Supreme Court annulled appeal judgment and retained case for substantive trial under Article 580 of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Third Instance Court of Athens' final judgment on procedural grounds and retained the case for substantive trial. The appellant challenged the lower court's decision regarding contractual liability and damages, arguing for a new trial. The court ruled that since the case was already remitted by a previous Supreme Court decision, a second remittal was prohibited, necessitating the court to hear the merits itself.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580 paragraph 3 and 579 paragraph 1 of the Civil Procedure Code: When the Supreme Court annuls a judgment of remittal, it must retain the case for substantive trial rather than remitting it again, as a second remittal is legally impermissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1017 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1017/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείoυσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, που ανακάλεσε την από 5/9/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "... Ε.Ε."), που εδρεύει στο Ελληνικό ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Σούλιο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/11/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4322/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3161/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 20/7/2017 αίτησή της και τους από 17/1/2019 προσθέτους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 783/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 3161/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 220/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποία ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/3/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσεείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ), προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, η υπ' αρ. 220/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) :
Η αναιρεσίβλητη επικαλούμενη, με την από 7-11-2011 αγωγή της, την από συμβατική ευθύνη της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση της , ζήτησε ως θετική ζημία το ποσό των 134.000 με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής της. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 4322/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή της αναιρεσίβλητης έγινε εν μέρει δεκτή. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις και εκδόθηκε η 3161/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης, απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας, και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσόν των 120.600,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την από 20.7.2017 αίτηση αναιρέσεως και τους από 17.2.2019 πρόσθετους λόγους και εκδόθηκε επ' αυτής η 783/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Ειδικότερα η εν λόγω αναιρετική απόφαση έκρινε ότι, "ενώ το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα για το ουσιώδες ζήτημα της συμβατικώς προβλεπόμενης εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης για απώλεια των ασφαλισμένων αντικειμένων, λόγω υπεξαίρεσης αυτών :α)στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς σχετικώς αιτιολογίες.
Ειδικότερα, παρέθεσε αποσπασματικά και ασαφώς το περιεχόμενο του όρου 1.4.2 παρ.γ του ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε για να στοιχειοθετήσει τον σχετικό της ισχυρισμό περί εξαίρεσης. Έτσι, δεν γίνεται κατανοητό το περιεχόμενο του, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 7παρ.6 εδ.α του νόμου 2496/1997 και 361 ΑΚ και β), παρεβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι το περιεχόμενο του ανωτέρω όρου είναι σαφές, όπως και ότι από το περιεχόμενο όλων των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου προκύπτουν σαφώς οι εξαιρέσεις του ασφαλιστικού κινδύνου, προκειμένου να απορρίψει τον σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, διατυπώνει ερμηνευτικούς συλλογισμούς και συμπεράσματα και αναζητεί επιχειρήματα για την κατανόηση αυτού.
Τούτο εξάγεται από τον συσχετισμό του περιεχομένου του ανωτέρω όρου με τους λοιπούς του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και την αναζήτηση επιχειρημάτων από αυτούς, με την αναφορά ότι η υπεξαίρεση δεν συνιστά ηπιότερη μορφή του αδικήματος της κλοπής, αλλά αποτελεί ξεχωριστό ποινικό αδίκημα, που μπορεί να είναι και κακούργημα και το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει είναι ότι, αν τα μέρη ήθελαν να εξαιρείται της ασφαλιστικής κάλυψης η υπεξαίρεση του επίδικου εξοπλισμού θα το όριζαν ρητά ,όπως το έκαναν και για τις λοιπές περιπτώσεις.
Με την προεκτεθείσα κατάστρωση του αποδεικτικού πορίσματος, εμμέσως πλην σαφώς η προσβαλλόμενη απόφαση προβαίνει σε ερμηνεία του περιεχομένου του προαναφερθέντος όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, προκειμένου να αναζητήσει την πράγματι ηθελημένη και διατυπωθείσα με αυτό βούληση των διαδίκων, χωρίς όμως να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ, τους οποίους, ούτε αυτούς τους ίδιους ,ούτε τις διατάξεις που τους περιέχουν, αναφέρει, ούτε από το περιεχόμενο της συνάγεται ότι έκανε χρήση αυτών.
Επομένως, το Εφετείο είχε υποπέσει στις προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 και 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, πλημμέλειες η οποίες εκτείνονται στο σύνολο της προσβαλλομένης απόφασης. Ακολούθως παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ. το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ως αποδειχθέντα κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα δραστηριοποιείται στο χώρο της παραγωγής οπτικοακουστικών έργων και υπηρεσιών πάσης φύσεως.
