Legislator Case Law & Legislation
1017/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against defamation damages ruling, upholding proportionality of 15,000 euro award.

Case Number 1017/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's order for 15,000 euros in damages for defamation. The appellant argued the amount was excessive and violated the principle of proportionality, while the appellee contended the sum was justified by the severity and duration of the online insult. The court rejected the appeal, ruling that the awarded amount was reasonable and did not exceed customary sums for similar cases.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57 and 59 of the Civil Code; Article 2 of the Constitution: The Supreme Court held that a 15,000 euro award for moral damages in a defamation case is not disproportionate and falls within the court's discretionary power.

Keywords

AI generated
defamation damages principle of proportionality moral damages civil appeal online insult discretionary power legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 57 of the Civil Code
Article 59 of the Civil Code
Article 2 of the Constitution
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1735/...
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1017 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1017/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Βασσάκη - Κουσουλού και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Τ. του , κατοίκου ..., ο οποίος ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Αθανασόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/10/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8397/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2759/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/7/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 18-7-2020 (αριθμ. καταθ. 585/20-7-2020) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (αρθρ. 614 αρ. 7 ΚΠολΔ), με αριθμό 2759/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο αφού εξαφάνισε, κατά παραδοχή της από 11-11-2019 έφεσης του αναιρεσίβλητου, την εκκαλούμενη, με αριθμό 8397/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε εν μέρει την από 15-10-2018 αγωγή του, κατά του ήδη αναιρεσείοντος και αναγνώρισε την υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλει σ' αυτόν, το ποσό των το ποσό των 15.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την περιγραφόμενη στην αγωγή παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/...), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.

Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως, η προσβολή της προσωπικότητας, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.

Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 271/2012), εκδηλούμενη, είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 του ΑΚ) και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή.

Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική, τιμή, κλπ). 'Ετσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία απο-δοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητας. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητας του προσώπου, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.

Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς, κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ (ΑΠ 292/2020, AΠ 1116/2019, AΠ 1394/2017, ΑΠ 726/2015, ΑΠ 1216/..., ΑΠ 1230/...).

Κατά τις διατάξεις αυτές, εξύβριση διαπράττει, όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης. Αντιθέτως, δεν συνιστά γεγονός η έκφραση γνώμης ή συγκεκριμένης αξιολογικής κρίσης ή άλλοι χαρακτηρισμοί, εκτός αν τα παραπάνω σχετίζονται και συνδέονται άμεσα με γεγονός που συνιστά το κρίσιμο του αδικήματος στοιχείο, έτσι ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική βαρύτητά του, πράγμα που δεν συμβαίνει, όταν εκφράζονται ή εκδηλώνονται ανεξάρτητα και άσχετα με τον τρόπο αυτό.

Aπλές, όμως, κρίσεις, γνώμες και χαρακτηρισμοί, που ενέχουν αμφισβήτηση, κατά την κοινή αντίληψη της κοινωνικής ή ηθικής αξίας του παθόντος ή εκδήλωση καταφρόνησης ή ονειδισμού αυτού (χωρίς να συνδέονται με συγκεκριμένο γεγονός), είναι δυνατό να θεμελιώσουν το έγκλημα της εξύβρισης και όχι το έγκλημα της δυσφήμησης (ΑΠ 1069/2019, ΑΠ 1735/...).

Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο από αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός, είναι πρόσφορο και κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση ή αποδοχή του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, επιπλέον, και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει, όμως, ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση κατ' άρθρο 362 του ΠΚ, που προσβάλλει επίσης, την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Ωστόσο ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο γεγονότα που θίγουν την τιμή και την υπόληψη άλλου, υπό την προαναφερόμενη έννοια, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, να τον αποζημιώσει και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361 - 367 του ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ ΑΚ (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 611/2019, ΑΠ 1394/2017, AΠ 343/2016).

Ειδικότερα, το άρθρο 367 ΠΚ ορίζει στην παρ. 1, ότι, ''δεν αποτελούν άδικη πράξη, α) οι δυσμενείς κρίσεις ... καθώς και, γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ...'' και στην παρ. 2 ότι η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται, α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 (δηλαδή της συμοφαντικής δυσφήμησης) καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης.

Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. 'Ομως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις (λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ), και συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 972/2020, ΑΠ 1431/2017, ΑΠ 343/2016).

Ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 γ ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του συνιστα ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου από την επικαλούμενη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή οι επίμαχες εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης ή επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 792/2020, 2049/2017).

Ειδικός σκοπός εξύβρισης, που ως νομική έννοια ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής της τιμής του άλλου συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος καίτοι γνώριζε τούτο, χρησοιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή του άλλου.

Έτσι, ο ειδικός σκοπός εξύβρισης έγκειται στην ενσυνείδητη υπέρβαση των ορίων του δικαιώματος, η οποία κατατείνει στην προσβολή της τιμής και αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος (ΑΠ 972/2020). Εξάλλου, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 14 Συντάγματος, ''καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου, τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους'', κατά δε την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, ''ο τύπος είναι ελεύθερος και η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται''.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ο τύπος επιτελεί κοινωνικό λειτούργημα, ασκώντας καθήκοντα τα οποία ο ίδιος επιλέγει, βάσει της αποστολής του, που συνίστανται στην πληροφόρηση και στη σύμπραξη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Η ελευθερία του τύπου δεν αποτελεί, όμως, αυτοσκοπό και συνακόλουθα δεν πρέπει να συνεπάγεται χωρίς άλλο τη θυσία άλλων εννόμων αγαθών, γι' αυτό και υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 Συντάγματος, στο γενικό περιορισμό της τήρησης των νόμων του Κράτους, οι οποίοι αποτελούν και το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται και αναπτύσσεται ελεύθερα ο τύπος.

Επομένως, με νόμο μπορεί να περιορισθεί η ελευθερία διάδοσης των στοχασμών και η αντίστοιχη ελευθερία πληροφόρησης, αρκεί αυτοί οι περιορισμοί να είναι ... φύσεως, να αποτελούν μόνο κατασταλτικά μέτρα και να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου. 'Αλλωστε, από το άρθρο 14 παρ. 1 Συντάγματος, σε συνδυασμό με τα άρθρο 25 παρ. 3 Συντάγματος και 281 ΑΚ, προκύπτει ότι, το δικαίωμα της ελευθεροτυπίας υπόκειται σε περιορισμούς και ασκείται εντός των ορίων που χαράσσουν οι νόμοι του κράτους, οι οποίοι επιδιώκουν όχι τη, με οποιονδήποτε τρόπο, παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά την προστασία των πολιτών και του κοινωνικού συνόλου από την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της, με τον τύπο, ελεύθερης έκφρασης γνώμης ή διάδοσης πληροφοριών ή άσκησης κριτικής.

Τα δυσδιάκριτα όρια του δικαιώματος της ελευθεροτυπίας από την εφαρμογή των προμνησθεισών διατάξεων προσδιορίζονται από το ημεδαπό δίκαιο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ. Επίσης, το άρθρο 10 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης, που κυρώθηκε και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο (νδ/γμα 53/1974), καθιερώνει με την παρ. 1 αυτού, την ελευθερία της γνώμης και της μετάδοσης πληρο-φοριών ή ιδεών, όμως, με την παρ. 2 αυτού προβλέπει δυνατότητα περιορισμού της ελευθερίας του τύπου, ορίζοντας ότι η άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες και μπορεί να υπαχθεί σε περιορισμούς ή κυρώσεις που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, την προστασία της υπόληψης και των δικαιωμάτων τρίτων, για την παρεμπόδιση της κοινολόγησης εμπιστευτικών πληροφοριών ή για την εξασφάλιση του κύρους ή της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας (ΑΠ 520/2018, ΑΠ 697/2017, ΑΠ 1565/2012).

Από το πλέγμα των προαναφερθεισών διατάξεων συνάγεται ότι, από τον ενυπάρχοντα στη δημοσιογραφική δραστηριότητα αυξημένο κίνδυνο προσβολής της προσωπικότητας λόγω της δημοσιότητας, που αποτελεί το πεδίο δράσης του τύπου, απορρέουν οι λεγόμενες συναλλακτικές υπο-χρεώσεις του τύπου, μεταξύ των οποίων η υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητας και το καθήκον αλήθειας, που επιβάλλει να προηγηθεί ο έλεγχος της αλήθειας των πληροφοριών και των ειδήσεων, ώστε το περιεχόμενο να συμπίπτει με την πραγματικότητα.

Η μη τήρηση αυτών των συναλλακτικών υποχρεώσεων αποκλείει, στην περίπτωση της μετάδοσης αναληθούς είδησης, την ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του δημοσιογράφου προς ενημέρωση του κοινού, και γι' αυτό δεν τίθεται θέμα άρσης του παράνομου της προσβολής, κατ' άρθρο 367 ΠΚ (ΑΠ 574/2019, ΑΠ 632/2015, ΑΠ 1466/..., ΑΠ 1940/..., ΑΠ 1095/...).

