1017/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1017/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι εκτίθενται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ο οποίος κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ήταν αναπληρωτής υπουργός για θέματα διοικητικής μεταρρύθμισης, την 6-7-2015, οπότε είχε τη θέση του γενικού γραμματέα συντονισμού κυβερνητικού έργου, ανήρτησε στον ιστότοπο "left.gr", το αναφερόμενο στην αγωγή δημοσίευμα που είχε συντάξει ο ίδιος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1017 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1017/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Β. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σωτηρόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Πα. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Φέλιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και συνδικαλιστικής οργάνωσης που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1490/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 157/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-6-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρ.559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξάλλου, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.
Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν (αγωγή) των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξή του αιτήματος της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια και κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου (ΑΠ 59/2017, ΑΠ 387/2015).
Τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, είναι συνάρτηση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 (και όχι και από άρθρο 9) πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο έκρινε ορισμένο το ένδικο αγωγικό δικόγραφο, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσής του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε απορρίψει την περί του αντιθέτου ένστασή του.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι εκτίθενται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ο οποίος κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ήταν αναπληρωτής υπουργός για θέματα διοικητικής μεταρρύθμισης, την 6-7-2015, οπότε είχε τη θέση του γενικού γραμματέα συντονισμού κυβερνητικού έργου, ανήρτησε στον ιστότοπο "left.gr", το αναφερόμενο στην αγωγή δημοσίευμα που είχε συντάξει ο ίδιος.
Ότι με το επίμαχο άρθρο, ο εναγόμενος διέδωσε και ισχυρίστηκε σε βάρος του πρώτου ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και των μελών της διοίκησης της δεύτερης ενάγουσας, συνδικαλιστικής οργάνωσης (η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), γεγονότα συκοφαντικά και δυσφημιστικά, τα οποία δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαία για την απόδοση των σκέψεών του, αποδίδοντας του σφετερισμό της σφραγίδας της ένωσης και χαρακτηρίζοντας τον διεφθαρμένη ηγεσία, που εκμεταλλεύεται τον εργατικό συνδικαλισμό, απευθύνοντας δημόσιο κάλεσμα για το τέλος στο όνειδος της ηγετικής ομάδας Ότι στο δημοσίευμα αυτό, τόσο ο πρώτος ενάγων, όσο και άλλα υψηλόβαθμα συνδικαλιστικά στελέχη της δεύτερης ενάγουσας (η οποία δεν είναι διάδικος), διαπομπεύονται απρόκλητα, παρουσιαζόμενοι ως εξαγορασμένοι.
Ότι οι ισχυρισμοί του εναγομένου συνιστούν ψευδείς και συκοφαντικές κατηγορίες, που διατυπώθηκαν με μοναδικό στόχο να βλάψουν τους ενάγοντες, παρουσιάζοντας τη διοίκηση της ένωσης ως πουλημένη, ειδικά δε τον πρώτο ενάγοντα, πρόεδρο αυτής, ως μετερχόμενο ανέντιμες μεθόδους κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
Ότι ο εναγόμενος προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα και ιδίως την τιμή του πρώτου ενάγοντος. Ότι η συμπεριφορά του εναγομένου στοιχειοθετεί τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμησης και της εξύβρισης και δεν έγινε πρός διαφύλαξη οποιουδήποτε εννόμου ή άλλου δικαιολογημένου συμφέροντος.
Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και να υποχρεωθεί να δημοσιεύσει το διατακτικό της απόφασης που θα εκδοθεί σε δύο ημερήσιες εφημερίδες.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, διότι εκτίθενται αναλυτικά και με σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 216 ΚΠολΔ και μάλιστα αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την τέλεση της αδικοπραξίας σε βάρος της προσωπικότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα σε τι συνίσταντο οι ισχυρισμοί του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και ότι τα περιστατικά που διαλαμβάνονται σε αυτούς ήταν ψευδή σε γνώση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και ήταν αντικειμενικά ικανά να βλάψουν την προσωπικότητα του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου, το παράνομο και υπαίτιο αυτής (πρόθεση βλάβης), η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης του αναιρεσείοντος και του επιζήμιου αποτελέσματος της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου, η δημιουργία ηθικής βλάβης και εν τέλει το αίτημα αυτής με την επιβολή της χρηματικής ικανοποίησης, χωρίς να απαιτείται η αναφορά των προσδιοριστικών στοιχείων βάσει των οποίων αυτή θα καθορίζεται από το δικαστήριο κατά την εύλογη κρίση του και χωρίς να είναι απαραίτητο να εκτίθεται στο δικόγραφο της αγωγής, επιπλέον στοιχεία για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος.
Ούτε άλλωστε η αναφορά συγκεκριμένου εντύπου ή ηλεκτρονικού μέσου είναι στοιχείο θεμελιωτικό του αιτήματος της αγωγής περί της άρσης της προσβολής της προσωπικότητας.
Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, δεχθείσα τα ίδια, απέρριψε το λόγο έφεσης με τον οποίο υποβαλλόταν παράπονο για την απόρριψη από την πρωτόδικη απόφαση της προβληθείσας από τον αναιρεσείοντα ένστασης αοριστίας της αγωγής, δεν παρέλειψε παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο. Επομένως, ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης , με τον οποίο αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 (και όχι και από τον αριθμό 9) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. (Ολ.ΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).
Κατά το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος: "καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους", ενώ, κατά την παρ.2 του ιδίου άρθρου "ο τύπος είναι ελεύθερος, η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται". Ο τύπος επιτελεί κοινωνικό λειτούργημα, ασκώντας καθήκοντα τα οποία ο ίδιος επιλέγει, βάσει της αποστολής του, που συνίσταται στην πληροφόρηση και τη σύμπραξη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.
Η ελευθερία του τύπου δεν αποτελεί όμως αυτοσκοπό και συνακολούθως δεν πρέπει να συνεπάγεται, χωρίς άλλο, τη θυσία άλλων έννομων αγαθών και για το λόγο αυτό υπάγεται, κατά τα ανωτέρω, στο γενικό περιορισμό της τηρήσεως των νόμων του Κράτους, οι οποίοι και αποτελούν το γενικό νομικό πλαίσιο, εντός του οποίου κινείται και αναπτύσσεται ελευθέρως ο τύπος.