Κατόπιν διαπραγματεύσεων τόσο τηλεφωνικών όσο και μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων, οι οποίες έλαβαν χώρα κατά το χρονικό διάστημα από 15-11-2010 έως 18-11- 2010, μεταξύ αυτής (ενάγουσας), και της κυρίας J. J., η οποία μιλούσε για λογαριασμό της εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ..., η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να εκμισθώσει στην ως άνω εταιρία φορητό ηλεκτρονικό οπτικοακουστικό εξοπλισμό κυριότητάς της, προκειμένου η τελευταία να πραγματοποιήσει προγραμματισμένο οπτικοακουστικό γύρισμα μέσα στις Δικαστικές Φυλακές ...
στον ... κατά το χρονικό διάστημα από 19-11- 2010 έως 21-11-2010. Προς το σκοπό αυτό την 17- 11-2010 υπογράφηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης το ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με το οποίο η πρώτη ασφάλισε στη δεύτερη τον κάτωθι φορητό ηλεκτρονικό εξοπλισμό, ήτοι: 1) μια (1) camera Sony HDW - F900R Cine Alta (body) έως του ποσού των 50.000 ευρώ, 2) μια (1) camera Sony HDW - F900R Cine Alta (body) έως του ποσού των 50.000 ευρώ, 3) VTR Sony HDW - 1800 έως του ποσού των 22.000 ευρώ, 4) Monitor Transvideo StarLite 3.5" έως του ποσού των 2.000 ευρώ, 5) Monitor Sony LMO 1750w έως του ποσού των 2.500 ευρώ, 6) Tripod and Fluid Head Sachtler Cine 30HD έως του ποσού των 18.000 ευρώ, 7) Lens Canon HJ17X7.6B έως του ποσού των 14.000 ευρώ, 8) Lens Canon HJT1AX4.7 Β4 έως του ποσού των 20.000 ευρώ, 9) Batteries Amila Tech Lithium lon έως του ποσού των 1.800 ευρώ.
10) Sony A/C Adaptors έως του ποσού των 2.300 ευρώ και 11) Sony Camera Case έως του ποσού των 900 ευρώ, μεταξύ άλλων, και κατά παντός κινδύνου λοιπών ζημιών, έως του συνολικού ποσού των 183.500 ευρώ. Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε από 19-11-2010 έως και 21-11-2010. Την 19-11- 2010, ο φερόμενος ως εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "...", ονόματι ..., εμφανιζόμενος ο ίδιος προσωπικά στα γραφεία της ενάγουσας εταιρίας επιδεικνύοντας μάλιστα ταυτότητα και κάρτα εισόδου στις φυλακές ..., αφού κατέβαλε στην ενάγουσα το συμφωνηθέν τίμημα ύψους 3.967 ευρώ, παρέλαβε τον ως άνω αναφερόμενο εξοπλισμό με έκδοση από την ενάγουσα του αντίστοιχου δελτίου αποστολής.
Συγκεκριμένα, ο ως άνω εξοπλισμός φορτώθηκε στο υπ' αριθ. ... αυτοκίνητο, προκειμένου να μεταφερθεί στις δικαστικές φυλακές .... Είχε δε συμφωνηθεί κατόπιν αιτήματος της εναγόμενης, ότι άνθρωπος της ενάγουσας και συγκεκριμένα ο Κ. Τ. που εξετάσθηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, θα συνόδευε τον εξοπλισμό εντός του χώρου των φυλακών ..., όπου θα πραγματοποιούνταν το τηλεοπτικό γύρισμα.
Για το λόγο αυτό μάλιστα η ενάγουσα δια του νομίμου εκπροσώπου της είχε ζητήσει από την εταιρία ... να επιμεληθεί η ίδια την έκδοση κάρτας εισόδου εντός των φυλακών, εκκρεμότητα την οποία η τελευταία τους διαβεβαίωσε ότι είχε τακτοποιήσει. Επίσης συμφωνήθηκε ότι ο εξοπλισμός θα επέστρεφε στα γραφεία της ενάγουσας κάθε βράδυ μετά το τηλεοπτικό γύρισμα.
