Legislator Case Law & Legislation
1018/2012 AI generated

1018/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1018/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/6/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2010/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5849/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/6/2009 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1018/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας αποτελεί η λήψη τους μετά από προηγούμενη πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, ο οποίος και υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλητεύσεως, εκτός αν ο αντίδικος του παραστάθηκε κατά τη λήψη της ένορκης βεβαιώσεως.

Keywords

AI generated
rate of work recording of working time temporary workers unauthorized gainful employment part-time gainful activity work subject to authorization
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1018 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1018/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Κ. του Κ., 2) Κ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Παπαδόπουλο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Δ. χήρας Ι., συζύγου Μ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Νάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/6/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2010/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5849/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/6/2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 2/12/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου και την παραδοχή του δευτέρου και του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 671 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ, τα δικαστήρια της ουσίας (πρωτοβάθμια ή Εφετεία), όταν δικάζουν κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, λαμβάνουν υπόψη τους κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας αποτελεί η λήψη τους μετά από προηγούμενη πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, ο οποίος και υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλητεύσεως, εκτός αν ο αντίδικος του παραστάθηκε κατά τη λήψη της ένορκης βεβαιώσεως.

Το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της κλητεύσεως του αντιδίκου, γιατί η έλλειψη της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και επομένως αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη του ένορκη βεβαίωση χωρίς να έχει νομίμως κλητευθεί ο αντίδικος (που δεν παρέστη κατά τη λήψη της), λαμβάνει υπόψη του ανεπίτρεπτο από το νόμο αποδεικτικό μέσο.

Τέλος, από το άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ που ορίζει ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής απόφασης, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτόδικη δίκη θεωρείται κατά το νόμο αντίκλητος μόνο για τις αναγόμενες στην πρωτοβάθμια δίκη επιδόσεις εγγράφων, στα οποία συμπεριλαμβάνεται ως τελευταίο η οριστική απόφαση.

Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, κατ' αποδοχή της εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εξαφανίστηκε η 2010/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία, το Εφετείο που την εξέδωσε, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, σχημάτισε την κρίση του για την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία οδηγήθηκε στην απόρριψη της αγωγής των αναιρεσειόντων, εκτός άλλων αποδεικτικών μέσων, και από την ειδικά μνημονευόμενη στην απόφαση υπ' αριθ. 1525/7-2-2008 ένορκη βεβαίωση της Χ.

Φ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, την οποία είχε προσκομίσει και επικαλεστεί η αναιρεσίβλητη - εκκαλούσα και κατά τη λήψη της οποίας δεν παρέστησαν οι αναιρεσείοντες - εφεσίβλητοι. Η ένορκη αυτή βεβαίωση ελήφθη, σύμφωνα με τη βεβαίωση του Εφετείου "μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων (βλ.

την υπ' αριθμ. 5764 Γ'/5-2-2008 έκθεση επιδόσεως του δικ. επιμελητή ...)", ήτοι των ήδη αναιρεσειόντων. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος του προς παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης (εναγομένης) κατά της 2010/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε δεχθεί την αγωγή τους, έλαβε υπόψη και μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, ήτοι την ως άνω ένορκη βεβαίωση για την οποία επιδόθηκε κλήση στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων κατά την πρωτοβάθμια δίκη Βασίλειο Παπαδόπουλο, κάτοικο Αθηνών, ο οποίος όμως δεν ετύγχανε πληρεξούσιος δικηγόρος και αντίκλητος πριν από τη συζήτηση της εφέσεως.

Από την ως άνω έκθεση επιδόσεως, που θεωρείται διαδικαστικό έγγραφο και παραδεκτώς επισκοπείται προκύπτει ότι η επίδοση της εν λόγω κλήσεως έγινε στον πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) για να παραστούν κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης, την 5-2-2008, ήτοι πριν την 12-2-2008, οπότε συζητήθηκε στο Εφετείο η υπόθεση.

Η κλήση όμως αυτή δεν ήταν νόμιμη, διότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους δεν είχε καταστεί αντίκλητος τους κατά το χρόνο της επίδοσης της κλήσεως για την εξέταση του προαναφερθέντος μάρτυρα. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 11α' ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση που δόθηκε χωρίς προηγούμενη νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων, ήτοι αποδεικτικό μέσο το οποίο ο νόμος δεν επιτρέπει, είναι βάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 652 και 653 του ΑΚ προκύπτει ότι θεμελιώδες στοιχείο της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας είναι η παροχή από το μισθωτό εργασίας σε κατάσταση εξάρτησης απέναντι στον εργοδότη, ο οποίος έχει την εξουσία να καθορίζει τον τόπο και χώρο παροχής αυτής, τον χρόνο, τον τρόπο και την οργάνωση της εργασίας, καθώς και τον έλεγχο της συμμόρφωσης του μισθωτού προς τις οδηγίες του.

