Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and failure to specify facts under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a civil dispute. The appellant argued the lower court erred in finding the claim admissible and misapplied substantive law, but failed to cite specific facts or legal provisions supporting these claims. The court ruled that such vagueness renders the grounds for appeal inadmissible under the Civil Procedure Code, resulting in the rejection of the appeal and an order for the appellant to bear the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3), and 559(1), 8, 14 of the Civil Procedure Code; The grounds for appeal must clearly and concisely state the legal error attributed to the court of first instance, including the specific substantive law violated and the facts relied upon, otherwise they are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1018 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1018/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ματράγκα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου:..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο-Ηρακλή Μαυρομιχαλάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/5/1985 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1905/1986 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9513/1988 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9/3/1989 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος - Φιλήτας Περίδης, ανέγνωσε την από 17/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ εις το έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση.
Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφ' όσον το δικαστήριο έκρινεν επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλομένη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Επίσης για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται, πλην των άλλων, και η αιτία συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται ότι τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθεμένων μερών των προκύπτει, ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται ανεπάρκειά τους, ποίον δηλαδή το ελλείπον στοιχείον που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους (Ολ ΑΠ 32/1996).
Εξάλλου σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που έκρινε την αγωγή ως ορισμένη ενώ αυτή ήταν αόριστη, πρέπει ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠοΛΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου, να διαλαμβάνει ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής και να προσδιορίζονται οι αοριστίες αυτής.
Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός άλλων α) με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως για πλημμέλειες που ελέγχονται από τους αριθμ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και β) με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως για πλημμέλειες των αριθμ. 1 και 19 του ίδιου άρθρου.
Ειδικότερα προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι εσφαλμένα το Εφετείο έκρινε την ένδικη αγωγή ως ορισμένη, ενώ αυτή ήταν απαράδεκτη λόγω των αοριστιών της, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις και η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Ωστόσο στο αναιρετήριο στους αντίστοιχους λόγους δεν εκτίθενται τα γεγονότα που είχε επικαλεσθεί ο ενάγων προς θεμελίωση της αγωγής του, ούτε οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, επί πλέον στους δεύτερο και τρίτο λόγους δεν εκτίθεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επειδή ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
ΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος εναγομένου, οι οποίοι είχαν προβληθεί με την έφεση του ως παράπονα κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων με έγγραφη δήλωση του που υπέβαλε στο ΚΕΠΕ στις 30-11-1982 επέλεξε την θέση του καθηγητή, ότι κατά το επίδικο χρονικό διαστημα (10-1-1985 έως 29-4-1985) κατείχε δυο θέσεις, ήτοι του καθηγητή στην ΑΒΣΠ και του Ερευνητή στο ΚΕΠΕ και ότι έλαβε από τη θέση του στην ΑΒΣΠ κατά το άνω επίδικο χρονικό διάστημα ολόκληρη την ΑΤΑ, οικογενειακό επίδομα και δώρο Πάσχα και δεν δικαιούταν να λάβει αυτά και από την δεύτερη θέση του στο ΚΕΠΕ, και τους απέρριψε κατ' ουσίαν.
Επομένως δεν υπέπεσε στο αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠΟλΔ και γι' αυτό οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως και τα λοιπά μέρη τους με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-3-1989 αίτηση του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (Κ.Ε.Π.Ε.) για αναίρεση της 9513/1988 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