Με νόμο, επομένως, μπορεί να περιοριστεί η ελευθερία διαδόσεως των στοχασμών και η αντίστοιχη ελευθερία πληροφορήσεως, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να είναι γενικής φύσεως, να αποτελούν μόνο κατασταλτικά μέτρα και να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου. Επίσης, κατά το άρθρο 10 παρ.1 της ΕΣΔΑ (κυρ.
ν.δ. 52/1974) "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Το δικαίωμα, όμως τούτο υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ (και 19 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα-κυρ.
ν.2462/1997), σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων. (ΑΠ 520/2018, ΑΠ 697/2017). Περαιτέρω, κατά την παρ.1 του άρθρου μόνου ν. 1178/1981 "περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", όπως τροποποιήθηκε με το ν.2243/1994 και στον οποίο παραπέμπει και το άρθρο 4 παρ. 10 του ν.2328/1995 ("Νομικό καθεστώς της ιδιωτικής τηλεόρασης και της τοπικής ραδιοφωνίας...") .προκειμένου για προσβολές της προσωπικότητας κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά τα άρθρα 914, 919 και 920 Α.Κ.
υπαιτιότητα, πρόθεση και γνώση ή υπαίτια άγνοια αντιστοίχως, συντρέχουν στο πρόσωπο του συντάκτου του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου. Στην παρ.2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ.4 ν.2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγουμένη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέστηκαν δια του τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των αναφερόμενων κατά περίπτωση ποσών.
Η ευθύνη δηλαδή του ιδιοκτήτη του εντύπου είναι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις γνήσια αντικειμενική, η οποία έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη αντίστοιχης υποκειμενικής ευθύνης του συντάκτη ή αναλόγως του εκδότη ή του διευθυντή συντάξεως του εντύπου, με τους οποίους συνευθύνεται κατά το άρθρο 926 Α. Κ. εις ολόκληρον.
Ο συντάκτης (του επιλήψιμου δημοσιεύματος), ο εκδότης (αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου) ή ο διευθυντής σύνταξης ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από το επιλήψιμο δημοσίευμα, κατά τις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361-363 ΠΚ (ΑΠ 387/2005).
Οι διατάξεις του ν. 1178/1981, όπως αυτός τροποποιημένος ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως και επί προσβολών της προσωπικότητας, οι οποίες συντελούνται στο διαδίκτυο (internet) μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων (περιοδικών), που λειτουργούν ως διεθνές μέσο διακίνησης πληροφοριών, ενόψει του ότι για τις προσβολές αυτές δεν υπάρχει ιδιαίτερο θεσμικό πλαίσιο η δε πληροφόρηση μέσω του διαδικτύου είναι η εξέλιξη της ηλεκτρονικής πληροφόρησης μέσω του ραδιοφώνου και της τηλεοράσεως και η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με την αναλογική εφαρμογή της ήδη υπάρχουσας νομοθεσίας για τις προβολές της προσωπικότητας μέσω του εντύπου (εφημερίδες, περιοδικά) ή του ηλεκτρονικού (τηλεόραση, ραδιόφωνο) τύπου, αφού και η ραγδαίως αναπτυσσομένη διαδικτυακή πληροφόρηση, που προσφέρεται από το internet σε πολυμεσική μορφή (multimedia), καθιστά την χρήση αυτού (internet) εκτός από "ομιλητή" και "αποδέκτη" και κάνει το διαδίκτυο να προσομοιάζει με μια νέας μορφής τηλεόραση.
Μάλιστα, η καταχώρηση σε μία ιστοσελίδα παρουσιάζει την ιδιομορφία, ότι, ενώ η δημοσίευση σε συγκεκριμένο φύλλο εφημερίδας ή περιοδικού ή η αναφορά σε συγκεκριμένη ραδιοφωνική ή τηλεοπτική εκπομπή προσβλητικής είδησης κ.λ.π. γίνεται, άπαξ και δεν έχει διάρκεια, αντίθετα η αντίστοιχη καταχώρηση σε μια ιστοσελίδα, μπορεί να παραμείνει εκεί για απροσδιόριστο χρόνο, έχοντας διάρκεια, το μέγεθος της οποίας θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την επιδίκαση του ποσού προς αποκατάσταση της προκληθείσης ηθικής βλάβης (ΑΠ1425/2017, ΑΠ575/2015, 1652/2013, ΑΠ 1701/2013) Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παρανόμως στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει, μεταξύ των άλλων, και αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, κατά δε το άρθρο 59 του ιδίου Κώδικος και στην περίπτωση του άρθρου 57, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση δε αυτή συνίσταται, μεταξύ άλλων, και σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν αυτήν (προσωπικότητα) και προσδιορίζουν την ταυτότητα του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένου.
Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είτε είναι, από άποψη εννόμου τάξεως, ήσσονος σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικώς. Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη υπαιτιότητας, δόλου ή αμελείας, αυτού που προσβάλλει, η οποία όμως (υπαιτιότης) απαιτείται για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 Α.Κ.
παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (914 επ. Α.Κ.). Προσβολή της προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361,362 και 363 του Π.Κ. Τέλος, κατά το άρθρο 367 παρ.1 περ.α'- δ1 ΠΚ το άδικο των προβλεπομένων στα άρθρα 361 επ.
του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ' και δ"). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367), για την ενότητα δικαίου της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, εφόσον αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου, εκτός αν περιέχουν τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφημήσεως, καθώς και όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως.
Η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος στην προσωπικότητα του (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περιπτώσεως από το άρθρο 367 παρ. 2 του Π.Κ. αποτελεί αντένσταση κατά της ενστάσεως εκ του άρθρου 367 παρ. 1 (ΑΠ 1701/2013, Α.Π. 1595/2011).
Εκ τούτου παρέπεται, ότι τα ως άνω συνδεόμενα με τον τύπο πρόσωπα μπορούν να προβαίνουν σε αντίστοιχη δημοσίευση για πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού ακόμη και με οξεία κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς σε βάρος των προαναφερομένων προσώπων ή ομάδων, όμως και στην περίπτωση αυτή, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία, ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η ανωτέρω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση, ή όταν, από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού. (ΑΠ 19/2012, ΑΠ 179/2011, ΑΠ 967/2011).
Ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, που, ως νομική έννοια, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικώς αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψεως εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος μολονότι εγνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει την τιμή άλλου (ΑΠ 19/2012, ΑΠ 179/2011, ΑΠ 967/2011).
Η τελευταία αυτή διάταξη (367 Π.Κ.) για την ενότητα της εννόμου τάξεως εφαρμόζεται αναλογικώς και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. Α. Κ. Η τελευταία αυτή διάταξη (367 Π.Κ.) για την ενότητα της εννόμου τάξεως εφαρμόζεται αναλογικώς και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ.
Α. Κ. Επομένως, όταν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των ως άνω αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367παρ.2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιου συμπεριφοράς ως όρου της αντιστοίχου αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του Π.Κ. αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής, ενώ η προβολή, από τον προσβληθέντα ισχυρισμού από την διάταξη του άρθρου 367 παρ.2 του Π.Κ.
αποτελεί αντένσταση κατά της, από την διάταξη της πρώτης παραγράφου του αυτού άρθρου από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ., ενστάσεως (Α.Π. 354/2012, 121/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκείμενη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων είναι από το έτος 2006, πρόεδρος της τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ)", εξελέγη δε και κατά τις τελευταίες αρχαιρεσίες της οργάνωσης πριν από περίπου δύο χρόνια, ο δε εναγόμενος σήμερα κατέχει τη θέση του αναπληρωτή υπουργού διοικητικής μεταρρύθμισης, ενώ τον Ιούλιο του έτους 2015 ήταν γενικός γραμματέας συντονισμού του κυβερνητικού έργου.
Οι διάδικοι είναι δημόσια πρόσωπα με διαφορετικό κοινωνικό - πολιτικό - λειτουργικό ρόλο, ως εκ της ως άνω θέσης τους. Στις 28-6-2015, αποφασίστηκε η διεξαγωγή δημοψηφίσματος για ένα κρίσιμο εθνικό θέμα με ερώτημα, εάν πρέπει να γίνει αποδεκτό το σχέδιο συμφωνίας, το οποίο κατέθεσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο Eurogroup της 25-6-2015.
Μέσα στο κοινωνικοπολιτικό αυτό κλίμα, την 1-7-2015, η ολομέλεια της διοίκησης της ΓΣΕΕ εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση: "Για τη ΓΣΕΕ η διεξαγωγή δημοψηφισμάτων είναι δημοκρατικό, συνταγματικό και αναφαίρετο δικαίωμα των Ελλήνων πολιτών και βρίσκεται εντός των Ευρωπαϊκών παραδόσεων. Το συγκεκριμένο όμως δημοψήφισμα, ο χρόνος διενέργειας του, η ποιότητα και το περιεχόμενο του "καίγεται" μέσα σε ένα πλαίσιο "τεχνητών διλλημάτων" και χρονικών ασφυξιών", που μπορεί να οδηγήσουν σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις και διχασμό της κοινωνίας.
Η συνομοσπονδία είναι αδιαπραγμάτευτα αντίθετη σε κάθε είδους μνημόνιο, με ότι αυτό συνεπάγεται σε βάρος του κόσμου της μισθωτής εργασίας και του Ελληνικού Λαού, είτε πρόκειται για μνημόνιο των πιστωτών, είτε της Κυβέρνησης. Όπως αδιαπραγμάτευτη είναι η θέση μας για τη συνέχιση του Ευρωπαϊκού Προσανατολισμού της χώρας και της παραμονής της Ελλάδας στην Ευρώπη και το Ευρώ.
Το ερώτημα του δημοψηφίσματος είναι ψευδεπίγραφο και διχαστικό. Άφρονες επιλογές ακραίων εντός και εκτός Ελλάδας εξωθούν την πατρίδα μας σε περιπέτειες. Απαιτούμε εδώ και τώρα την απόσυρσή του! Ως τριτοβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση των εργαζομένων του Ιδιωτικού Τομέα, στέλνουμε ξεκάθαρο μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση:
Η Ευρωπαϊκή πορεία της πατρίδας μας είναι αδιαπραγμάτευτη! Λέμε ναι στην Ευρώπη των λαών και της αλληλεγγύης!! Λέμε ναι στο κοινό μας νόμισμα και στην ομόσπονδη Ευρώπη!!!". Μετά την ανωτέρω απόφαση της ολομέλειας, ο ενάγων έκανε δημόσιες δηλώσεις σε τηλεοπτικούς σταθμούς, ζητώντας την απόσυρση του δημοψηφίσματος, χωρίς να - τάσσεται ούτε υπέρ του ναι ούτε υπέρ του όχι.
Στις 5-7-2015 διεξήχθη το δημοψήφισμα το αποτέλεσμα του οποίου ανέδειξε ποσοστό 61,31% υπέρ του "Όχι" και ποσοστό 38,59% υπέρ του "Ναι" Την επομένη του δημοψηφίσματος και με δεδομένο και γνωστό το ως άνω αποτέλεσμά του, ο εναγόμενος προέβη σε μία ανάρτηση στο προφίλ που διατηρούσε στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης " facebook", με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Θα πρέπει επειγόντως να ξεκινήσει μία διαδικασία επανίδρυσης των συνδικάτων και της ΓΣΕΕ.
Αποτελεί όνειδος για τη χώρα, τους εργαζόμενους, τους μισθωτούς, ο σφετερισμός της σφραγίδας των συνδικάτων από τη σημερινή ηγετική ομάδα. Η απροκάλυπτη ένταξη στο στρατόπεδο του ΝΑΙ, δηλαδή η ωμότατη αποδοχή της λιτότητας και της εκμετάλλευσης της εργασίας, δεν έχει προηγούμενο σε παγκόσμιο επίπεδο.
