1018/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1018/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 15-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1018 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1018/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Χασκή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Καραλή, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ ο 2ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-1-2009 και 14-10-2009 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν και επί των οποίων εκδόθηκε η 16305/2010 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Ακολούθως ο αναιρεσείων κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την από 25-10-2010 αγωγή του, που συνεκδικάστηκε με τις ως άνω (δύο) αρχικές αγωγές του.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8601/2014 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 928/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-6-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων και το 1ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 15-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ’ αριθμ. ...8-10-2015 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Μ. Δ., προκύπτει, ότι μετά από γραπτή παραγγελία του επισπεύδοντος τη συζήτηση X. Χ., δικαστικού πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος, αντίγραφο της από 23-6-2015 αίτησης για αναίρεση της 928/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με πράξη κατάθεσης του αρμόδιου Γραμματέα του οικείου Εφετείου Θεσσαλονίκης με αριθμό ...2015 και πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 19-2-2016, οπότε και αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και κλήση να παραστεί σ’ αυτή επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Α. Μ.. Επομένως εφόσον αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από Πληρεξούσιο Δικηγόρο και ενόψει των οριζομένων από την παρ. 4 του άρθρου 226 ΚΠολΔ, ότι η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει να εξετασθεί η βασιμότητα της ένδικης αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του ανωτέρω αναιρεσιβλήτσό (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 30/1997 και 28/1997).
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 330 εδ. β’ , 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη 928/2015 απόφασή του αναφορικά με την υπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Ο τρίτος των εναγομένων οδηγώντας το παραπάνω λεωφορείο εκτελούσε το δρομολόγιο της αστικής γραμμής "...
και φθάνοντας στην στάση "..." ακινητοποίησε το λεωφορείο που οδηγούσε προκειμένου να επιβιβασθούν και να αποβιβασθούν επιβάτες. Ακολούθως, βάσει των παραπάνω πινακίδων, πραγματοποίησε ελιγμό προς τα αριστερά εν σχέσει προς την πορεία του και αφού πέρασε ανάμεσα από το κενό που σχηματίζεται από την διακοπή της ως άνω διαχωριστικής νησίδος, πραγματοποίησε δεξιά στροφή εν σχέσει προς την πορεία του και εισήλθε και άρχισε να κινείται επί της ως άνω διαμορφωθείσης επί του παραπάνω ρεύματος πορείας της οδού ...
που οδηγεί στην οδό ..., λωρίδος κυκλοφορίας, κατευθυνόμενος στην οδό .... Την ίδια στιγμή ο ενάγων Ι. Σ. του Β., οδηγούσε χωρίς να φορά προστατευτικό κράνος την υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, εργοστασίου κατασκευής YAMAHA, κυβισμού 859 κυβικών εκατοστών και εκινείτο επί της αυτής ως άνω οδού ...
και συγκεκριμένα, στο ρεύμα πορείας της που οδηγεί προς την οδό ..., στο άκρο δεξιό μέρος του οποίου υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο το πλάτος του, αφού όπως ήδη αναφέρθηκε, είχε ήδη δημιουργηθεί επ’ αυτού λωρίδα κυκλοφορίας προκειμένου να κινούνται επ’ αυτού όσοι οδηγοί προερχόμενοι από το άλλο ρεύμα πορείας της, σ’ αυτό δηλαδή που οδηγεί στην οδό ..., ήθελαν να συνεχίσουν την πορεία τους κατευθυνόμενοι στην τελευταία αυτή οδό.
Ο ενάγων, ο οποίος σημειωτέον κατοικεί κοντά στο παραπάνω σημείο αλλά και επειδή χρησιμοποιεί την ως άνω οδό ... για τις μετακινήσεις του και γνωρίζοντας κατά συνέπειαν, τις κυκλοφοριακές συνθήκες που επικρατούσαν, εν τούτοις δεν εκινείτο στο δεξιό μέρος της διαμορφωθείσης με την παραπάνω κίτρινη συνεχομένη γραμμή λωρίδος κυκλοφορίας, όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει και επί πλέον, μιλούσε στο κινητό του τηλέφωνο.
Επειδή λοιπόν δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση της ως άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας του αλλά και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο επ’ αυτής ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει λόγω της ιδιότητός του ως οδηγού, δεδομένου ότι εκείνη την στιγμή υπήρχε πυκνή κίνηση πεζών και οχημάτων, η άσφαλτος ήταν ξηρή, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, αφού ήταν ημέρα, όπως τα παραπάνω στοιχεία καταχωρήθηκαν στην σχετική από 23-5-2008 έκθεση αυτοψίας που συντάχθηκε από τον αστυφύλακα Α.
