτέρω δε δεν αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε μετά το έτος 1915 κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία επί της μείζονος εκτάσεως των 231 στρεμμάτων και δη στο επίδικο, το οποίο αποτελεί ιδιωτική έκταση, καθόσον δεν απέδειξε την άσκηση πράξεων νομής επ'αυτού δια των οργάνων του για το απαιτούμενο εκ του νόμου διάστημα έως την άσκηση της αγωγής.
Το γεγονός ότι σε βάρος των κληρονόμων του Π. Δ. και του Δ. Δ. του Τ. εκδόθηκε το προαναφερόμενο πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του τότε Δασάρχη …. για έκταση 194,578 στρεμμάτων δεν αναιρεί τα προηγούμενα, καθόσον το εν λόγω πρωτόκολλο ακυρώθηκε τελεσίδικα με την υπ'αριθμ. 19/1979 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου και πάντως το Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβη σε καμία άλλη εξώδικη ή δικαστική ενέργεια επί του συνόλου ή μέρους της εδαφικής έκτασης των 231 στρεμμάτων, ενώ έκτοτε δεν έχει εκδοθεί πράξη χαρακτηρισμού για το συγκεκριμένο επίδικο ακίνητο, που να το χαρακτηρίζει δασική έκταση.
Η λήψη αεροφωτογραφιών το έτος 1945 και το έτος 1998 δεν μπορεί να αναιρέσει την κυριότητα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων στο επίδικο, καθόσον είναι αποσπασματικές στη διαδρομή του χρόνου και, ως εκ τούτου, δεν καταδεικνύουν συνεχή και αδιάλειπτη άσκηση εκ μέρους του εναγομένου διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου.
Ενόψει των ανωτέρω και επειδή δεν αποδείχτηκε ότι η μείζονα έκταση των 231 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο περιήλθε στο εναγόμενο με έκτακτη χρησικτησία μετά το έτος 1915 ή ότι το επίδικο περιήλθε σε αυτό ως αδέσποτο, αφού ουδέποτε υπήρξε αδέσποτο κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1821 και εντεύθεν, καθόσον όπως αποδείχτηκε οι εκάστοτε κύριοι και νομείς αυτού και δικαιοπάροχοι των εναγόντων ασκούσαν συνεχώς και αδιαλείπτως επί της μείζονος εκτάσεως, ήδη πολύ πριν το έτος 1915 τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής με καλή πίστη, απορριπτομένων των υπό του εναγομένου προτεινομένων ενστάσεων περί κτήσεις της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και περί κατάληψης αυτού ως αδέσποτου μετά το έτος 1915".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι το επίδικο ακίνητο (αγροτεμάχιο) αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου αγροτεμαχίου, εμβαδού 14.490 τ.μ., καθώς και διαιρετό τμήμα του υπ' αριθμ. 7 αγροτεμαχίου που αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης ενιαίας έκτασης, εμβαδού 195 στρεμμάτων (και ήδη μετά νεότερη καταμέτρηση, κατά το έτος 1973, εμβαδού 231 στρεμμάτων), το οποίο περιήλθε στην κυριότητα του Β.
Ε. (αρχικού ενάγοντα, στη θέση του οποίου μετά το θάνατο του, στις 6/2/2012, έχουν υπεισέλθει οι αναιρεσίβλητοι, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του) και της Δ. χήρας Β. Ε. (αρχικής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, που παρέστη ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Β. Ε.), κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, δυνάμει του 3844/1977 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Π.
Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, από τους αληθείς συγκυρίους αυτού Η., Θ., Κ. και Λ. Δ.. Ότι η μεγαλύτερη αυτή έκταση ανήκε από αμνημονεύτων χρόνων, και πάντως πριν από το έτος 1821, στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του Τ. Ν. Δ., ο οποίος κληρονομήθηκε από το μοναδικό τέκνο του Γ. Ν. Δ., ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομιά του πατέρα του με πρόθεση κληρονόμου, ασκώντας τις παρακάτω αναφερόμενες εμφανείς πράξεις νομής σε ολόκληρη την έκταση των 231 στρεμμάτων.
