Supreme Court dismisses appeal where lower court rejected claim as vague without substantive review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision rejecting the lawsuit as vague. The appellant argued the appellate court failed to consider evidence and lacked proper reasoning, but the court found these grounds inapplicable because the lower court had not conducted a substantive examination of the case. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(c) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider evidence or lack of reasoning is inadmissible if the lower court rejected the claim as vague or inadmissible without conducting a substantive examination of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1018 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1018/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μελέτιο Μουστάκα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... και 2. ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Καλαφάτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-2-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 251/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 198/2004 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 3-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ' απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ ΑΠ 3/1997). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν μία απόφαση δεν έχει νόμιμη βάσιμη και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να ιδρυθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι η ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας και, συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν έχει εφαρμογή όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή αόριστη. (Ολ. ΑΠ 44/1990, Ολ. ΑΠ 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 198/2004 απόφαση του Εφετείου, η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη, χωρίς το Εφετείο να προβεί στην κατ' ουσίαν έρευνα της.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 παρ. γ ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα προσαχθέντα ενώπιον του και επικληθέντα απ' αυτή έγγραφα και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι, διότι το Εφετείο δεν προέβη στην κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης, αλλά την απέρριψε ως αόριστη, γεγονός που αποκλείει, όπως προαναφέρθηκε, την ίδρυση των λόγων αυτών αναιρέσεως.
ΙΙ. Από το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως - πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος. (Ολ.
ΑΠ 57/1998, ΟλΑΠ 32/1996). Επομένως, σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, πρέπει ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου, να διαλαμβάνει ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής και ως προς ποίο σημείο ειδικότερα κρίθηκε ότι δεν ήταν πλήρης (ΑΠ 295/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο, απέρριψε, ως αόριστη την αγωγή της αναιρεσείουσας. Ωστόσο, ενώ η αναιρεσείουσα παραθέτει στο αναιρετήριο τις σχετικές παραδοχές του Εφετείου, με βάση τις οποίες η ένδικη αγωγή κρίθηκε ως αόριστη, όμως στο λόγο αυτό, δεν εκτίθενται τα γεγονότα που η ίδια είχε επικαλεσθεί για τη θεμελίωση της αγωγής της και ως προς τα στοιχεία εκείνα, ως προς τα οποία αυτή κρίθηκε ως αόριστη.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως επίσης ως αόριστος.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 1764 και 183 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 6 Μαρτίου 2006 αίτηση της..., για αναίρεση της 198/2004 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