Ο δημοσιογράφος οφείλει να εξακριβώνει, πριν από τη δημοσίευση, την αλήθεια των όλων δυσφημιστικών γεγονότων, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί, σε αντίθετη περίπτωση, ότι η παράδοση σε δημόσια ανυποληψία του δυσφημούμενου προσώπου τελεί σε αναλογία με την κοινωνική αποστολή του τύπου για ενημέρωση του κοινού, ή ότι αποτελεί αυτή το επιβεβλημένο μέσο άσκησης του έργου της ενημέρωσης, εάν δε συντρέχει τέτοια περίπτωση, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του δημοσιογράφου δεν αίρεται (ΑΠ 158/2020, ΑΠ 574/2019, ΑΠ 1587/2017).

Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου μόνου ν. 1178/1981, ''περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων'', όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2243/1994 και στον οποίο παραπέμπει και το άρθρο 4 παρ. 10 του ν. 2328/1995 (''Νομικό καθεστώς της ιδιωτικής τηλεόρασης και της τοπικής ραδιοφωνίας...''), προκειμένου για προσβολές της προσωπικότητας κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά τα άρθρα 914, 919 και 920 ΑΚ υπαιτιότητα, πρόθεση και γνώση ή υπαίτια άγνοια αντιστοίχως, συντρέχουν στο πρόσωπο του συντάκτου του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου.

Στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ. 4 ν. 2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγουμένη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέστηκαν δια του τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των αναφερόμενων κατά περίπτωση ποσών.

Η ευθύνη δηλαδή του ιδιοκτήτη του εντύπου είναι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις γνήσια αντικειμενική, η οποία έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη αντίστοιχης υποκειμενικής ευθύνης του συντάκτη ή αναλόγως του εκδότη ή του διευθυντή συντάξεως του εντύπου, με τους οποίους συνευθύνεται κατά το άρθρο 926 ΑΚ εις ολόκληρον.

Ο συντάκτης (του επιλήψιμου δημοσιεύματος), ο εκδότης (αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου) ή ο διευθυντής σύνταξης ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από το επιλήψιμο δημοσίευμα, κατά τις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 361-363 ΠΚ (ΑΠ 387/2005).

Οι διατάξεις του ν. 1178/1981, όπως αυτός τροποποιημένος ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως και επί προσβολών της προσωπικότητας, οι οποίες συντελούνται στο διαδίκτυο (internet) μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων (περιοδικών), που λειτουργούν ως διεθνές μέσο διακίνησης πληροφοριών, ενόψει του ότι για τις προσβολές αυτές δεν υπάρχει ιδιαίτερο θεσμικό πλαίσιο η δε πληροφόρηση μέσω του διαδικτύου είναι η εξέλιξη της ηλεκτρονικής πληροφόρησης μέσω του ραδιοφώνου και της τηλεοράσεως και η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με την αναλογική εφαρμογή της ήδη υπάρχουσας νομοθεσίας για τις προβολές της προσωπικότητας μέσω του εντύπου (εφημερίδες, περιοδικά) ή του ηλεκτρονικού (τηλεόραση, ραδιόφωνο) τύπου, αφού και η ραγδαίως αναπτυσσομένη διαδικτυακή πληροφόρηση, που προσφέρεται από το internet σε πολυμεσική μορφή (multimedia), καθιστά την χρήση αυτού (internet) εκτός από ''ομιλητή'' και ''αποδέκτη'' και κάνει το διαδίκτυο να προσομοιάζει με μια νέας μορφής τηλεόραση.

Η αναλογική εφαρμογή του υπάρχοντος νομο-θετικού πλαισίου δεν είναι δυνατό να εμποδιστεί από το γεγονός ότι στο διαδίκτυο δεν υπάρχει η συνήθης ιεραρχική δομή οργάνωσης που απαντάται στα παραδοσιακά έντυπα, δηλαδή δεν υπάρχει ιδιοκτήτης, εκδότης, διευθυντής, συντάκτης, ούτε απαντώνται τα αντίστοιχα πρόσωπα που προβλέπει ο ν. 1178/1981 για τους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς, διότι για να προσδοθεί σε ένα υλικό μέσο ο χαρακτηρισμός του μέσου ενημέρωσης δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη όλων των ανωτέρω προσώπων.

Στην περίπτωση των ιστοσελίδων υπάρχει ο κάτοχος-διαχειριστής, ο οποίος μπορεί να ταυτίζεται ή όχι με το συντάκτη ορισμένου δημοσιεύματος, δεδομένου ότι σε αυτές, ανακοινώσεις συντάσσουν και οι αναγνώστες τους. Ο διαχειριστής μιας ιστοσελίδας έχει την αρμοδιότητα και τη δυνατότητα ελέγχου των καταχωρήσεων που αναρτώνται σε αυτήν, με την έννοια ότι λαμβάνοντας ένα σχόλιο, κ.λ.π.

από ένα χρήστη, μπορεί να μην επιτρέψει την ανάρτησή του στην ιστοσελίδα, ώστε αυτό να μην μπορεί να καταστεί προσιτό σε κάθε επισκέπτη της ιστοσελίδας αυτής. Ειδικότερα τα σχόλια, κείμενα, καταχωρήσεις κλπ., που εισέρχονται στην ιστοσελίδα από κάποιο συνδεδεμένο με αυτήν χρήστη, τίθενται σε γνώση του διαχειριστή της ιστοσελίδας, ο οποίος στη συνέχεια προβαίνει στην ανάρτηση του κειμένου με τρόπο ώστε το κείμενο να είναι πλέον προσβάσιμο στον καθένα.

Αυτή η τεχνική δυνατότητα, παρέχει στο διαχειριστή την ευχέρεια προληπτικής επέμβασης πριν τη δημοσιοποίηση των σχολίων που κάνουν οι χρήστες και συμμετέχοντες στις ασύγχρονες συζητήσεις, ώστε να προλαμβάνονται και να "μπλοκάρονται" ανεπιθύμητες καταχωρήσεις. Μάλιστα, η καταχώρηση σε μία ιστοσελίδα παρουσιάζει την ιδιομορφία, ότι, ενώ η δημοσίευση σε συγκεκριμένο φύλλο εφημερίδας ή περιοδικού ή η αναφορά σε συγκεκριμένη ραδιοφωνική ή τηλεοπτική εκπομπή προσβλητικής είδησης κ.λ.π.

γίνεται, άπαξ και δεν έχει διάρκεια, αντίθετα η αντίστοιχη καταχώρηση σε μια ιστοσελίδα, μπορεί να παραμείνει εκεί για απροσδιόριστο χρόνο, έχοντας διάρκεια, το μέγεθος της οποίας θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την επιδίκαση του ποσού προς αποκατάσταση της προκληθείσης ηθικής βλάβης (ΑΠ 1017/2020, ΑΠ 1425/2017, ΑΠ 575/2015, 1652/2013, ΑΠ 1701/2013).

Ακολούθως, σχετικά με τις προαγωγές των δικαστικών λειτουργών στις ανώτατες θέσεις των ανώτατων δικαστηρίων της χώρας, με την παρ. 3 του άρθρου 49 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988 ), ορίζονται τα εξής: .... 3. α) Οι προαγωγές στις θέσεις του Προέδρου του Συμβουλίου της ..., του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του Προέδρου και του ...

του ... ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Το Υπουργικό Συμβούλιο, ύστερα από γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής και εισήγηση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, επιλέγει τους προαγόμενους μεταξύ εκείνων που έχουν τα νόμιμα προσόντα.

Η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων ζητείται από τον παραπάνω Υπουργό και δεν τον δεσμεύει κατά τη διατύπωση της εισήγησης του προς το Υπουργικό Συμβούλιο. β) Πριν ζητηθεί η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, το Υπουργικό Συμβούλιο με εισήγηση του ως άνω Υπουργού προεπιλέγει έξι από τους δικαστικούς λειτουργούς που έχουν τα τυπικά προσόντα κατά περίπτωση.......

Στη συνέχεια, ο ίδιος Υπουργός απευθύνεται στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, η οποία μετά από ακρόαση των υποψηφίων, με επιδίωξη ομοφωνίας ή πάντως με πλειοψηφία τουλάχιστον των τεσσάρων πέμπτων των μελών της, εκφράζει γνώμη προτείνοντας τρεις δικαστικούς λειτουργούς μεταξύ των έξι προεπιλεγέντων κατά περίπτωση.

Εξάλλου, με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι: ''4. Για την προαγωγή δικαστικού λειτουργού σε ανώτερο βαθμό απαιτούνται: α) Η ύπαρξη κενής θέσης ανώτερου βαθμού, εφόσον οι θέσεις είναι οργανικά διακεκριμένες, β) Η συμπλήρωση του νόμιμου χρόνου παραμονής στον κατεχόμενο βαθμό. Στο χρόνο αυτόν δεν υπολογίζεται ο χρόνος διαθεσιμότητας, προσωρινής παύσης, αδικαιολόγητης αποχής από τα καθήκοντα λόγω της οποίας επιβλήθηκε τελεσίδικα πειθαρχική ποινή και ο χρόνος αργίας, γ) Η συνδρομή των ουσιαστικών προσόντων που απαιτούνται για τον ανώτερο βαθμό''.