Ότι ο τελευταίος με δημόσια διαθήκη του του έτους 1878 εγκατέστησε κληρονόμους του τα δύο τέκνα του, Τ. και Σ. Δ., κατ' ισομοιρία, οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά, ασκώντας και αυτοί τις παρακάτω αναφερόμενες εμφανείς πράξεις νομής σε ολόκληρη την έκταση των 231 στρεμμάτων, με πρόθεση κληρονόμων, μετά και την εξώδικη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας που έλαβε χώρα με το 4575/1880 νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου … Γ.
Π.. Ότι ουδέποτε τηρήθηκε η πιο πάνω συμφωνία περί εξώδικης διανομής, με αποτέλεσμα τα δύο αδέλφια και οι διάδοχοι του νέμονταν την έκταση των 231 στρεμμάτων από κοινού, θεωρώντας ότι είναι συγκύριοι αυτής, κατά το αναλογούν στον καθένα τους εξ αδιαθέτου μερίδιο. Ότι μετά το θάνατο των Τ. και Σ. Δ., κατά τα έτη 1884 και 1894, αντίστοιχα, αυτοί κληρονομήθηκαν εξ αδιαθέτου, ο μεν πρώτος από το γιο του Δ.
Δ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ο δε δεύτερος από τους γιους του Π. και Γ. Δ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, οι οποίοι υπεισήλθαν ομοίως με πρόθεση κληρονόμων στην κληρονομιά και άσκησαν στην πιο πάνω έκταση τις αναφερόμενες πράξεις νομής. Ότι, στη συνέχεια, ο Γ. Δ. μεταβίβασε το κληρονομικό του μερίδιο στον αδελφό του Π.
με το 1589/1931 νομίμως μεταγεγραμμένο πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Δ. Σ.. Ότι ο Ι. Δ. (εγγονός του Π. Δ. αγόρασε από το Δ. Δ. το 1/4 εξ αδιαιρέτου από το μερίδιο 1/2 εξ αδιαιρέτου του τελευταίου, δυνάμει του 1832/1933 νομίμως μεταγεγραμμένου πωλητηρίου συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου. Ότι κατά την έναρξη ισχύος του Αστικού Κώδικα (23/2/1946) η έκταση των 231 στρεμμάτων ανήκε στους Π., Δ.
και Ι. Δ., κατά ποσοστό 2/4, 1/4 και 1/4 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, στον καθένα. Ότι μετά το θάνατο του Π.υ Δ. το έτος 1953 αυτός κληρονομήθηκε από τη σύζυγο του και τα δέκα τέκνα του, κατά ποσοστό 1/4 ή 30/240 η πρώτη και κατά ποσοστό 9/240 εξ αδιαιρέτου καθένα από τα τέκνα του, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά με τις 6402/1973 και 2142/1970 νομίμως μεταγεγραμμένες πράξεις αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Θ.
Λ.. Ότι μετά το θάνατο του Δ. Δ. το έτος 1967, συγκυρίου στην πιο πάνω έκταση κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, εγκαταστάθηκαν στην κληρονομιά του με την από του έτους 1964 δημόσια διαθήκη του η σύζυγος (στην ισόβια επικαρπία των 60/240 εξ αδιαιρέτου) και τα τρία τέκνα του (στην ψιλή κυριότητα των 20/240 εξ αδιαιρέτου το καθένα), οι οποίοι αποδέχθηκαν νομίμως την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά κατά τα έτη 1969 και 1973.
Ότι στη συνέχεια ο εκ των παραπάνω κληρονόμων Η. Δ. δώρισε ποσοστό 12/240 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας του όλου ακινήτου στη Λ. θυγ. Δ.. Δ., με το 43887/1969 νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Α. Κ.-Α.. Ότι επίσης ο Ι. Δ. με το 53758/1973 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, καθώς και το 12033/1973 διορθωτικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Β.
Π., που μεταγράφηκαν νόμιμα, πώλησε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου της εν λόγω έκτασης στον Η. Δ., το οποίο είχε αγοράσει, κατά τα προεκτεθέντα, από το Δ. Δ.. Ότι κατόπιν των παραπάνω (καθολικών και ειδικών) διαδοχών συγκύριοι της έκτασης των 231 στρεμμάτων κατέστησαν τα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβανόμενα πρόσωπα, κατά τα εκεί αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου το καθένα.