Έχουν υπάρξει συνδικαλιστικές ηγεσίες γραφειοκρατικές, συμβιβαστικές, ηττοπαθείς κοκ, αλλά αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα τα τελευταία πέντε χρόνια ξεπερνά κάθε όριο φαντασίας. Το γεγονός ότι η ΓΣΕΕ και ο Παναγόπουλος ως Πρόεδρος αποδέχονται την "απαγόρευση αλλαγής του θεσμικού πλαισίου των συλλογικών διαπραγματεύσεων και του κατώτατου μισθού" δυστυχώς δεν μπορεί να ερμηνευθεί διαφορετικά παρά μόνο με την εξαγορά..
Μία ΓΣΕΕ που βρίσκεται στο Ναδίρ της αξιοπιστίας της, με μία ηγεσία άφαντη τα τελευταία χρόνια, αποδοκιμάστηκε όσο πιο βίαια γίνεται από την ψήφο των μισθωτών στρωμάτων της χώρας. Απαιτείται επομένως μία μεγάλη πρωτοβουλία βάσης για την επανίδρυση των συνδικάτων. Με τη συμμετοχή όλων των εργαζομένων και των μισθωτών και των επισφαλών και των ανέργων και των μεταναστών.
Να σταματήσει η εκμετάλλευση του εργατικού συνδικαλισμού από το καρτέλ των παρατάξεων που αναπαράγουν τη συνδικαλιστική ελίτ ως "ομάδα συμφερόντων". Είναι τόσο σημαντικό όσο και ο έλεγχος της κατευθυνόμενης πληροφόρησης από τα ιδιωτικά ΜΜΕ". Λίγες ώρες μετά, ο εναγόμενος ανήρτησε το ανωτέρω κείμενο και στο διαδικτυακό τόπο "left.gr", θέτοντας πάνω από αυτό το ονοματεπώνυμο του, καθώς και τον τίτλο "Άμεση επανίδρυση συνδικάτων και ΓΣΕΕ:
Να δοθεί τέλος στο όνειδος της σημερινής ηγετικής ομάδας", προσδίδοντάς του έτσι τη μορφή του ηλεκτρονικού άρθρου. Ο ανωτέρω ιστότοπος είναι ενημερωτικός με ειδήσεις από το χώρο της πολιτικής, της κοινωνίας, της οικονομίας, του πολιτισμού, των διεθνών εξελίξεων, της οικολογίας, των επιστημών και του αθλητισμού...
Το κείμενο αυτό κατέστη προσβάσιμο σε πλήθος επισκεπτών του ανωτέρω διαδικτυακού τόπου, οι οποίοι δεν είχαν ενδιαφέρον μόνο για πολιτικές ειδήσεις, ενόψει του χαρακτήρα του ιστότοπου ως ποικίλης ύλης. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο ίδιος προέβη μόνο στην ανάρτηση του κειμένου στο προσωπικό του προφίλ στο "facebook" και όχι στην επίμαχη ανάρτηση στον ιστότοπο "left.gr", πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί επιρροή, εν όψει του ότι αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος έδωσε τη συναίνεσή του για την ανάρτηση αυτή, αφού στο κείμενο έχει τεθεί το ονοματεπώνυμο του, εν είδει ηλεκτρονικής υπογραφής ως κείμενο γνήσιο προερχόμενο από το συντάκτη του, καθώς και ο προαναφερθείς τίτλος, η δε ανάρτηση στον ως άνω ιστότοπο έγινε εντός ολίγου χρόνου μετά την ανάρτησή του από τον εναγόμενο στο προσωπικό του προφίλ, ουδόλως δε ο ίδιος εναντιώθηκε στην ανάρτηση του ως άνω κειμένου με ελεύθερη πρόσβαση στο κοινό, αλλά και επί πλέον από το ότι και η απάντηση του ενάγοντος στο ως άνω κείμενο αναρτήθηκε στην ίδια ιστοσελίδα μετά την αποστολή της στον εναγόμενο, την οποίαν ο τελευταίος είχε αναρτήσει στην πολιτική του σελίδα ως πολιτικό πρόσωπο, στην οποία, (σελίδα) είχε πρόσβαση οποιοσδήποτε με ενεργοποίηση σχετικού ψηφιακού κόμβου...
Το ως άνω κείμενο, ενόψει του χρόνου ανάρτησής του την επομένη του δημοψηφίσματος, αξιολογείται με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις, οι οποίες είχαν διαμορφωθεί πολιτικά και κοινωνικά εκείνη τη χρονική περίοδο, όπου ο μεν Πρωθυπουργός της χώρας επέλεξε το δημοψήφισμα ως προς την επιβολή ή μη των οικονομικών μέτρων που είχαν ζητήσει οι εταίροι-δανειστές, οι δε τελευταίοι είχαν συνδέσει την αποδοχή των μέτρων με την έξοδο της Χώρας από το ευρώ, όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων και με την απόφαση του Πρωθυπουργού, για τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Χώρας και την αποπομπή-παραίτηση του Υπουργού Οικονομικών το βράδυ των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος και την εν συνεχεία υπογραφή άλλου μνημονίου με τη συναίνεση σύσσωμου σχεδόν των πολιτικών κομμάτων.
Περιέχει αναμφίβολα αξιολογικές κρίσεις "όνειδος", συνδικαλιστικές ηγεσίες ηττοπαθείς, γραφειοκρατικές, συμβιβαστικές", "ναδίρ αξιοπιστίας", "ηγεσία άφαντη" που συχνά αποτελούν περιεχόμενο πολιτικών κειμένων και αντιπαραθέσεων των εμπλεκομένων στο πλαίσιο της λειτουργίας της Δημοκρατίας, ανεξάρτητα από το ότι δεν προάγουν την ορθή και συνετή πολιτική αντιπαράθεση, εφόσον δεν συνοδεύονται από πολιτικά επιχειρήματα και με τον τρόπο αυτόν περιορίζονται στη σφαίρα των αφορισμών.
Από τη συνολική επισκόπηση της ως άνω ανάρτησης προκύπτει ότι το κύριο περιεχόμενο της αναφέρεται στην ερμηνεία από το συντάκτη της ως προς τη δήθεν θετική αποδοχή των όρων των δανειστών και την δήθεν καταφατική θέση της ΓΣΕΕ της οποίας είναι πρόεδρος ο ενάγων. Η αναφορά του κειμένου με τη φράση "απροκάλυπτη ένταξη στο στρατόπεδο του ΝΑΙ" από τη ΓΣΕΕ αποδεικνύεται ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, ενόψει του ότι, όπως απορρέει τόσο από την απλή ανάγνωση της προαναφερθείσας από 1-7-2015 απόφασης της ολομέλειας της διοίκησης της ΓΣΕΕ, όσον και από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, η διοίκηση της ΓΣΕΕ αλλά και ο πρόεδρος αυτής ενάγων ατομικά με δηλώσεις που έκανε δημοσίως σε τηλεοπτικούς σταθμούς, δεν υποστήριξε το ΝΑΙ στο δημοψήφισμα, αλλά αντιθέτως υποστήριξε τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας και την απόσυρση του δημοψηφίσματος, ενόψει του ότι το τεθέν ερώτημα ήταν ψευδεπίγραφο και διχαστικό για τον ελληνικό λαό, δημιουργώντας τεχνητό δίλημμα, λόγω και της έλλειψης χρονικών περιθωρίων για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ της χώρας και των θεσμών.
Μερικά δε δημοσιεύματα της εποχής εκείνης προέβησαν στην ίδια ερμηνεία με αυτήν του εναγομένου για την απόφαση της διοίκησης της ΓΣΕΕ κατά την κρίση του εκάστοτε συντάκτη τους, ενώ ουδέποτε ο ενάγων τάχθηκε υπέρ του ΝΑΙ ή του ΟΧΙ. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, αυτό καθαυτό το γεγονός της υποστήριξης του ΝΑΙ ή του ΟΧΙ, δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσφημιστικό ή συκοφαντικό.
Η πρόσδοση όμως αναληθούς ερμηνείας στο ως άνω περιεχόμενο της ΓΣΕΕ και του προέδρου της ενάγοντος συνοδεύτηκε από το ότι η αποδοχή της απαγόρευσης αλλαγής του θεσμικού πλαισίου των συλλογικών διαπραγματεύσεων και του κατώτατου μισθού, που θα ήταν αποτέλεσμα της ψήφισης του ΝΑΙ, "δυστυχώς δεν μπορεί να ερμηνευθεί διαφορετικά παρά μόνο με εξαγορά", "να σταματήσει η εκμετάλλευση του εργατικού δυναμικού από το καρτέλ των παρατάξεων που αναπαράγουν τη συνδικαλιστική ελίτ ως ομάδα συμφερόντων", "σφετερισμός της σφραγίδας των συνδικάτων από τη σημερινή ηγετική ομάδα", με την έννοια ότι η ως άνω ερμηνευθείσα από τον εναγόμενο θέση της ΓΣΕΕ υπαγορεύτηκε και επηρεάστηκε ως προς την υποστήριξή της από τους ως άνω παράγοντες.
Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος ήθελε να εμφανίσει τη διατύπωση της ως άνω θέσης της ΓΣΕΕ και του προέδρου της ως προϊόν εξαγοράς κατά την έννοια που ανταποκρίνεται και αντιλαμβάνεται ο μέσος συνετός πολίτης, στον οποίον το περιεχόμενο της ανάρτησης απευθυνόταν και όχι σε αυτόν με ειδικές πολιτικές ή πολιτειακές γνώσεις, είτε με την παροχή οικονομικού ανταλλάγματος ή άλλων μεθοδεύσεων που αποσκοπούν όχι στην προάσπιση των εργαζομένων και τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους, όπως είναι ο κύριος σκοπός της ΓΣΕΕ και του προέδρου της, αλλά των εργοδοτών και σε βάρος των εργαζομένων, όπως τούτο συνάγεται ευχερώς και από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου, ο οποίος καταθέτει ότι "τα έχει κάνει πλακάκια με την εργοδοσία", "ότι έχουν συμφωνήσει με την εργοδοσία να μην υπάρχει ένταση, να μην υπάρχει σύγκρουση", γεγονός που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και είναι ψευδές.
Επίσης, ο εναγόμενος ήθελε να υπερτονίσει την αντίφαση μεταξύ εργαζομένων και διοίκησης, καθώς και την ταύτιση της ηγετικής ομάδας της ΓΣΕΕ με τη συνδικαλιστική ελίτ, ήτοι την ταύτιση της κομματικής παράταξης στην οποία πρόσκειται ο ενάγων ως πρόεδρος της ένωσης, με την εργοδοσία, τα συμφέροντα της οποίας προασπίζεται, κάτι που επίσης είναι ψευδές.
Διότι αποδεικνύεται από την προαναφερθείσα απαντητική επιστολή του ενάγοντος, το περιεχόμενο της οποίας δεν αμφισβήτησε ο εναγόμενος, ότι η ΓΣΕΕ, με αποκλειστικό σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων των εργαζομένων, την τελευταία πενταετία προκήρυξε 42 γενικές απεργιακές κινητοποιήσεις, όπως αναφέρει ο ενάγων στην απαντητική επιστολή που απέστειλε στον εναγόμενο, ενώ ο τελευταίος γνώριζε τούτο λόγω της ιδιότητάς του ως πολιτικού, και έχει προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικράτειας για τον κατώτατο μισθό και τη διαιτησία, καθώς και στο Συμβούλιο της Ευρώπης, το Διεθνές Γραφείο Εργασίας, το οποίο προέβη σε έκδοση αποφάσεων για τους αντεργατικούς νόμους που ψηφίστηκαν με τα μνημόνια, στη Διεθνή Συνδικαλιστική Συνομοσπονδία, τη Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων και τον Πρόεδρο των Γερμανικών Συνδικάτων.