Επίσης, στα άρθρα 32Α -32Β του ίδιου Κώδικα, τα οποία προστέθηκαν με το άρθρο 112 παρ. 9 του ν. 4055/2012, ορίζονται τα εξής: ''Αρθρο 32 Α, Ανεξάρτητη δικαστική αρχή. Η ... ... της ... του ... είναι ανεξάρτητη δικαστική αρχή, η οποία δρα ενιαία και αδιαίρετα'' και ''Αρθρο 32 Β Διάρθρωση της ... ...ς, 1. Επικεφαλής της ... ...ς της ... του ...

ως γενικός δημοσιονομικός εισαγγελέας είναι ο Γενικός Επίτροπος της ... του .... 2. Η ... ... της ... του ... αποτελείται από: α) Τον Γενικό Επίτροπο της ..., β) Τον Επίτροπο ..., γ) Τρεις (3) ...ς ..., δ) Δύο (2) Παρέδρους, ε) Οκτώ (8) Εισηγητές....''. Εξ άλλου στο άρθρο 90 του Συντάγματος, όπως οι παρ. 1-5 αυτού ισχύουν μετά την αναθεώρησή τους με το από 6-4-...

Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται: " 1. ... 5. Οι προαγωγές στις θέσεις του προέδρου και του αντιπροέδρου του Συμβουλίου της ..., του Αρείου Πάγου και του ... ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου με επιλογή μεταξύ των μελών του αντίστοιχου ανώτατου δικαστηρίου, όπως νόμος ορίζει. ...

Η προαγωγή στη θέση του ... του ... ενεργείται με όμοιο διάταγμα με επιλογή μεταξύ των μελών του ... και της αντίστοιχης ... ...ς, όπως νόμος ορίζει. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιο-λογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομι-κεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015).

Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυ-ρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).

Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του και νέων γεγονότων, τα οποία απλώς διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας χωρίς να αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 910/2017, ΑΠ 1087/...).

Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής, με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας.

Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 106/2015).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, νομιμοποίηση του διαδίκου, αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης χωρίς, (κατ' αρχήν), να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού, αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋπόθεσης συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως νομικά μεν αβάσιμης κατά το στάδιο έρευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής, ως ουσιαστικά δε αβάσιμης στην περίπτωση μη απόδειξης (κατά το στάδιο έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της (ενεργητικής νομιμοποίησης) πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 630/2019, ΑΠ 628/...).

Ενόψει δε του ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων αυτών ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 (ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019) και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκηση της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 441/2020, ΑΠ 850/2019, ΑΠ 630/2019, ΑΠ 1157/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, προβάλλονται οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος και ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και έκρινε ορισμένο το ένδικο αγωγικό δικόγραφο, αντίστοιχα.

Ειδικότερα, με αμφότερους τους λόγους ο αναιρεσείων επικαλείται, ότι η παντελής έλλειψη αναφοράς στο δικόγραφο της αγωγής στο διαχειριστή της ιστοσελίδας, όπου αναρτήθηκε το επίδικο δημοσίευμα, που αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του αγωγικού δικαιώματος, απαιτούμενο για τη νομική θεμελίωση της αγωγικής αξίωσης και ως εκ τούτου της ίδιας της αγωγής, από το οποίο και μόνο καθίσταται δυνατός ο προσδιορισμός του εναγομένου υποχρέου, ήτοι του φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο έχει πρόσβαση στο περιεχόμενο της ιστοσελίδας και νομική υποχρέωση ανάρτησης, διόρθωσης, συμπλήρωσης, απαλοιφής ή αλλοίωσης του περιεχομένου αυτού, οδηγεί σε νομική και πραγματική αοριστία του δικογράφου και εν τέλει σε απαράδεκτο αυτού, λόγω αοριστίας, την οποία (αοριστία) ο ίδιος επικαλέστηκε με τις προτάσεις του στον πρώτο και στο δεύτερο βαθμό.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει, ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) ισχυρίζεται με την αγωγή του, ότι τυγχάνει δικαστικός λειτουργός, έχοντας το βαθμό του ... στο ... και ότι στις 3-7-..., αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα www...., που ανήκει στον εναγόμενο δημοσιογράφο και παρέμενε εφεξής σε αυτήν, άρθρο του (εναγομένου), με τον τίτλο, "Το πραξικόπημα του ...

για χάρη του Υπουργού", του οποίου έλαβαν γνώση χιλιάδες επισκέπτες της άνω ιστοσελίδας, στο οποίο ο τελευταίος ισχυρίστηκε για τον ίδιο (ενάγοντα) τα αναφερόμενα στο δικόγραφο γεγονότα, τα οποία ήταν εν γνώσει του ψευδή, έβλαψαν την τιμή και την υπόληψή του, τόσο ως δικαστικού λειτουργού, όσο και ως ακέραιου και ηθικού ανθρώπου και προσέβαλαν βάναυσα την προσωπικότητά του.

Ότι ο εναγόμενος, στον οποίο ανήκει η ιστοσελίδα, σε κάθε περίπτωση, αγνοούσε υπαιτίως ότι τα παραπάνω συκοφαντικά γεγονότα ήταν ψευδή, καθώς δεν τήρησε το στοιχειώδη κανόνα της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, που επέβαλε να επικοινωνήσει με τον ίδιο, προκειμένου να τον πληροφορήσει για το περιεχόμενο των όσων προτίθεται να δημοσιεύσει, ώστε να λάβει γνώση και της δικής του θέσης, ενώ αν και ο ίδιος απέστειλε στον εναγόμενο το από ...

εξώδικό του, ζητώντας από αυτόν να αποσύρει το δυσφημιστικό άρθρο και να αναρτήσει αποκαταστατικό δημοσίευμα, εκείνος μερικές μέρες αργότερα απέσυρε το δημοσίευμα από την ιστοσελίδα, χωρίς να προβεί σε νέα ανάρτηση που να αποκαθιστά την αλήθεια. Με βάση δε το ιστορικό αυτό, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου, να του καταβάλει το ποσό των 90.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου και της προσβολής της προσωπικότητάς του.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, διότι εκτίθενται αναλυτικά και με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απαιτούνται για τη θεμελίωσή της σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 216 ΚΠολΔ, καθώς αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία θεμελιώνεται επαρκώς και με πληρότητα η προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και η απορρέουσα από αυτή ηθική βλάβη του, για την αποκατάσταση της οποίας ο τελευταίος αξιώνει χρηματική ικανο-ποίηση, από τον εναγόμενο, ήδη αναιρεσείοντα, ως προσβολέα της προσωπικότητάς του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ.

Για τη θεμελίωση δε ειδικά της παθητικής νομιμοποίησης του εναγομένου, αναφέρεται ότι η προσβολή έλαβε χώρα με το ανα-φερόμενο συκοφαντικό σε βάρος του (ενάγοντος) άρθρο του ίδιου, που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα, www...., η οποία ανήκει σ' αυτόν. Επομένως, στο δικόγραφο της αγωγής εκτίθενται και τα στοιχεία που θεμελιώνουν την παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου, για την οποία αρκεί η αναφορά ότι ο εναγόμενος είναι ο ιδιοκτήτης της ιστοσελίδας (του ανήκει) και συντάκτης της επίμαχης ανάρτησης, γεγονός δημιουργικό της εκ των ιδιοτήτων αυτών, αστικής ευθύνης του.

Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν απέρριψε την κρινόμενη αγωγή ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που οι ως άνω κανόνες απαιτούν για τη γένεση του δικαιώματος του ενάγοντος, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και, συνεπώς, οι άνω δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 529 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, παρέχεται, όμως, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίζονται για πρώτη φορά σε αυτό, αν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Τα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη, αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους, γίνει με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 374/2019, ΑΠ 284/2018, ΑΠ 315/2015). Ως νέα αποδεικτικά μέσα κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται, είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως, είτε εκείνα που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά απαραδέκτως, όπως λχ εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κλπ, είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο και έλαβε αυτά υπόψη του (ΑΠ 988/2021, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 825/...).

Επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση απαράδεκτης λήψης εγγράφων από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου περί εγγράφων που είχαν προσκομιστεί απαραδέκτως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μετά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο αυτό, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προσθήκης και αντίκρουσης, χωρίς να συντρέχουν οι κατά νόμο προϋποθέσεις του επιτρεπτού της καθυστερημένης προσκομιδής και επίκλησης αυτών (ΑΠ 988/2021, ΑΠ 308/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, απαραδέκτως έλαβε υπόψη, ως νέο αποδεικτικό μέσο, την προσκομιζόμενη από τον εκκαλούντα από 7-3-2016 εκτύπωση, που αφορά την επικαλούμενη στην αγωγή ανάρτηση, στην ιστοσελίδα www...., η οποία, όμως, δεν ήταν νέο αποδεικτικό μέσο, αφού είχε προσκομιστεί απαραδέκτως στην πρωτοβάθμια δίκη με την προσθήκη των προτάσεών του.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων εκ μέρους του προσκομίζοντος αυτά διαδίκου, τέτοιο δε (νέο αποδεικτικό μέσο) είναι και το άνω έγγραφο, το οποίο, προσκομίσθηκε απαραδέκτως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στην προθεσμία της προσθήκης και ως εκ τούτου το εν λόγω έγγραφο παραδεκτά λήφθηκε υπόψη από το εφετείο.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΑΠ 58/2015).