Ότι ακολούθως οι πιο πάνω συγκύριοι, συγκληρονόμοι του Πέτρου και του Δ. Δ., με το …3/1973 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου …. Θ. Λ. που μεταγράφηκε νόμιμα κατέτμησαν την έκταση αυτή σε 29 μερικότερα ακίνητα, από τα οποία οι κληρονόμοι του Πέτρου Δ. έλαβαν τα με αριθμούς 2, 4, 6, 8, 10, 17, 19, 20, 22, 24, 26, 28 και 14, συνολικής έκτασης 88.955 τ.μ., κατά ποσοστό 30/210 εξ αδιαιρέτου η σύζυγος του και κατά ποσοστό 9/120 εξ αδιαιρέτου καθένα από τα δέκα τέκνα του, οι δε κληρονόμοι του Δ.
Δ. έλαβαν τα λοιπά ακίνητα, μεταξύ των οποίων και το υπ' αριθμ. 7 αγροτεμάχιο, συνολικής έκτασης 14.490 τ.μ. Ότι μετά την παραίτηση της Μ. χήρας Δ.. Δ. το έτος 1974 από την ισόβια επικαρπία κατά το εξ αδιαιρέτου μερίδιο της, μεταξύ άλλων, και επί του υπ' αριθμ. 7 αγροτεμαχίου, υπέρ των τέκνων της, τα τελευταία προέβησαν, ως συγκύριοι αυτού, σε περαιτέρω κατάτμησή του σε 41 διαιρετά τμήματα, μικρότερης έκτασης, τα οποία απεικονίζονται στο από Ιουλίου 1974 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ.
Π., με τους αριθμούς 1-41. Ότι, τέλος, με το 3844/1977 αγοραπωλητήριο νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Π. Π. τα ανωτέρω τέκνα της Μ. Δ. μεταβίβασαν στους ενάγοντες τα με αριθμούς 6 και 8 διαιρετά τμήματα του υπ' αριθμ. 7 αγροτεμαχίου, ως ενιαίο ακίνητο (επίδικο), συνολικής έκτασης 835 τ.μ. Ότι, εξάλλου, όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνα και, πάντως, από την έναρξη της ελληνικής επανάστασης μέχρι την 11/9/1915, αλλά και έκτοτε μέχρι το έτος 1977 ασκούσαν επί της ευρύτερης έκτασης των 231 στρεμμάτων (εντός της οποίας βρίσκεται και το επίδικο ακίνητο των εναγόντων) συνεχώς και αδιαλείπτως όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό της διακατοχικές πράξεις (καλλιέργεια κριθαριού και λούπινων στα επιδεκτικά καλλιέργειας τμήματα, εκμίσθωση ως βοσκότοπων των μη καλλιεργήσιμων τμημάτων σε βοσκούς, με αντάλλαγμα την προμήθεια τυριού και τυροκομικών προϊόντων, κατασκευή πέτρινων μαντριών στο βόρειο και νότιο τμήμα, πέτρινων αλωνιών, οικίσκων για την αποθήκευση των αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων και οικιών για όσους εργάζονταν στην παραπάνω ευρύτερη εδαφική έκταση, εκμετάλλευση του κατασκευασθέντος το έτος 1809 ανεμόμυλου, οριοθετήσεις και εποπτεία της εν λόγω έκτασης από επεμβάσεις τρίτων, δωρεές τμημάτων αυτής το έτος 1916 προς το Δήμο …, πωλήσεις άλλων τμημάτων σε μέλη της οικογένειας Δ.
ή σε τρίτους, παραχώρηση της ευρύτερης έκτασης στον Τ. Κ., κατά το διάστημα 1954-1965, για τη βόσκηση του προβατοποιμνίου του και κατάτμηση αυτής σε διαιρετά τμήματα το έτος 1973) με διάνοια αληθινών συγκυρίων, καθένας κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του και με καλή πίστη, έχοντας την πεποίθηση ότι ,τόσο κατά την κτήση της νομής, όσο και καθόλο το διάστημα ενάσκησης αυτής από τους ίδιους, δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων και δη του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και ότι η διακατεχόμενη από αυτούς έκταση αποτελεί ιδιοκτησία τους, με αποτέλεσμα να καταστούν συγκύριοι αυτής και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του ΒΡΔ, και συνεπώς και του επιδίκου, το οποίο ως ιδιωτική ιδιοκτησία κατέστη μετά την 11/9/1915 δεκτικό μεταβίβασης με παράγωγο τρόπο, αλλά και χρησικτησίας μετά την ανωτέρω ημερομηνία.
