Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that denial of ownership constitutes a defense, not a separate claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision rejecting the plaintiff's claim for ownership and contract cancellation. The lower court rejected the defendants' argument that they acquired ownership through possession, deeming it a defense rather than an independent claim. The Court upheld this ruling, stating that the lack of specific justification for denying ownership does not constitute a valid ground for cassation under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 559(1)(8), 559(1)(9) of the Code of Civil Procedure: A denial of the plaintiff's claim regarding ownership, supported by factual circumstances, constitutes a defense and does not create a separate claim; therefore, the lower court's acceptance of such a defense does not constitute a cassation ground.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1017 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1017/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:
Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΣΕΙΡΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαδημητρίου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Ν. Κ. του Κ. και της Α., κατοίκου ... Αττικής,
2) Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ... Αττικής,
3) Β. Κ. του Ν., κατοίκου ... Αττικής,
οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κοσμά Κοτέα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις,
4) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΦΟΙ ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», με το διακριτικό τίτλο «3ΑΛΦΑ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Πανταζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23.11.2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 04.12.2014 προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή της τέταρτης ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του τρίτου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου και συνδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27.01.2020 αίτηση και από 18.12.2020 προσθέτου λόγου αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της τέταρτης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Επί της από 23.11.2011 αγωγής της ενάγουσας εταιρίας, με την οποία αυτή αιτήθηκε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της επί δύο τμημάτων του επιδίκου ακινήτου και να ακυρωθούν τα αναφερόμενα σε αυτήν συμβόλαια αγοραπωλησίας και επί της από 04.12.2014 προσεπικλήσεως με παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως που άσκησε η τέταρτη εναγόμενη εταιρία κατά του τρίτου εναγόμενου της ως άνω αγωγής, εκδόθηκε η 58/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, η οποία κρίνοντας ότι μοναδικό αίτημα της αγωγής ήταν η ακύρωση συμβολαίων, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη με το αιτιολογικό ότι η τυχόν έλλειψη κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας των συμβολαίων μεταβίβασης και, επιπλέον απέρριψε, ως άνευ αντικειμένου, την προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή.
Ακολούθως, επί των εφέσεων που ασκήθηκαν: α) από την ηττηθείσα ενάγουσα, β) από τους νικήσαντες τρεις εναγομένους και γ) από την τέταρτη εναγομένη - παρεμπιπτόντως ενάγουσα εκδόθηκε η 103/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με την απόφαση αυτή έγιναν τυπικά και ουσιαστικά δεκτές οι εφέσεις των διαδίκων (ενάγουσας και τριών πρώτων εναγομένων), αφού κρίθηκε ότι η αγωγή της ενάγουσας είναι αναγνωριστική της κυριότητας με κύριο αίτημα της αναγνώριση της κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο, αίτημα το οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε αφήσει αδίκαστο, με συνέπεια να έχουν έννομο συμφέρον για την άσκηση εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και οι νικήσαντες εναγόμενοι, οι οποίοι είχαν υποβάλει ενώπιον τούτου ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου.
Ακολούθως το Εφετείο εξαφάνισε την 58/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου και αφού κράτησε και δίκασε την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Μετά την απόρριψη της αγωγής της ενάγουσας, το ίδιο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι είναι άνευ αντικειμένου η προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της τέταρτης εναγομένης - παρεμπιπτόντως ενάγουσας, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ως άνευ αντικειμένου την έφεση της τελευταίας, με την οποία αυτή ζητούσε, σε περίπτωση που ευδοκιμήσει η έφεση της ενάγουσας και εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να απορριφθεί η αγωγή ως προς αυτήν, άλλως εάν γίνει δεκτή η τελευταία, να γίνει συνακόλουθα δεκτή η ασκηθείσα προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της κατά του τέταρτου εναγομένου - εφεσίβλητου.
Με την κρινόμενη από 27.01.2020 αίτηση αναιρέσεως, και τον από 18.12.2020 πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προσβάλλεται η ως άνω 103/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία, κατά τα όσα προεκτέθηκαν, έγιναν δεκτές τυπικά και κατ’ ουσίαν οι εφέσεις των διαδίκων κατά της 58/2018 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου και αφού εξαφανίσθηκε αυτή, απορρίφθηκε η αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της ενάγουσας. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.), συνεκδικαζόμενη με τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως που αφορά στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά.
Ο πρόσθετος λόγος ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθώς το δικόγραφό του κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 21.12.2020 με αριθμό κατάθεσης 124/21.12.2020 και επιδόθηκε στους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων στις 28.12.2020 και στους τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων στις 29.12.2020 (σχετ. οι ... και .../28.12.2020, ... και .../29.12.2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Θεώνης Γ. Παπανδρέου), ήτοι εντός της τασσόμενης από τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 εδ. α' προθεσμίας των τριάντα τουλάχιστον πλήρων ημερών πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης.