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 467/2021, ΑΠ 50/2020, AΠ 598/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Mε το λόγο δε αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς η εν λόγω εκτίμηση δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 342/2021, ΑΠ 849/2007). Επίσης, κατά το εδ. β της ίδιας, ως άνω διάταξης (559 αρ. 1 ΚΠολΔ), η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του.

Για το ορισμένο δε του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν, από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος έννοια, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής, είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα, είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 587/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1378/2018).

Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 2/2019, 8/2018, 1/1999).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 117/2017).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (AΠ 799/2020, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν ''αιτιολογία'' της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 799/2020, ΑΠ 339/2020), ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 799/2020, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 319/2017).

Εξάλλου, με τον άνω αναιρετικό λόγο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ελέγχεται, όπως προεκτέθηκε η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε, δηλαδή, ο λόγος αυτός προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος.

Έτσι, παρέπεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση ως αόριστη, ή μη νόμιμη, ή για κάποιο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (Ολ ΑΠ 44/1990, ΟλΑΠ 3/..., ΑΠ 19/2021, ΑΠ 799/2020, ΑΠ 99/2020, AΠ 927/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων επικαλούμενος το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στερείται από νόμιμη βάση, καθώς απέρριψε σιωπηρά ή εμμέσως, την ένστασή του περί αοριστίας της αγωγής, που είχε παραδεκτά προβάλλει πρωτοδίκως και στο Εφετείο, χωρίς να διαλάβει οποιαδήποτε αιτιολογία.

Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο απορρίπτοντας (σιωπηρά) την άνω ένσταση, δεδομένου ότι προχώρησε στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, δεν εισήλθε στην ουσία και δεν διατύπωσε κατά το στάδιο εκείνο, αποδεικτικό πόρισμα, όπως απαιτείται για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.

Στη συνέχεια, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο εκκαλών (αναιρεσίβλητος), Κ. Τ., τυγχάνει δικαστικός λειτουργός υπηρετών στο ... µε το βαθµό του .... Στις 3-7-...

αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα (website) www...., που εμφανίζεται υπό το όνομα χώρου (domain name) ..., άρθρο ειδικού συνεργάτη της µε τον τίτλο "Το πραξικόπημα του ... για χάρη του Υπουργού", στο οποίο αναφέρονταν τα εξής: "Απίστευτα πράγματα συμβαίνουν στο ... µε αφορμή τις τοποθετήσεις στην ηγεσία του ... της χώρας. Πρόκειται για µεθόδους οι οποίες παραπέμπουν σε άλλες εποχές που κανείς δεν θέλει να θυμάται και συνιστούν μνημείο αναξιοκρατίας και ευνοιοκρατίας.

Σύµφωνα µε αποκλειστικές πληροφορίες του ..., που προέρχονται από δικαστικούς κύκλους, παρατηρούνται αξιομνηµόνευτες ''βουτιές'' στην επετηρίδα, καθώς νεότεροι δικαστικοί λειτουργοί προσπέρασαν µε σχετική ευκολία πολύ παλιούς συναδέλφους τους, έχοντας ως "όπλο" τη γνωριμία τους µε τα πολιτικά στελέχη του υπουργείου Δικαιοσύνης.

Η υπόθεση, η οποία έχει προκαλέσει ιδιαίτερες αντιδράσεις, σχόλια και ένταση στις τάξεις του ... αφορά έναν υποψήφιο για τη θέση του .... Μεταξύ των προεπιλεγέντων συγκαταλέγεται και υποψήφιος, ο οποίος προέρχεται από τα πολιτικά δικαστήρια και σε σύγκριση µε τους άλλους συνυποψηφίους του βρίσκεται 30 θέσεις πίσω από αυτούς! Ο λόγος για τον Κ.

Τ., ο οποίος πήγε στο ... το ..., µε τους συναδέλφους του να ισχυρίζονται ότι δεν έχει ασκήσει ποτέ καθήκοντα Συμβούλου, ούτε Αντιπροέδρου και μεταπήδησε στην ... από ... σε .... Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν εμπόδισε την ηγεσία του υπουργείου να αποκλείσει άλλους συνυποψηφίους του, µε πολλαπλάσια προσόντα και εμπειρία.

Σύµφωνα µε πληροφορίες του ..., ο κ. Τ. προέρχεται από τα πολιτικά δικαστήρια και φέρεται να απολαμβάνει της εύνοιας της ηγεσίας του υπουργείου και δη του κ. Α.. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην αρχική επετηρίδα βρίσκεται πίσω από τον πρώτο Σύμβουλο κατά 25 θέσεις, ωστόσο κατάφερε και προκρίθηκε... Τα όσα συμβαίνουν στο ...

µόνο αλγεινές εντυπώσεις δημιουργούν. Το ... καλείται σήµερα να διαδραµατήσει ένα πολύ σηµαντικό ρόλο σε µία εποχή σφοδρής οικονοµικής κρίσης και γενικότερης απαξίωσης των θεσμών. Τέτοιου είδους ενέργειες το µόνο που προκαλούν είναι µια εικόνα απαξίωσης στα µάτια της κοινής γνώμης. Τα ονόµατα των υποψηφίων.

Σύμφωνα µε τις ίδιες πηγές οι υποψήφιοι για τη θέση του ... φέρονται να είναι οι εξής: Ν. Α., Φ. Κ., Ι. Σ., Α. Θ., Α. Ν. και Κ. Τ.. Αντίστοιχα υποψήφιοι για τη θέση του Προέδρου του ... φέρονται να είναι οι: Ν. Α., Φ. Κ., Ι. Σ., Α. Θ., Σ. Ν. και Μ. Ζ., ενώ ως υποψήφιοι για τις θέσεις των Αντιπροέδρων οι Χ. Κ., Μ. Β., Ν. Μ., Ά. Λ., Γ. Β., Κ.

Κ., Γ. Μ. και Β. Α.". Κατά τον κρίσιµο χρόνο της ανάρτησης του άνω δημοσιεύµατος (3-7-...), ο εφεσίβλητος δημοσιογράφος, Π. Κ., ήδη αναιρεσείων, ήταν ιδιοκτήτης - κάτοχος της ιστοσελίδας όπου αυτό αναρτήθηκε, όπως τούτο προκύπτει από το υπ' αριθ. πρωτ. .../Φ.300/9-8-2015 έγγραφο της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.), σύμφωνα µε το οποίο "Το Όνομα Χώρου ..., καταχωρήθηκε στις 2-4-2013 και λήγει στις 1-4-2019 µε τρέχοντα στοιχεία δικαιούχου Oνόµατος Χώρου:

P. K.". Ο εφεσίβλητος αμφισβητεί την παθητική του νομιμοποίηση, ισχυριζόμενος ότι το επίδικο δηµοσίευµα αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα ..., της οποίας δεν ήταν κάτοχος - διαχειριστής, καθώς το Όνομα Χώρου (domain name) που αντιστοιχεί και µέσω της οποίας επισκέπτεται κανείς την ιστοσελίδα αυτή, είχε µεταβιβαστεί ήδη από 11-4-...

από τον ίδιο προς την εταιρία µε την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...", µέσω του καταχωρητή ..., µέλος και διαχειριστής της οποίας τυγχάνει η Ε. Μ. του Ν., όπως τούτο προκύπτει από το υπ' αριθ. πρωτ. .../Φ.300/3-8-2015 έγγραφο της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.), που ο ίδιος επαναπροσκομίζει με επίκληση.

Αποδείχθηκε ωστόσο, ότι το ίδιο δημοσίευμα αναρτήθηκε την ίδια ημέρα, τόσο στην ιστοσελίδα www...., όπως ισχυρίζεται στην αγωγή του ο εκκαλών, της οποίας τυγχάνει ιδιοκτήτης - κάτοχος ο εφεσίβλητος, όσο και στην ιστοσελίδα www...., που από 11-4-..., ο τελευταίος μεταβίβασε στην εταιρία "..." και διακριτικό τίτλο "...", ποσοστό 95% των εταιρικών µεριδίων της οποίας ανήκουν στον ίδιο.

Τούτο προκύπτει από τις προσκομιζόµενες από τον εκκαλούντα από 7-3-2016 και 29-7-... εκτυπώσεις του εν λόγω άρθρου από αμφότερες τις άνω ιστοσελίδες αντίστοιχα, εκ των οποίων η πρώτη (από 7-3-2016 εκτύπωση), που αφορά στην επικαλούµενη στην αγωγή του ανάρτησή του στην ιστοσελίδα www...., αν και απαραδέκτως είχε προσκοµιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη µε την προσθήκη των προτάσεών του, παραδεκτά προσκομίζεται µε επίκληση στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, καθώς κρίνεται ότι η καθυστερημένη προσκοµιδή του άνω εγγράφου δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή βαρειά αμέλεια του εκκαλούντος, ενόψει του ότι ο? άνω ιστοσελίδες διαφέρουν µόνο λόγω της πρόσθεσης στο Όνομα Χώρου µιας παύλας στη ... (...,αντί ...), ώστε ε?λογα δημιουργείται στον καθένα η εντύπωση ότι πρόκειται για µία και την αυτή ιστοσελίδα.