Ότι, και με την εκδοχή ότι η μεγαλύτερη έκταση των 231 στρεμμάτων είχε περιέλθει στο Ελληνικό Κράτος, ως διάδοχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 9/7/1832 και τα από του έτους 1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου κ.λ.π. και λαμβανομένου υπόψη ότι οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος τους Τ.
Ν. Δ. είχε παρουσιάσει τους πιθανώς υπάρχοντες νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας του ενώπιον της Γραμματείας Οικονομικών εντός της προβλεπόμενης νόμιμης προθεσμίας, η τυχόν κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου απωλέσθηκε, εφόσον τα προαναφερόμενα μέλη της οικογένειας Δ. είχαν συμπληρώσει μέχρι την 11/9/1915 τριακονταετή άσκηση καλόπιστης νομής στην παραπάνω έκταση και είχαν καταστεί κύριοι αυτής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του ΒΡΔ, ανεξάρτητα από τη μορφολογία της ως δάσους, δασικής έκτασης ή χορτολιβαδικής.
Ότι και μετά την ανωτέρω ημερομηνία οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, αλλά και οι Ι. και Η. Δ. ασκούσαν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας συνεχώς και αδιατάρακτα τις ίδιες πράξεις νομής (επίβλεψη, επιτήρηση) στην ευρύτερη έκταση και, στη συνέχεια, στα τμήματα αυτής που διαιρέθηκαν, καθένας κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του, εκδηλώνοντας τη βούληση να το νέμονται σαν αληθινοί κύριοι και με καλή πίστη, βασιζόμενοι στην ύπαρξη των τίτλων τους (διαθήκες, συμβόλαια πώλησης, δωρεάς, διανομής), προσμετρώντας και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους.
Ότι, συνεπώς, οι ενάγοντες απέκτησαν συγκυριότητα στο επίδικο ακίνητο, το οποίο είχε καταστεί ιδιωτικό κατά την 11/9/1915, όχι μόνο με παράγωγο, αλλά και με πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία). Ότι, όμως, κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης το πιο πάνω ακίνητο χαρακτηρίστηκε ως δημόσια δασική έκταση και καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.
Ότι η πιο πάνω εγγραφή είναι εσφαλμένη, διότι ουδόλως αποδείχτηκε ότι αυτό αποτελούσε δάσος ή δασική έκταση πριν από το έτος 1915 ή ιδιωτικό δάσος ή βοσκότοπο ή χορτολιβαδική έκταση, κατά την έννοια των ΒΔ 3/15.12.1833 και 17/29.11.1836, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι η μεγαλύτερη έκταση των 231 στρεμμάτων (εντός της οποίας βρίσκεται το επίδικο) ήταν αγρός.
Ότι και, αν ακόμη η έκταση αυτή έφερε το χαρακτήρα δασικής έκτασης ή βοσκότοπου κ.λ.π., οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα του εναγομένου απωλέσθηκε με τη συμπλήρωση στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων των εναγόντων αδιάλειπτης καλόπιστης νομής επί 30 έτη μέχρι την 11/9/1915. Ότι περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε, μετά το έτος 1915, κυριότητα στην έκταση των 231 στρεμμάτων με έκτακτη χρησικτησία ούτε ως αδέσποτο.
Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχτηκε την ένδικη αγωγή των εναγόντων, αναγνώρισε αυτούς συγκυρίους του επίδικου ακινήτου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τον καθένα, απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου …., ώστε να εμφαίνεται, ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι του επιδίκου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), ν.20 παρ. 12 πανδ. (5.3), ν.25 πανδ.(24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ.1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν.5 πανδ. (41.7), ν.3 πανδ. (41.10), ν. 7 παρ.6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", καθώς και τις λοιπές ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα: 1) της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου (αγροτεμαχίου) από τους ενάγοντες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα, τόσο με παράγωγο τρόπο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) 2) της μη απόδειξης ότι το επίδικο περιήλθε ποτέ στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως τμήμα ευρύτερης δασικής έκτασης και 3) περί του ότι η εγγραφή στο Κτηματολογικό Γραφείο ….υ, με την οποία το επίδικο ακίνητο χαρακτηρίστηκε ως δασική έκταση και καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, είναι ανακριβής.