Σ. με την παρουσία και του αστυφύλακος Κ. Σ. που υπηρετούν στην ΥΤΘ/ΤΟΤΑ, εισήλθε στην αντίθετη εν σχέσει προς την πορεία του λωρίδα κυκλοφορίας που διαμορφώθηκε με την ως άνω κίτρινη συνεχομένη γραμμή και με το εμπρόσθιο τμήμα της δίκυκλης μοτοσικλέτας του προσέκρουσε στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος του ως άνω λεωφορείου που οδηγούσε ο τρίτος των εναγομένων.
Εξ αιτίας της συγκρούσεως, ο ενάγων έχασε τον έλεγχο της δίκυκλης μοτοσικλέτας του, η οποία ανετράπη και αυτός έπεσε στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί ο ίδιος (ο ενάγων) και επί πλέον να προκληθούν υλικές ζημίες στα παραπάνω οχήματα. Ο τρίτος των εναγομένων αντελήφθη τον ενάγοντα να κατευθύνεται προς το μέρος του και προκειμένου να αποφευχθεί η διαφαινομένη σύγκρουση των παραπάνω οχημάτων, επεχείρησε να ακινητοποιήσει το λεωφορείο που οδηγούσε χρησιμοποιώντας το σύστημα πεδήσεώς του, ενώ παράλληλα επιχειρώντας δεξιό εν σχέσει προς την πορεία του ελιγμό, οδήγησε αυτό όσο γινόταν πλησιέστερα στο άκρο της ως άνω διαμορφωθείσης με την κίτρινη γραμμή λωρίδα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα, εξ αιτίας του μικρού πλάτους της να προσκρούσει ο εμπρόσθιος δεξιός τροχός του λεωφορείου στην διαχωριστική νησίδα...
Το παραπάνω περιγραφόμενο ατύχημα και ο εντεύθεν τραυματισμός του ενάγοντος αλλά και οι προκληθείσες ζημίες στην δίκυκλη μοτοσικλέτα του, οφείλονται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του ιδίου του ενάγοντος, καθ’ όσον αυτός δεν οδηγούσε την δίκυκλη μοτοσικλέτα του στο άκρο δεξιό μέρος της ως άνω διαμορφωθείσης με την παραπάνω κίτρινη συνεχομένη γραμμή επί του προαναφερθέντος ρεύματος πορείας της ως άνω οδού ..., λωρίδος κυκλοφορίας αλλά και χωρίς σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του ως άνω οχήματος αλλά και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο αυτού ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει λόγω της ιδιότητός του ως οδηγού, (που συνιστούν παραβάσεις των άρθρων 12 §§ 1, 6 και 16 §§ 1, 4 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ) δεδομένου ότι, μιλώντας στο κινητό του τηλέφωνο, εισήλθε στο αντίθετο εν σχέσει προς την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας όπου εκινείτο το λεωφορείο που οδηγούσε ο τρίτος των εναγομένων, ο οποίος παρότι οδηγούσε με σύνεση και έχοντας τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του παραπάνω λεωφορείου αλλά και ασκώντας επ’ αυτού τον προσήκοντα έλεγχο ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, καθ’ όσον επεχείρησε να ακινητοποιήσει το λεωφορείο που οδηγούσε χρησιμοποιώντας το σύστημα πεδήσεώς του και παράλληλα οδηγώντας αυτό όσο γινόταν πιο δεξιά, δεν κατέστη όμως δυνατόν να αποτρέψει την σύγκρουση των παραπάνω οχημάτων και εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθούν οι ως άνω τρεις ασκηθείσες αγωγές ως αβάσιμες από ουσιαστικής απόψεως.