Από τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων αποδέχεται την αλλαγή του εργασιακού καθεστώτος που ο εναγόμενος του καταλογίζει. Ενώ κάνοντας ο τελευταίος λόγο για σφετερισμό των σφραγίδων των συνδικάτων, επιχειρεί να δηλώσει ότι ο ενάγων καπηλεύεται την ιδιότητά του ως πρόεδρος της ένωσης και με προκάλυμμα αυτήν επιχειρεί να περάσει τις δικές του πολιτικές πεποιθήσεις, γεγονός που και πάλι είναι ψευδές, καθόσον ο ενάγων ανακηρύχθηκε πρόεδρος από την πλειοψηφία των μελών της οργάνωσης, κατόπιν νομίμως διεξαχθεισών αρχαιρεσιών βάσει του καταστατικού της, γεγονός το οποίο γνώριζε ο εναγόμενος, πράγμα που σημαίνει ότι κατά το χρόνο που ο ενάγων εξελέγη απηχούσε τις απόψεις αυτής της πλειοψηφίας, το γεγονός δε ότι κατά την πάροδο της θητείας του οι απόψεις αυτές πλέον μπορεί να μην βρίσκουν σύμφωνη την πλειοψηφία αυτήν, δεν σημαίνει ότι αυτός θα πρέπει να παραιτηθεί από τη θέση του αυτή πριν τη λήξη της θητείας του, αλλά αντιθέτως αυτό είναι κάτι που θα αποδειχθεί στις επόμενες αρχαιρεσίες, όπως συμβαίνει πάντα σε όλες τις διοικήσεις και τις κυβερνήσεις στα πλαίσια των δημοκρατικών διαδικασιών.
Αποδείχθηκε, επίσης, ότι τα ως άνω ψευδή γεγονότα ισχυρίστηκε ο εναγόμενος εν γνώσει της αναλήθειάς τους, προκειμένου να πλήξει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος ως πολιτικού του αντιπάλου, ο οποίος διαφοροποιείται από τις απόψεις του κυβερνώντος κόμματος, ήταν δε αυτά πρόσφορα προς τούτο, καθόσον τον παρουσίασαν ως αναξιόπιστο και εξαγορασμένο, ανάξιο του αξιώματός που του έχει ανατεθεί ύστερα από εκλογές.
Ουδόλως δε μπορεί να χαρακτηριστούν ως έντονη πολιτική κριτική, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος, εφόσον δεν επελέγησαν απ' αυτόν επιχειρήματα ή ηπιότερες εκφράσεις, ούτε οι επιλεγείσες ήταν αναγκαίες για να εκφράσει την αποδοκιμασία του προς τις, κατά τον ίδιο τον εναγόμενο, επιλογές του ενάγοντος ως προέδρου της ΓΣΕΕ σχετικά με τη θετική ή αρνητική θέση στο δημοψήφισμα, εν όψει και του ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι το δημοψήφισμα δεν πρόκειται να επηρεάσει τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Χώρας, αλλά προσέβλεπε σ' αυτό ως μέσο πίεσης των δανειστών- εταίρων.
Η πρόθεση του εναγομένου να βλάψει την προσωπικότητα του ενάγοντος καθίσταται ακόμη πιο έντονη από το γεγονός ότι δεν πρόκειται για δημοσιογράφο, ο οποίος εξυπηρετώντας το δικαίωμα του κοινού για πληροφόρηση, μπορεί να αναδεικνύει θέματα της επικαιρότητας ακόμη και με οξεία κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς, αλλά για πολιτικό κυβερνώντος κόμματος ενταγμένου και υπερασπιζόμενου τον υγιή πολιτικό διάλογο στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού πολιτεύματος.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω έχει τελεστεί συκοφαντική δυσφήμηση και παρέλκει η ουσιαστική έρευνα της ένστασης περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος που προέβαλε ο εναγόμενος... Τα πιο πάνω δεν αναιρούνται από το ότι ο εναγόμενος έσπευσε να αναρτήσει, στα πλαίσια γόνιμου δημόσιου πολιτικού διαλόγου... την προαναφερθείσα απαντητική επιστολή που του απέστειλε ο ενάγων, διότι αποδεικνύεται ότι τούτο έγινε επειδή ο εναγόμενος την εξέλαβε ως πρόταση συμβιβασμού εκ μέρους του ενάγοντος και θεωρώντας ότι μετά ταύτα, ο τελευταίος θα ικανοποιηθεί ηθικά και δεν θα προβεί σε περαιτέρω αξιώσεις...
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αποδείχθηκε η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου και ως εκ τούτου η τελεσθείσα σε βάρος του ενάγοντος αδικοπραξία, καθώς και η προσβολή της προσωπικότητάς του, αφού το επίδικο δημοσίευμα προσέβαλε την τιμή, την υπόληψή του, την ηθική και κοινωνική του υπόσταση, ο ενάγων δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη.? Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ως άνω...
και επεδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 12.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την ως άνω αδικοπραξία του εναγομένου... αφού έλαβε υπόψη το είδος και την ένταση της ένδικης προσβολής, το βαθμό της υπαιτιότητας του εναγομένου (άμεσος δόλος), την ηλικία, το επάγγελμα και την κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, την έκταση της δημοσιότητας που έλαβαν οι προσβολές του ενάγοντος μέσω διαδικτύου, δεν έσφαλε... ".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως , η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την κατ' αυτού αγωγή και τον είχε υποχρεώσει να καταβάλει για την ίδια αιτία στον αναιρεσίβλητο το αυτό ως άνω χρηματικό ποσό των 12.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής έως εξοφλήσεως και είχε διατάξει τη δημοσίευση περίληψης της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με έξοδα του εναγομένου - αναιρεσείοντος, στο διαδικτυακό τόπο "leiit.gr", εντός δέκα πέντε (15) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, τις εφαρμοστέες προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 19 του Διεθνούς Συμφώνου Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων και 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθόσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων και μη εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 367 ΠΚ.
Κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι υπήρξε προσβολή της προσωπικότητάς του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και τέλεση σε βάρος του αδικοπραξίας με τη μορφή της συκοφαντικής δυσφήμισης, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, τα αναγραφόμενα στο επίμαχο δημοσίευμα και αποδιδόμενα στον αναιρεσίβλητο, ως πρόεδρο της ΓΣΕΕ, για απροκάλυπτη ένταξη στο στρατόπεδο του ΝΑΙ δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια καθόσον ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ατομικά με δηλώσεις που έκανε δημοσίως σε τηλεοπτικούς σταθμούς, δεν υποστήριξε το ΝΑΙ στο δημοψήφισμα, αλλά αντιθέτως υποστήριξε τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας και την απόσυρση του δημοψηφίσματος.