[II] Κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043 και 1051 του ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας, με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, άσκηση νομής, επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις, του νομέα να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς, πάνω σ’ αυτά πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να είναι το πράγμα δικό του. Εξάλλου, επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής πρέπει, κατά τα άρθρα 1094 ΑΚ και 338 ΚΠολΔ, ο ενάγων να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό (ακίνητο) και ότι ο εναγόμενος το νέμεται ή το κατέχει. Αν όμως απορριφθεί η αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντος, καθίσταται περιττή η έρευνα της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου, αφού η απόρριψη της αγωγής που επιδίωξε ο εναγόμενος με την ένστασή του έγινε, γιατί ο ενάγων δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά που την θεμελιώνουν.
Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1045 ΑΚ και 262 παρ.1 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο κατά της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο αποτελεί ένσταση αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον όμως τα περιστατικά που προτείνονται, αληθινά υποτιθέμενα, προσπορίζουν στον προτείνοντα την κυριότητα και είναι μεταγενέστερα αυτών της αγωγής, ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ αυτά είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή.
Επί πλέον, σύμφωνα με το άρθρο 138 ΑΚ, δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε. Επομένως, εικονική είναι η δήλωση βουλήσεως, η οποία, σε γνώση του δηλούντος, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος. Στην περίπτωση, δηλαδή, εικονικότητας μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία κατά το χρόνο της κατάρτισής της όλων των συμβαλλομένων, ότι η σύμβαση που καταρτίσθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Για την εικονικότητα της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται, χωρίς να είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ. ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011).
Κατά δε τη διάταξη του 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Ως «ζητήματα» των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ’ την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως εκείνοι οι ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Εξάλλου, από το άρθρο 68 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αναίρεσης και των κατ’ ιδίαν αυτής λόγων, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας. Έτσι αν οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 394/2012) όπως, απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι ο λόγος αναίρεσης που πλήττει αιτιολογία της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της, ή προσάπτεται πλημμέλεια κατά παραδοχής της απόφασης η οποία δεν επιδρά στο διατακτικό, όταν αυτό στηρίζεται αυτοτελώς και σε άλλες παραδοχές, αφού υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 144/2015). Αλυσιτελείς, επίσης, είναι οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1207/2017).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. α' ΚΠολΔικ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι «πράγματα» κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν των οποίων η λήψη ή μη, λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων. Δεν αποτελούν «πράγματα» και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.
[ΙΙΙ] Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης 103/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου προκύπτει ότι αυτή μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό προσκομισθέντων και επικληθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
«| Με την υπ’ αριθμ. .../7-3-1986 πράξη - καταστατικό ανώνυμης εταιρίας του συμβολαιογράφου Περιστερίου Αττικής ..., συστήθηκε η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «ΣΕΙΡΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» και με τον διακριτικό τίτλο «SIRIOS S.A.» με εταίρους δύο αδελφούς, ήτοι τον πρώτο εναγόμενο Ν.
Κ. του Κ. και τον Ε. Κ. του Κ.. Σκοπός της εταιρίας, σύμφωνα με το καταστατικό της, ήταν η ανέγερση, διαχείριση, εκμετάλλευση ξενοδοχειακών και τουριστικών εν γένει επιχειρήσεων, η αγορά, πώληση και εκμετάλλευση ακινήτων για λογαριασμό της ή για λογαριασμό τρίτων, οπουδήποτε στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή, ενώ τη διοίκησή της ασκούσαν οι δύο εταίροι, ήτοι ο πρώτος εναγόμενος ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος και ο Ε.
Κ. ως Διευθύνων Σύμβουλος. Το μετοχικό της κεφάλαιο ορίστηκε στο ποσό των 10.000.000 δρχ. διαιρούμενο σε 1.000 μετοχές ονομαστικής αξίας εκάστης τούτων 10.000 δρχ. Σύμφωνα με το άρθρο 43 του καταστατικού ο εκ των μετόχων Ε. Κ. του Κ. υποχρεούταν να καταβάλει στο ταμείο της εταιρίας το ποσό των 5.000.000 δρχ. και να λάβει 500 μετοχές, ενώ ο πρώτος εναγόμενος Ν.
Κ. του Κ. υποχρεούταν να καταβάλει στο ταμείο της εταιρίας 5.000.000 δρχ. λαμβάνων 500 μετοχές, πλην όμως συμφωνήθηκε να καταβάλει στο ταμείο της εταιρίας 1.300.000 δρχ. και προς κάλυψη και συμπλήρωση του υπολοίπου ποσού των 3.700.000 δρχ. να εισφέρει, εκχωρήσει, παραχωρήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στη συνιστώμενη εταιρία ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, κείμενο εντός του οικισμού του χωρίου ...