Ενόψει δε του ότι ο εφεσίβλητος τυγχάνει δημοσιογράφος και συνεπώς ενδιαφερόμενος για τον έλεγχο των πληροφοριών που αναρτώνται στην άνω ιστοσελίδα, της οποίας είναι ιδιοκτήτης, κρίνεται ότι τυγχάνει και διαχειριστής αυτής, εφόσον μάλιστα δεν προέκυψε ότι η ιδιότητα αυτή συνέτρεχε κατά τον κρίσµο χρόνο στο πρόσωπο άλλου τρίτου.

Συνεπώς, και σύμφωνα µε τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο εφεσίβλητος, ως ιδιοκτήτης - κάτοχος αλλά και ως διαχειριστής της επίδικης ιστοσελίδας www...., -ιδιότητα -που εκτιμάται ότι διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής µε τη μνεία ότι "ανήρτησε" και "κατέβασε το άρθρο από την ιστοσελίδα στην οποία είχε αναρτηθεί", χωρίς να απαιτείται η συμπερίληψη της λέξης "διαχειριστής", και πάντως αρκούσας για την παθητική του νομιμοποίηση και της επίκλησης ότι ο τελευταίος είναι ο ιδιοκτήτης της εν λόγω ιστοσελίδας και συντάκτης του επίδικου δημοσιεύµατος - νοµιµοποιείται παθητικά στην ένδικη αγωγή, απορριπτοµένων των αντίθετων ισχυρισµών του ως αβάσιµων".

Περαιτέρω, οι ανωτέρω περιεχόµενοι στο εν λόγω δηµοσίευµα ισχυρισμοί ήταν αντικειµενικώς πρόσφοροι να βλάψουν την τιµή, την αξιοπρέπεια και υπόληψη του εκκαλούντος και την εν γένει προσωπικότητά του, καθώς, κατά την κοινή αντίληψη, περιέχουν αμφισβήτηση της ηθικής, κοινωνικής και επαγγελματικής του αξίας και βάλλουν κατά της ηθικής του ακεραιότητας, τούτο δε το γνώριζε ο εφεσίβλητος, ο οποίος, αν και δεν προέκυψε από κάποιο αποδεικτικό µέσο, µε την απαιτούµενη προς σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης βεβαιότητα, ότι ήταν και ο συντάκτης αυτού, επέτρεψε ωστόσο τη δημοσίευσή του στην άνω ιστοσελίδα του.

Ειδικότερα, το επίµαχο δηµοσίευµα τον εμφανίζει να προεπιλέχθηκε ως υποψήφιος για τη θέση του ... µε μεθοδεύσεις, αναξιοκρατικά και ευνοιοκρατικά, έχοντας ως "όπλο" του τη γνωριμία του µε τα τότε κυβερνητικά στελέχη του Υπουργείου Δικαιοσύνης και τον ίδιο τον τότε Υπουργό, µε "βουτιά" στην επετηρίδα, καθώς βρισκόταν 30 θέσεις πίσω από άλλους συνυποψηφίους του και κατά 25 θέσεις από τον πρώτο Σύμβουλο, καταφέροντας να τους υποσκελίσει.

Τα άνω γεγονότα που ισχυρίστηκε ο συντάκτης του σχετικά µε τη "βουτιά" στην επετηρίδα, καθώς και οι συνδεόµενες άµεσα µε αυτά αξιολογικές κρίσεις και χαρακτηρισμοί, που προσδιορίζουν ουσιαστικά την ποσοτική και ποιοτική βαρύτητά τους, ώστε να εμπίπτουν στην έννοια του (δυσφημιστικού) "γεγονότος", σύµφωνα µε τα διαλαμβανόμενα στην υπο στοιχείο (1) μείζονα σκέψη, όπως ότι ο εκκαλών απολαμβάνει της εύνοιας της ηγεσίας του Υπουργείου και ότι τα ανωτέρω συνιστούν "πραξικόπημα" και δημιουργούν αλγεινές εντυπώσεις, προκαλώντας µια εικόνα απαξίωσης της Δικαιοσύνης, καθώς αποτελούν μεθόδους "οι οποίες παραπέμπουν σε άλλες εποχές, που κανείς δεν θέλει να θυμάται και συνιστούν μνημείο αναξιοκρατίας και ευνοιοκρατίας", είναι ψευδή, καθώς παρουσιάζούν παραποιηµένη την αλήθεια.

Η αλήθεια όµως είναι, ότι η ... ... της ... του ... αποτελεί ανεξάρτητη δικαστική αρχή, για την οποία τηρείται χωριστή επετηρίδα σε σχέση µε επετηρίδα του Δικαστήριου του ... και δεν τελούν μεταξύ τους σε σχέση υποκείµενης και υπερκείµενης κατά σειρά αρχαιότητας (βλ. σχετικά και τις υπ' αριθ. 22354 και 2257/2019 ένορκες βεβαιώσεις του Ε.

Β., τέως ..., και του Σ. Λ., ..., αντίστοιχα). Μέχρι δε την αναθεώρηση του Συντάγματος το έτος ..., η στελέχωση του ... µε Παρέδρους και Συμβούλους γινόταν µε μετάταξη δικαστικών λειτουργών από τους λοιπούς κλάδους της Δικαιοσύνης. Ο εκκαλών, που υπηρετούσε ως δικαστικός λειτουργός στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια από 20-1-... (βλ.

τον από Μαρτίου ... Πίνακα Αρχαιότητας Δικαστικών Λειτουργών Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων) µετατάχθηκε στο ... µε τον βαθµό του Παρέδρου (βαθµό αντίστοιχο του Εφέτη στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια) με ηµεροµηνία αρχικού διορισμού (µετάταξης) την 10-4-..., ήτοι µετά από 18ετή δικαστική υπηρεσία στην πολιτική και ποινική δικαιοσύνη.

Κατά τον χρόνο της µετάταξής του οι µετά από εκείνον κατά σειρά αρχαιότητας στην επετηρίδα των Αντεπιπρόπων, Ι. Κ. και Ε. Κ., έφεραν τον βαθµό του ... (αντίστοιχο του ... στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια), αφού διορίστηκαν ως ... την 1-5-... και την 1-5-... αντίστοιχα (βλ. τον από 1 Ιανουαρίου ... Πίνακα Αρχαιότητας Δικαστικών Λειτουργών του ...).

Ακολούθως, ο εκκαλών έχοντας προφανώς συμπληρώσει τον απαιτούμενο ελάχιστο χρόνο υπηρεσίας και κριθεί προακτέος, επιλέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του ... και διορίστηκε στη θέση ... της ... ... της ... του ... την 9-2-..., καταλαμβάνοντας τη ... κατά σειρά αρχαιότητας από τις προβλεπόμενες τρεις οργανικές θέσεις ... (βλ.

τον από 1 Ιανουαρίου ... Πίνακα Αρχαιότητας Δικαστικών Λειτουργών του ...), εντασσόµενος στην κατ' άρθρο 32 Β του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, ιεραρχία της ... ...ς του ....

Συνεπώς, λόγω της θέσης του αυτής, δεν θα μπορούσε να ασκήσει καθήκοντα Συμβούλου (βαθμού αντίστοιχου µε του Αρεοπαγίτη), ούτε ..., ώστε να "καταφέρει να προκριθεί" έναντι αυτών και έτσι να τους υποσκελίσει, όπως σαφώς υπονοεί ο συντάκτης του εν λόγω άρθρου. Κατά δε την προκείµενη διαδικασία προεπιλογής των υποψηφίων για την πλήρωση της κενής θέσης του ... του ... τον Ιούλιο του ..., ο εκκαλών ήταν πρώτος κατά σειρά αρχαιότητας µεταξύ των ... και ιεραρχικά ανώτερός του ήταν ο επίσης προτεινόµενος κατά τη διαδικασία προεπιλογής, Επίτροπος της ..., Α. Ν. (δύο υποψήφιοι από τη ... ...), ενώ οι υπόλοιποι τέσσερις (4) υποψήφιοι προέρχονταν από τα µέλη του ... κατά σειρά αρχαιότητας, ήτοι τους ..., Ν. Α., Φ. Κ., Ι. Σ. και Α. Θ. (βλ. τον από 1 Ιανουαρίου ... Πίνακα Αρχαιότητας Δικαστικών Λειτουργών του ...).

Συνεπώς, ο περιεχόµενος στο επίμαχο δηµοσίευµα ισχυρισμός, ότι ο εκκαλών "στην αρχική επετηρίδα βρίσκεται πίσω από τον πρώτο Σύμβουλο κατά 25 θέσεις" είναι ψευδής, καθώς αποτελεί πλήρη διαστρέβλωση της αλήθειας περί ύπαρξης χωριστής επετηρίδας στη ... ... της ... του ... σε σχέση µε επετηρίδα του Δικαστήριου του ..., που δεν τελούν μεταξύ τους σε σχέση υποκείμενης και υπερκείµενης κατά σειρά αρχαιότητας και η οποία, άλλωστε, τηρήθηκε κατά τη διαδικασία προεπιλογής των υποψηφίων για την άνω θέση.

Η διαδικασία αυτή ήταν σύμφωνη µε τις αναφερόμενες στην υπό στοιχείο (ΙΙ) νοµική σκέψη διατάξεις του άρθρου 49 παρ. 3 περ. β' του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, κατά την οποία το Υπουργικό Συμβούλιο µε εισήγηση του ως άνω Υπουργού προεπιλέγει έξι από τους δικαστικούς λειτουργούς που έχουν τα τυπικά προσόντα κατά περίπτωση, και αυτή του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος, που ρητώς προβλέπει ότι για την προαγωγή στη θέση (µεταξύ άλλων ανώτερων θέσεων στα ανώτατα Δικαστήρια) και του ...