Στο πνεύμα αυτό και με βάση το ανωτέρω ψευδές γεγονός ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ανέφερε στο κείμενο του ότι αποτελεί όνειδος για τη χώρα, τους εργαζομένους και τους μισθωτούς, ο σφετερισμός της σφραγίδας των συνδικάτων από τη σημερινή ηγετική ομάδα, ότι έχουν υπάρξει συνδικαλιστικές ηγεσίες γραφειοκρατικές, συμβιβαστικές, ηττοπαθείς κοκ, αλλά αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα τα τελευταία πέντε χρόνια ξεπερνά κάθε όριο φαντασίας, ενώ είναι αληθές ότι η ΓΣΕΕ προκήρυξε σαράντα δύο απεργιακές κινητοποιήσεις, το γεγονός ότι η ΓΣΕΕ και ο Π.
ως Πρόεδρος αποδέχονται την απαγόρευση αλλαγής του θεσμικού πλαισίου των συλλογικών διαπραγματεύσεων και του κατώτατου μισθού δυστυχώς δεν μπορεί να ερμηνευθεί διαφορετικά παρά μόνο με την εξαγορά, χαρακτηρισμός που εδράζεται στο πραγματικό γεγονός του χρηματισμού, φράση που επιχειρεί να ανασκευάσει ο αναιρεσείων, μία ΓΣΕΕ που βρίσκεται στο ναδίρ της αξιοπιστίας της, με μία ηγεσία άφαντη...
να σταματήσει η εκμετάλλευση του εργατικού συνδικαλισμού από το καρτέλ των παρατάξεων που αναπαράγουν τη συνδικαλιστική ελίτ ως " ομάδα συμφερόντων" αποτελούν μεν οξύτατους χαρακτηρισμούς και δυσμενείς αξιολογικές κρίσεις και γνώμες του συντάκτη του δημοσιεύματος, εντασσόμενες στο πλαίσιο των υποκειμενικών του εκτιμήσεων και συμπερασμάτων, πλην όμως όλα τα ανωτέρω συνδέονται και σχετίζονται με το ανωτέρω αρχικό ψευδές γεγονός, κατά τέτοιο τρόπο ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και την ποιοτική του βαρύτητα, καθόσον με τις εκφράσεις αυτές ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ήθελε να υπερτονίσει την αντίφαση μεταξύ εργαζομένων και διοίκησης, καθώς και την ταύτιση της ηγετικής ομάδας της ΓΣΕΕ με τη συνδικαλιστική ελίτ ήτοι την ταύτιση της κομματικής παράταξης στην οποία πρόσκειται ο αναιρεσίβλητος ως πρόεδρος της ένωσης, με την εργοδοσία, τα συμφέροντα της οποίας προασπίζεται.
Για το λόγο αυτό κάνει λόγο για σφετερισμό των σφραγίδων των συνδικάτων επιχειρώντας να δηλώσει ότι ο αναιρεσίβλητος καπηλεύεται την ιδιότητά του ως πρόεδρος της ένωσης και με προκάλυμμα αυτήν επιχειρεί να περάσει τις δικές του πολιτικές πεποιθήσεις, γεγονός το οποίο είναι ψευδές, καθόσον ο αναιρεσίβλητος ανακηρύχθηκε πρόεδρος, κατόπιν νομίμων διεξαχθεισών αρχαιρεσιών.
Ενόψει δε του ότι τα γεγονότα αυτά, τα οποία, σύμφωνα με την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, είναι ψευδή και ελέχθησαν εν γνώσει της αναληθείας τους, εμφανίζουν τον αναιρεσίβλητο ως αναξιόπιστο και εξαγορασμένο, ανάξιο του αξιώματος που του έχει ανατεθεί, στοιχειοθετείται η προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου με συκοφαντική δυσφήμιση.
Η ειδικότερη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι " η πρόθεση του εναγομένου να βλάψει την προσωπικότητα του ενάγοντος, καθίσταται ακόμη πιο έντονη από το γεγονός ότι δεν πρόκειται για δημοσιογράφο, ο οποίος εξυπηρετώντας το δικαίωμα του κοινού για πληροφόρηση, μπορεί να αναδεικνύει θέματα της επικαιρότητας ακόμη και με οξεία κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς, αλλά για πολιτικό κυβερνώντος κόμματος, ενταγμένου και υπερασπιζόμενου τον υγιή πολιτικό διάλογο στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού επαγγέλματος", δε συνιστά ουσιαστική κρίση περί μειωμένου δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος έναντι προσώπων που έχουν τη δημοσιογραφική ιδιότητα και ενεργούν στα πλαίσια του δημοσιογραφικού τους καθήκοντος αλλά το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την παραπάνω παραδοχή ως ενισχυτικό στοιχείο της έντασης του δόλου του εναγομένου- αναιρεσείοντος καθόσον αυτός μη όντας δημοσιογράφος δεν είχε επαγγελματική υποχρέωση πληροφόρησης της κοινής γνώμης μέσω του διαδικτυακού ιστοτόπου.
Άλλωστε δεν διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή ότι ο αναιρεσείων μη όντας δημοσιογράφος, αλλά πολιτικό πρόσωπο είχε έλασσον δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης και κριτικής σχετικά με τα επίδικα γεγονότα. Ακολούθως, εφόσον δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα περιστατικά της αδικοπραξίας πληρούσαν το πραγματικό των άρθρων 362-363 ΠΚ και συνιστούσαν συκοφαντική δυσφήμιση σε βάρος του αναιρεσείοντος, ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 εδ.γ ΠΚ περί άρσεως του αδίκου λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος αφού σύμφωνα με την παρ.2 εδ.α του ίδιου άρθρου η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης αποκλείεται όταν οι κρίσεις και εκδηλώσεις του υπαιτίου περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 του ίδιου Κώδικα.
Κατά το άρθρο 293 παρ. 2 ΚΠολΔ ο συμβιβασμός που καταρτίστηκε εκτός του πλαισίου της εκκρεμούς δίκης ή στο πλαίσιο μεν της δίκης, αλλά χωρίς τις διατυπώσεις της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου, φέρει το χαρακτήρα εξώδικου συμβιβασμού και κρίνεται ως σύμβαση κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κατά τα άρθρα 871 και 872 ΑΚ.