Θήρας εμβαδού 415,69 τ.μ. με έκταση υπόσκαφων 82,66 τ.μ. . Το ακίνητο μετά από νεότερη καταμέτρηση αποτελείται από δύο τμήματα και το ένα τμήμα έχει εμβαδόν 89,40 τ.μ., εμβαδόν κτίσματος 89,12 τ.μ. και εμβαδόν υποσκάφων 68,60 τ.μ. και το δεύτερο τμήμα έχει εμβαδόν 529,61 τ.μ., αποτελούμενο από δύο συνενωμένα μέρη, ήτοι το πρώτο μέρος εμβαδού 341,72 τ.μ.
και το δεύτερο μέρος από εμβαδόν 187,89 τ.μ. . Περαιτέρω, απεδείχθη ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε στον Ν. Κ. του Κ. (πρώτο εναγόμενο) δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../25-6-1985 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Περιστερίου Αττικής Δημητρίου Χαραλάμπους Γεωργίου Καρανταλή, που μεταγράφηκε νόμιμα. Εξάλλου, απεδείχθη ότι οι δύο εταίροι της ενάγουσας πρώτος εναγόμενος και Ε.
Κ. του Κ. ήταν οι μέτοχοι και ιδιοκτήτες της τέταρτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΑΦΟΙ ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», με τον διακριτικό τίτλο «3 ΑΛΦΑ», που είναι γνωστή στο καταναλωτικό κοινό ως εταιρία εμπορίας οσπρίων. Οι δύο ανωτέρω αδελφοί για φορολογικούς λόγους αλλά και για προστασία των ακινήτων ιδιοκτησίας τους από επιχειρηματικούς κινδύνους συνέστησαν την ενάγουσα εταιρία, στην οποία θα εισέφεραν ακίνητα, προκειμένου να μην βρίσκονται τυπικά στην κυριότητά τους, πλην όμως ουσιαστικά αυτοί θα τα κατείχαν.
Έτσι οι δύο αδελφοί με κοινή τους απόφαση, επινόησαν την εικονική εισφορά του ακινήτου του πρώτου εναγομένου στην ενάγουσα εταιρία, ώστε να εμφαίνεται στις αρχές, πλην όμως δεν μετέγραψαν το συμβόλαιο του ακινήτου στο Υποθηκοφυλακείο, ώστε να μην αποξενωθεί από την κυριότητά του ο πρώτος εναγόμενος, που ήταν και ο πραγματικός κύριος, νομέας και κάτοχος αυτού.
Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο Ε. Κ. του Κ., που ήταν εταίρος και Δ/νων Σύμβουλος της ενάγουσας δεν γνώριζε τη μη μεταγραφή του συμβολαίου εισφοράς, ελέγχεται ως αβάσιμος, όπως τούτο προκύπτει από την κατάθεση. Η ίδρυση της ενάγουσας για λόγους καθαρά φορολογικούς, χωρίς να διαθέτει υπαλλήλους και λογιστήριο και χωρίς να πραγματοποιεί κανένα από τους σκοπούς του καταστατικού της, καθώς και η εικονική εισφορά του ακινήτου του πρώτου εναγομένου σ’ αυτήν ενισχύεται: (α) από την κατάθεση της δικηγόρου ..., (β) από την κατάθεση του πολιτικού μηχανικού..., όπου καταθέτει ότι περί το έτος 1990 εξέδωσε άδεια και ανήγειρε οικοδομή επί του επιδίκου και συνεννοήθηκε μόνο με τον πρώτο εναγόμενο, γνωρίζοντας ότι το ακίνητο ανήκε τυπικά και εικονικά στην ενάγουσα εταιρία, (γ) από την έκθεση του ειδικού ελέγχου του ορκωτού λογιστή....
από την οποία εμφαίνεται ότι στην ενάγουσα ανήκει εκτός από το επίδικο ακίνητο στο ... και άλλα τέσσερα ακίνητα (...), ενώ ως έσοδα της εταιρίας είναι το μίσθωμα από την εκμίσθωση των ακινήτων αυτών.
Όμως στην περίπτωση του επιδίκου ακινήτου, το οποίο φαίνεται μισθωμένο στον Κ. Ε. Κ. από το 2001 και μετά δυνάμει ιδιωτικών συμφωνητικών μισθώσεως με ετήσιο μίσθωμα 1.800 ευρώ, είναι φανερό ότι η μίσθωση αυτή είναι εικονική, και δεν έγινε ποτέ στην πραγματικότητα, αφού ουδέν μίσθωμα κατεβλήθη ποτέ, το δε ποσό μισθώματος 1.800 ευρώ ετησίως ουδόλως ανταποκρίνεται στην αξία της περιοχής που είναι από τις πλέον ακριβές και τουριστικές περιοχές της χώρας.