Ωστόσο, κατά την ημέρα της 19-11- 2014, οπότε και φορτώθηκε ο εξοπλισμός στο αυτοκίνητο της εταιρίας ..., λόγω έλλειψης επαρκούς χώρου καθώς και για καλύτερη εξυπηρέτηση, ο Κ. Τ. δεν επιβιβάσθηκε στο ως άνω αυτοκίνητο της εταιρίας αλλά ακολούθησε το αυτοκίνητο αυτό με το δικό του. Πλην όμως λόγω κίνησης στους δρόμους έχασε την επαφή με το προπορευόμενο όχημα, ενώ όταν έφτασε στις φυλακές ...
ήταν αδύνατο να εισέλθει, αφού δεν είχε κάρτα εισόδου, ενώ λόγω της μεταγωγής κρατουμένων που γινόταν εκείνη την ώρα ήταν πολύ δύσκολο να προσεγγίσει τους αρμόδιους υπαλλήλους. Αργότερα δε εκείνη την ημέρα, εκπρόσωπος της εταιρίας ... επικοινώνησε τηλεφωνικά με την ενάγουσα και ζήτησε να παραμείνει ο εξοπλισμός εντός του χώρου των φυλακών, με τη δικαιολογία ότι έτσι θα αποφευχθεί η γραφειοκρατία και θα είναι περισσότερο ασφαλής ο εξοπλισμός.
Ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας κατόπιν συνεννόησης με τον κ. Π., της εναγομένης, έδωσε καταφατική απάντηση. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα την επόμενη ημέρα, 20-11-2010, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον J. B., όμως ήταν αδύνατο. Οι αριθμοί τηλεφώνων που του είχε δώσει έδειχναν να είναι τα τηλέφωνα απενεργοποιημένα.
Έτσι αυτός προσπάθησε και κατόρθωσε τελικά να έρθει σε επαφή με την κυρία J., η οποία τον διαβεβαίωσε ότι όλα βαίνουν καλώς και ότι είναι δύσκολη η επικοινωνία με τις φυλακές λόγω έλλειψης δικτύου. Την Κυριακή το πρωί, 21- 11-2010 κι ενώ ο γιός του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας είχε αρχίσει να υποψιάζεται ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά, πήγε ο ίδιος στις φυλακές ...
προκειμένου να διαπιστώσει τι συμβαίνει. Εκεί κατόπιν πολλών παραινέσεων κατόρθωσε να μάθει ότι το αυτοκίνητο με τον εκμισθωθέντα εξοπλισμό δεν έφτασε ποτέ στις φυλακές ... και ότι κατά το χρονικό διάστημα από 19-11-2010 έως 21-11-2010 δεν έλαβε χώρα τηλεοπτικό γύρισμα εντός του χώρου των φυλακών. Κατόπιν τούτου, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας επικοινώνησε με την εταιρία ενοικίασης του αυτοκινήτου, στο οποίο φορτώθηκε ο εξοπλισμός, από την οποία τελικά πληροφορήθηκε ότι το συγκεκριμένο όχημα ήδη από την 19-11-2010 αποβίβασε τους επιβάτες του στον διεθνή αερολιμένα "Ελευθέριος Βενιζέλος" απέναντι από το ξενοδοχείο ...
στο αεροδρόμιο κι έκτοτε καμία επαφή δεν είχε μαζί τους. Ο εξοπλισμός δεν επιστράφηκε ποτέ αλλά υπεξαιρέθηκε..". Επίσης δέχθηκε ότι "...Η ενάγουσα, με την από 26/11/2010 δήλωση ζημίας προς την εναγομένη ενημέρωσε την τελευταία για την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου. Η εναγομένη δεν αμφισβητεί το γεγονός της υπεξαίρεσης του άνω εξοπλισμού της ενάγουσας, προβάλλει όμως τον ισχυρισμό, που αποτελεί και λόγο έφεσής της, ότι πρέπει να απαλλαγεί από την υποχρέωσή της να καταβάλει το ασφάλισμα, καθώς σύμφωνα με τον όρο 1,4.2 παρ.
γ' του άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου "δεν θα αποζημιώσει τον ασφαλισμένο ή τον δικαιούχο του ασφαλίσματος για: γ. απώλεια ή ζημία η οποία οφείλεται άμεσα ή έμμεσα σε "απλή" κλοπή, δηλαδή κλοπή που έγινε με τρόπο ο οποίος δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κλοπή διάρρηξης ή κλοπή διάρρηξης κατόπιν αναρρίχησης ή ληστεία".