του ... ο επιλεγόμενος δικαστικός λειτουργός µπορεί να προέρχεται, είτε από τη ... ... του ..., είτε από το δικαιοδοτικό κλάδο του ίδιου Δικαστηρίου, παρέχοντας στο Υπουργικό Συμβούλιο, που λειτουργεί ως όργανο µε δημοκρατική νομιμοποίηση, ευρύτατη διακριτική ευχέρεια προς επιλογή από τον κύκλο εκείνων που διαθέτουν τα απαραίτητα προσόντα των πλέον κατάλληλων για τις επίµαχες θέσεις αυτές, ως αντίβαρο των συνταγματικών εγγυήσεων της δικαστικής ανεξαρτησίας (άρθρο 90 παρ. 1 έως 4 του Συντάγματος), µε σκοπό την αποκατάσταση σημείου επαφής μεταξύ της δικαστικής λειτουργίας και της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία αποτελεί κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Συντάγματος το θεμέλιο του πολιτεύματος (βλ.

ΟλομΣτΕ ....).

Συνεπώς, όσα πιο πάνω ισχυρίστηκε ο άγνωστος συντάκτης στο προαναφερόµενο δηµοσίευµα που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του κατόχου - διαχειριστή εφεσιβλήτου, ήταν αναληθή, περιήλθαν δε σε γνώση αόριστου αριθμού αναγνωστών της συγκεκριμένης ιστοσελίδας (ενόψει του ότι µέχρι και την ηµεροµηνία εκτύπωσης του άνω δημοσιεύµατος την ...

η ανάρτηση είχε διαβαστεί 1.535 φορές) και έπληξαν προφανώς την τιµή και την υπόληψη του εκκαλούντος, καθώς το όνοµά του ενεπλάκη σε αδιαφανείς διαδικασίες κατά την υπηρεσιακή του εξέλιξη. Δεν αποδείχθηκε, όµως, ότι ο εφεσίβλητος γνώριζε την αναλήθεια του περιεχόμενου του επίδικου δημοσιεύµατος ενόψει µάλιστα της αναφοράς από τον συντάκτη του, ότι "οι πληροφορίες του προέρχονται από δικαστικούς κύκλους" και συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της ουκοφαντικής δυσφήµησης, αλλά µόνο της απλής δυσφήµησης, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Επομένως, ο σχετικός λόγος έφεσης µε τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται διότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίµηση των αποδείξεων, έκρινε µε την εκκαλουµένη απόφασή του, ότι δεν στοιχειοθετείαι το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήµησης, διότι οι διαλαμβανόμενοι στο επίµαχο άρθρο ισχυρισμοί δεν αποδείχθηκαν ψευδείς, πρέπει ν' απορριφθεί, αφού ορθά κατ' αποτέλεσµα έκρινε, πλην, όµως, µε εσφαλμένη αιτιολογία, που αντικαθίσταται από το παρόν Δικαστήριο.

Περαιτέρω, όµως, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος, επιδεικνύοντας αμέλεια, που κρίνεται βαριά, δεν κατέβαλε την απαιτούμενη από τις συναλλαγές επιμέλεια, καθώς επέτρεψε την ανάρτηση του επίµαχου δημοσιεύµατος (που είχε συνταχθεί από άγνωστο, µη κατονοµαζόµενο, ειδικό συνεργάτη του) στην άνω ιστοσελίδα που ο ίδιος διαχειριζόταν, έχοντας την αρμοδιότητα και τη δυνατότητα ελέγχου "των καταχωρήσεων που αναρτώνται σ' αυτήν, παραβιάζοντας έτσι, τις συναλλακτικές υποχρεώσεις του ηλεκτρονικού τύπου.

Πιο συγκεκριµένα, η αµελής συμπεριφορά του αποδεικνύεται από το γεγονός ότι αυτός, καίτοι "τυγχάνει δημοσιογράφος και µάλιστα προερχόμενος από οικογένεια δικαστικού και νομικού (ο πατέρας του ήταν ... στα Διοικητικά Δικαστήρια και η µητέρα του τυγχάνει …) και είχε, ως εκ τούτου, τη δυνατότητα και ώφειλε να ελέγξει προηγουμένως την αλήθεια και την ακρίβεια των όσων ανέφερε ο άγνωστος συντάκτης στο επίµαχο δηµοσίευµα, όπως και την προέλευση των πληροφοριών από "δικαστικούς κύκλους", που ο τελευταίος υιοθέτησε, διασταυρώνοντας αυτές µε την άποψη του ίδιου του εκκαλούντος, µε τον οποίο ουδέποτε επικοινώνησε, ωστόσο κοινολόγησε τούτο στην ιστοσελίδα του ώστε το κείµενό του να είναι πλέον προσβάσιμο στον καθένα, εν γνώσει του προσβλητικού της προσωπικότητας του εκκαλούντος περιεχομένου του, ενεργώντας κατά παράλειψη των στοιχειωδών κανόνων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας.

Η υπαίτια αυτή µη τήρηση της άνω υποχρέωσής του, που συνιστά παράλειψη οφειλόµενης ενέργειας, αποκλείει την ύπαρξη δικαιολογηµένου ενδιαφέροντος του άνω εφεσιβλήτου προς ενηµέρωση του κοινού, και για το λόγο αυτό δεν τίθεται θέµα άρσης του αδίκου της προσβολής κατ' άρθρο 367 παρ. 1 γ ΠΚ, σύμφωνα µε τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο (Ι) μείζονα σκέψη, απορριπτοµένης, ως εκ τούτου, ως κατ' ουσίαν αβάσιµης της σχετικής ένστασής του, που προέβαλε πρωτοδίκως και παραδεκτώς επαναφέρει µε τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις του, ενώ θεμελιώνει τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς του εφεσιβλήτου, υπό την έννοια των διατάξεων των άρθρων 57, 914 και 920 ΑΚ και σε συνδ.

µε το άρθρο µόνου παρ. 1, 2 του ν. 1178/81, όπως ισχύει. Κατά συνέπεια και σύµφωνα µε όσα αναλύθηκαν στις υπό στοιχείο (Ι) και (ΙΙ) μείζονες σκέψεις, εφόσον αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω δηµοσίευµα που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα "www. ...", της οποίας ιδιοκτήτης - κάτοχος και διαχειριστής είναι ο εφεσίβλητος, προσέβαλε την τιµή, την υπόληψη και την εν γένει προσωπικότητα του εκκαλούντος, καθώς και το ότι η προσβολή αυτή (δυσφήμηση κατά το αστικό δίκαιο) καλύπτεται κατά το υποκειμενικό στοιχείο από υπαίτια (αµελή) συμπεριφορά του εφεσιβλήτου, συντρέχουν εν προκειµένω οι νόµιµες προϋποθέσεις για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του εκκαλούντος, την οποία αιτωδώς υπέστη.

Μάλιστα, η προσβολή της προσωπικότητας του τελευταίου διήρκεσε επί μακρόν, καθώς ο ίδιος, αµέσως μόλις πληροφορήθηκε την ανάρτηση του επίµαχου δημοσιεύµατος στην ως άνω ιστοσελίδα, απέστειλε στον εφεσίβλητο την από ... εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωσή του (βλ. την υπ' αριθ. 4895ΣΤ'/18-5-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιµελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, µε έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ.

Λ.), µε την οποία, αφού διαμαρτυρήθηκε για την παράνομη και υπαίτια εκ µέρους του προσβολή της προσωπικότητάς του, ζήτησε την άρση της προσβολής µε την άµεση απόσυρσή του από την άνω ιστοσελίδα και την αποκατάστασή της µε την ανάρτηση εκ µέρους του νέου άρθρου, όπου θα αναφέρει ότι οι µομφές που του αποδίδονται µε το επίμαχο δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια.

Ο εφεσίβλητος δεν απάντησε σε αυτήν ούτε ανήρτησε νέο άρθρο, µε το οποίο να αποκαθιστά την αλήθεια, παρά µόνο, όπως ομολογεί ο εκκαλών, απέσυρε την ανάρτηση λίγες ηµέρες µετά την παραλαβή της άνω εξωδίκου. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής, τη χρονική διάρκεια αυτής, η οποία υπήρξε µακρά, το βαθµό πταίσµατος του εφεσίβλητου (βαριά αμέλεια), τη µετά την πράξη του συμπεριφορά, την επελθούσα βλάβη, την προσωπικότητα, την κοινωνική και οικονοµική κατάσταση των διαδίκων, κρίνει ότι για τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του εκκαλούντος απαιτείται η καταβολή σ' αυτόν του ποσού των δέκα πέντε χιλιάδων ευρώ (15.000,00), το οποίο είναι εύλογο, σύµφωνα µε την αρχή της αναλογικότητας.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που µε την εκκαλούµενη απόφασή του έκρινε ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της τελεσθείσας απλής δυσφήμησης σε βάρος του ενάγοντος, διότι ο εναγόµενος, ως δημοσιογράφος, ενήργησε αποκλειστικά από δικαιολογηµένο, λόγω της κοινωνικής αποστολής του τύπου, ενδιαφέρον του για ενηµέρωση του κοινού, δεχόµενο και ως ουσία βάσιµη την προβληθείσα από τον τελευταίο ένσταση από το άρθρο 367 παρ. 1γ ΠΚ, εσφαλμένα εκτίµησε τις προσαχθείσες ενώπιόν του αποδείξεις, όπως βάσιµα ισχυρίζεται ο εκκαλών µε τον σχετικό λόγο της έφεσής του".

