1018/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1018/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Full text
Απόφαση 1018 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1018/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο και κατέθεσε προτάσεις.
\Του αναιρεσιβλήτου: Π. Α. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παρασκευόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3346/2006 μη οριστική και 5762/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 291/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/3/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 27/4/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 25-3-2010 αίτησης αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 291/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της. αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά, σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση κα( αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 Ν 2496/16-5-1997 "αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται στις ασφαλίσεις ζημιών, μετά από τέσσερα (4) χρόνια, και στις ασφαλίσεις προσώπων, μετά από πέντε (5) χρόνια, από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν", Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1, 2 πδ 237/1986 "το πρόσωπο, που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή.
Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 201 ΑΚ συνάγεται, ότι επί συμβάσεως ασφαλίσεως αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση αυτή (άρθρο 189 Ερμ. Ν) έναντι του ασφαλιστή γεννάται, όταν ο τρίτος που ζημιώθηκε, και έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει στον τελευταίο τη σχετική προς αποκατάσταση της ζημιάς του αγωγή, γιατί έκτοτε πραγματώνεται η ασφαλιστική περίπτωση (κίνδυνος), έστω και αν δεν έχει προσδιορισθεί με δικαστική απόφαση ή με εξώδικο συμβιβασμό το μέγεθος της αξιώσεως του τρίτου που ζημιώθηκε και επομένως, ούτε και το ποσό της αποζημίωσης του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή.
Κατά συνέπεια, η αξίωση αυτή του ασφαλισμένου, επί ατυχήματος που συνέβη μετά την 17-11-1997, παραγράφεται μετά την παρέλευση τεσσάρων (4) ετών, που αρχίζουν από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο επιδόθηκε στον ασφαλισμένο η αγωγή του ζημιωθέντος τρίτου. Εξάλλου, για τα θέματα της διακοπής και της αναστολής της παραγραφής εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις του ΑΚ (άρθρα 255 επ, 260 επ).
Τέλος, από το άρθρο 260 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο, συνάγεται ότι αρκεί, για τη διακοπή της παραγραφής, οποιαδήποτε συμπεριφορά ή ενέργεια του οφειλέτη προς το δανειστή, με την οποία εκφράζεται ρητώς ή σιωπηρώς, αλλά σαφώς, η πεποίθηση του οφειλέτη για την -ύπαρξη της υποχρέωσης του και της αξίωσης του δανειστή, κατά τρόπο ώστε να μην παρίσταται αναγκαία η έγερση της οικείας αγωγής και χωρίς να είναι απαραίτητο η συμπεριφορά αυτή ή ενέργεια του οφειλέτη να έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα ή να γίνεται με σκοπό αναλήψεως υποχρεώσεως ή να γίνει αποδεκτή από το δανειστή (ΑΠ 53/1996).
Η εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που συνιστούν αναγνώριση υπόκειται, ανελέγκτως ακυρωτικής κατά το άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ, στην κρίση των Δικαστηρίων της ουσίας. (ΑΠ 1596/1995). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.291/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά:
Την 20-2-1998 και περί ώρα 14:00 ο ενάγων Π. Α., οδηγώντας το ... ημιφορτηγό αγροτικό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, προκάλεσε από υπαιτιότητα του τον τραυματισμό του Ν. Λ. κατά τη σύγκρουση του παραπάνω αυτοκινήτου με την ...
δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο τελευταίος. Ο τραυματισθείς Ν. Λ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 31-1-2000 (αρ. κατ. 11535/1263/2000) αγωγή του, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν ο Π. Α. ως υπαίτιος οδηγός (τώρα ενάγων) και η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να του καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, το συνολικό ποσό των 37.563.190 δραχμών προς αποκατάσταση της ζημιάς του (θετικής και αποθετική) και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Η εν λόγω αγωγή του ζημιωθέντος τρίτου Ν. Λ. επιδόθηκε στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και στο ασφαλισμένο της ήδη ενάγοντα Π. Α. (βλ. τις από 16-2-2000 επισημειώσεις του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Χ. Δ. στα αντίγραφα της αγωγής) στις 16-2-2000. Κατά τη συζήτηση της πιο πάνω αγωγής κατά τη δικάσιμο της 23-11-2000 ο τότε εναγόμενος Π.
Α. (ήδη ενάγων) παραστάθηκε αυτοπροσώπως και η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1131/2001 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία διάταξε τη διεξαγωγή ιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Η αγωγή στη συνέχεια επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 17-6-2004 κλήση του τότε ενάγοντος και συζητήθηκε εκ νέου κατά τη δικάσιμο της 15-2-2005, ερήμην του τότε εναγομένου Π.
Α.υ
Εκδόθηκε η 1071/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε μερικά δεκτή η αγωγή ως προς τον ερημοδικασθέντα εναγόμενο Π. Α.υ (ήδη ενάγοντα), αναγνωρίσθηκε ότι αυτός υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα παθόντα τρίτο Ν. Λ. εφάπαξ το ποσό των 33.782,19 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και 140,62 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-2-2000 μέχρι 1-2-2035, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης μέχρι την εξόφληση, ενώ ως προς τη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία η αγωγή απορρίφθηκε ως παραγεγραμμένη κατ' ουσιαστική παραδοχή προταθείσας από αυτήν ένστασης διετούς παραγραφής εν επιδικία (αρθρ. 10 παρ. 1 Ν 489/1976).
Κατά της απόφασης αυτής ο τώρα ενάγων Π. Α. και ο παθών Ν. Λ. άσκησαν τις από 7-12-2005 και 5-5-2005 εφέσεις τους, οι οποίες απορρίφθηκαν κατ' ουσία με την 7292/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και έτσι τελεσιδίκησε η 1071/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η κρινόμενη από 1-11-2005 (αρ.