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση. ". Από την άνω διάταξη προκύπτει ότι ο συμβιβασμός αποτελεί αμφοτεροβαρή σύμβαση, η οποία αν μεν γίνεται στα πλαίσια εκκρεμούς δίκης υπό τους όρους του άρθρου 293 του ΚΠολΔ επιφέρει αυτοδικαίως κατάργηση της εκκρεμούς δίκης, ενώ αν έγινε εκτός εκκρεμούς δίκης (εξώδικος) κρίνεται ως προς το κύρος του κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (παρ.2 άρθρου 293 ΚΠολΔ).
Βασική προϋπόθεση για τη συγκρότηση του συμβιβασμού είναι η αμοιβαία υποχώρηση των μερών. Το χαρακτηριστικό αυτό δεν λαμβάνεται με τη στενή τεχνική έννοια του όρου, αλλά υπό ευρεία έννοια των εν γένει συναλλαγών. Δεν είναι απαραίτητο έτσι να αφορά η παραίτηση ή υποχώρηση ένα μέρος της εκκρεμούς σχέσεως.
Αρκεί ότι ο διάδικος ή το ένα συμβαλλόμενο μέρος προβαίνει σε μία θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος (ΑΠ 754/2014, ΑΠ 437/2006). Η υποχρέωση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους. (ΑΠ 937/2006). Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητας ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις.
Όταν όμως δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνο από τον ένα των συμβαλλομένων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά, ενδεχομένως, άλλη σχέση (άφεση χρέους ή αναγνώριση αξιώσεως) και είναι αδιάφορο το γεγονός, ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σχέση ως συμβιβασμό. (AXU 006/2008, ΑΠ 547/2007, ΑΠ 42/2006).
Δεν απαιτείται η τήρηση τύπου (ΑΠ 1253/1987) ενώ αναιρετικά ελέγχεται όχι οι δηλώσεις βούλησης των μερών, που αποτελούν πραγματικά περιστατικά, αλλά η κρίση για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι καταρτίστηκε σύμβαση συμβιβασμού (ΑΠ 1584/2013, ΑΠ 990/2007, ΑΠ 741/2004, ΑΠ 578/1980) Ο εξώδικος συμβιβασμός, εφόσον συντρέχουν οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋποθέσεις, δεν καταργεί τη δίκη, αλλά μπορεί να θεμελιώσει ένσταση ανατρεπτική, η' οποία, αν προταθεί και αποδειχθεί, υποχρεώνει το δικαστήριο της ουσίας να ρυθμίσει το διατακτικό της απόφασής του, σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού και αποφανθεί, περαιτέρω, ότι δεν υφίσταται αντικείμενο της δίκης (ΟλΑΠ 578/1980, ΑΠ 1456/2018, ΑΠ 540/2011, ΑΠ 990/2007).
Ο αναιρεσείων, ήδη, προβάλλει, ότι το Εφετείο, δεν εκτίμησε ορθά, κατά την άποψή του, ως προς την ύπαρξη ή μη συμβιβασμού τα προκύψαντα αποδεικτικά στοιχεία. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "τα πιο πάνω δεν αναιρούνται από το ότι ο εναγόμενος έσπευσε να αναρτήσει, στα πλαίσια γόνιμου δημόσιου πολιτικού διαλόγου κατά τους ισχυρισμούς του, την...
απαντητική επιστολή που του απέστειλε ο ενάγων, διότι αποδεικνύεται ότι τούτο έγινε επειδή ο εναγόμενος την εξέλαβε ως πρόταση συμβιβασμού εκ μέρους του ενάγοντος και θεωρώντας μετά ταύτα, ο τελευταίος θα ικανοποιηθεί ηθικά και δεν θα προβεί σε περαιτέρω αξιώσεις...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές δεν καταρτίστηκε συμφωνία συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων ούτε διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η απαντητική επιστολή στο δημοσίευμα αποτελούσε πρόταση για κατάρτιση συμβιβασμού, ώστε με την αποδοχή της πρότασης από τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα να επέλθει κατάρτιση της συμφωνίας συμβιβασμού.
Ούτε αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν, εκτός από τον αναιρεσείοντα, υποχώρησε και ο αναιρεσίβλητος και σε ποιες υποχωρήσεις προέβη προς επίτευξη του αναφερόμενου συμβιβασμού. Επομένως και ο σχετικός αναιρετικός λόγος, που εισάγει την από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος, ανεξαρτήτως του ότι προτείνεται απαραδέκτως για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, καθόσον από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος δεν προκύπτει προβολή τέτοιου ισχυρισμού στα δικαστήρια της ουσίας.
Αντίθετα προκύπτει ότι είχε προτείνει την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) την οποία θεμελίωνε στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία ήδη στηρίζει τον ως άνω αναιρετικό λόγο για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 871 ΑΚ. Εξάλλου η αγωγή κατατέθηκε στις 25- 08-2015(αριθμ.
κατ. δικ.2928/2015) δηλαδή πριν την ισχύ του άρθρου 37 του ν.4356/2015, το οποίο τροποποίησε το άρθρο μόνο του Ν.1178/1981, η ισχύς του οποίου άρχισε από 24-12-2015, (ΦΕΚ Α181/24-12-2015), και συνεπώς δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω η εν λόγω διάταξη, κατά την οποίαν εάν κατόπιν εξωδίκου δηλώσεως αναρτηθεί εντός δέκα ημερών κείμενο αποκατάστασης του ζημιωθέντος, ο ζημιωθείς δεν δικαιούται να ασκήσει στη συνέχεια τις αστικές του
αξιώσεις, αφού έχει ήδη ικανοποιηθεί πλήρως, ενώ τυχόν αγωγή εκ μέρους του ασκείται απαραδέκτως. Εν όψει όλων των προαναφερομένων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ?
Απορρίπτει την από 7 Ιουνίου 2018 αίτηση του Χ. Β. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 157/2018 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.