Και ότι συνεπώς "η υπεξαίρεση η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, αποτελεί ηπιότερη μορφή της κλοπής, με βάση τον όρο αυτό δεν αποζημιώνεται. Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι ουσία αβάσιμος και απορριπτέος, καθώς από την ανάγνωση του όρου αυτού της σύμβασης προκύπτει ότι η μοναδική περίπτωση που εξαιρείται από την ασφαλιστική κάλυψη είναι αυτή της "απλής" κλοπής, όπως στη συνέχεια του όρου αυτή περιγράφεται, δηλαδή ως κλοπή που δεν είναι διάρρηξη, διάρρηξη κατόπιν αναρρίχησης ή ληστεία, που καλύπτονται ασφαλιστικά, ενώ δεν γίνεται αναφορά σε υπεξαίρεση, ως περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη.
Άλλωστε από το περιεχόμενο των γενικών και ειδικών όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου προκύπτουν με σαφήνεια οι εξαιρέσεις του ασφαλιστικού κινδύνου που ήθελαν τα μέρη, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση της υπεξαίρεσης.
Συνεπώς, μόνη η γραμματική διατύπωση του ως άνω όρου αποτυπώνει την περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, ήτοι της απλής κλοπής, που στοιχειοθετείται στην αφαίρεση του πράγματος από την κατοχή άλλου χωρίς τη θέληση του κατόχου. Εφόσον, συνεπώς, δεν υπάρχει συμφωνία των μερών για απαλλαγή του ασφαλιστή κατά τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχεία ένα νομική σκέψης στην περίπτωση της υπεξαίρεσης, δεδομένου ότι πρόκειται για ασφάλιση επαγγελματικού κινδύνου, δεν απαλλάσσεται η εναγομένη από την καταβολή του ασφαλίσματος. Ως εκ τούτου, η εκκαλουμένη που απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό (ένσταση) της εναγομένης με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία ακόμα η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα, δεν έσφαλε".
Σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 2496/1997 (1) 1. Η ασφαλιστική σύμβαση, εφόσον συμφωνήθηκε για ορισμένο χρόνο, λύεται με την πάροδο του χρόνου αυτού, εκτός αν έχει συμφωνηθεί σιωπηρή παράταση. Η σιωπηρή παράταση δεν μπορεί να συμφωνηθεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους ενώ κατά το άρθρο 1 παρ. 2α και β του ίδιου νόμου 2.
Η ασφαλιστική σύμβαση περιλαμβάνει τουλάχιστον: α) τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι διαφορετικό πρόσωπο, β) τη διάρκεια ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης. Επομένως ο ασφαλιστικός κίνδυνος επέλθει πριν από την έναρξη ή μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος για το οποίο συμφωνήθηκε η ασφαλιστική κάλυψη, ο ασφαλιστής δεν έχει υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 375 ΠΚ ιδιοποίηση πράττει όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (εν όλω ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιείται αυτό παράνομα κατά το χρόνο που βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς δικαιολογητικό λόγο (ΑΠ 916/2011).
Ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαίτιου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητος πράξη. Χρόνος τελέσεως του εγκλήματος που κρίνεται αναιρετικώς ανελέγκτως, είναι κατά τις διατάξεις του άρθρου 375 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 17 του ποινικού κώδικα ο χρόνος της ενέργειας δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος (ΑΠ 101/2022 Ποιν).
Η ιδιοποίηση είναι εξωτερική πράξη και συντελείται όταν διαπιστωθεί στην εμπειρική πραγματικότητα η εξωτερίκευση αυτής της ίδιας της ενσωμάτωσης του ξένου πράγματος στην περιουσία του δράστη. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια παράνομης ιδιοποίησης του πράγματος με την παραπάνω έννοια, δηλαδή και με την κατακράτηση ή την άρνηση της απόδοσής του στον ιδιοκτήτη, είτε μόλις ανακύψει η υποχρέωση του δράστη προς απόδοση είτε όταν οχληθεί προς τούτο.
Χρόνος τέλεσης του εν λόγω εγκλήματος είναι ο χρόνος, κατά τον οποίο ο δράστης επιχείρησε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, με την οποία εξωτερίκευσε τη θέλησή του να ιδιοποιηθεί το ξένο πράγμα παράνομα (ΑΠ 648/2022, ΑΠ 335/2020 ποιν). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ).
Από τη παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή -αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 10/2011, ΑΠ 114/2016, ΑΠ 191/2013).
Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας υπάγονται (ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 531/2014, ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 568/2013).
Για την ίδρυση δε του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει η προβαλλόμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης να επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό αυτής, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει επί πλεοναστικώς ή αφηγηματικώς διαλαμβανομένων αιτιολογιών αυτής (ΑΠ 912/2020, ΑΠ 1113/2017). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1238/2019).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 166/2016). Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 30/2020, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 253/2013).
Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 78/2020).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ 1 και 19 ΚΠολΔ λόγω ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των άρθρων 375 παρ. 1 εδ.α ΠκΚ και 1 παρ. 2β και 8 του ν .2496/1997.
Ειδικότερα η αναιρεσείουσα επανέφερε με τον τέταρτο λόγο της εφέσεως της τον προταθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό της ότι δεν υποχρεούνται στην καταβολή του ασφαλίσματος διότι ο ασφαλιστικός κίνδυνος επήλθε προ του χρονικού σημείου ενάρξεως της ασφαλίσεως. Ισχυρίστηκε συγκεκριμένα ότι η υπεξαίρεση συντελέστηκε ήδη από τις 7.30 της 19/11/2010 δηλαδή πριν από την έναρξη της ισχύος της ασφαλιστικής συμβάσεως που ήταν η δωδέκατη πρωινή της 19/11/2010, όταν εκπρόσωπος της εταιρείας ..., παρέλαβε το μισθωμένο οπτικοακουστικό εξοπλισμό από τα γραφεία της ενάγουσας και κατευθύνθηκε στο διεθνή αερολιμένα αναχωρώντας σε άγνωστη κατεύθυνση ιδιοποιούμενος αυτόν παρανόμως.
Η αναιρεσιβαλλομένη απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν με την αιτιολογία ότι η υπεξαίρεση συντελέστηκε την 21 Νοεμβρίου 2010, "όταν η μισθώτρια εταιρεία δεν επέστρεψε όπως είχε συμφωνηθεί και είχε υποχρέωση τον μισθωμένο εξοπλισμό εκπληρώνοντας έτσι εμπράκτως κατά τον χρόνο αυτό την βούλησή της για παράνομη ιδιοποίηση του άνω εξοπλισμού".
Η παραπάνω απορριπτική αιτιολογία είναι Α) ανεπαρκής διότι δεν αιτιολογεί α) πως εγκληματίες με πολύ καλά οργανωμένη επιχείρηση υπεξαιρέσεως δεν είχαν την πρόθεση ιδιοποίησης του εξοπλισμού από το πρωί της 19/11/2010 ώρα 07:30 και οπότε και έλαβαν τον εξοπλισμό στη σφαίρα επιρροής τους τοποθετώντας τον σε ένα φορτηγάκι ενοικιαζόμενο με το οποίο κατευθύνθηκαν στο αεροδρόμιο όπου και εξαφανίστηκαν και β) πώς συντελέστηκε η υπεξαίρεση την 21/11/2010 χωρίς να αναφέρεται κάποιο πραγματικό περιστατικό που να υποδηλώνει την πρόθεση ιδιοποιήσεως και Β) αντιφατική διότι η υπεξαίρεση του εξοπλισμού και η μετά από αυτή φυγή των υπεξαιρετών προς το αεροδρόμιο ο επακριβής χρόνος της οποίας δεν προσδιορίζεται, που αποτελούν παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, και που είναι έμπρακτη εξωτερικευμένη εκδήλωσή τους για ιδιοποίηση των πραγμάτων που έλαβαν στην κατοχή τους, δεν συμβιβάζονται λογικά με την παραδοχή της απόφασης ότι δεν υπήρξε έμπρακτη εκδήλωση ιδιοποιήσεως το πρωί της 19/11/2010 και ότι εκδηλώθηκε αυτή με τη λήξη της μισθώσεως.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με τον ουσιώδη επίδραση ασκούντα στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό της εναγομένης εφ' όσον από το αιτιολογικό αυτής δεν προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και συγκεκριμένα των άρθρων 375 ΠΚ 1, παρ. 2β και 8 ντου νόμου 2496/1997.
Επομένως ο δεύτερος λόγος κατά το πρώτο σκέλος αυτού είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Η αναιρετική δε εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπούμενων με την ένδικη αίτηση λόγων αναίρεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρων, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, όπως ορίζεται στο διατακτικό και να καταδικαστεί δε στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε ...", κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή του τελευταίου εδαφίου της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ' ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 220/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε μετά την υπ' αρ. 783/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 3161/2017 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση.
Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ορίζεται στο διατακτικό (ΑΠ 1176/2021).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 220/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρατεί την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο, η οποία θα λάβει χώρα σε νέα συζήτηση αυτής, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παράβολου που κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και κωλυομένης της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης