Legislator Case Law & Legislation
1018/2010 AI generated

1018/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1018/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Μαΐου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3559/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1111/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1018/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία .

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1018 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1018/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπα-νικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καυκόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Δεμουρτζίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Μαΐου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3559/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1111/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 19 Φεβρουαρίου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 AK, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που τίκτει υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.

Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/91). Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.

Προκειμένου να κριθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας) συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής (Ολ.ΑΠ 398/75).

Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία .

Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρεώσεως για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 298 του ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συγκεκριμένη συμπεριφορά αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς και η κρίση του για την ύπαρξη μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς, αφενός, και ζημίας, αφετέρου, αιτιώδους, υπό την έννοια πρόσφορης αιτιότητας, συνδέσμου, που αποτελεί συμπέρασμα υπαγωγής περιστατικών στις νομικές έννοιες των χρηστών ηθών και του ως άνω αιτιώδους συνδέσμου, αντιστοίχως, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για παραβίαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στα προαναφερόμενα άρθρα του ΑΚ.

Ενώ, αντιθέτως, η δικαστική κρίση περί του ότι ορισμένη συμπεριφορά αποτέλεσε αναγκαίο όρο ζημίας (με την έννοια ότι η ζημία χωρίς αυτήν τη συμπεριφορά δεν θα είχε επέλθει) είναι, ως αναφερόμενη σε πραγματικά περιστατικά, ανέλεγκτη ακυρωτικώς. Οι λόγοι αναιρέσεως απορρίπτονται με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται μ' αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο.

Στη προκειμένη περίπτωση από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το διατακτικό της, κατά το μέρος που αφορά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, στηρίζεται στην αδικοπραξία που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 919 του Α.Κ. Πιο συγκεκριμένα η αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων η οποία και κρίθηκε ότι προσκρούει στα χρηστά ήθη, ως αντίθετη προς την αντίληψη του υγιώς σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, συνίσταται σύμφωνα με το αιτιολογικό της απόφασης στα εξής:

Α) Στο γεγονός της κήρυξης εκπτώτου εκ μέρους της πρώτης εναγομένης και μη διαδίκου στη παρούσα δίκη (οικοπεδούχου) του εγκαταλείψαντος ημιτελές (στο στάδιο των επιχρισμάτων) το συμφωνηθέν έργο (ανέγερση δύο οικοδομών) εργολάβου, από την μεταξύ τους εργολαβική σύμβαση στις 6-7-1999, μετά την αποπεράτωση από τις ίδιες τις ενάγουσες αναιρεσίβλητες με δικές τους δαπάνες του διαμερίσματος που είχαν προσυμφωνήσει να αγοράσουν από τον εργολάβο με το με αριθ. .../1995 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, γεγονός που το γνώριζαν αμφότεροι οι εναγόμενοι (η οικοπεδούχος και ο ήδη αναιρεσείων και μετέπειτα αγοραστής του), και μάλιστα όταν πλέον η εναγομένη οικοπεδούχος κλήθηκε από τις ενάγουσες την ίδια μέρα (6-7-1999) και λίγες ώρες νωρίτερα, να προσέλθει στο συμβολαιογράφο να συμπράξει στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου της μεταβίβασης του διαμερίσματος προς αυτές, και ενώ ήδη με την όλη προηγηθείσα συμπεριφορά της (γνώση και σιωπηρή συναίνεση για την αποπεράτωση με δικές τους δαπάνες του διαμερίσματος με άλλον εργολάβο στον οποίο και η ίδια η εναγομένη είχε αναθέσει την αποπεράτωση των υπολοίπων χώρων, μη εναντίωσή της και σιωπηρή συναίνεσή της στις εμφανείς πράξεις κατοχής στο διαμέρισμα από τις ενάγουσες οι οποίες άρχισαν και να μετακομίζουν σ' αυτό την οικοσκευή τους μετά την αποπεράτωση με τις δικές τους δαπάνες του διαμερίσματος από τον Μάιο του 1999 υπό τα όμματα της εναγομένης χωρίς ουδεμία αντίρρηση αυτής και μη κήρυξη εκπτώτου του εργολάβου από τις 6-12-1998 αφότου και είχε το σχετικό δικαίωμα) είχε δημιουργήσει στις ενάγουσες την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει τα απορρέοντα από την εργολαβική σύμβαση δικαιώματά της όσον αφορά το ένδικο διαμέρισμα και δεν θα αρνηθεί να συμπράξει στην κατάρτιση της μεταβίβασης της κυριότητας αυτού έτσι ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος τούτου και μάλιστα λίγες ώρες μετά την αναγγελία (έγγραφη) από τις ενάγουσες στην οικοπεδούχο της δια του ως άνω προσυμφώνου μεταβιβάσεως (εκχωρήσεως) των δικαιωμάτων του εργολάβου προς αυτές, που τείνει σε ανατροπή της πραγματικής κατάστασης η οποία δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε από την εγκατάλειψη του έργου από τον εργολάβο στις αρχές του έτους 1998 μέχρι και τις 6-7-1999 να καθίσταται μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, και Β) Στο γεγονός της επακολουθήσασας κατά συμπαιγνία εικονικής μεταβίβασης του εν λόγω διαμερίσματος από την οικοπεδούχο πρώτη εναγόμενη στον δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα με το με αριθ. .../21-3-2000 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αρτέμιδος Αντωνιάδου-Καστρινού, με σκοπό να ματαιώσουν την οριστικοποίηση της συμβάσεως του διαμερίσματος στις ενάγουσες, αμφοτέρων των εναγομένων τελούντων σε γνώση ότι ήταν δυνατόν να προκαλέσουν ζημία στις ενάγουσες, την οποία και αποδέχθηκαν.

Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 καθώς και ο τέταρτος από τον αριθ. επίσης 19 της ΚΠολΔ με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νόμιμης βάσης για το λόγο ότι το Εφετείο δέχθηκε αδικοπραξία λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της κήρυξης εκπτώτου του εργολάβου παρά τη γνώση ότι οι ενάγουσες αποπεράτωσαν με δικές τους δαπάνες το διαμέρισμα που προσυμφώνησε ο εργολάβος να μεταβιβάσει στις ενάγουσες, χωρίς να δέχεται ότι συνέτρεξε και το από το νόμο (άρθρο 281 Α.Κ.) απαιτούμενο στοιχείο της προφανούς υπέρβασης των κριτηρίων που ορίζονται από την ίδια διάταξη, είναι απορριπτέοι ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενοι, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που επιδικάζεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης θεμελιώνεται στην αδικοπραξία του άρθρου 919 του Α.Κ.

που έλαβε χώρα, υπό τα προεκτεθέντα, με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, τα οποία και εντάσσονται σύμφωνα και με αυτά που εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε και όχι και σε αυτοτελή αδικοπραξία που συντελέστηκε με την μόνη καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης να κηρύξει έκπτωτο τον εργολάβο, σχετική βάση που άλλωστε ούτε και στην αγωγή δεν υπήρχε όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής.

Περαιτέρω και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 281, 914, 919 και 932 του Α.Κ. με το να δεχθεί ότι αποτελεί αδικοπραξία η απλή και μόνο εκ μέρους της εναγομένης οικοπεδούχου άρνηση εκπληρώσεως της συμβατικής της υποχρεώσεως, η οποία όμως και έπαψε να υφίσταται μετά την κήρυξη εκπτώτου του εργολάβου και η οποία ούτε και για καταχρηστικότητα δεν ελέγχεται, αλλά και σε κάθε περίπτωση συνιστά άσκηση εκ μέρους αυτής φυσικής ευχέρειας, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος αφού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η αδικοπραξία που στηρίζει το διατακτικό της απόφασης θεμελιώνεται στα ανωτέρω πλείονα πραγματικά περιστατικά τα οποία καθιστούν την συμπεριφορά της εναγομένης αντίθετη στα χρηστά ήθη.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 70 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι και ο τρίτος, που δεν είναι συμβαλλόμενος στη σύμβαση η οποία καταρτίστηκε μεταξύ άλλων, έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητάς της, όταν γι' αυτό έχει έννομο συμφέρον, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, διατάξη νόμου του αποκλείει το δικαίωμα αυτό.

Το έννομο δε συμφέρον του, το οποίο μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό, εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις και γενικά υπάρχει, όταν από την κατάρτιση της άκυρης σύμβασης δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς ορισμένη έννομη σχέση του και κίνδυνος για τα συμφέροντά του είτε άμεσος είτε επικείμενος, είτε εξαρτώμενος από τη συνδρομή και άλλου μέλλοντος περιστατικού, την αποτροπή του οποίου εξασφαλίζει η αιτούμενη αναγνώριση της ακυρότητας της σύμβασης.

Στην προκείμενη περίπτωση έγινε δεκτή η αγωγή κατά το σχετικό της αίτημα και αναγνωρίστηκε η ακυρότητα ως εικονικής της με το με αριθ. .../21-3-2000 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αρτέμιδος Αντωνιάδου Καστρινού γενομένης πώλησης του ανωτέρω διαμερίσματος από την πρώτη εναγομένη οικοπεδούχο στον δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, Χ, αφού κρίθηκε ότι οι ενάγουσες που είναι νομείς και κάτοχοι τούτου έχουν έννομο συμφέρον να ζητήσουν την αναγνώριση της ακυρότητας αυτής καθόσον από την ως άνω άκυρη σύμβαση δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς τη σχέση αυτών με το διαμέρισμα που κατέχουν και κίνδυνος για τα συμφέροντά τους, ως νομείς του ένδικου ακινήτου και προσδοκώσες, να αποκτήσουν την κυριότητά του οπωσδήποτε με χρησικτησία, εξαρτώμενος από τη συνδρομή άλλου μέλλοντος περιστατικού, που εν προκειμένω είναι η διεκδίκησή του από τον αναιρεσείοντα αγοραστή την αποτροπή του οποίου εξασφαλίζει η αναγνώριση της ακυρότητας της συμβάσεως.

Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή κατά το αίτημά της για αναγνώριση της ακυρότητας της ανωτέρω συμβάσεως ως εικονικής, λόγω έλλειψης εννόμου προς τούτο συμφέροντος των εναγουσών, καθόσον λόγω της αναφερομένης σ' αυτή κήρυξης εκπτώτου του εργολάβου και της εντεύθεν αναδρομικής απόσβεσης των εκατέρωθεν αξιώσεων χωρίς να προβάλλεται η ακυρότητα της κηρυχθείσης εκπτώσεως, δεν διατηρούσαν πλέον οι ενάγουσες έναντι αυτής ως οικοπεδούχου την εκχωρηθείσα από τον εργολάβο αξίωση για μεταβίβαση του διαμερίσματος σ' αυτές είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής ενόψει του ότι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος θεμελιώνεται κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης στα προαναφερθέντα διάφορα πραγματικά περιστατικά.

Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση της παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 70 του Κ.Πολ.Δ. καθόσον συνέπεια της υπάρχουσας στην απόφαση παραδοχής ότι η αναιρεσείουσα κήρυξε έκπτωτο τον εργολάβο, η οποία και δεν προσβλήθηκε, είναι η απόσβεση των εκατέρωθεν αξιώσεων από την εργολαβική σύμβαση και συνακόλουθα και της αξίωσης των εναγουσών από τη γενομένη εκχώρηση για μεταβίβαση σ' αυτές του διαμερίσματος με αποτέλεσμα να μην έχουν αυτές και έννομο συμφέρον να ζητήσουν την αναγνώριση της ακυρότητας είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος καθόσον κατά τα προεκτεθέντα η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος θεμελιώνεται κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου σε διάφορα πραγματικά περιστατικά ως προς τα οποία ουδεμία αιτίαση προβάλλεται.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1111/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