Άλλωστε η ενάγουσα ούτε δικό της προσωπικό έχει, όπως καταθέτει η ίδια η μάρτυς της... ούτε κάποιο άλλο τουριστικό σκοπό επιτέλεσε μέχρι σήμερα. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων ..., οι οποίοι κατέθεσαν μόνο για τη μίσθωση του ακινήτου από το έτος 2001 στον Κ. Κ. του Ε.. Επομένως, πλήρως απεδείχθη ότι τόσο η εισφορά του ακινήτου από το Ν.
Κ. του Κ. στην ενάγουσα, όσο και οι μισθώσεις του επιδίκου μετά το έτος 2001 ήταν εικονικές, δηλαδή δεν έγιναν στα σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά, η δε βούληση του πρώτου εναγομένου για εισφορά του ακινήτου του δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, καθώς δεν υπήρχε πραγματική πρόθεση για μεταβίβαση της κυριότητάς του στο επίδικο, γεγονός που γνώριζε ο αδελφός του, εταίρος της ενάγουσας Ε.
Κ.. Είναι βέβαια αλήθεια ότι δεν υπάρχει έγγραφο μεταξύ των δύο αδελφών Καραγεωργίου που να απεικονίζει την αληθή κατάσταση, αλλά αυτό δικαιολογείται από το γεγονός της στενής συγγενικής σχέσης μεταξύ τους. Επίσης απεδείχθη ότι με την υπ’ αριθμ. …/11-10-1991 άδεια οικοδομής που εκδόθηκε τυπικά στο όνομα της ενάγουσας, αλλά στην πραγματικότητα με ενέργειες του πρώτου εναγομένου κτίστηκε κατοικία επί του ενός τμήματος του ακινήτου, ενώ όλα τα χρήματα για την ανέγερση της οικοδομής καλύφθηκαν από τον πρώτο εναγόμενο.
Έτσι ο πρώτος εναγόμενος έχει αποκτήσει το επίδικο ακίνητο με παράγωγο τρόπο από το 1985, δυνάμει του .../1985 συμβολαίου αγοραπωλησίας και έκτοτε μέχρι το έτος 2008 νεμόταν και κατείχε το ακίνητο, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, όπως την ανέγερση οικοδομής, χρήση του ακινήτου για παραθεριστική κατοικία και έτσι απέκτησε την κυριότητα αυτού με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο νομής του το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι το έτος 2005 ο πρώτος εναγόμενος προέβη σε δήλωση φόρου μεταβίβασης ακινήτων και δήλωσε ότι νέμεται και κατέχει από το 1985, οικοπεδική έκταση 187,89 τμ. που βρισκόταν δίπλα στο αγορασθέν από αυτόν αρχικό ακίνητο και ήδη αποτελεί ένα τμήμα του.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στην ίδια δήλωση φαίνεται η μόνιμη κατοικία του (...), που αποτελεί ένα από τα λοιπά τέσσερα ακίνητα της ενάγουσας, στο οποίο ομοίως εμφαινόταν ως μισθωτής. Επιπλέον το έτος 2009 ο πρώτος εναγόμενος προβαίνει σε υπεύθυνη δήλωση ενώπιον του Πολεοδομικού Γραφείου Θήρας, στην οποία βεβαιώνει ότι «την 11.10.1991 εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. …/91 άδεια για την ανέγερση συγκροτήματος κατοικιών σε οικόπεδο ιδιοκτησία μου στο ... Θήρας. Το Σεπτέμβριο 1994 κατασκευάστηκε ο φέρων οργανισμός ισογείου χώρου, διαστάσεων 3,60 Χ 9,10,που δεν προέβλεπε η αρχική άδεια. Συντάχθηκε νέα μελέτη και Αναθεώρηση της αρχικής αδείας, που προέβλεπε την κατασκευή του παραπάνω χώρου, η οποία για σοβαρούς λόγους κατατέθηκε τελικά στις 09.01.2006. Για την εφαρμογή της κατατεθειμένης άδειας, το Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας διενήργησε αυτοψία στις 29.05.2006 όπου και διαπιστώθηκε η κατασκευή του ισογείου κτίσματος, που προαναφέρεται».
Περαιτέρω απεδείχθη ότι με το υπ’ αριθμ. .../30-12-2008 συμβόλαιο γονικής παροχής που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε στον υιό του δεύτερο εναγόμενο Κ. Κ. του Ν. το ένα τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 89,40 τ.μ.. Επί του οποίου υφίσταται μονοκατοικία, που αποτελείται από υπόσκαφο, εμβαδού 68,60 τ.μ., ισόγειο εμβαδού 60,39 τ.μ.
και πρώτο όροφο εμβαδού 28,63 τ.μ., ενώ με το υπ’ αριθμ. .../30-12-2008 συμβόλαιο γονικής παροχής ... που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στον υιό του Β. (τρίτο εναγόμενο) το δεύτερο τμήμα του ακινήτου, ήτοι ακίνητο εμβαδού 529,61 τ.μ. . Κατά το χρόνο της μεταβίβασης (2008) ο πρώτος εναγόμενος είναι κύριος των δύο τμημάτων του επιδίκου, τα οποία έχει αποκτήσει με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε.
Στη συνέχεια τα δύο αυτά τμήματα νέμονται και κατέχουν οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι με νόμιμο τίτλο, καλή πίστη και διάνοια κυρίου, γενόμενοι κύριοι τόσο με παράγωγο τρόπο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους.
Το ακίνητο αυτό χρησιμοποιείται από αυτούς ως παραθεριστική κατοικία και μάλιστα στις 02.05.2010 ο τρίτος εναγόμενος υποβάλλει αίτηση στην Πολεοδομία Θήρας να αποδειχθεί το πρόστιμο νομιμοποίησης (αρ. πρωτ. ...) και παρακαλεί να ενταχθεί στις ευνοϊκές διατάξεις της παρ. 6 του ν. 2300/95 για έκπτωση 30%. Επίσης απεδείχθη ότι δυνάμει του υπ’ αριθμ.
…/13-5-2011 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ... που μεταγράφηκε νόμιμα, ο τρίτος εναγόμενος που είναι κύριος του ενός τμήματος του επιδίκου (ως άνω) μεταβίβασε στην τέταρτη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία «ΑΦΟΙ ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» με τον διακριτικό τίτλο «3 ΑΛΦΑ», το τμήμα του ακινήτου, εμβαδού 529,61 τ.μ., που είχε μεταβιβαστεί στον τρίτο εναγόμενο με το υπ’ αριθμ. .../30-12-2008 συμβόλαιο γονικής παροχής.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στο συμβόλαιο αυτό ο μεν τρίτος εναγόμενος Β. Κ. του Ν. είναι ο πωλητής, ενώ την αγοράστρια εταιρεία τέταρτη εναγομένη την εκπροσωπούν αφενός ο Κ. Κ. του Ε., ως ειδικός πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και αντίκλητος του πατέρα του Ε. Κ. του Κ. και ο Ν. Κ. του Κ., πατέρας του τρίτου εναγομένου.
Στο ανωτέρω συμβόλαιο η πλευρά του Ε. Κ. (Ε. και υιός του Κ.) αποδέχονται και υπογράφουν ότι το τμήμα του επιδίκου των 529,61 τ.μ., περιήλθε στον Β. Κ. του Ν. με το υπ’ αριθ. .../30 -12-2008 συμβόλαιο γονικής παροχής και στον Ν. Κ. του Κ. με το .../25-6-1985 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο χωρίς να αναφέρεται πουθενά η εισφορά του ακινήτου αυτού στην ενάγουσα, αν και εταίρος και Δ/νων Σύμβουλος της ενάγουσας μέχρι τότε ήταν ο Ε.
Κ. και μετά τις 01.07.2011 (λίγες ημέρες μετά την κατάρτιση του άνω συμβολαίου) νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας ήταν ο Κ. Κ. του Ε., επιπλέον δε αναγράφεται ότι τα κτίσματα επί του επιδίκου είχαν αναγερθεί με δαπάνες, ευθύνη και επιμέλεια του Ν. Κ., κατόπιν έκδοσης της υπ’ αριθμ. …/1991 άδειας οικοδομής της Πολεοδομίας Θήρας.
Επομένως «από το άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο» συνεχίζει το Εφετείο, «καταδεικνύεται η εικονικότητα της εισφοράς του επιδίκου στην ενάγουσα το έτος 1986, όπως και ανωτέρω έχει εκτεθεί. Εξάλλου, απεδείχθη ότι η πώληση του ακινήτου αυτού εντάσσεται σε μία γενικότερη διευθέτηση της περιουσιακής κατάστασης των δύο αδελφών Ε.
και Ν. (Κ.) τρεις ημέρες πριν την κατάρτιση του άνω συμβολαίου πώλησης καταρτίσθηκε ένα ιδιωτικό συμφωνητικό πωλήσεως 35.768 ονομαστικών μετοχών της ενάγουσας, μεταξύ της πλευράς του Ν. Κ. του Κ. [πωλητές είναι η σύζυγος του Ν., Ε. (Κ.), και τα τρία τέκνα του Κ. (Κ.), Β. (Κ.) και Α. (Β. - Κ.)] και της πλευράς Ε. Κ. του Κ. (αγοραστής είναι ο υιός του Κ.), αντί τιμήματος 1.859.936 ευρώ, χωρίς να γίνεται μνεία στο συμφωνητικό αυτό για κάποιο από τα ακίνητα της εταιρείας.
Επίσης, απεδείχθη ότι από το έτος 2011 και πιο συγκεκριμένα μετά την κατάρτιση του υπ’ αριθμ. …/13-5-2011 συμβολαίου και του από 10.05.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, οι δύο πλευρές ήλθαν σε σφοδρή αντιπαράθεση και αντιδικία, σε σχέση με άλλες οικονομικές διαφορές, κυρίως όμως με ένα ακίνητο που βρίσκεται στη ..., οδός ...
και αποτελούσε τη μόνιμη κατοικία του Ν. Κ. του Κ., ανήκε όμως τυπικά στην ιδιοκτησία της ενάγουσας. Έτσι με την από 01.08.2011 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση και δήλωσή της η πλευρά Ν. Κ. (Ν., Ε., Κ., Β. και Α.) διαμαρτυρήθηκε προς την πλευρά Ε. Κ. (Ε. και Κ.) και ισχυρίσθηκε ότι τέλη Απριλίου με αρχές Μαΐου 2011 συμφώνησαν να μεταβιβάσουν μετοχές των εταιρειών ΚΑΠΠΑ ΑΕ και ΩΜΕΓΑ Α.Ε.
ιδιοκτησίας Κ. Ν. Κ., Α. Β. (-Κ.) και Ε. (Κ.) στον Δ. Κ. και της εταιρείας ΣΕΙΡΙΟΣ ΑΕ στον Κ. Ε. Κ., πλην όμως ενώ εκείνοι μεταβίβασαν τις μετοχές και το ακίνητο της Σαντορίνης, η άλλη πλευρά δεν μεταβίβασε το ακίνητο της οδού ... στην Α. Ν. (Β.-) Κ. .
Σε σχέση με το ακίνητο της οδού ..., το οποίο φερόταν στην ιδιοκτησία της ενάγουσας και μισθωμένο στον Ν. Κ., ασκήθηκε από την ενάγουσα η από 13.03.2014 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε να της αποδοθεί το ακίνητο και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλλει μισθώματα 21.867,76 ευρώ. Η αγωγή αυτή απερρίφθη τελεσίδικα με την 2466/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθώς κρίθηκε ότι η μίσθωση είναι εικονική και ουδόλως καταβάλλονταν μίσθωμα από τον Ν. Κ.. Συμπερασματικά, απεδείχθη ότι η ένδικη διαφορά των δύο πλευρών για το ακίνητο της Θήρας εντάσσεται σε ένα πλέγμα οικονομικών εκκρεμοτήτων των δύο πλευρών που αφορούν τόσο την τέταρτη εναγομένη, στην οποία συμμετέχουν και οι δύο, όσο και άλλες διαφορές μεταξύ τους για κάποια ακίνητα [...]».
Όπως δέχεται ακολούθως το Εφετείο:
«| [...] πλήρως προέκυψε ότι η ενάγουσα εταιρεία συνεστήθη μεταξύ των δύο αδελφών Κ. για λόγους φορολογικούς και για λόγους αποτροπής κινδύνων από την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, χωρίς να έχει καμία οικονομική αυτοτέλεια και δραστηριότητα, ήτοι εργαζόμενους, λογιστήριο και δράση, παρά μόνο φαινόταν ως ιδιοκτήτρια ακινήτων, τα οποία εκμίσθωνε εικονικά στους μετόχους της, ώστε να εμφαίνεται η καταβολή δήθεν μισθωμάτων και εσόδων της, το επίδικο δε ακίνητο ουδέποτε εισφέρθηκε πραγματικά στην ενάγουσα από τον Ν. Κ., αλλά μόνο φαινομενικά για λόγους φορολογικούς και για το λόγο αυτό δεν έγινε μεταγραφή αυτού, γεγονός που γνώριζε η πλευρά του Ε. Κ.|».
Μετά από τις παραδοχές αυτές καταλήγει το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι «| [...] απεδείχθη ότι ο Ν. Κ. απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου (και των δύο τμημάτων) με παράγωγο τρόπο το έτος 1985, δυνάμει του ανωτέρω συμβολαίου αγοραπωλησίας και ενός τμήματος 187,89 τ.μ. με έκτακτη χρησικτησία νεμόμενος αυτό από το έτος 1985 και έκτοτε νεμόταν και κατείχε αυτό με καλή πίστη, διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής, ήτοι επίβλεψη, ανέγερση οικοδομής με δικές του δαπάνες, διαμονή σε αυτό ως παραθεριστική κατοικία, έως το έτος 2008, γενόμενος κύριος αυτού με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενος αυτό για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, προσμετρώντας στο χρόνο νομής του το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του.
Το έτος 2008 μεταβιβάζει ως κύριος με γονική παροχή τα δύο τμήματα του ακινήτου στα δύο τέκνα του, γεγονός που γνώριζε ο Ε. Κ., λόγω της στενής συγγενικής σχέσης και της κοινής αντιμετώπισης των οικονομικών και περιουσιακών τους ζητημάτων, και έτσι τα τέκνα του με τη σειρά τους κατέστησαν κύριοι των επιδίκων δύο τμημάτων με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο και ακολούθως ο τρίτος εναγόμενος μεταβίβασε ως κύριος με πώληση το τμήμα του ακινήτου των 529,61 τ.μ.
στην τέταρτη εναγομένη. Αντίθετα, ουδόλως απεδείχθη ότι η ενάγουσα ασκούσε τη νομή του επιδίκου, διανοία κυρίας από το έτος 1986, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ούτε κατέστη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αφού η εισφορά του ακινήτου σ' αυτήν δεν ήταν πραγματική, η μίσθωση προς τον Κ.
Κ. του Ε. ήταν εικονική, ο Κ. Κ. του Ε. γνώριζε την εικονικότητα της εισφοράς του ακινήτου στην ενάγουσα, αφού άλλωστε και ο ίδιος μετέχει ως εκπρόσωπος του πατέρα του στο 679/2011 συμβόλαιο, στο οποίο δεν γίνεται κανένας λόγος για την εισφορά του ακινήτου, και επιπλέον στο άνω συμβόλαιο αναγράφεται η ανέγερση των κτισμάτων με δαπάνες του Ν.
Κ. [...]|».
Στη συνέχεια των παραδοχών του αυτών το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά τις από 20.05.2018 και 11.07.2018 εφέσεις των διαδίκων και εξαφάνισε την εκκληθείσα 52/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κράτησε και συνεκδίκασε την αγωγή της ενάγουσας εταιρίας με την προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή και τις απέρριψε αμφότερες ως αβάσιμες κατ’ ουσίαν. Ειδικότερα, απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας ως αβάσιμης κατ’ ουσίαν, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης σχετικής ένστασης ιδίας κυριότητας των δευτέρου και τρίτου των εναγομένων.
[IV] Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως και με την επίκληση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου οι πλημμέλειες της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 138, 1041, 1043 και 1045 ΑΚ, καθώς και ότι με την εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου αλλά και με τις ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες που διέλαβε στις ουσιαστικές παραδοχές της, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ως προς το ανωτέρω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της κτήσης κυριότητας του επίδικου ακινήτου, καθώς έκρινε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και απέρριψε την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της, ενώ δέχθηκε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων οι προϋποθέσεις για τη κτήση κυριότητας του επίδικου ακινήτου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, κατά παραδοχή της ενστάσεως ιδίας κυριότητας τούτων.
Ειδικότερα, αναφέρεται σχετικά με τις αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η εισφορά του επίδικου ακινήτου από την πρώτο αναιρεσίβλητο στην αναιρεσείουσα - ενάγουσα εταιρία ήταν εικονική, δηλαδή ότι έγινε φαινομενικά, η δε βούληση αυτού για την εισφορά δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, διότι δεν υπήρχε πραγματική πρόθεση μεταβίβαση της κυριότητάς του στο επίδικο γι’ αυτό και δεν μεταγράφηκε το σχετικό συμβόλαιο και ότι η αναιρεσείουσα δεν ασκούσε τη νομή αυτού διανοία κυρίας από το έτος 1986 για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, και έτσι δεν κατέστη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Αντιθέτως, δέχθηκε την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων με τις παραδοχές ότι «ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε αποκτήσει το επίδικο με παράγωγο τρόπο και έκτοτε μέχρι το έτος 2008 νεμόταν και κατείχε αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, αποκτώντας έτσι την κυριότητά του με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ενώ ο ίδιος μεταβίβασε στις 31.12.2008 στους δύο υιούς του το επίδικο ακίνητο το οποίο έκτοτε νέμονται και κατέχουν αυτοί, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, γενόμενοι κύριοι τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, ο δε τρίτος μεταβίβασε ως κύριος με πώληση τμήμα (529,61 τ.μ.) στην τέταρτη εφεσίβλητη».
Πλην, όμως, κατά την αναιρεσείουσα, με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφενός μεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφετέρου δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το ανωτέρω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της κτήσης κυριότητας του επίδικου ακινήτου, καθώς «υπό την εκδοχή ότι η προσβαλλόμενη εισφορά της εμπράγματης σύμβασης του επιδίκου ακινήτου...» στην αναιρεσείουσα «είναι εικονική, η εν λόγω εικονικότητα αποκλείει τη κτήση κυριότητας με χρησικτησία και ειδικότερα με τακτική (1041 ΑΚ), γιατί λείπει το στοιχείο της καλής πίστης και με έκτακτη (1045 ΑΚ) γιατί λείπει το στοιχείο της εξουσίασης του πράγματος με διάνοια κυρίου από τους ανωτέρω εικονικώς συμβληθέντες και αποκτήσαντες», και, συνεπώς, οι αναιρεσίβλητοι δεν απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.
Με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 α' ΚΠολΔ, ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα αιτιάται η αναιρεσείουσα ότι ο ισχυρισμός τον οποίο προέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι προς αντίκρουση της αναγνωριστικής κυριότητας του επιδίκου ακινήτου αγωγής της, ήτοι ότι οι ίδιοι είχαν καταστεί κύριοι τούτου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, δεν αποτελούσε ένσταση ιδίας κυριότητας αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, διότι τα επικαλούμενα από αυτούς παραγωγικά της κυριότητάς τους περιστατικά ως προς το χρόνο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους ίδιους είτε ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο είτε είναι σύγχρονα εκείνων που αναφέρονται στην αγωγή και έτσι το Εφετείο απορρίπτοντας την αγωγή κατά παραδοχή ένστασης ιδίας κυριότητας υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως από τα άρθρα 1 και 19 ΚΠολΔ, κατά το σκέλος τους που αφορούν στην απόρριψη της αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθώς το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη με την αιτιολογία ότι «ουδόλως απεδείχθη ότι η ενάγουσα ασκούσε τη νομή του επιδίκου ακινήτου με διάνοια κυρίας από το έτος 1986, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας» και έτσι δεν κατέστη κυρία τούτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 138, 1041 και 1045 ΑΚ, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σε αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε.
Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς το σκέλος τους που διαλαμβάνει αιτιάσεις της αναιρεσείουσας κατά τις οποίες, το Εφετείο με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ως άνω διατάξεων και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στον πρώτο αναιρεσίβλητο με παράγωγο τρόπο το έτος 1985 και ότι έκτοτε ο ίδιος νεμόταν και κατείχε αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου μέχρι το έτος 2008, αποκτώντας έτσι την κυριότητά του με τακτική και έκτακτη χρησικτησία και στη συνέχεια το μεταβίβασε στις 31.12.2008 στους δύο υιούς του, οι οποίοι έκτοτε το νέμονται και το κατέχουν με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, γενόμενοι κύριοι τούτου τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, ο δε τρίτος μεταβίβασε ως κύριος με πώληση τμήμα 529,61 τ.μ.
στην τέταρτη εφεσίβλητη, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς. Τούτο δε, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναγνωριστική κυριότητας αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη επειδή η ενάγουσα δεν απέδειξε την ιστορική βάση της, δηλαδή δεν απέδειξε ότι κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και όχι κατά παραδοχή του ισχυρισμού των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου που πρόβαλαν οι αναιρεσίβλητοι και, συνεπώς, οι συγκεκριμένες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την εξέταση του ισχυρισμού ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου των αναιρεσιβλήτων, αφορούν σε πλεοναστικές αιτιολογίες, οι οποίες δεν στηρίζουν το διατακτικό, αφού, όπως εκτέθηκε, η απορριπτική κρίση του Εφετείου στηρίχθηκε στην μη απόδειξη της ιστορικής βάσεως της αγωγής και, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, η έρευνα του ισχυρισμού ιδίας κυριότητας των εναγομένων ήταν περιττή.
Σε κάθε δε περίπτωση, εφόσον ο ως άνω ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων αποτελούσε αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και δεν επρόκειτο περί ενστάσεως ιδίας κυριότητας, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον τα επικαλούμενα από τους αναιρεσίβλητους παραγωγικά της κυριότητάς τους περιστατικά ως προς το χρόνο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, στα οποία αναφέρθηκε στις παραδοχές της, ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο και είναι σύγχρονα εκείνων που αναφέρονται στην αγωγή, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το σκέλος του με το οποίο οι αναιρεσίβλητοι αιτιώνται ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το ανωτέρω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της κτήσης κυριότητας του επίδικου ακινήτου, με το να δεχθεί τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι αυτοί απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Τούτο δε, διότι, κατά τα προεκτιθέμενα, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ή η αντιφατική αιτιολογία για ισχυρισμό που δεν είναι αυτοτελής αλλά αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως.
Τέλος, και ο πρόσθετος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τη διάταξη του αριθμού 8 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, χωρίς αυτή να έχει προταθεί, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα περιστατικά που τη συγκροτούν συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, η οποία, δεν αποτελεί «πράγμα», υπό την έννοια της ως άνω διατάξεως.
[V] Συνακόλουθα με τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθούν η από 27.1.2020 αίτηση και ο από 18.12.2020 πρόσθετος λόγος αναιρέσεως αυτής για αναίρεση της 103/2019 τελεσίδικης απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ως ηττηθείσα διάδικος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο σε (άρθρο 495 παρ.3 εδάφ.6 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.01.2020 αίτηση και τον από 18.12.2020 πρόσθετο λόγο αυτής για αναίρεση της 103/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδες επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και
των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών
αποχωρησάντων από την Υπηρεσία,
η αμέσως αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Αυγούστου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