Η σύμβαση εργασίας διακρίνεται από τη σύμβαση εταιρείας, στην οποία κυρίαρχο στοιχείο είναι η πρόθεση των εταίρων για εταιρική συνεργασία και η κοινή ανάληψη κινδύνων. Ενίοτε οι δύο αυτές συμβάσεις συμπλέκονται στην πράξη, ιδίως όταν η εισφορά στην εταιρεία συνίσταται στην προσωπική εργασία του εταίρου ή όταν οι εταίροι προσφέρουν προσωπική εργασία, πέραν της εισφοράς των, οπότε η σύμβαση της εταιρείας δεν μεταπίπτει εκ του λόγου τούτου σε σύμβαση εργασίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Η εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) διατηρεί βιοτεχνική επιχείρηση κατασκευής ταχυθερμαντήρων και κεραιών τηλεόρασης, με τον διακριτικό τίτλο RECORD στην Αθήνα, επί της οδού ... στα ... . Η ανωτέρω επιχείρηση ανήκε στον σύζυγο της εναγομένης μέχρι το έτος 2000, οπότε αυτός απεχώρησε λόγω συνταξιοδοτήσεως.

Το έτος 2005 η εναγομένη, προτιθέμενη να αποχωρήσει από την ως άνω επιχείρησή της λόγω του προχωρημένου της ηλικίας της (άνω των 80 ετών) και αφού είχε απολύσει το σύνολο σχεδόν των υπαλλήλων της, ήλθε τον Σεπτέμβριο του έτους αυτού (2005) σε συμφωνία με τους εναγόμενους (ήδη αναιρεσείοντες) και συνήψαν μία προσύμβαση εταιρικής συνεργασίας με την μορφή ότι οι εισερχόμενοι στην εταιρία (ενάγοντες) θα προσέφεραν την προσωπική εργασία τους στην άνω επιχείρηση και θα συμμετείχαν σ' αυτήν κατά ποσοστό 70% έναντι 30% της εναγομένης, ενώ η τελευταία θα προσέφερε απλώς την επιχείρηση της, όχι όμως και την προσωπική της εργασία.

Η ειδικότερη εταιρική μορφή συνεργασίας των διαδίκων μερών θα καθοριζόταν αργότερα, αφού η σύναψη της οριστικής συμφωνίας των μερών είχε εξαρτηθεί από τη συναίνεση των εναγόντων. Τελούσε δηλαδή η σύναψη της οριστικής σύμβασης υπό την εξουσιαστική αίρεση αυτών, οι οποίοι εξάρτησαν την συμμετοχή τους σε ένα τέτοιο επιχειρηματικό σχήμα από την διαπίστωση της καλής λειτουργίας της σε ένα πρώτο στάδιο περιορισμένου χρονικού ορίζοντα, κατά το οποίο και θα αποκτούσαν οι ίδιοι προσωπική εμπειρία.

Στα πλαίσια της εμπορικής αυτής συνεργασίας των διαδίκων οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στην άνω επιχείρηση από τις 14-9-2005 έως την 31-3-2006, για να διαπιστώσουν την καλή ή όχι πορεία των εργασιών της, προκειμένου κατά τα άνω να προβούν στη σύναψη της οριστικής συμφωνίας με την εναγόμενη. Υπό τα δεδομένα όμως αυτά, πρόκειται περί εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων και όχι περί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες δεδομένου ότι, όπως προέκυψε, κατά την απασχόληση αυτών στην εν λόγω επιχείρηση δεν τελούσαν υπό την επίβλεψη, τις οδηγίες και τον έλεγχο της εναγομένης ως εταίρου.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε, ότι μεταξύ των διαδίκων είχε καταρτισθεί σύμβαση εμπορικής συνεργασίας και όχι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ακολούθως, αφού δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 2010/2007 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί ότι είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και απέρριψε την αγωγή.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του αυτή από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης ή μη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού οι αγωγικές αξιώσεις (δεδουλευμένες αποδοχές, αποδοχές υπερημερίας, επιδόματα εορτών κλπ) στηρίζονται στην ύπαρξη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Και αυτό γιατί τα περιστατικά που δέχτηκε το Εφετείο αναφορικά με το ζήτημα τούτο δεν είναι ικανά, για να ελεγχθεί αν πράγματι οι αναιρεσείοντες είχαν συνάψει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή σύμβαση εταιρικής συνεργασίας. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι το Σεπτέμβριο του 2005 συνήφθη προσύμβαση εταιρικής συνεργασίας δεν διευκρινίζει αν στη συνέχεια συνήφθη ή όχι σύμβαση εταιρείας, η οποία θα απέκλειε τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Επίσης δεν αναφέρει καθόλου περιστατικά από τα οποία να προκύπτει πρόθεση για εταιρική συνεργασία και κοινή ανάληψη κινδύνου, ενώ δεν προσδιορίζει ποια θα ήταν η εταιρική μορφή συνεργασίας των διαδίκων και υπό ποίο εταιρικό σχήμα. Στη συνέχεια ενώ δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες απασχολήθηκαν (εργάστηκαν) από 14-9-2005 μέχρι 31-3-2006 στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης δεν διευκρινίζει το είδος της απασχόλησής τους, ούτε εκθέτει περιστατικά ικανά να στηρίξουν την κρίση του ότι η παροχή της όποιας εργασίας τους γινόταν χωρίς την επίβλεψη, τις οδηγίες και τον έλεγχο της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα να κλονίζεται η σαφήνεια του αποδεικτικού πορίσματος.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών επί του πιο πάνω ζητήματος, που αφορά την ύπαρξη ή μη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 648 επ.

ΑΚ, είναι βάσιμος.

Συνεπώς, οι άνω δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως πρέπει να γίνουν δεκτοί, ενώ παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5849/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