Επομένως ο πέμπτος, κατά ένα μέρος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, επειδή, κατά το αναιρεσείον, δεν περιέχει σαφή αιτιολογία ως προς το αν η επίδικη έκταση είναι δασική ή αγροτική έκταση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, οι αιτιάσεις που αποδίδονται στο Εφετείο: α) με τους πρώτο και τέταρτο, από το άρθρο 559αριθμ. 19ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης για εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων, διότι στην επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, αναφορικά με τον υποθετικό χαρακτήρα του επιδίκου ως δασικής έκτασης και την επ' αυτής κτήση κυριότητας των εναγόντων με έκτακτη χρησικτησία μέχρι το έτος 1915, δεν διαλαμβάνονται πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων τους που να προσιδιάζουν σε δασική έκταση ούτε πραγματικά περιστατικά που να στοιχειοθετούν την καλή πίστη τους, β) με τον πέμπτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 1εδάφ.β'ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ότι κατά την ερμηνεία της αόριστης έννοιας της καλής πίστης δεν έλαβε υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας, άλλως εσφαλμένα τα εφάρμοσε ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, σχετικά με πράξεις νομής που δεν προσιδιάζουν σε δασική έκταση, γ) με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθμ.8περ.β'ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ότι δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με την έφεση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου ισχυρισμό περί μη αναφοράς στην εκκαλούμενη απόφαση διακατοχικών πράξεων των εναγόντων που να προσιδιάζουν σε δασική έκταση για τη κτήση κυριότητάς τους επ' αυτής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας είναι απορριπτέες, προεχόντως, ως αλυσιτελείς, δεδομένου ότι δεν πλήττουν επιτυχώς την κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και συνίσταται στο ότι η ευρύτερη έκταση των 231 στρεμμάτων (εντός της οποίας βρίσκεται και το επίδικο ακίνητο) είναι αγρός, επί του οποίου οι ενάγοντες απέκτησαν συγκυριότητα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία).Επίσης οι με τον έκτο, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αποδιδόμενες αιτιάσεις για ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το δασικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης μετά το έτος 1945 και τη μεταβολή του εμβαδού της ευρύτερης έκτασης των 231 στρεμμάτων που δέχθηκε ότι κατείχαν οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων πλήττουν, υπό την επίφαση συνδρομής του παραπάνω λόγου αναίρεσης, την περί των πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα (ΑΠ 1182/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τις φωτογραφίες, την 94/2009 ένορκη βεβαίωση που προσκόμισαν οι ενάγοντες, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.
Επομένως, ο από τον αριθμ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559αριθμ. 8 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) έκτος, κατά το τρίτο μέρος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε "πράγματα", που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Περαιτέρω, στα αποδεικτικά μέσα που ορίζονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, περιλαμβάνονται και τα δικαστικά τεκμήρια, δηλαδή τα συμπεράσματα, που μπορεί να συνάγει το δικαστήριο με βάση αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα για άλλα γεγονότα (άρθρο 336 παρ. 3 ΚΠολΔ). Όπως δε προκύπτει από τα άρθρα αυτά (339, 336 παρ. 3), σε συνδυασμό με το άρθρο 395 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ άλλων, φωτογραφίες, οι οποίες, κατά το άρθρο 444παρ.1 γ' ΚΠολΔ θεωρούνται ιδιωτικά έγγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμ. 11περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτό νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη: 1) τη φωτοερμηνεία της δασολόγου Σ.
Ζ. επί της φ16915 έτους 1945 αεροφωτογραφίας και 2) την αεροφωτογραφία 18841 έτους 1998, τις οποίες αν είχε λάβει υπόψη θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα ευρύτερης δασικής έκτασης, χωρίς ίχνη καλλιέργειας. Όμως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι κατέληξε στο αναφερόμενο σε προηγούμενη σκέψη αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη "την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την 94/2009 ένορκη βεβαίωση, τις φωτογραφίες και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκόμισαν οι διάδικοι".
Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία μάλιστα γίνεται ειδική αναφορά στα προαναφερόμενα έγγραφα, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω Δικαστήριο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και τα πιο πάνω έγγραφα.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, στο σύνολο της, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ),τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9/1/2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 186/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