κατ. 186250/9573/2005) αγωγή επιδόθηκε στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία στις 21-11-2005. Η ένδικη αγωγική αξίωση, η οποία στηρίζεται στην ασφαλιστική σύμβαση, τόσο ως προς τα κονδύλια πληρωμής των αποζημιώσεων και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που ο παραπάνω ενάγων Π. Α. υποχρεώθηκε να καταβάλει στον παθόντα Ν.
Λ., όσο και ως προς τους τόκους και τα επιδικασθέντα σ' αυτόν δικαστικά έξοδα με την παραπάνω απόφαση (1071/2005) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (άρθρα 189, 209 παρ. 2 Εμπ Ν, 6 Ν 489/1976), μολονότι από το τέλος του έτους 2000, μέσα στο οποίο επιδόθηκε, κατά τα προεκτεθέντα από τον ζημιωθέντα Ν. Λ. η από 31-1-2000 παραπάνω αγωγή του προς αποκατάσταση της ζημίας του, στον ασφαλισμένο, ήδη ενάγοντα Π.
Α. και μέχρι το χρόνο επιδόσεως της κρινόμενης αγωγής στις 21-11-2005 στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία από τον ασφαλισμένο της - ενάγοντα, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τετραετίας, δεν έχει παραγραφεί. Τούτο γιατί με τη συμμετοχή, κατά τα παραπάνω, της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας στη δίκη που ανοίχθηκε με την από 31-1-2000 αγωγή του ζημιωθέντος Ν.
Λ. κατ' αυτής (ασφαλιστικής εταιρείας) για την απόκρουση της, επήλθε για το χρονικό διάστημα από τέλος του έτους 2000 μέχρι την 11-3-2005 (χρόνος εκδόσεως της 1071/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) διακοπή της παραγραφής κατ' άρθρο 260 ΑΚ, επειδή η εν λόγω συμμετοχή της ασφαλιστικής εταιρείας αποτελεί αναγνώριση της αξιώσεως του ενάγοντος κατά του ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση.
Από την 11-3-2005 οπότε αρχίζει νέα παραγραφή μέχρι την επίδοση της κρινόμενης αγωγής στις 21-11-2005 δεν έχει παρέλθει τετραετία, κατά ουσιαστική παραδοχή της αντένστασης διακοπής της παραγραφής (άρθρα 262 ΚΠολΔ, 260 ΑΚ), την οποία σε κάθε περίπτωση παραδεκτά προτείνει ο ενάγων - εφεσίβλητος με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ ως υπεράσπιση, κατά της έφεσης (ΑΠ 273/2007).
Πρέπει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω περί αναγνώρισης από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία της επίδικης αξίωσης του ενάγοντος από τη μεταξύ τους σύμβαση ασφάλισης με τη συμμετοχή της πρώτης (ασφαλιστικής) στη δίκη για την απόκρουση της αγωγής του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλισμένου ήδη ενάγοντος δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι στην δίκη αυτή η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία είχε αρνηθεί την εμπλοκή του ασφαλισμένου σ' αυτή οχήματος στο τροχαίο ατύχημα επικαλούμενη συμπαιγνία του ασφαλισμένου της (ενάγοντος) με το ζημιωθέντα τρίτο, εφόσον η αναγνώριση αφορά την υφισταμένη μεταξύ τους ασφαλιστική σύμβαση και όχι τις από το τροχαίο αξιώσεις του ενάγοντος, ούτε ερευνάται αν η αναγνώριση αυτή έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα ή αν γίνεται με σκοπό αναλήψεως υποχρεώσεως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Ακολούθως το Εφετείο επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το οποίο δέχθηκε τα ίδια απέρριψε κατ'ουσίαν και τον πρόσθετο λόγο αυτής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 260 του ΑΚ καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την εκ μέρους της αναιρεσείουσας αναγνώριση της ένδικης αγωγικής αξίωσης με τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν αναλυτικά ανωτέρω πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της αναγνώρισης όπως περιλαμβάνεται στη ρύθμιση του άρθρου 260 ΑΚ και δικαιολογούν την παραδοχή της αντένστασης του αναιρεσίβλητου για διακοπή της παραγραφής όπως και της αγωγής του και την απόρριψη της ένστασης της αναιρεσείουσας για συμπλήρωση της τετραετούς παραγραφής όπως και της εφεσής της.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 του ΚΠοινΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 260 του ΑΚ την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εφ'οσον άλλωστε στην προσβαλλόμενη ειδικά κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές του ρητά απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η συμμετοχή της στη προηγηθείσα δίκη δεν είχε την έννοια της αναγνώρισης μετά την άρνηση της οποιασδήποτε ευθύνης της.
Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά την σ'αυτόν κατά το άλλο μέρος περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της αναγνώρισης εκ μέρους της αναιρεσείουσας της ένδικης αγωγικής αξίωσης και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσίβλητου, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση: α)με το ότι ουδέποτε αναγνώρισε τις αξιώσεις του αναιρεσίβλητου, β)στη δίκη που προηγήθηκε επι των αξιώσεων του ζημιωθέντος είχε αρνηθεί την εμπλοκή του ασφαλισμένου σ'αυτήν οχήματος επικαλούμενη συμπαιγνία του ασφαλισμένου της ενάγοντος με τον ζημιωθέντα τρίτο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι εν λόγω αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, το δε πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα Ασφαλιστική Εταιρεία στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (αρθρ.176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-3-2010 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ'αριθ.291/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