Το πρωτοβάθμιο λοιπόν Δικαστήριο, το οποίο με την ως άνω εκκαλουμένη οριστική απόφασή του απέρριψε την τρίτη αγωγή, ορθώς εφήρμοσε τον νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί περί του αντιθέτου λόγοι της κρινομένης δευτέρας εφέσεως πρέπει να απορριφθούν. Κατά το μέρος όμως ως προς το οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την αυτήν ως άνω εκκαλουμένη οριστική απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτές ως βάσιμες από ουσιαστικής απόψεως την πρώτη και την δευτέρα των ως άνω αγωγών και αναγνωρίσθηκε ότι οι προαναφερθέντες δύο εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος εξ αυτών στον ενάγοντα και επί πλέον υποχρεώθηκαν οι αυτοί ως άνω εναγόμενοι να καταβάλουν στον ίδιον ενάγοντα επίσης εις ολόκληρον έκαστος εξ αυτών τα αναφερόμενα στο σχετικό μέρος της παρούσης αποφάσεως αναφερόμενα επί μέρους χρηματικά ποσά νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής του μέχρις εξοφλήσεως, εσφαλμένως εφήρμοσε τον νόμο και κακώς εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία και συνεπώς, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι της πρώτης από 3-7-2014 (αριθμός καταθέσεως: .../4-7-2014) εφέσεως ως βάσιμοι και από ουσιαστικής απόψεως, να γίνει δεκτή η πρώτη αυτή έφεση ως βάσιμη και από ουσιαστικής απόψεως, να εξαφανισθεί η ως άνω εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 8601/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αλλά και η συνεκκληθείσα με αυτήν υπ’ αριθμ. 16305/2010 μη οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου κατά το μέρος που αφορά τις δύο πρώτες αγωγές, να κρατηθεί η παραπάνω υπόθεση, να συνεκδικασθούν αντιμωλία των προαναφερθέντων διαδίκων η (πρώτη) από 7-1-2009 (αριθμός καταθέσεως: .../15-5-2009) αγωγή αλλά και η (δευτέρα) από 14-10-2009 (αριθμός καταθέσεως: .../16-10-2009) αγωγή, οι οποίες πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες από ουσιαστικής απόψεως...".
Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω παραδοχές αποκλειστικά υπαίτιο του τραυματισμού του τον ενάγοντα-οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας και ήδη αναιρεσείοντα ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ και 12 παρ. 1, 6 και 16 παρ. 1, 4 του ΚΟΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, όπως προαναφέρθηκαν, πληρούν το πραγματικό της αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντα λόγω της εισόδου της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του αναιρεσείοντος στο ρεύμα κυκλοφορίας του λεωφορείου του ΟΑΣΘ, που οδηγούσε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος.
Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με σαφήνεια, το πραγματικό των ίδιων εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων του ΑΚ και του ΚΟΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και νυν αναιρεσείοντος και η αντίστοιχη έλλειψη υπαιτιότητας του οδηγού του λεωφορείου του ΟΑΣΘ και ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου.
Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες εν σχέσει με τις συνθήκες του ατυχήματος και την οδηγική συμπεριφορά των εμπλακέντων σ’ αυτό οδηγών, πριν και μετά το ατύχημα, διευκρινίζεται σε ποιό ακριβώς σημείο της οδού συνέβη το ατύχημα δηλ.
το ρεύμα κυκλοφορίας του λεωφορείου του ΟΑΣΘ και αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας για την με αριθμό κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο αναιρεσείων, το οποίο τοποθετείται μετά την ευθυγράμμιση του λεωφορείου στην οδό και όχι πριν από αυτή, που ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, προσδιορίζεται η ταχύτητα της δίκυκλης μοτοσικλέτας σε 30 χλμ/ώρα και του λεωφορείου του ΟΑΣΘ σε 10 χλμ/ώρα, διασαφηνίζεται το σημείο πρόσκρουσης της δίκυκλης μοτοσικλέτας στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα και αναφέρεται η πραγματοποίηση αποφευκτικού ελιγμού του οδηγού του λεωφορείου με την χρησιμοποίηση του συστήματος πεδήσεως και την οδήγηση του λεωφορείου στο πλησιέστερο άκρο της λωρίδας κυκλοφορίας με αποτέλεσμα ο δεξιός τροχός του λεωφορείου να προσκρούσει στη διαχωριστική νησίδα της οδού.
Η αιτίαση δε του αναιρεσείοντος ότι δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο ίδιος είχε προτεραιότητα στην διασταύρωση των οδών ... και ..., ισχυρισμό που περιέχεται τόσο στις ασκηθείσες αγωγές του όσο και στην έφεσή του, τίθεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το ένδικο ατύχημα συνέβη όχι κατά την πραγματοποίηση της δεξιάς στροφής αλλά αφ’ ότου εισήλθε και άρχισε να κινείται επί της ως άνω διαμορφωθείσας επί του ρεύματος πορείας της οδού ...
που οδηγεί στην οδό ..., λωρίδος κυκλοφορίας, κατευθυνόμενος στην οδό .... Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεση, ο οποίος πρέπει ν’ απορριφθεί.
Ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, μεταξύ άλλων και όταν το Δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί οι οποίοι παραδεκτά προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο ή δύνανται να στηρίξουν, αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, αντένσταση, ένδικο μέσο, ανακοπή κ.λπ.), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος, ειδικότερα, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους εξής προβληθέντες ισχυρισμούς του: α) της προτεραιότητας του ίδιου του αναιρεσείοντος έναντι του λεωφορείου του ΟΑΣΘ στην δημιουργηθείσα διασταύρωση των οδών ...
