Supreme Court allows appeal on unpaid wages and holiday pay, remanding case for further trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court failed to consider specific claims regarding unpaid wages, holiday pay, and unauthorized overtime, which were not explicitly raised in the appellate briefs. The Court found that the appellate court's reasoning regarding the employer's good faith and the employee's refusal to work was legally sound and did not warrant a full retrial on those points. Consequently, the Court set aside the portion of the lower judgment rejecting the wage claims and remanded the case for further examination by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(8) & 559(19) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's failure to consider specific claims regarding unpaid wages constitutes grounds for cassation, whereas a finding based on good faith and lack of specific justification for refusal to work does not.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1018 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1018/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ευαγγελοδήμου. Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΤΟΙΜΟΥ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑΤΟΣ ΑΦΟΙ ΤΣΟΥΜΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στα Άνω Λιόσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κυπραίο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1698/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8714/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/2/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 22/2/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, μεταξύ άλλων, και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Προς τους μη προταθέντες εξομοιώνονται και οι ισχυρισμοί που προτάθηκαν απαραδέκτως, όπως, όταν η επαναφορά τους στην κατ' έφεση δίκη δεν γίνεται κατά τον τρόπο που ορίζει η διάταξη του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζητήσεως που τους περιέχουν.
Η απλή δε αναφορά στις προτάσεις της προηγούμενης συζητήσεως δεν καλύπτει τις απαιτήσεις της εν λόγω διατάξεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε τα αγωγικά αιτήματα που αναφέρονται σε αξιώσεις του αναιρεσείοντος για διαφορές αποδοχών, επιδόματα εορτών και αδείας καθώς και παράνομη υπερωριακή του απασχόληση, δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων έχει εξοφληθεί γι' αυτές.
Όμως, από τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου στις 10-2-2006, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προτείνεται με αυτές σχετική ένσταση εξοφλήσεως. Δεν αποτελεί δε παραδεκτή πρόταση του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η γενική αναφορά με τις εν λόγω προτάσεις, στις προσκομιζόμενες πρωτόδικες προτάσεις μετά της σχετικής προσθήκης και αντικρούσεως.
Επομένως, ο πρώτος από τον αριθμό 8 του αρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ , 1 του ν. 2112/1920 και 1,5 του ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η δε υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Είναι δε άκυρη ως καταχρηστική η καταγγελία και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου.
Δεν είναι όμως καταχρηστική η καταγγελία αν υπαγορεύτηκε από πράξη ή παράλειψη του εργαζομένου αντίθετη προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε στις 9-9-1998 από την αναιρεσίβλητη εταιρεία παραγωγής και εμπορίας ετοίμου σκυροδέματος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αρχικώς ορισμένου χρόνου, η οποία ακολούθως μετατράπηκε σε αορίστου, προκειμένου να εργαστεί ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, τύπου "μπετονιέρας", άνω των 25 τόνων.
Στις 30-7-2004 η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος διότι στις 26-7-2004, ημέρα Δευτέρα, αρνήθηκε να εκτελέσει κατεπείγον δρομολόγιο, προκειμένου να συμπληρωθεί ποσότητα ετοίμου σκυροδέματος που είχε μεταφέρει προηγουμένως σε οικοδομή στο ...... Συγκεκριμένα, την ημέρα αυτή ο ενάγων εργαζόταν από το πρωί, ενώ από τις 18.00 έως 19.40'μετέφερε και παρέδωσε ποσότητα σκυροδέματος στην περιοχή ......
Τη στιγμή της εκφορτώσεως, ο μηχανικός της οικοδομής διαπίστωσε ότι χρειάζονταν επιπλέον 3,5 κ.μ. σκυροδέματος για την ολοκλήρωση των εργασιών, η οποία έπρεπε άμεσα να αποσταλεί, προκειμένου να μη καταστραφεί η μέχρι τότε χρήση του σκυροδέματος, δεδομένου ότι απαγορεύεται τεχνικώς η σταδιακή ρίψη σκυροδέματος.
Σημειωτέον ότι οχήματα μεταφοράς σκυροδέματος απαγορεύεται να κυκλοφορούν στην περιοχή .... άλλες ημέρες και ώρες εκτός από τα απογεύματα της Δευτέρας και της Τετάρτης. Η μονάδα παραγωγής σκυροδέματος της αναιρεσίβλητης αν και είχε διακόψει τη λειτουργία της ετέθη και πάλι σε λειτουργία από τον αρμόδιο χειριστή, που για το σκοπό αυτό μετέβη στο εργοστάσιο, προκειμένου να μην επέλθει ζημιά στην οικοδομή.
Παρακλήθηκε δε ο αναιρεσείων να εκτελέσει και αυτό το δρομολόγιο, καθόσον εκείνη την ώρα δεν υπήρχε άλλος διαθέσιμος οδηγός. Αυτός όμως, αν και γνώριζε ότι σε αντίθετη περίπτωση, υπήρχε κίνδυνος για το έργο, αρνήθηκε να εκτελέσει το εν λόγω δρομολόγιο, χωρίς να επικαλεσθεί κάποιον ιδιαίτερο λόγο, όπως λ.χ.
ασθένεια ή υπερβολική κόπωση. Αντίθετα, απευθυνόμενος στον υπεύθυνο της επιχειρήσεως, του είπε "...να κόψεις το κεφάλι σου, εγώ δε φορτώνω...". Τότε, λόγω της σοβαρότητας της καταστάσεως, αναγκάστηκε να εκτελέσει το δρομολόγιο ο προαναφερόμενος χειριστής της μονάδας παραγωγής ..... . Καταλήγοντας το Εφετείο έκρινε ότι, ενόψει των συνθηκών που προαναφέρθηκαν, του κινδύνου να προκληθεί ζημιά στην οικοδομή, για την αποκατάσταση της οποίας θα έπρεπε να αφαιρεθεί ο ξυλότυπος και να τοποθετηθεί εκ νέου σκυρόδεμα, με δαπάνη της αναιρεσίβλητης και να επέλθει έτσι δυσφήμιση αυτής, αλλά και από το γεγονός ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε κάποιο συγκεκριμένο λόγο που θα δικαιολογούσε την άρνησή του, η καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως από την αναιρεσίβλητη, δεν υπερβαίνει τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ότι η καταγγελία έγινε από λόγους εμπάθειας ή εκδικήσεως στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος.
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς το ζήτημα της καταχρηστικότητας ή μη της ένδικης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ.
Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. έβδομος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από τα παραπάνω, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε τα αναφερόμενα σε διαφορές αποδοχών αγωγικά αιτήματα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων που πλήττουν το αυτό κεφάλαιο και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 8714/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