Με βάση δε τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου - ενάγοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του αναιρεσείοντος - εναγομένου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα το ποσό των 15.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από την προσβολή της προσωπικότητάς του.

Δέχθηκε έτσι το Εφετείο, όσον αφορά την παθητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος στην ένδικη αγωγή, ότι το επίδικο δημοσίευμα αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα, www. ..., από τον εναγόμενο, δημοσιογράφο (αναιρεσείοντα), ο οποίος κατά τον κρίσιμο χρόνο ανάρτησης του άνω δημοσιεύματος, στις 3-7-..., ήταν ιδιοκτήτης - κάτοχος και διαχειριστής της ιστοσελίδας αυτής, αιτία γαι την οποία νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής σε βάρος του, ως προσβολέα της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος, ...

στο ... κατά τον άνω χρόνο, με την ανάρτηση του δημοσιεύματος αυτού. Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την επίκληση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ, δέχθηκε κατ' ουσίαν την παθητική του νομιμοποίηση, ως προσβολέα της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου, με την ανάρτηση του πιο πάνω δημοσιεύματος στην ιστοσελίδα ..., παρά τη μη ουσιαστική συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής, καθώς η ιστοσελίδα στην οποία αναρτήθηκε το άνω δημοσίευμα, είχε ήδη μεταβιβαστεί από αυτόν σε τρίτο νομικό πρόσωπο, την εταιρία με την επωνυμία, "..." και διακριτικό τίτλο ..., της οποίας διαχειρίστρια είναι η Ε.

Μ. και έτσι η εν λόγω ιστοσελίδα δεν του ανήκε. Ο λόγος όμως, αυτός, με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον αφορά κατ' επίφαση απόδοση πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ στην πραγματικότητα πλήττεται με αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την κατάληξη του Εφετείου σε διαφορετικό πόρισμα από το θεωρούμενο ορθό από τον αναιρεσείοντα, με βάση τα αναφερόμενα από αυτόν αποδεικτικά στοιχεία.

Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε, α) ότι υπήρξε προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου, ως ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, με τη δυσφήμησή του κατά το αστικό δίκαιο (από αμέλεια) από τον εναγόμενο, με τους διαλαμβανόμενους στο αναρτηθέν στην άνω ιστοσελίδα δημοσίευμα, ψευδείς ισχυρισμούς, σύμφωνα με τους οποίους εμφανίζεται ο αναιρεσίβλητος, ότι προεπιλέχθηκε ως υποψήφιος για τη θέση του ...

µε μεθοδεύσεις, αναξιοκρατικά και ευνοιοκρατικά, έχοντας ως "όπλο" του τη γνωριμία του µε τα τότε κυβερνητικά στελέχη του Υπουργείου Δικαιοσύνης και τον ίδιο τον τότε Υπουργό, µε "βουτιά" στην επετηρίδα, καθώς αυτός βρισκόταν 30 θέσεις πίσω από άλλους συνυποψηφίους του και κατά 25 θέσεις από τον πρώτο Σύμβουλο, καταφέροντας να τους υποσκελίσει ....

β) ότι η παράθεση στο κρίσιμο δημοσίευμα των αναφερόμενων αναληθών γεγονότων οφείλεται σε υπαιτιότητα, με την έννοια της βαριάς αμέλειας του εναγομένου, ο οποίος επέτρεψε την ανάρτηση του επίµαχου δημοσιεύµατος, στην άνω ιστοσελίδα που ο ίδιος διαχειριζόταν, έχοντας την αρμοδιότητα και τη δυνατότητα ελέγχου "των καταχωρήσεων που αναρτώνται σ' αυτήν, παραβιάζοντας έτσι, τις συναλλακτικές υποχρεώσεις του ηλεκτρονικού τύπου καθώς αν και είχε, τη δυνατότητα και ώφειλε να ελέγξει προηγουμένως την αλήθεια και την ακρίβεια των όσων ανέφερε ο άγνωστος συντάκτης στο επίµαχο δηµοσίευµα, όπως και την προέλευση των πληροφοριών από "δικαστικούς κύκλους", που ο τελευταίος υιοθέτησε, διασταυρώνοντας αυτές µε την άποψη του ίδιου του αναιρεσίβλητου, µε τον οποίο ουδέποτε επικοινώνησε, ωστόσο κοινολόγησε τούτο στην ιστοσελίδα του ώστε το κείµενό του να είναι πλέον προσβάσιμο στον καθένα, εν γνώσει του προσβλητικού της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου περιεχομένου του, ενεργώντας κατά παράλειψη των στοιχειωδών κανόνων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και γ) ότι η υπαίτια αυτή µη τήρηση της άνω υποχρέωσής του, που συνιστά παράλειψη οφειλόµενης ενέργειας, αποκλείει την ύπαρξη δικαιολογηµένου ενδιαφέροντος του αναιρεσείοντος προς ενηµέρωση του κοινού, και για το λόγο αυτό δεν τίθεται θέµα άρσης του αδίκου της προσβολής κατ' άρθρο 367 παρ. 1 γ ΠΚ.

Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο, ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 57, 59, 914, 920 και 932 ΑΚ, 10 της ΕΣΔΑ και 14 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων, 362, 363 ΠΚ και το άρθρο 49 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και 90 παρ. 5 του Συντάγματος, όσον αφορά τη διαδικασία επιλογής ... ...

στο ..., καθόσον τα ανελέγκτως ως άνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου, ως ειδικότερης μορφής αδικοπραξία και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής. Κατόπιν αυτών, ο έκτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, επικαλούμενος ότι με βάση τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, δεν θεμελιώνεται προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου, καθώς δεν υφίσταται πράξη προσβολής της προσωπικότητας του τελευταίου, ούτε παράνομη πράξη σε βάρος του, ούτε και πταίσμα του ίδιου ως προσβολέα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επιπλέον, όσον αφορά την ένσταση του αναιρεσείοντος, ''περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης, λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος αυτού, προς ενημέρωση και πληροφόρηση του κοινού, που πηγάζει από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και κοινωνική αποστολή του τύπου, κατ' άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ'', το Εφετείο δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα, λόγω της μη τήρησης εκ μέρους του, των συναλλακτικών υποχρεώσεων του τύπου.

Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, για παραβίαση με τις άνω παραδοχές του της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ, ούτε με βάση τις παραδοχές του αυτές είναι εφαρμοστέα η διάταξη αυτή, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Ο ίδιος δε λόγος (έκτος) κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, από το άρθρο 559 παρ. 1 β του ΚΠολΔ, με την αιτίαση, της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία ''ο έλεγχος της εκτελεστικής εξουσίας για θέματα της δικαστικής εξουσίας και την τοποθέτηση δικαστών σε καίριες θέσεις και ανώτατα αξιώματα, αποτελεί δημοσιογραφικό καθήκον'', είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα προς τούτο απαιτούμενα στοιχεία και δη ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν από το Εφετείο την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, καθώς και ο τρόπος παραβίασης τους.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, διότι δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας το ότι, ''ο έλεγχος της εκτελεστικής εξουσίας για θέματα της δικαστικής εξουσίας και την τοποθέτηση δικαστών σε καίριες θέσεις και ανώτατα αξιώματα, αποτελεί δημοσιογραφικό καθήκον'', όπως, εσφαλμένα, υποστηρίζει ο αναιρεσείων.

Επιπροσθέτως, ο έκτος αναιρετικός λόγος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, κατά τις οποίες, το περιεχόμενο του πιο πάνω δημοσιεύματος όσον αφορά την τήρηση της επετηρίδας για τη θέση του ... ..., τη θέση του αναιρεσίβλητου στη σειρά αρχαιότητας και τη σειρά αρχαιότητας των υποψηφίων ήταν αληθές, όπως αληθείς ήταν και οι αναφορές στο εν λόγω δημοσίευμα, ότι οι προταθέντες από τον Υπουργό Δικαιοσύνης στο Υπουργικό Συμβούλιο για την άνω θέση έχαιραν της εύνοιας της ηγεσίας του υπουργείου, κατά το χρόνο του (υπουργού) κυρίου Α., με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει λόγος για προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου, με αληθινά γεγονότα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Και τούτο διότι όλες οι ως άνω αιτιάσεις σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων από την προσβαλλόμενη, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι υπήρξε προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου και τέλεση σε βάρος του αδικοπραξίας, με τη μορφή της δυσφήμησης, μέσω της ανάρτησης του επίδικου δημοσιεύματος στην ιστοσελίδα της οποίας ιδιοκτήτης - κάτοχος και διαχειριστής κατά τον επίδικο χρόνο είναι ο αναιρεσείων, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων, τις οποίες, έτσι, δεν παρεβίασε εκ πλαγίου.

Ο αναιρεσείων με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, που δημιουργούν αμφιβολία σχετικά με το αν εφαρμόστηκαν ορθά οι διατάξεις του άρθρου 49 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, όπως ισχύει, στον οποίο παραπέμπει το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος, κατά τη διαδικασία επιλογής προσώπων για τη θέση του ... ....

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι, α) ενώ κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ''τα γεγονότα που ισχυρίστηκε ο συντάκτης του δημοσιεύματος σχετικά με τη βουτιά στην επετηρίδα, (μεταξύ των οποίων και το ότι ο ενάγων προέρχεται από τα πολιτικά δικαστήρια) ........ είναι ψευδή, καθώς παρουσιάζουν παραποιημένη την αλήθεια'', στη συνέχεια δέχεται ότι, ''ο εκκαλών (ενάγων), που υπηρετούσε ως δικαστικός λειτουργός στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια από 20-1-...

µετατάχθηκε στο ... µε τον βαθµό του Παρέδρου (βαθµό αντίστοιχο του Εφέτη στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια) με ηµεροµηνία αρχικού διορισμού (µετάταξης) την 10-4-...'', β) ότι αν και η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι τηρείται ανεξάρτητη επετηρίδα μεταξύ της ... ...ς της ... του ... και του ..., εν συνεχεία δέχεται ότι για την κάλυψη της θέσης του ...

του ..., ο ενάγων δεν ήταν πρώτος στην επετηρίδα, καθόσον μεταξύ των λοιπών εις την απόφαση κατονομαζόμενων υποψηφίων, ήταν ο νεώτερος και γ) αν και κρίνει ότι ο εκκαλών ήταν πρώτος μεταξύ των ... και ιεραρχικά ανώτερός του ήταν ο επίσης προτεινόµενος κατά τη διαδικασία προεπιλογής, Επίτροπος της ..., Α. Ν. (δύο υποψήφιοι από τη ... ...), ενώ οι υπόλοιποι τέσσερις (4) υποψήφιοι προέρχονταν από τα µέλη του ...

κατά σειρά αρχαιότητας, ήτοι τους ..., Ν. Α., Φ. Κ., Ι. Σ. και Α. Θ. ... στη συνέχεια δέχεται ότι, ''ο περιεχόµενος στο επίμαχο δηµοσίευµα ισχυρισμός ότι ο εκκαλών "στην αρχική επετηρίδα βρίσκεται πίσω από τον πρώτο Σύμβουλο κατά 25 θέσεις" είναι ψευδής, καθώς αποτελεί πλήρη διαστρέβλωση της αλήθειας περί ύπαρξης χωριστής επετηρίδας στη ... ...

της ... του ..., σε σχέση µε επετηρίδα του Δικαστήριου του ..., που δεν τελούν μεταξύ τους σε σχέση υποκείμενης και υπερκείµενης κατά σειρά αρχαιότητας και η οποία, άλλωστε, τηρήθηκε κατά τη διαδικασία προεπιλογής των υποψηφίων για την άνω θέση''. Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία αντίφαση διαλαμβάνεται στις ανωτέρω παραδοχές της, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα.

Ειδικότερα, όσον αφορά τις υπό στοιχ. α παραδοχές, δεν υφίσταται αντίφαση, καθώς το Εφετείο δεν δέχθηκε, ότι είναι ψευδές το αναφερόμενο στο δημοσίευμα περιστατικό, ότι ο ενάγων προέρχεται από τα πολιτικά δικαστήρια, το οποίο πράγματι δέχθηκε ως αληθές, αλλά αντίθετα, ως ψευδή δέχθηκε τα αναφερόμενα στο δημοσίευμα, για ''βουτιά'' στην επετηρίδα, ενώ όσον αφορά τις λοιπές αιτιάσεις ομοίως ουδεμία αντίφαση υφίσταται, καθώς στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται λόγος για ανεξάρτητη επετηρίδα μεταξύ της ... ...ς της ...

του ... και του ..., με βάση την οποία ο ενάγων ήταν πρώτος κατά σειρά αρχαιότητας, μεταξύ των ..., ιδιότητα την οποία κατείχε αυτός, όσον δε αφορά τους Συμβούλους, δέχεται ότι ο ισχυρισμός ότι ο ενάγων βρίσκεται πίσω από τον πρώτο Σύμβουλο κατά 25 θέσεις, είναι ψευδής, λόγω της τήρησης χωριστής επετηρίδας, αναφέροντας ότι ο ενάγων λόγω της θέσης του, ως ...ς, δεν θα μπορούσε να ασκήσει καθήκοντα Συμβούλου (βαθμού αντίστοιχου µε του Αρεοπαγίτη), ούτε ..., ώστε να "καταφέρει να προκριθεί" έναντι αυτών και έτσι να τους υποσκελίσει.

Κατόπιν αυτών, ο άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-... Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι, ''οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας''.

Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητώς, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι - γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου και από την αρχή της ισότητας, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων.

Η αρχή αυτή επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων.

Ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας οφείλει να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσεως του δικαστηρίου.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια:

το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Το αντικειμενικό αυτό μέτρο συνάγεται από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχάς αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως ... νομική αρχή, και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα) τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο) το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προανεφέρθη, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του ''ευλόγου'' και συνακόλουθα το ''εύλογο'' εμπεριέχεται αναγκαίως στο ''ανάλογο''. Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθ. 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, ελέγχεται αναιρετικά, ως προς το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1170/2019, ΑΠ 1399/2018, ΑΠ 15/2018, ΑΠ 1623/2017, ΑΠ 327/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, ως προς το προαναφερθέν θέμα της χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, αφού δέχθηκε ανελέγκτως τα όσα ανωτέρω αναφέρονται, κατέληξε στο ακόλουθο αποδεικτικό πόρισμα: ''.... εφόσον αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω δηµοσίευµα που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα "www....", της οποίας ιδιοκτήτης - κάτοχος και διαχειριστής είναι ο εφεσίβλητος, προσέβαλε την τιµή, την υπόληψη και την εν γένει προσωπικότητα του εκκαλούντος, καθώς και το ότι η προσβολή αυτή (δυσφήμηση κατά το αστικό δίκαιο) καλύπτεται κατά το υποκειμενικό στοιχείο από υπαίτια (αµελή) συμπεριφορά του εφεσιβλήτου, συντρέχουν εν προκειµένω οι νόµιµες προϋποθέσεις για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του εκκαλούντος, την οποία αιτωδώς υπέστη.

Μάλιστα, η προσβολή της προσωπικότητας του τελευταίου διήρκεσε επί μακρόν, καθώς ο ίδιος, αµέσως μόλις πληροφορήθηκε την ανάρτηση του επίµαχου δημοσιεύµατος στην ως άνω ιστοσελίδα, απέστειλε στον εφεσίβλητο την από ... εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωσή του (βλ. την υπ' αριθ. 4895ΣΤ'/18-5-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιµελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, µε έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ.

Λ.), µε την οποία, αφού διαμαρτυρήθηκε για την παράνομη και υπαίτια εκ µέρους του προσβολή της προσωπικότητάς του, ζήτησε την άρση της προσβολής µε την άµεση απόσυρσή του από την άνω ιστοσελίδα και την αποκατάστασή της µε την ανάρτηση εκ µέρους του νέου άρθρου, όπου θα αναφέρει ότι οι µομφές, που του αποδίδονται µε το επίμαχο δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια.

Ο εφεσίβλητος δεν απάντησε σε αυτήν, ούτε ανήρτησε νέο άρθρο, µε το οποίο να αποκαθιστά την αλήθεια, παρά µόνο, όπως ομολογεί ο εκκαλών, απέσυρε την ανάρτηση λίγες ηµέρες µετά την παραλαβή της άνω εξωδίκου. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής, τη χρονική διάρκεια αυτής, η οποία υπήρξε µακρά, το βαθµό πταίσµατος του εφεσίβλητου (βαριά αμέλεια), τη µετά την πράξη του συμπεριφορά, την επελθούσα βλάβη, την προσωπικότητα, την κοινωνική και οικονοµική κατάσταση των διαδίκων, κρίνει ότι για τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του εκκαλούντος απαιτείται η καταβολή σ' αυτόν του ποσού των δέκα πέντε χιλιάδων ευρώ (15.000,00), το οποίο είναι εύλογο σύµφωνα µε την αρχή της αναλογικότητας''.

Καθορίζοντας έτσι το Εφετείο, με βάση τις άνω παραδοχές, τη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο αναιρεσίβλητος στο παραπάνω ποσό, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, την αρχή της αναλογικότητας, ούτε τις καθιερούσες αυτήν ως άνω συνταγματικές διατάξεις (ούτε, εξάλλου, υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας), αφού το επιδικασθέν αυτό ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς τα συνήθως επιδικαζόμενα ποσά σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Ενόψει αυτών, ο όγδοος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, κατά την εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 25 παρ. 1 και 2 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 ΑΚ και με ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόρισε ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη του αναιρεσίβλητου το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο υπερτερεί των συνήθως επιδικάζομενων ποσών σε ανάλογες περιπτώσεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-7-2020 (αριθμ. καταθ. 585/20-7-2020) αίτηση αναίρεσης της 2759/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