και ..., β) την σήμανση που υπήρχε μόνο στην κατεύθυνση του λεωφορείου του ΟΑΣΘ και όχι στην δική του, γ) ότι η κίτρινη διαγράμμιση ήταν παλιά και δεν υποδήλωνε λωρίδες κυκλοφορίας. Οι ισχυρισμοί, όμως, αυτοί δεν συνιστούν "πράγματα", υπό την εκτεθείσα έννοια της διατάξεως αυτής, αλλά συνιστούν επιχειρήματα, τα οποία αποβλέπουν στην υποστήριξη των απόψεων του αναιρεσείοντος.
Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος είναι απαράδεκτος.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρυόμενος αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα από τους διαδίκους επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ρητά ότι έλαβε υπόψη τις φωτογραφίες και τις υπ’ αριθμ. ...-2-2011 και ...-1-2015 ένορκες βεβαιώσεις του Ι. Σ. και όλα τα με επίκληση από τους διαδίκους προσκομισθέντα έγγραφα. Από αυτή την ρητή βεβαίωση προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ανωτέρω έγγραφα, η λανθασμένη δε αναγραφή του κυρίου ονόματος του ενόρκως βεβαιώσαντος δε δημιουργεί αναιρετική πλημμέλεια.
Συνεπώς ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11γ’ ΚΠολΔ αντίθετος τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί. Αντίθετα, αναφορικά με τη μη παράθεση ολόκληρης της κατάθεσης του Φ. Π. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά την συνεδρίαση της 13-1-2001 αλλά και ενώπιον Αστυφυλάκων στις 11-9-2008, ο αναιρεσείων με την κατ’ επίφαση επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 11γ’ ΚΠολΔ πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Εφετείου. Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο τμήμα του είναι απαράδεκτος.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το Δικαστήριο της ουσίας δέχεται ως περιεχόμενο εγγράφου καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, δηλαδή όταν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα του κειμένου του εγγράφου (λάθος στην ανάγνωση). Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος όταν η αιτίαση αναφέρεται όχι στη λανθασμένη ανάγνωση αλλά στην εκτίμηση του περιεχομένου του, για τη συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Δηλαδή δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το Δικαστήριο ερμηνεύει με διαφορετικό τρόπο τη δικαιοπραξία από εκείνον που θεωρεί ορθό ο διάδικος.
Εν προκειμένω με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο τμήμα του, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο: α) των φωτογραφιών, β) του από 29-9-2008 υπομνήματος προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης που κατέθεσε ο εναγόμενος οδηγός και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος. Όμως ο παραπάνω λόγος κατά το ως άνω τμήμα του, ως προς τις φωτογραφίες είναι απαράδεκτος, διότι η πλημμέλεια, που προσάπτεται δεν αφορά παραμόρφωση αυτών αλλά σε σφάλμα του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση αυτών προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος. Κατά το μέρος που αφορά το από 29-9-2008 υπόμνημα προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης είναι αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο δικόγραφο της αναίρεσης το αληθινό περιεχόμενο του εν λόγω υπομνήματος και ποιό ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το Εφετείο ότι έχει αυτό το έγγραφο, ώστε από την σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος.
Με τον κατ’ ορθότερο χαρακτηρισμό από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι 19 που επικαλείται ο αναιρεσείων έκτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, επί διαφοράς για την οποία απαιτείται κατά νόμο πλήρης απόδειξη, αποφάνθηκε βάσει πιθανολόγησης του ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, αφού δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς την αξιούμενη από το νόμο πλήρη απόδειξη αυτών (ΑΠ 499/2007) και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δέχθηκε την χωρίς σύνεση και τεταμένη προσοχή του οδήγηση της δίκυκλης μοτοσικλέτας του με την παραδοχή ότι την ώρα του ατυχήματος μιλούσε στο κινητό, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα Φ.
Π. "το παιδί στο μηχανάκι είχε γερμένο το κεφάλι του αριστερά και πιθανολογώ ότι μιλούσε στο κινητό". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί, διότι το Εφετείο μετά από εκτίμηση όλων των προσκομισθέντων και αναφερομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων, χωρίς να βασισθεί αποκλειστικά στην κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα, κατέληξε στην κρίση του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στο ένδικο ατύχημα, η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές, οφείλεται στην είσοδο του αναιρεσείοντος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο το λεωφορείο του ΟΑΣΘ.
Σε κάθε περίπτωση η παραδοχή ότι μιλούσε στο κινητό ο αναιρεσείων συνιστά ουσιαστική περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), αφού ο δεύτερος δεν παραστάθηκε και δεν υποβλήθηκε σε δικαστική δαπάνη, όπως αυτά ορίζονται, ειδικότερα, στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.6.2015 αίτηση αναίρεσης της 928/2015 απόφασης Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